Κική Δημουλά, Για καπνιστές

Για καπνιστές

Με ποιο ναυάγιο άραγε ιδιόρρυθμο ταξίδεψα
και τώρα αντί να με κρατούν
στη μοιρολογίστικη αγκαλίτσα τους τα φύκια
σουλατσάρω σα μια συνηθισμένη ζωντανή
σε σπάνιας εκπλήξεως εντόπιο λιμάνι;

Άνετη, σα να μην ξέρω τίποτα
πίνω περιπατητικόν φραπέ
γουλιές θορύβου προκαλώ
ρουφώντας με κατάρτι
καπνίζω σα να ξέρω
το ’να φουγάρο ανάβω τ’ άλλο σβήνω
ζήτημα αν έχουν μείνει
ένα δυο καράβια στο πακέτο μου.

Είδη κολυμβήσεως σωσίβια μάσκες ψαροντούφεκα
γύψινα εκκλησάκια για μικρούλη
παιδιάστικο Θεό,
βότσαλα ζωγραφισμένα με ανεξίτηλη
στεριά γοργόνας
κοχύλια περασμένα στο κλάμα της ουράς της
ρωτάω τιμές η αύρα της θαλάσσης πόσο κάνει
πόσο τα σφουγγάρια
είναι φρέσκα ή χολή και όξος;
Σκληρά παζαρεύω μέχρις αισχροκέρδειας
τη νοσταλγία τους για τον χαμένο πια βυθό.
Αν μου την έδιναν φτηνά θα βούλιαζα ευχαρίστως
επίτηδες πνιγμένη
να μ’ έβρισκαν οι δύτες σφουγγαράδες
να με απίθωναν σε αχιβαδένιο λίκνο
εκκολαπτόμενου μαργαριταριού
επίτηδες πνιγμένη να θησαύριζα
φιλιά ζωής που θα μου έδινε η μάσκα τους.

Μάσκας φιλί.

Μη και το άλλο το αλλιώτικο το έξω από το νερό
ακάλυπτο μας δίνεται;
Η γεύση του πάντα δε φοράει στο πρόσωπό της
κάτι αδιαπέραστο;

Στράφηκα να εξηγήσω στα χείλη σου
τον υπαινιγμό
μα είχες ήδη μπει στο ένα από τα δύο
καράβια που είχαν μείνει στο πακέτο μου
και το τελευταίο μού το έκανε τράκα
το όνειρο που είδα.

Από τη συλλογή χλόη θερμοκηπίου (2005) της Κικής Δημουλά

Advertisements

Κική Δημουλά, Τυφλό σύστημα επαφής

Τυφλό σύστημα επαφής

Σε προσκυνώ, γλώσσα, πολλά τα θαύματά σου.

Επί κυμάτων σφοδράς εποχής βαδίζουσα
– ην γαρ ενάντιος της αλαλίας ο άνεμος –
σώα βγήκες στην ακτή και άρθρωση εμφύσησες
σε μερικούς τουλάχιστον λόγους κακοποιούς
που εξεβίαζαν την επαφή μας να σιωπά.

Οι υπόλοιποι δεν πίστεψαν.
Έμειναν μέχρι τέλους βουβό εμπόδιό της.

Τη νεκρή θυγατέρα του χρόνου ανάστησες
ευλογώντας την με όνομα διπλό:
Λήθη για όταν έλειπε ο πατέρας της καιρό
Μνήμη δε για ώρα ανάγκης.

Μονοτονική άφησες τη δαιμονιζόμενη έλξη.
Μήτε συ ήξερες τι πνεύμα παίρνει το σώμα.

Τα παραλυτικά μέρη του λόγου της υπάρξεως
θεράπευσες και βάδισαν τα επιφωνήματα
οι καλές προθέσεις τα ανάμεικτα ρήματα
οι επεξηγηματικοί σύνδεσμοι και χωρισμοί
– έμαθε κανονικά να γράφει το όνομά του
ο θάνατος και όχι να υπογράφει με σταυρό –
τα σύμφωνα κύρια άρθρα οι εριστικές
αντωνυμίες οι φρόνιμες οι αλληλοπαθείς
– αλήθεια τι συνέβη με τις κτητικές
και δεν ξαναπατήσανε στο μάθημα;

Υπό τον λύχνο τής επιβίωσης σκυμμένες
μερόνυχτα οι στερήσεις μας έγιναν
ευφραδείς είτε πεζά μονολογώντας
είτε με περίπλοκους νευμάτων συνδυασμούς
χάρη στο τυφλό σύστημα που εφαρμόζει
ο λυρισμός σου.

Αμέτρητα τα θαύματά σου, γλώσσα
γερνάς εντός μου και όλα πού να τα θυμάμαι.

Αχάριστοι δεν είμαστε αλλά
μέμνησο του φόβου μας που
ως απληροφόρητος ουδέποτε ιάθη.

Πάρε λαλιά από την άφθονη
την παραπανίσια που έδωσες στην κραυγή
και επίβαλέ την σε κείνο το βουβό απόρρητο
τουλάχιστον να μας φανερώσει
η νέα μας παιδεία εκεί κάτω

θα σε περιλαμβάνει άραγε, γλώσσα
θα κουβεντιάζουμε καθόλου με τη γειτνίασή μας
ή μόνο χάριν ενός μικρού μεσοδιαστήματος
– τι χαζοπούλι, Θε μου –
κοπίασε η τόση ευγλωττία;

Από τη συλλογή ήχος απομακρύνσεων (2001) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Απροσδοκίες

Διαβάζει η Κική Δημουλά.

Απροσδοκίες

Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Βρέχει χωρίς να βρέχει
όπως όταν σκιά
μας επιστρέφει σώμα.

Κάθομαι εδώ και κάθομαι.
Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου
και πιο μακριά
η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.
Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί
κάθε που μας μετράει το άδειο.

Φυσάει άδειο δωμάτιο.
Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου
που έχω να σαρώνομαι.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Κοιτάζεις σαν ερχόμενος
χαμογελάς σαν όχι.
Άνθη αποξηραμένα στο πλάι
σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα
το άκρατο όνομα τους semprevives
semprevives –αιώνιες, αιώνιες
μην τύχει και ξεχάσεις τι δεν είσαι.

Με ρωτάει ο καιρός
από πού θέλω να περάσει
πού ακριβώς τονίζομαι
στο γέρνω ή στο γερνώ.
Αστειότητες.
Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία.

Νέα σου δεν έχω.
Η φωτογραφία σου στάσιμη.
Όπως βρέχει χωρίς να βρέχει.

Όπως σκιά μου επιστρέφει σώμα.
Κι όπως θα συναντηθούμε μια μέρα
εκεί πάνω.

Σε κάποιαν αραιότητα κατάφυτη
με σκιερές απροσδοκίες
και αειθαλείς περιστροφές.
Τον διερμηνέα της σφοδρής
σιωπής που θα αισθανθούμε–μορφή εξελιγμένη της σφοδρής
μέθης που προκαλεί μια συνάντηση
εδώ κάτω– θα ’ρθει να κάνει ένα κενό.
Και θα μας συνεπάρει τότε
μια αγνωρισιά παράφορη–μορφή εξελιγμένη του αγκαλιάσματος
που εφαρμόζει η συνάντηση εδώ κάτω.
Ναι θα συναντηθούμε. Ευανάπνευστα, κρυφά
από την έλξη. Κάτω από δυνατή βροχή
ραγδαίας έλλειψης βαρύτητας. Σε κάποιαν
ίσως εκδρομή τού απείρου στο επ’ άπειρον∙
στην τελετή απονομής απωλειών στο γνωστό,
για τη μεγάλη προσφορά του στο άγνωστο∙
καλεσμένοι σε αστροφεγγιά προορισμού,
σε διασκεδάσεις παύσεων για φιλευδιάλυτους
σκοπούς και αποχαιρετιστήριες ουρανών
πρώην μεγάλες σημασίες.
Μόνο που ετούτη η συντροφιά των αποστάσεων
θα είναι κάπως άκεφη, ανεύθυμη
κι ας ευθυμεί εκ του μηδενός η ανυπαρξία.
Ίσως γιατί θα λείπει η ψυχή τής παρέας.
Η σάρκα.
Φωνάζω τη στάχτη
να με ξαρματώσει.
Καλώ τη στάχτη
με το συνθηματικό της όνομα: Όλα.

Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατος εκείνου του ονείρου.
Το στερνοπαίδι όνειρο.

Απ’ όσα είχα το πιο φρόνιμο.
Ξεθολωμένο, πράο, συνεννοητικό.
Όχι και τόσο βέβαια ονειροπόλο
αλλά ούτε και φτηνά χαμηλωμένο,
όχι σουδάριο κάθε γης.
Πολύ οικονόμο όνειρο,
σε ένταση και λάθη.
Από τα όνειρα που ανάθρεψα
το πιο πονετικό μου: να μη
γερνάω μόνη.

Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά
εσύ κι ο θάνατός του.
Δίνε του χαιρετίσματα, πες του να ’ρθει
κι αυτό μαζί εξάπαντος όταν συναντηθούμε
εκεί, στην τελετή απονομής απωλειών.

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.
Ναι ναι μου φτάνει το αδύνατον.
Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ’ αυτό.
Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.
Διότι νέα σου δεν έχω.
Κι αλίμονο αν δε δώσει
σημεία ζωής το παράλογο.

Από τη συλλογή Χαίρε ποτέ (1988) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Γράψε λάθος

Γράψε λάθος

Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ’ επανάληψη λες, μ’ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυο μαζί ενώνω — το ζω το αφήνουμε έξω
για μετά, αν πετύχει ο συνδυασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μια πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που τα κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδυασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική τού ζω απεραντοσύνη.

Απ’ τη σκοπιά του καθενός η ορθογραφία.
Πάρε παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.
Ρωτάς από πού ως πού
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.

Ποιος ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ’ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το Θεό.

Από τη συλλογή Χαίρε ποτέ (1988) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Οι λυπημένες φράσεις

Οι λυπημένες φράσεις

Με ημέρα αρχίζει η εβδομάδα,
με ημέρα τελειώνει.
Κι η Κυριακή, κόμπος σφιχτός
να μη λυθούν οι εβδομάδες.
Έρχεται πάντα από το ίδιο Σαββατόβραδο
και φέρνει λίγο ύπνο παραπάνω το πρωί
και το θεό, όσο τον δίνουν οι ορθρινές καμπάνες.
Λίγο να σταθείς στ’ ανοιχτά παράθυρα
και να κοντοσταθείς σ’ αυτά που δεν συμβαίνουν,
περνάει η ώρα.
Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
σιγά σιγά η Κυριακή μεσουρανεί
σαν τρομαγμένη απορία.

Στις γειτονιές
περνάνε γύφτισσες να πω το ριζικό σου,
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα, ριζικά.
Πιο πέρα κάποιο ντέφι, έν’ αρκουδάκι
δείξε πώς βάζουν πούδρα τα κορίτσια
στον καθρέφτη, πώς γδύνεται η Μονρόε…

Μη γελάς. Βρέθηκε κάποτε νεκρή η Μονρόε.
Με πράγματα που δεν αντέχουν μη γελάς.

Αχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
πώς μοιάζουν στους τυφλούς οργανοπαίχτες
στους δρόμους τους εμπορικούς, τις Κυριακές.

Να είχαμε μιαν άνοιξη.
Μη γελάς.
Με πράγματα που δεν υπάρχουν μη γελάς.
Ας λένε τα πουλιά κι οι μυρωδιές στα πλάγια
πως είναι Απρίλης.
Το λένε τα πουλιά κι οι έρωτες των άλλων.
Εμένα μ’ εξαπατούνε οι θεοί
κάθε που αλλάζει ο καιρός,
κάθε που δεν αλλάζει.
Μη γελάς.
Έαρ δεν γίνεται
με ρίμες
ήλιοι-Απρίλιοι,
ήλιοι-Απρίλιοι,
ομοιοκατάληκτες στιγμές,
χρόνος χρωμάτων,
στρέμματα φωτός,
χαμομηλιών ανυπομονησία να μυρίσουν.
Δημοτικά τραγούδια απ’ τα παράθυρα
ποια γυναί- ποια γυναί- ποια γυναίκα θα σε πάρει,
κι όλα τ’ άλλα τρόποι
για να πεθαίνουνε ανώδυνα τα ημερολόγια.

Την Κυριακή τραβάει σε μάκρος
των τραγουδιών η αγωνία
ποια γυναί- ποια γυναί-

Αχ, οι λυπημένες φράσεις, οι λυπημένες λέξεις,
στους δρόμους τους εμπορικούς,
τις Κυριακές τις ανοιξιάτικες.

Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Πέρασα

Διαβάζει η Κική Δημουλά στον χώρο του περιοδικού «Eντευκτήριο» το Σάββατο 12 Μαΐου 2007.

Πέρασα

Because these wings are no longer wings to fly
T.S. Eliot

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ’ αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε σιντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από δω, πήγα κι από κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από δω, έχασα κι από κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ’λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει.
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Το κοριτσάκι με τα σπίρτα

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους.
Μονάχα κάτι γκρίζο παλαιό
καινούργιου χρόνου.

Τρέμουν από το κρύο
τα σταυροδρόμια και οι γωνίες
σφίγγονται κολλάνε να ζεσταθούν
επάνω σε αλλότριας πατρίδας
πλανόδιους ανθοπώλες

μπουκέτα φασκιωμένα
με αγριωπό χαρτί
και η φτηνή ποιότητα
με τρύπες διανθισμένη γύρω γύρω
από αυτοδίδακτο ψαλίδι καμωμένες

όπως κι εμείς όταν παιδιά
για σχέδια πεινασμένα
σ’ εφημερίδα διπλωμένη ομοιόμορφα
μικρά τετραγωνάκια ψαλιδίζαμε
κι όπως ξεδιπλωνόταν το χαρτί
τι χαρούμενα τι αλλεπάλληλα, τι συμμετρικά
παραθυράκια διάπλατα μας άνοιγε το μέλλον.

Απόγευμα πρωτοχρονιάς
ψυχή στους δρόμους
μόνο κλειστά μεγάλα γκρίζα παράθυρα
κι ένα φτωχό χιονόνερο που ζητιανεύει χιόνι.

Από τη συλλογή Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Τα «υπέρ» της συνήθειας

Τα «υπέρ» της συνήθειας

Με φόρεσες –σε φόρεσα,
εκλογή μονοφόρι.
Πρώτα απ’ την καλή.
Με γύρισες μετά το μέσα έξω,
είχαν παρατριφτεί οι άκρες και οι μόστρες,
είχαν στραβοστομιάσει κι οι κουμπότρυπες
–θυμίζανε σιωπές ξεχειλωμένες–
απ’ το πολύ το κούμπωνε ξεκούμπωνε
την προφύλαξη, την επιφύλαξη,
τη διαφύλαξη κούμπωνε ξεκούμπωνε
τις ασταθείς των ημερών θερμοκρασίες
στα βαριά της χρονικότητας κλίματα.
Σκιστήκανε κι οι τσέπες,
χώναν εκεί τα ξυραφάκια τους
οι σκέψεις των χεριών.
Πάλι με γύρισες μετά –σε γύρισα
πάλι το έξω μέσα,
σάμπως οι πριν φθορές
να ’χαν στο μεταξύ ξεκουραστεί
και γιάνει,
και μια που το παλιό
δεν έχει πια καλή κι ανάποδη.

Όσο για το πού θα χτυπήσεις
και πού θα χτυπηθείς,
κανένα πρόβλημα.
Ούτε και τούτο έχει πια
όψη κι ανάποδη.
Έχει κι αυτό παλιώσει
–μέσα έξω γυρισμένες
τόσες φορές οι σφαίρες.

Αυτό το καλό έχουν λοιπόν οι παλιατσούρες.
Ενώ αν σε χτυπήσει το καινούριο
σε μαζεύουν με τα κουταλάκια.

Από τη συλλογή Το τελευταίο σώμα μου (1981) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Φωτογραφία 1948

Φωτογραφία 1948

Κρατώ λουλούδι μάλλον.
Παράξενο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι
κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά
ότι προειδοποιούμαι για αλλοιώσεις,
προγεύομαι άμυνες.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο,
έτοιμο.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε στόχος κάποτε.
Και προδιάθεση νίκης.

Το βλέμμα βυθισμένο
στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό
της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου, παιχνίδι του ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφός μου ή καταδότης.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
πέρασ’ επάρκεια κάποτε.

Συ δε φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο,
για να ’χω σταθεί στην άκρη του
κρατώντας λουλούδι
και χαμογελώντας,
θα πει πως όπου να ’ναι έρχεσαι.
Φαίνετ’ απ’ τη ζωή μου
ζωή πέρασε κάποτε.

Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Ο πληθυντικός αριθμός

Διαβάζει η Κική Δημουλά στον χώρο του περιοδικού «Eντευκτήριο» το Σάββατο 12 Μαΐου 2007.

Ο πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας,
όνομα ουσιαστικόν,
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε θηλυκού ούτε αρσενικού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικόν,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Κική Δημουλά, Το διαζευκτικόν ή

Το διαζευκτικόν ή

Μ’ έκλεισε μέσα η βροχή
και μένω τώρα να εξαρτιέμαι από σταγόνες.

Όμως πού ξέρω αν αυτό είναι βροχή
ή δάκρυα από τον μέσα ουρανό μιας μνήμης;
Μεγάλωσα πολύ για να ονομάζω
τα φαινόμενα χωρίς επιφύλαξη,
αυτό βροχή, αυτό δάκρυα.

Στεγνή στέκομαι ανάμεσα
στα δύο ενδεχόμενα: βροχή ή δάκρυα,
κι ανάμεσα σε τόσα διφορούμενα:
βροχή ή δάκρυα,
έρωτας ή τρόπος να μεγαλώνουμε,
εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.
Το κάθε τελευταίο,
τελευταίο τ’ ονομάζω χωρίς επιφύλαξη.
Και μεγάλωσα πολύ
για να είναι αυτό αφορμή δακρύων.
Δάκρυα ή βροχή, πού να ξέρω;
Και μένω να εξαρτιέμαι από σταγόνες.
Και μεγάλωσα πολύ
για να περιμένω άλλο μέτρο όταν βρέχει
κι όταν δεν βρέχει άλλο.
Σταγόνες για όλα.
Σταγόνες βροχής ή δάκρυα.
Από τα μάτια κάποιας μνήμης ή τα δικά μου.
Εγώ ή μνήμη, πού να ξέρω;
Μεγάλωσα πολύ για να χωρίζω τους χρόνους.
Βροχή ή δάκρυα.

Εσύ ή μικρή αποχαιρετιστήρια αιώρηση σκιάς
του τελευταίου φύλλου.

Από τη συλλογή Το λίγο του κόσμου (1971) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Βασιλιάς ή πένης

Βασιλιάς ή πένης

Ονείρου μανιώδης σαρκασμός
σ’ έφερε ολόκληρο ταξίδι από κάτω
όχι για μένα βέβαια, μόνο για να διαλάμψει
μία εχθρά του άσπονδη αλήθεια.

Τελάλης λόφος διαλαλούσε την κορφή του
απ’ όπου ανάβλυζε γάργαρο παλάτι.
Όποιος το έπινε γινότανε αμέσως
μονοπάτι έως απάνω, την πύλη του ανερμήνευτου.

Εσύ, κάπου στο μέσον της ανάβασης.
Επίγειος ρυθμός πετώντας τη συντόμευε.

Στους πρόποδες η έγνοια μου
πού πήγαινες εσύ ένας αχρείαστος στα όνειρα
αφού δεν υποφέρεις,
τι πάρε δώσε άνοιξες με ανάκτορα
ποιες ματαιοδοξίες κοιλιόδουλες σε κάλεσαν
πώς θ’ αρτυθείς αιματηρά κοψίδια βασιλείας
εσύ που διαιτάσαι με αυστηρή
ισότητα χωμάτων.

Χίλιες φορές τύραννος παρά τυραννισμένος σύριξες
κι άστραψες μπροστά μου καθ’ όλα βασιλιάς
με στέμματα με υπηκόους οίνους μουσικές
δούλες πιατέλες έσκυβαν γεμάτες σφάγια ζήτω
βελούδινοι σε τύλιγαν μανδύες
κόλακες πορφυροί της εύπιστης σκιάς σου.

Μυστικοσύμβουλός σου επιστήθιος
ο μανιώδης του ονείρου σαρκασμός.

Άδειος ο θρόνος δίπλα στον δικό σου
κι ας ήμουνα διά νόμου έτερον ήμισυ της δόξας σου.
Μια και την ονειρεύτηκες την ήθελες ολόκληρη δική σου
και όρθιες ξεροστάλιαζαν οι δύο βέρες
σαν πελαργοί στο ένα δάχτυλό μου.

Στο χέρι που μου έτεινες απρόσωπα
για ν’ ασπαστώ φορούσες το μονόπετρο
διακριτικό της μοναρχίας σου
εξαίσιο δαχτυλίδι δολοπλόκο
– κούφια η πέτρα μέσα, θήκη
εγγύς για δηλητήριο.

Προς τι να πικραθώ.

Η κάθε αγάπη, εστεμμένη ή απλός πολίτης
ή και νεκρός ακόμα που είναι υπεράνω υποψίας
κάπου πάντα κάπου
θέλεις στο διάδημά της θες στη μεσαία τάξη της
εκεί στης συγχορδίας το πίσω πίσω τέλι
ανάμεσα στο αφόρετο ακόμα ασπρόρουχό της
μα και σε πλαϊνή ραφή φιλιού
αγάζωτου ακόμα στα τρυπώματα στις πρόβες

η κάθε αγάπη πάντα
κάπου σου το ’χει φυλαγμένο το φαρμάκι.

Από τη συλλογή Ενός λεπτού μαζί (1998) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Κλέφτες στη σκέψη

Κλέφτες στη σκέψη

Κλαίγοντας περιγράφει
πώς ρήμαξαν το σπίτι της ληστές
της πήρανε χρυσαφικά και βίασαν οι άθλιοι
γερόντισσες αξίες.

Δε χαίρεται;

Eμένα έχει χρόνια να πατήσει
κλέφτης το πόδι του στο σπίτι
ούτε για καφέ.
Επίτηδες αφήνω ξεκλείδωτο το μπρίκι.

Κάθε φορά επιστρέφοντας προσεύχομαι
να βρω σπασμένους τους κυνόδοντες της πόρτας

να σείονται τα φώτα σαν μόλις να κουτούλησαν
με σεισμού πανύψηλου κεφάλι

να δω κλεμμένα τα κτερίσματα
από τις μούμιες βασιλείες του καθρέφτη

σαν κάποιος να ξυρίστηκε στο μπάνιο
και στη σπανή αφή μου να ’χουν φυτρώσει γένια
χάμω δεμένη χειροπόδαρα να κείται η διάψευσή τους

κι απ’ την κουζίνα να ’ρχεται με το πάσο του ατμός
ζεστής πατημασιάς με μπόλικη κανέλα από πάνω.

Από τη συλλογή Ενός λεπτού μαζί (1998) της Κικής Δημουλά

Κική Δημουλά, Στο πλοίο

Στο πλοίο

Μικρόσωμο νεαρό ζευγάρι.
Εκπατρισμένη των ματιών η καταγωγή.
Κάπου στην επιβίωση θα δουλεύουν
– φημίζεται για την αξιοσύνη της
η υποταγή.

Με άδεια καλοκαιρινή.
Ελεύθερα τώρα τα χέρια νοικοκυρεύουν
τα παραμελημένα χάδια τους.

Θαυμάζω τι επιδέξια ξαπλώνουν τα δάχτυλα
στου παιχνιδιού τους το κρεβάτι
σφιχτά δεμένα
σα να πλέκουν γελαστά καλαθάκια
με πόθου συστροφή τα γεμίζουν
τα ξηλώνουν κι απ’ την αρχή τα πλέκουν

σα να κουράστηκε τώρα ο νέος
ίσως απ’ την πολλή ελευθερία της πλοκής
λίκνιζε χαρούμενα και το πλοίο
γέρνει κι αποκοιμιέται
πάνω στο αριστερό του σκουλαρίκι

ξύπνια εκείνη ακόμα
κοιτάζει για λίγο το κοιμισμένο χέρι του
κι αργά προσεκτικά μην το ξυπνήσει
στον ώμο της το φέρνει
κι επάνω του γέρνοντας
γλυκά κι αυτή αποκοιμιέται.

Τι εύχρηστο μαξιλάρι η αγάπη
κατάλληλο
για κάθε ταξίδι του πόνου στο σώμα
για κάθε ηλικίας όνειρα
για κάθε είδους νύστα
απαραίτητο
για το σπίτι
για το στοχασμό
για το λεωφορείο
για το πλοίο και για ό,τι
μας πνίγει.

Από τη συλλογή Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως (2007) της Κικής Δημουλά

Εν τέλει (Κική Δημουλά)

Εν τέλει

Έπειτα από γερή
φιλονικία μεταξύ τους
να γίνει πιο σύντομη,
την είχε πείσει,
πιο τελειωμένη.
Να καταργήσει
τις μακρηγορίες των ονείρων,
και να κρατήσει
την ετυμηγορία τους.

Την είχε πείσει.
Ο χρόνος.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)