Κατερίνα Γώγου: [Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί…]

21

Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές – αγκαλιά απ’ τη μέση
μετρήσαμε τ’ αμέτρητα τ’ άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο –παιδιακίσια πράγματα–
τον Ιούλιο κάποτε
γι’ αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’ αυτό αν τύχει και μ’ αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’ αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Ο Γιάννης μου ’πε…]

20

Ο Γιάννης μου ’πε
να μην ακουμπάω το κεφάλι μου στον τοίχο
όταν διαβάζω ή όταν καπνίζω.
Στη φυλακή, μου ’πε
γι’ αυτό είχανε πάντα πονοκεφάλους.
Το βράδυ άρχισε καβγάς γι’ αυτούς που γράψαν δήλωση.
Ο Χρόνης είπε
πως αν αυτοί βρήκαν τη δήλωση
εμείς βρήκαμε να μην υπογράφουμε.
Εγώ έλεγα πως η αντοχή έχει όρια οι άνθρωποι είν’ από κρέας
έλεγα για τους σταλινικούς και τη μέθοδο
να τουφεκάνε σα προδότες τους καλύτερους
κι αυτοί να ουρλιάζουνε πεθαίνοντας ΖΗΤΩ ΤΟ ΚΟΜΜΑ.
Ο Σήφης είπε
η δήλωση είν’ η αρχή.
Μετά ρωτάνε ποιοι είναι οι φίλοι σου.
Μετά πού μένουν.
Εγώ είπα εκατομμύρια άνθρωποι ρε. Γιατί; Για ποιο κόμμα;
Ο Γιώργος είπε γι’ αυτό που θα φιάξουμε.
Στο τραπέζι είμαστε 3 εργάτες, 2 δηλωσίες, ο Γιώργος άνεργος
κι εγώ προνομιούχα φέτο δουλεύω. Καπνίζαμε.
Πίνανε. Ο Γιάννης πιο πολύ
–πώς διάβολο θ’ ανεβεί στο μηχανάκι–
δε θέλανε που μίλαγα έτσι.
Ύστερα έφυγα πιο μπρος μ’ είχε πιάσει ο πονοκέφαλος
ακούμπαγα πάλι στον τοίχο. Δεν ξέρανε πως ήξερα.
Πως δε θα υπόγραφα ποτέ.
Και για κανένα κόμμα.
Πως ένα σακάκι έριξα –Γενάρης 79–
στην παγωνιά που κουβαλάν οι δηλωσίες…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Κανείς δε θα γλιτώσει…]

19

Κανείς δε θα γλιτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα ’χει
ούτε μισό μισοσβησμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε –βουλιάζουμε–
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
από διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
κι ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου, Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών

18

Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών

Βαράγαν στο ψαχνό.
– Στον αέρα ρίχνουνε είπαν αυτές
Ύστερα γέμισε αίμα η λακκουβίτσα στη στάση.
– Πλαστικές είναι είπαν αυτές.
Ύστερα έπεσα κάτω.
– Λιποθύμησε είπαν αυτές.
Ύστερα έμεινε ακίνητος
είχανε ξεκινήσει. Έμεινε ακίνητος
είχανε πάρει το τρόλεϊ, φύγανε. Πάνε αυτές.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Η λιτανεία έρχεται από πέρα μακριά…]

17

Η λιτανεία έρχεται από πέρα μακριά απ’ τα νησιά. Κάθε σαν σήμερα μεγάλη Παρασκευή Απριλίου / ο χριστός σαλεύει ανάμεσα σε βαριά λιβάνια πρεζάκηδες ξενηστικωμένα παιδιά παστρικές πουτάνες και φαγωμένους επισήμους.
Κάθε χρόνο τέτοια μέρα γριές μοιρολογίστρες αδελφές κρατάν καλάθια με άσπρα και σκούρα άνθια / ραίνουν τ’ αγόρια και το λείψανο με βαμμένα άτσαλα βλέφαρα κάτω από μαύρες δαντελένιες πλερέζες και κάλτσες με ραφή.
Φαρδείς παπάδες σκουντάνε σκληρά τα παιδιά που φοράνε γυαλάκια και κρατάν τα ξαπτέρυγα / αυτά / με τσαλακωμένη αξιοπρέπεια / πατάνε σπρώχνουνε / σκουντάνε μπροστά τη λυπημένη φιλαρμονική / χάνουν όλοι το τέμπο τη μεγάλη Παρασκευή ο χριστός με μακριά νευρένια πόδια σταυρωμένα καρφωτά τουμπαρισμένα μάτια / σπασμένη ραχοκοκαλιά / αίμα πηγμένο γερμένο κεφάλι / όμορφος σαν τρομοκράτης ζωντανός σα σε κρίση / κάποιος κάποτε θα του τραβήξει το ζωνάρι να φανεί το φύλο του όταν άλλοι με κατεβασμένα τα ρολά στα καφενεία θα κρεμάνε τον βαλέ
όταν άλλοι
θ’ ανοίγουνε διάπλατες τις πόρτες των ψυχιατρείων
και τις φυλακές
Θα ξεκρεμάσουν τους ληστές
κι η Λιτανεία θα βρει τον σωστό
τον Νέγρικο ρυθμό της
τον πολεμικό
τον θάνατο που άλλοι Ανάσταση τον λένε.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα…]

16

Αν καμιά φορά με πιάσεις να λέω ψέματα
–σταμάτα να σου πω–
μη βιάζεσαι και με λες ψεύτρα.
Είναι τώρα που δεν μπορώ να ξεχωρίσω πια
και μπερδεύω πού σταματάει τ’ όνειρο
και πού αρχίζει η αλήθεια…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είπανε για κείνο τον αρχάγγελο…]

15

Είπανε για κείνο τον αρχάγγελο
που ’πεσε ξαφνικά στο μπαλκόνι μας
την Τρίτη 21 Μαΐου 78
πως ήταν αλκοολικός.
Περνούσε λέει άμα νύχτωνε
απ’ όλα τα μπαρ της Αθήνας
και γινότανε φέσι.
Και το πρωί σαν χάραζε είπανε
γύριζε λέει στους συναγγέλους του
και στ’ άστρα ματιασμένος.
Λέγανε ακόμα οι άνθρωποι
πως ήτανε αναρχικός.
Γι’ αυτό άλλωστε και είχε και μαύρες φτερούγες.
Η αλήθεια είναι
πως ούτε εγώ ούτε η Μυρτώ τρομάξαμε
παρόλο που για πρώτη φορά μας
βλέπαμε αγγέλους.
Εγώ ντροπιάστηκα μόνο
που είχα τις γλάστρες απότιστες
και τα γόνατα του παιδιού λερωμένα.
Με ρώτησε θυμάμαι γελαστός
αν πίστευα στα μάτια μου αν πίστευα στους αγγέλους.
Και γω του είπα σοβαρά πως όχι.
Ε τότε –μου είπε– δε θα πετάξεις ποτέ.
Και μου ’βαλε ένα δαχτυλίδι στο χέρι
να με θυμάσαι άμα νυχτώνει μου είπε
Έκανε έπειτα καναδυό φορές έτσι
για να ζεστάνει τις φτερούγες του ανοίξανε
και χάθηκε πάνω απ’ την πόλη.
Από κείνη την Τρίτη λοιπόν
ένιωσα πιο μόνη μου απ’ όλα τα χρόνια.
Κι ούτε που ξαναμίλησα με τους ανθρώπους πια.
Κι αν δεν ήταν το δαχτυλίδι στο χέρι μου
και τα φώτα ν’ αναβοσβήνουν σαν την καρδιά μου
θα ’λεγα πως έφτιαξα πάλι σενάριο
με το κουρασμένο μυαλό μου.
Τη νύχτα θα ξαναπάρω σβάρνα τα μπαρ.
Μπορεί να τον τρακάρω…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: Ν. Υόρκη

14

Ν. Υόρκη

Το πρακτορείο Ηνωμ. Τύπος ανακοίνωσε ότι ο Τζόνι Βαϊσμίλερ, γνωστός στους παλιότερους ως Ταρζάν, κάθε που πέφτει ο ήλιος ανοίγει το στόμα του και βγάζει ααααααΑΑΑ την κραυγή του ρόλου του. Το πρακτορείο στη συνέχεια αναφέρει ότι δε συντρέχει ουδείς λόγος ανησυχίας. Ο Ταρζάν είναι στα τελευταία του. Ακίνδυνος.

Από την περασμένη Δευτέρα
τα πούμα
κι οι ελέφαντες
με σηκωμένες προβοσκίδες
έρχονται.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πετώντας αργά πάνω απ’ τις στέγες…]

13

Πετώντας αργά πάνω απ’ τις στέγες
οι μονάδες καταστολής
πήρανε θέσεις σιωπηλή
στα καλώδια της ΔΕΗ
παρατάχτηκαν αθόρυβα στους διαδρόμους του ΙΚΑ
πιάσαν την έξοδο απ’ τα φροντιστήρια
και το έμπα στα γήπεδα.
Οι θόρυβοι στις ταινίες και στα όνειρα είναι εκκωφαντικοί
μόνο στον φόβο και στη ζωή
οι πόρτες κλείνουν αθόρυβα πίσω.
Το φιλμ στις ταινίες είναι χρωματιστό.
Στη ζωή μαυρόασπρο
και κάποιος έσπρωξε απρόσεχτα την καρέκλα
που ’χε ανεβεί ο μικρός του μπακάλικου
να παίξει τον κρεμασμένο
Οι βασιλιάδες πεθαίνουν από αλλιώτικους θάνατους
έχει φρακάρει το ψυγείο.
Στην κουζίνα –ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ;– 47 μέρες κράτησα. Πεινάω.
Ένας με άσπρη νοσοκομειακή μπλούζα μυωπικά γυαλιά
και μαύρα λαστιχένια παπουτσάκια χωρίς νούμερο
που ποδένουν τους νεκρούς σα για να φύγουν
σκαλίζει τις φωτογραφίες στο συρτάρι μου
λέει τη μια πως είναι εισαγγελεύς
και την άλλη ο γιατρός του σωματείου
Κάποτε… το φως φεύγει σταλιά σταλιά από πάνω μου…
νυστάζω… τα βιβλία λέγανε πως οι στρατιώτες
περνάγανε με τους κόκκινους
κρυώνω… έξω από την πόρτα μου παρκάρει επαναληπτικά
μια ατέλειωτη κηδεία ειδικά εκπαιδευμένων αστυνομικών
σπρώχνουν απ’ τη χαραμάδα το φέρετρο μέσα
κεφαλάκια φιδιών
ρίχνουν τιμητικούς πυροβολισμούς
Άντρες πηδάνε ανεμίζοντας την κάρτα ανεργίας και φεύγουνε
απ’ τις ταράτσες λαϊκών ξενοδοχείων. Πρέπει να τους προλάβ.
Με περιμένουνε.
Αντίο Αντίο Αντίο.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [… τραλαλάμ… τραλαλάμ τι ώρα να ’ναι…]

12

… τραλαλάμ… τραλαλάμ τι ώρα να ’ναι
όλη τη νύχτα χτύπαγα το κουδούνι σου
μα δεν ήσουνα πάνω.
Μη σε νοιάζει… όταν ο κόσμος περνούσε
έκανα πως ψάχνω την τσάντα μου. Ξέρω γω…
έτσι έκανα πάντα
Δεν ήτανε τίποτα σοβαρό δεν ήθελα να σε τρομάξω πάλι
ήθελα μονάχα να σου πω να πάμε να παίξουμε.
Από την άλλη μεριά δεν περνάν αυτοκίνητα
αλήθεια σου λέω
μονάχα καρότσια την πρωτομαγιά κι ακόμα
είναι Νοέμβρης
πάρε αν θες και τ’ άλλα παιδιά μην τους αφήσουμε γέρους
πίσω απ’ το ταχυδρομείο –σκύψε να σου πω–
είναι μια ξύλινη γέφυρα που ενώνει τ’ αστέρια
άμα με πάρεις καβάλα στους ώμους σου
θα κατεβάσω μερικά.
Αν έχεις δουλειά αυτόν τον καιρό δεν πειράζει.
Πάμε μια άλλη φορά.
Μόνο μη βγεις να κοιμηθείς νωρίς
να ξεκινήσουμε πρωί
πριν βγει ο ήλιος
Πριν πιο πριν τότε που βγαίνουνε οι αθλητικές
εφημερίδες
αν θες είναι καλύτερα –καλύτερο–
να κοιμηθούμε αγκαλιά
δε θα βήχω τη νύχτα
δε θα τραβάω τα σεντόνια
θα λουστώ
θα ’μαι φρόνιμη
ακούνητη
θα ’μαι σαν πεθαμένη
μη με ξεχάσεις όμως το πρωί
γιατί έχω ακούσει πολλούς ανθρώπους έτσι
που το ’καναν για να μην ενοχλούν τους δίπλα
ή κι έτσι γι’ αστείο
και δεν ξαναξυπνήσανε
κι ούτε που παίξανε
ποτέ.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Ώρε φιλάρα!]

11

Ώρε φιλάρα!
Στο τηλέφωνο δε λέγονται…
Άμα κατέβεις από δω
θα σου δείξω κάτι μεγάλα φτερά που μου φυτρώσανε
Θα σου δείξει
πόσο ανάλαφρα πέταγα
πηγαίνοντας στην απαγορευμένη συγκέντρωση
γιατί σφύριζε στο χέρι μου
μια βαριά αλυσίδα.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου