Νικηφόρος Βρεττάκος, Ίσως είναι…

Ίσως είναι…

Ίσως είναι το μητρικό σου αλάτι
που σήμερα μ’ έφερε, θάλασσα,
κοντά σου. Αλλά κι αν ακόμη
δεν είσαι μητέρα μου, μοιάζουμε
πάντως. Μπορεί και τα λόγια μου
να είναι αέρας σαν τα δικά σου.
Καιρός είναι άλλωστε ν’ αφήσουμε
τα όνειρα, σαν μια φούχτα άμμο
που τη ρίχνουμε πίσω μας. Αρκεί
πως αυτός ο παράδοξα όμορφος
κόσμος μάς μάγεψε. Μεθύσαμε
θάλασσα!
Τόσο η ψυχή μου όσο
κ’ εσύ, τον γιομίσαμε κύματα.


Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Advertisements

Νικηφόρος Βρεττάκος, Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα

Σου στήνω μια καλύβα στους αιώνες των αιώνων,
έναν κήπο να περπατάς, ένα ρυάκι να καθρεφτίζεσαι,
μια πλούσια πράσινη φραγή να μη σε βρίσκει ο άνεμος
που βασανίζει τους γυμνούς τους αιώνες των αιώνων!
Σου στήνω τ’ όραμά σου πάνω σ’ όλους τους λόφους
να σου φυσάει το φόρεμα η δύση με δυο τριαντάφυλλα
να γέρνει ο ήλιος αντίκρυ σου και να μη βασιλεύει
να κατεβαίνουν τα πουλιά να πίνουνε στις φούχτες σου
των παιδικών ματιών σου το νερό στους αιώνες των αιώνων!

Από τη συλλογή Τα θολά ποτάμια (1950) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Μοιάζουνε οι στίχοι μου

Μοιάζουνε οι στίχοι μου

Μοιάζουνε οι στίχοι μου με τη χρυσή επαφή του ήλιου πάνω στο χιόνι
μοιάζουνε με την καλοσύνη του βλέμματος των αλόγων
μοιάζουνε με το βάρος της αυγής πάνω στις μαργαρίτες
μοιάζουνε με το βάρος της ελπίδας πάνω στην καρδιά
μοιάζουνε με την ήσυχη βροχή πάνω από τ’ αφοσιωμένα πρόβατα.

Από τη συλλογή Η παραμυθένια πολιτεία (1947) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Είμαι ένας γέρος

Είμαι ένας γέρος

Είμαι ένας γέρος κ’ είμαι ένα παιδί.
Το γέρο τον άφησα πίσω μου
κ’ έφερα εδώ το παιδί, να μπει
στο νερό, ν’ απλώσει τα χέρια
στο αρχέγονο φως, να παίξει μαζί σου.

Ό,τι είχα να κάνω στον κόσμο

το έκανα. Το μήνυμα το έστειλα.
Την μποτίλια την πέταξα ήδη
στου χρόνου το ατέρμονο πέλαγο.
(Μπορεί μερικοί να το έλαβαν κιόλας.)

Ρίχνω το βλέμμα και στήνω το αυτί

πάνω από σένα και πάνω από την
κορφή του βουνού. Δεν κάνω λάθος.
Είναι μια βίβλος μουσικής το στερέωμα.

Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η ποίηση

Η ποίηση

Ό,τι μπόρεσα να διασώσω
(στον κόσμο που πήγα)
το διέσωσα, θάλασσα.

Η ψυχή μου ένα σμήνος

μυριάδων πουλιών
που τ’ αλώνιζε η θύελλα.

Όσα διασώθηκαν

βρήκαν το δέντρο τους.

Φτερούγισαν κ’ έμειναν

μέσα στις λέξεις.

Από τη συλλογή Συνάντηση με τη θάλασσα (1991) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Χορωδία (X)

Χορωδία

X

Παλεύοντας διάσχισα ανέμους
πολλούς, που βρίσκαν το στήθος μου
ανοιχτό και με πάγωναν. Υδρορρόες
κεραυνών το μέτωπό μου, φαγώθηκε,
έτσι που τώρα να στεκόμαστε 
ο ένας μας αντίκρυ στον άλλο,
σαν δυο αδελφά γκρίζα
πετρώματα.
…………Η γαλήνη σου
όμως και γαλήνη μου πάντοτε.
Καθισμένος στα πόδια σου,
γιομάτος πληγές, μακαρίζω
την ύπαρξη.
…………Η μοίρα
μου επέτρεψε απ’ όλον τον μέγα
πλούτο που υμνώ,να έχω
κ’ εγώ στο σύμπαν μια πέτρα.

Από τη συλλογή Χορωδία (1988) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η συντροφιά

Η συντροφιά

Σαν Ευαγγέλιο κλειστό στο τραπέζι
το μαύρο ψωμί. Και μέσα του χέρια.
Εκείνο που κράτησε το στάρι και το ‘σπειρε,
αυτό που το θέρισε, αυτό που το ζύμωσε. Δεν είμαι μόνος.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα (1ος τόμος) [1981] του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Πλούτος

Πλούτος

Κι ένα βουνό
Είναι ένα ποίημα
Που σου γυρεύει να τ’ ακούσεις.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Τα ποιήματα (1981) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η μορφή και το ποίημα

Η μορφή και το ποίημα

Σκέφτομαι το βουνό με τον ήλιο απέναντι
ν’ αναδύεται από τη θάλασσα – γίνεται κάθε
μέρα ο κόσμος. Το προαιώνιο πλάθεται
κάθε στιγμή. Κληρονόμοι του μέλλοντος, αν
σκεφτείτε τον ποιητή, η μορφή του
είναι το ποίημα. Πλάθω και πλάθομαι
κάθε στιγμή. Και το ποίημα είναι
το σκαμνί που θα κάθομαι πάνω του
στο βουνό – με τον ήλιο απέναντι
όσο θα γίνεται τούτος ο κόσμος.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Ψηλάφιση

Ψηλάφιση

Παίζω αυτό το περίεργο φως της ημέρας
στην αφή των δαχτύλων μου. Πίσω απ’ αυτή του
τη ρέουσα απλότητα, προσπαθώ ν’ ανιχνεύσω
ένα βάθος. Δεν ξέρω τι πρόκειται
τέλος να βγει, να το αφήσω στη θέση μου
πριν βουλιάξω. Όχι βέβαια κάτι κοινό
ή και τους στίχους μου απλώς, που δεν είναι
κι αυτοί παρά μια παραλλαγή της βροχής
που πέφτει στη γης και ή μένει ή χάνεται.
Εννοώ αν μπορούσα να έχω συνδέσει
την ποίηση μ’ ένα βαθύτερο φως.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Εσωτερικός μονόλογος

Εσωτερικός μονόλογος

Συντόμευσε το λόγο σου όσο μπορείς.
Βάζε τη λέξη ολόκληρη, βέβαια, μια που αλλιώς
δεν κατορθώνεται ο διαρκής λόγος. Αλλά,
πάντως, συντόμευε. Γιατί δεν περιμένει
ο ήλιος. Κι οι λίγες ώρες που σου μένουν
δε χωρούν πολλά ποιήματα.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Εγγραφή

Εγγραφή

Διαβάζω το πρωί τις ειδήσεις – γιομάτες κηλίδες
αίματος οι σελίδες. Κοιτώ τους ανθρώπους
έξω στο δρόμο να πηγαίνουν και να ‘ρχονται
φορτωμένοι ο καθένας τους κατά διάφορο
τρόπο τη μοίρα του. Ακώ τις κραυγές
που θα έβγαζαν αν συναντιόντουσαν άξαφνα
μ’ έναν δίκαιο Θεό. Βλέπω τον ήλιο μετά
κι όταν δύει εκείνος τη νύχτα, που μοιάζει,
συχνά, με πλαγιά της ανοίξεως, σελίδα
που τρέμει αλαφρά και διαβάζεται απ’ όλα
τα πλάσματα, δίχως γνώση και γλώσσα.

Κι η αλήθεια τ’ ουρανού και της γης

αποτυπώνεται στους στίχους μου όπως
ο πόνος του Χριστού στην εικόνα.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Η τιμή

Η τιμή

Ο ουρανός και η γης με τίμησαν με τον πόνο.
Το έμαθα αργότερα, όταν κατάλαβα
πως το καλύτερο φως γίνεται απ’ το σκοτάδι·
μετά που ξεχείλισε μέσα μου η ποίηση
κι αρχίσαν ν’ ανάβουνε κεριά από χρόνο.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Οι μουσικοί αριθμοί

Οι μουσικοί αριθμοί

Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δε στέκει
τίποτα: Ούτε ουρανός έναστρος
ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα.
Κι ευτυχώς ότι μ’ έκανε η μοίρα μου
γνώστη των μουσικών αριθμών,
ότι κρέμασε μιαν αχτίνα επιπλέον
το άστρο της ημέρας στην όρασή μου
και κάνοντας τα γόνατά μου τραπέζι
εργάζομαι, ως να ‘ταν να φτιάξω
έναν έναστρο ουρανό ή ένα ρόδο.

Από τη συλλογή Απογευματινό ηλιοτρόπιο (1976) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)

Νικηφόρος Βρεττάκος, Τα εφτά ελεγεία

Τα εφτά ελεγεία

1

Κάποτε αφελής, κάποτε ανόητος, κάποτε κι ευφυής,
πότε σε λόγια στηριγμένος πότε σε όνειρα,
προσόρμισε σε όλες σχεδόν τις φάσεις του χρόνου του:
Ένα γέρικο δέντρο. Ωστόσο, πολλά, συλλογίζονταν,
θα κριθούν από τον καιρό. Αν οι επερχόμενες
βροχές είναι ήρεμες, έλεγε, κι ο ίδιος δεν ήξερε
ποιοι νέοι κλώνοι μπορεί να ετοίμαζαν μέσα του
άνθη και φύλλα. Κι αυτό που ποτέ
δεν κατάλαβε ήταν πως είχε
σχηματιστεί κι ένα δεύτερο στρώμα ζωής
λίγο λίγο στα βάθη του. Ένα στρώμα σκληρό
από πόνους, που έπεφταν ο ένας τους πάνω
στον άλλο, διαρκώς.
…………Κάτι ανάλογο
με ορυχείο λιγνίτη, που κάποτε θα ‘λιωνε
όπως ο πάγος· και τότε θα φύτρωναν σε όλη
την έκταση μέσα του, μαύρα λουλούδια.

2

Πολλές φορές του πέρασε απ’ το νου: να σηκωθεί

άξαφνα απ’ την καρέκλα και χτυπώντας
με όλη τη δύναμή του στο τραπέζι
το χέρι του, να το κομμάτιαζε. Αλλά σκεφτόταν: Γιατί
να το χαλάσει το μικρό αριστούργημα; Τι του ‘φταιξε;
Αν δε δυνήθηκε πολλά να κάνει, αν λόγου χάρη
δεν ετεχνούργησε αρκετά ή δεν έφτιαξε ένα φράγμα
σ’ ένα σημείο των εγκρεμών του αιώνα του, δεν έπαψε
να ‘ναι το ίδιο, το μικρό αυτό έργο του Θεού,
ένα αριστούργημα. Και σέβονταν,
…………τότε, το ξένο ποίημα.

3

Έλεγε πως θα το ‘φτιαχνε το περιβόλι.
Τι μάταια λόγια που έλεγε! Τα χέρια του
ήταν δυο αξίνες: έπεφταν με πείσμα στα χαρτιά
που έμοιαζαν με πλαγιές γρανίτη. Να φυτέψει
δέντρα για τα πουλιά κι ανθάκια για τις μέλισσες.
Ήξερε: στα παιδιά άρεσαν τα δαμάσκηνα,
τα πορτοκάλια στους περαστικούς αγγέλους το πρωί.
Ήξερε, μα με τι νερό, τι ήλιο και τι φράχτες;
Περνούσαν οι δεινόσαυροι κι έφευγαν με τα δέντρα
στα δόντια τους, κατασκηνώναν οι πολεμιστές.
Όλα περνούσαν πάνω του. Το ανάσκαφταν
τα κάρα που κουβάλαγαν τους πεθαμένους.
Κι αυτός έλεγε: «ήλιε μου!» κι έσκαβε. Όσο που τέλος
εχτύπησεν η αξίνα του πάνω στο παραπέτασμα
της νύχτας που είχε κατεβεί. Καρφώθη και έμεινε.

4

Θέλει να φανταστεί τον κόσμο όπως ήτανε

τότε: όταν έτρεχε στα ευρύχωρα δωμάτια,
με τα παράθυρα που νόμιζες πως ήτανε του ορίζοντα,
ακολουθώντας μια λεπτή έγχρωμη πεταλούδα,
που είχε κι αυτή την αίσθηση τ’ ουρανού μες στο σπίτι
ή και κανά πουλί που τον επισκεπτόταν
-όχι ορισμένη ώρα, όποτε ήθελε-
φέρνοντας γύρους σαν μικρός άγγελος στα δωμάτια.
(Βουνά ψηλά κι αρμονικά στο βάθος, λόγγοι πράσινοι,
καθόλου σπίτια γύρω· μοναχά περαστικά γεράκια ή συννεφάκια
και μοναχά κουδούνια εδώ κι εκεί από γιδοπρόβατα.)

Τον κόσμο αυτό όπως ακριβώς ήτανε τότε θέλει

…………να φανταστεί, κρατώντας το κεφάλι του
γιομάτο μνήμες, μουσική, ήλιο, σκυμμένο κάτω
που φουσκωμένη, σκοτεινή, πηγαινοέρχεται η άβυσσο.

5

Πολύ μετά κατάλαβε πως ήταν η ψυχή του

ένα περίεργο σταυροδρόμι, χιλιοπατημένο,
σημαδεμένο από τακούνια, πρόκες από αρβύλες,
αυλακωμένο από βαριές ρόδες κάθε λογής
αρμάτων.
…………Ένα σταυροδρόμι
γιομάτο απαίσια λάσπη, ζυμωμένη
από φτυσίματα ρητόρων, απορρίμματα
περαστικών προσφύγων, δάκρυα ζητιάνων
που ακίνητοι στην ίδια στάση ολημερίς, τυφλοί,
απλώνανε τα σκουριασμένα τους τενεκεδάκια
για έλεος· κι ο ουρανός έβρεχε και τους έλιωνε.
Πολύ μετά κατάλαβε πως του χρειαζόταν
η λάσπη αυτή, ότι καλά έγιναν τα όσα έγιναν
και ότι -δόξα σοι ο θεός- έζησε εξήντα χρόνια
κι έκαμε το καλύτερο: αγάπησε με πάθος
τον κόσμο κι ας απότυχε από τη λάσπη αυτή,
τη λάσπη που χαριστικά του δόθηκε, να φτιάξει
ζυμώνοντάς τη με τον ήλιο του ένα είδος
καινούριου ανθρώπου στην κορφή
του όρους θλίψη, ή Ταΰγετος.

6

Έγραψε τη ζωή του στο χαρτί και την παράδωσε στο δικαστήριο.

Ο χρόνος δεν αρνιέται, βλέπετε, να παραλάβει τίποτα.
Τα πιο πολλά τα εξαφανίζει, μερικά κρατά,
τα μελετάει με προσοχή, τα κοσκινίζει.
Κατόπιν αποφαίνεται. Δεν ξέρει από τα πριν
κανένας πώς θα τον δεχτεί -αν τον δεχτεί- κατήγορο,
μάρτυρα ή κατηγορούμενο. Πάντως, αυτός τελείωσε.
Έγραψε τη ζωή του στο χαρτί και υπόγραψε. Μετά
κοίταξε μια τη θάλασσα μια τα βουνά του κι έφυγε
να πάει να βρει ένα ήσυχο μέρος να κοιμηθεί.

7

Σαν ένα κύμα ξεσκισμένο σε υψηλά

βράχια η ψυχή του, έλαμψε
για μια στιγμή. Μετά,
στη θέση της έγινε νύχτα.

Παλέρμο 1972

Από τη συλλογή Το ποτάμι Μπύες και τα εφτά ελεγεία (1975) του Νικηφόρου Βρεττάκου

Πηγή: Νικηφόρος Βρεττάκος, η εκλογή μου, ποιήματα 1933-1991 (εκδ. Ποταμός, 2008)