Κατερίνα Γώγου: [Θα ’ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα…]

Από τον δίσκο «Στο δρόμο» (1981) όπου η Κατερίνα Γώγου απαγγέλλει ποιήματα από τις συλλογές της «Τρία κλικ αριστερά» και «Ιδιώνυμο»

32

Θα ’ρθει καιρός που θ’ αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη
–μη βλέπεις εμένα– μην κλαις. Εσύ είσ’ η ελπίδα
άκου θά ’ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δε θα βγαίνουν στην τύχη
Δε θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γερμένους απέξω
Και τη δουλειά
θα τη διαλέγουμε
δε θα ’μαστε άλογα να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι –σκέψου!– θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι-καταπίεση-μοναξιά-τιμή-κέρδος-εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία –δε θέλω να λέω ψέματα–
δύσκολοι καιροί.
Και θά ’ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω –μην περιμένεις κι από μένα πολλά–
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ’ όσα διάβασα ένα κρατάω καλά:
«Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος».
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ’ όλα αυτά Μαρία.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είναι αργά τώρα. Κοντεύει…]

31

Είναι αργά τώρα. Κοντεύει 3 τη νύχτα.
Άφησα τη φίλη μου στο καινούριο σπίτι που ’πιασε
ένας διάδρομος
μιζέρια και κακομοιριά στη Βικτόρια
πλάι στα «ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ»
είχε κόκκινα μάτια κι ένα σταυρό στο κούτελο
κι είπα δυνατά τι θα κάνουμε τώρα
φαρμακώθηκα τη γλάστρα που της έδωσα
τα μπουρδέλα τα θέατρα τα μπουζουκάδικα
και τις φίρμες τους τραγουδιστές
και τη φωτογραφία με τη μάνα της που ’τανε μωρό
και τις κάλπικες σχέσεις
είπα άντε να φύγουμε όλες οι πόρτες είχανε ρουφιανόματα
είπε κολλητά μένει μια κοπέλα
η κουζίνα και το μπάνιο δεν είναι καλά μην πάθεις κατάθλιψη
ήθελε να με φέρει να το δω
σα να μην ήξερα
5.000 αλλά με το τηλέφωνο
5.000 αλλά εδώ κοντά
5.000 πλακώνανε κι οι γιορτές
λέσχες σουγιάδες ταξί περίπτερα όλα τέντα όλη νύχτα
πυκνώνει η μοναξιά
σα να μην ήξερα
πόσο τα ενοίκια πόσο τα σκυλάδικα τόσο η ζωή
όσο πιο κοντά τόσο πιο βαθιά
όσο πιο βαθιά τόσο πιο κοντά
ήθελε να το δω ότι μπορούσε κι έτσι. Κι αλλιώς.
Θα το φάει όπως κι άλλοι. Όλο.
Στα καρφιά καρφωμένα κασκόλ με χρυσόσκονη το θέατρο τέχνης
μια φορά στο καμαρίνι κόντεψα να της σπάσω το κεφάλι
6 μέρες μέτρησα που δε μιλιόμαστε
τώρα που ’πιασε το καινούριο της σπίτι
κι όπου κοίταζα αναμμένα παράθυρα αυτά σβήναν
κατάλαβα πως αυτό ήταν.
Είχανε κοκκινίσει τα μάτια της
και το σημάδι έβγαινε σταυρός στο κούτελο
το ’χω κι εγώ σημάδι στο μεσόφρυδο
θα καρφωθεί απανωτές φορές από μονάχη της
όπως οι βελονάκηδες
κι ήτανε που την αγάπαγα πολύ
να της ανοίξω το κεφάλι.
Μα πάει τώρα. Έγινε πια.
Την πρωτοχρονιά θα φοράει το καλό μου φουστάνι
και θα της πάρω ένα λαχείο μισό-μισό.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ…]

30

Εκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω ποιητής.
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν’ αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουν τα ράμματα στις φλέβες μου
κι από θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλιωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου μουρμούρισμα
για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σ’ αυτά
για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω μεγάλα κιάλια για να φέρω πιο κοντά
τις δολιοφθορές που δε θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες κι ακαδημαϊκοί
και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζει
όλα έτσι παν
σκυλιά μάς έχουν κάνει να ντρεπόμαστε την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνιά
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μαρξ…
τον φοβάμαι
το μυαλό μου δρασκελάει κι αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί… ε;… μιαν άλλη μέρα…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Είναι επικίνδυνη – όταν ο θεός χαλάει τον κόσμο…]

29

ΕΙΝΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ – ΟΤΑΝ Ο ΘΕΟΣ ΧΑΛΑΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΧΑΛΑΖΙΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ ΒΓΑΙΝΕΙ ΞΕΚΑΛΤΣΩΤΗ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΣΦΥΡΙΖΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΡΕΣ ΠΕΤΑΕΙ ΠΕΤΡΕΣ ΣΤΑ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΑ ΤΗΝ ΑΡΑΖΕΙ ΠΑΝΩ ΣΑ ΣΚΙΟΥΡΟΣ ΣΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΚΙ ΑΝΑΒΕΙ ΤΣΙΓΑΡΟ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΣΤΡΑΠΕΣ.

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΟΡΑ ΕΠΕΣΗΜΑΝΘΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑΝ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΝ ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΑΝ ΚΑΙ ΩΡΑΝ ΕΙΣ ΤΡΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ ΜΕΡΗ – ΚΑΤΑ ΕΞΑΚΡΙΒΩΜΕΝΑΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΣ ΜΑΣ Η ΑΝΑΤΙΝΑΞΙΣ ΓΕΦΥΡΑΣ ΣΤΟ ΜΑΝΧΑΤΑΝ Η ΠΡΟΜΗΘΕΥΣΙΣ ΟΠΛΩΝ ΣΕ ΑΝΑΡΧΟΚΟΥΜΟΥΝΙΣΤΙΚΑ ΚΙΝΗΜΑΤΑ ΚΑΘΩΣ ΚΑΙ Η ΦΥΓΑΔΕΥΣΙΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΑΚΡΩΣ ΑΠΟΡΡΗΤΩΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΤΟ ΙΔΙΟ ΑΤΟΜΟ. ΦΕΡΕΤΑΙ ΦΕΡΟΥΣΑ ΜΑΥΡΟ Ή ΚΟΚΚΙΝΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟ ΠΟΥΛΟΒΕΡ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΕΝΙΑ ΧΤΕΝΑΚΙΑ ΣΤΑ ΜΑΛΛΙΑ ΜΕ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΤΙΣ ΤΣΕΠΕΣ ΔΑΝΕΙΚΟΥ ΠΑΝΩΦΟΡΙΟΥ.
ΓΕΝΝΗΘΕΙΣΑ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΓΕΝΟΣ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΚΑΤΟΙΚΙΑ: ΑΓΝΩΣΤΟΣ
ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΘΡΗΣΚΕΥΜΑ: ΑΘΕΟΣ
ΧΡΩΜΑ ΟΦΘΑΛΜΩΝ: ΑΓΝΩΣΤΟΝ
ΟΝΟΜΑ: ΣΟΦΙΑ ΒΙΚΥ ΜΑΡΙΑ ΟΛΙΑ ΝΙΚΗ ΑΝΝΑ ΕΦΗ ΑΡΓΥΡΩ
ΔΑΡΕΙΟΣ ΔΑΡΕΙΟΣ. ΠΡΟΣ ΟΛΑ ΤΑ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΑ
ΠΡΟΣΟΧΗ ΟΠΛΟΦΟΡΕΙ. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ. ΟΠΛΟΦΟΡΕΙ. ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ.

ΤΗ ΛΕΝΕ ΣΟΦΙΑ ΒΙΚΥ ΜΑΡΙΑ ΟΛΙΑ ΝΙΚΗ ΑΝΝΑ ΕΦΗ ΑΡΓΥΡΩ
ΚΙ ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΗ ΟΜΟΡΦΗ ΟΜΟΡΦΗ ΟΜΟΡΦΗ ΘΕ ΜΟΥ…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Πάρε με σούπερμάν μου…]

28

Πάρε με ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ μου
η εν πολλαίς αμαρτίαις
περιπεσούσα γυνή
προσπίπτω
στα φοβερά μπούτια σου
πάρε με απ’ τον γήινο κόσμο!
Χρόνια αφήνω το παράθυρο ανοιχτό
προσμένοντας εσένα και τα UFO
δεν αντέχω άλλο τους θνητούς
είμαι ανάμεσα φθοράς και αφθαρσίας
Πάρε με από το χέρι
ανέβασέ με στους ανεξερεύνητους πλανήτες
δείξε μου να πετάω
πάνω απ’ τα γήινα και τα συμπλέγματά μου
Δες με: μ’ έπιασε ντελίριο από την προσμονή σου
τα καυσαέρια η μόλυνση και η ακατάπαυστη εργασία
το ’χω φιλοσοφήσει
κομπλάραν τις αισθήσεις μου… ξέρεις τώρα τι λέω…
ο Βίλχελμ Ράιχ λέει
πως οι σχέσεις των ανθρώπων είναι σχέσεις οργασμού
δηλαδή η ζωή μας κατάντησε εδώ ένα μαύρο γαμήσι
Πάρε με ΣΟΥΠΕΡΜΑΝ μου
πάρε με Δυνατέ
Πάρε με στην πανίσχυρη αμερικανική εταιρεία σου
να παίξω κι εγώ στην ταινία
στο Αστρο-μιούζικαλ
με ντεκόρ τους άλλους πλανήτες
και εκατομμύρια κομπάρσους παίδαρε
τους ψωραλέους της γης.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [Έλα να σου πω…]

27

Έλα να σου πω…
Έλα πάρε με από δω. Πάμε να φύγουμε από δω μέσα.
Τα χέρια μου τρέμουν σπάω συνέχεια πράγματα
έχουνε σπάσει τα νεύρα μυ
κι εσύ –το βλέπεις– όποτε έρχεσαι δω
δεν έχω να σου πω τίποτα
μας καβαλάν τα έπιπλα μ’ αυτή τη λογική
που είναι ταχτοποιημένα
εκτρώσεις μπουκάλια καθρέφτες προγράμματα
η ιδιωτική ζωή των φίλων μου
–ποιος θα κατεβάσει τα σκουπίδια–
Κάθε βράδυ ενώ βουλιάζω σε κάποια θάλασσα
εγώ φυλάγομαι με βρόχινη ομπρέλα. Σημαδιακά πράγματα.
Σ’ όλες τις φωτογραφίες που τράβηξα στη γη
βγαίνει συνέχεια στον ουρανό
ένα κίτρινο άλογο που δεν προχωράει.
Είμαι πολύ λυπημένη σκοντάφτω συνέχεια
μπορεί ε; να φταίν’ και τα τακούνια
το μόνο που με δένει πια με τη μάνα μου είναι οι ενοχές μου
και τ’ όνομά μου Κατερίνα έτσι απλά που με φωνάζουνε
μου φέρνει δάκρυα δε θέλω να κλαίω
Πάρε με λοιπόν από δω.
Θέλω να σου δείξω τα καλοκαιριάτικα θέατρα
πώς ζούνε τον χειμώνα
Πόσο άδεια είναι τα σχολικά όταν έχουν αργία
κι όλους τους φίλους που φύγανε
και δεν μπορούν πια να με προδώσουν
πάμε από δω πάμε εκδρομή σε μέρος που δεν έγινε
αφού σ’ το ’χω γράψει σ’ το ’χω πει
όπου κι αν πάτησα άφηνα αίμα
γι’ αυτό δεν μπορώ ποτέ πού να σταθώ
κι όλο αλλάζω σεντόνια
φέρε κι ένα τρενάκι ψεύτικο
πρέπει να παίξω γι’ αυτό δε μεγάλωσα
και λέω το φαΐ μαμ και τον ύπνο για νάνι
σκέψου δεν έμαθα τίποτα τίποτα
μοιάζω με τα ζώα
όποιος ηλίθιος κυνηγός βγει μπορεί να με σκοτώσει
ξέρω μονάχα ανακλαστικά
τον δρόμο που πηγαίνει στη δουλειά
αρχίζω να γερνάω
ποτέ κανείς κανείς δεν κατάλαβε
θα μου πεις καλύτερα έτσι
θυμάμαι μικρή…
όχι. Θυμάμαι αργότερα…
όχι. Μεγάλη. Μετά θέλω να πω…
Ψέματα. Τώρα… Ούτε…
Μίλα! Μίλα!
Πώς έζησα
Θέλω να φύγω από δω!
Αρχίζω να ξεχνάω…

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου

Κατερίνα Γώγου: [σημείωμα της άλλης μέρας.]

26

σημείωμα της άλλης μέρας.

ΜΑΝΟΥΛΑ
σου αφήνω 200 δρχ. να πάρεις απ’ τη λαϊκή φασολάκια απ’ αυτά που λέει ο ποιητής γιατί τ’ άλλα είναι ακριβά και δε φτάνουνε. Να ’χουνε πολύ ζουμί να βουτάμε. Βγάλε ένα κλειδί για το παιδί. Όλα τα χάνει μες στον δρόμο. Πέρνα του το σ’ ένα κορδόνι στον λαιμό βρες ένα χρώμα γαλανό να μη στεναχωριέται. Έτσι όπως το πάει θα μένει πάντα έξω. Βάλε σ’ ένα ποτηράκι του κρασιού κάτι λουλουδάκια που ζωγράφισα την ώρα που κοιμόσαστε. Θα σας αρέσουν. Και πρόσεχε ρε μάνα που πλένεις τα τζάμια έκοψες απ’ τη χαλκομανία την πατούσα του ακροβάτη και τώρα αγριοκοιτάει εμένα που στέκει μετέωρος στο τεντωμένο σκοινί. Πέταξε να παν στον διάολο τα νάιλον σακούλια που μαζεύεις θα μας πνίξουνε και τις πρωτομηνιές με τους αγιασμούς που μας ραίνεις σ’ το ’χω πει εκατομμύρια φορές δε μ’ αρέσουν αυτά. Σ’ ΑΓΑΠΑΩ.
Μη νομίζεις ξέρω πόσο κουράζεσαι να ζωντανεύεις τα όνειρα. Μα το παιδί είναι μικρό κι εγώ στριμωγμένη. Μη βάλεις πάλι τις φωνές και μουρμουράς μονάχη σου πως όλο ζω με ψέματα έμαθα και το παιδί κι είμαι ονειροπαρμένη.
Δεν ξέρω όμως μάνα άλλο τρόπο να ζω.
Είναι ένας τρόπος κι αυτός μάνα να ζήσεις.
Σας αγαπώ πολύ και τις δυο. Μην κλαις.
Πάω να κοιμηθώ.
Έχω να ονειρευτώ
–λεπτομέρειες δηλαδή μείνανε–
χωνιά τα χέρια μου γύρω απ’ το στόμα εεεεεεεεεεεεεεεεε
απ’ αύριο δε θα κλαίει κανένας.

Από τη συλλογή Ιδιώνυμο (1980) της Κατερίνας Γώγου