Γιάννης Βαρβέρης, Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές

[Ενότητα Αναπήρων πολέμου]

Να επισκεπτόμαστε τους επιζώντες ποιητές
αν μάλιστα τυχαίνει να μένουμε στην ίδια πόλη
να τους βλέπουμε πού και πού
γιατί εκεί που ζούμε ήσυχοι
βέβαιοι πως ζούνε κι αυτοί –ξεχασμένοι έστω–
εκεί έρχεται το μαντάτο τους.

Οι καλοί ποιητές μάς φεύγουνε μια μέρα
όχι γιατί πεθαίνουνε
από έμφραγμα ή από καρκίνο
αλλά γιατί φυτρώνουνε στα βλέφαρά τους
λουλούδια τρομερά.

Ανοίγουνε κιτάπια στην αρχή
πάνε μετά στον οφθαλμίατρο
ρωτάνε κηπουρούς βοτανολόγους
η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά
λόγια φοβισμένα κι αόριστα
οι περαστικοί κι οι γείτονες σταυροκοπιούνται.

Έτσι σιγά σιγά οι ποιητές μαζεύονται
αποτραβιούνται σπίτι τους
ακούγοντας δίσκους παλιούς
γράφοντας λίγο
όλο και πιο λίγο
πράγματα μέτρια.

Στο μεταξύ μες στην κλεισούρα
τα τρομερά λουλούδια αρχίζουν να ξεραίνονται
και να κρεμάνε
κι οι ποιητές δε βγαίνουν πια
μήτε για τα τσιγάρα τους στο διπλανό περίπτερο.
Μόνο σκεβρώνουνε κοντά στο τζάκι
ζητώντας την απόκριση από τη φωτιά
που πάντα ξεπετάει στο τέλος μια της σπίθα
κι αυτή γαντζώνεται
στα ξεραμένα φύλλα πρώτα
ύστερα στα ξερά κλαριά
σ’ όλο το σώμα
και τότε λάμπει το σπίτι
λάμπει ο τόπος
για μια μόνο στιγμή

κι αποτεφρώνονται.

Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

Advertisements

Γιάννης Βαρβέρης, Ένα ποίημα για παιδάκια

Ένα ποίημα για παιδάκια

Το λουλουδάκι
περίμενε τη μέλισσα
κι η μέλισσα δεν ήρθε.

Έστειλε μόνο
με τον αγέρα μήνυμα
να μην ελπίζει
δε θέλει άλλα φιλιά
και πως όλα τέλειωσαν.

Ο αγέρας τότε
κοντοστάθηκε για λίγο
έβγαλε το καπέλο του
κατέβασε τα μάτια
κι ύστερα δίχως λέξη
σηκώθηκε γι’ αλλού.

Έτσι είναι
είπε το λουλουδάκι γέρνοντας
το μέλι και το κρύο φιλί
είναι πάντα του ανέμου
είναι του ταχυδρόμου.

Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης, Το γράμμα

Το γράμμα

Στην τσέπη του παλτού σου
παλιό σουσάμι
φλούδα φιστικιών
και το τσαλακωμένο γράμμα μου.
Ξύπνησαν λέξεις
φράσεις ανακλαδίστηκαν
έτριξα μήνες εκεί μέσα
μέρες του κρύου
νύχτες απ’ την κρεμάστρα μέσα στη σιωπή
μήπως ακούσεις
άλλαξα στίξη αμβλύνοντας υπαινιγμούς
κόπηκα ράφτηκα εν αγνοία σου
κατά τις πιθανές σου επιθυμίες.
Μα τώρα πια που μπαίνει το καλοκαιράκι
κι είναι σαφείς οι προοπτικές του μέλλοντός μας
αντί να γκρεμοτσακιστώ πηδώντας
ή αντί να με ξεγράψεις
στέλνοντας το παλτό σου στο καθαριστήριο
θα σφίξω θα μαζέψω
σε σουσάμι ή φλούδι
κι απ’ τις γραφές θα γραπωθώ για πάντα.

Κάποτε θα μ’ αγγίξουνε τα δάχτυλά σου.

Από τη συλλογή Αναπήρων πολέμου (1982) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης, Της γιαγιάς

Της γιαγιάς

Σοβαρός άνθρωπος να γράφει ποιήματα
για τη γιαγιά του;
Όμως, κι ας έχει φύγει τώρα είκοσι χρόνια
εμένα με βοηθάει να θυμηθώ
πως άλλοτε θυμόμουν μυρωδιές
κινήσεις φράσεις της και τα φορέματά της
κι ότι έβαζα σημάδια στο μυαλό
για κάθε τι δικό της.
Έτσι έλεγχα τη μνήμη κάθε τόσο
νομίζοντας πως αν θυμόμουν
αγαπούσα.

Τώρα θυμάμαι μόνο πως θυμόμουνα.
Αγωνιζόμουνα να συνεχίσω να την αγαπώ.
Κι άρα τα πρώτα χρόνια
έστω λιγότερο
την αγαπούσα.

Όπως την αγαπούσατε κι εσείς.
Όπως τους αγαπούσατε κι εσείς∙
πριν γίνει λίγο λίγο μόνη αγάπη μας
η πίκρα
όταν δεν σκεπτόμαστε
πως πάει
δεν αγαπάμε πια.

Από τη συλλογή Πιάνο βυθού (1991) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης, Τις Κυριακές με Τζέιμς Μποντ

Τις Κυριακές με Τζέιμς Μποντ

Εδώ τις Κυριακές ίδια ταινία
«Ο Τζέιμς Μποντ εργάζεται στα ξένα».

Στο πρώτο μέρος ο ήρωας
κοιτάζει πεταλούδες κι αερόπλανα θυμάται
φοράει πολύχρωμα φουστάνια
δεν του πολυπάνε
μ’ αυτά πετάει ψηλά και μας πυροβολεί
γυναίκες κλαίνε από χαρά
εκείνος τους φωνάζει τ’ όνομά του
«Είμαι ο Μποντ»
όταν ανάψει διάλειμμα
μοιράζει σοκολάτες στους διαβητικούς
μετά σβήνει το φως
στο μέρος Βον και πάλι μας πυροβολεί
εμείς είμαστε αθάνατοι
THE END.

Δευτέρα ξημερώματα
βάζει την άσπρη μπλούζα
σκίζει σε πρόχειρα πανιά
τη μαύρη οθόνη
μέχρι την άλλη Κυριακή
σκουπίζει το αίμα.

Από τη συλλογή Στα ξένα (2001) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης, Παγκόσμιος πόλεμος

Παγκόσμιος πόλεμος

Ανθρώποι φτωχοί γεννηθήκαμε
και της αγάπης ενορίτες
πώς τάχα γίναμε συνταξιούχοι του οίκτου
του εμπρησμού συνδρομητές
πώς και φουντώσαμε σαν τα γεράνια
και πώς καταδεχτήκαμε ξένο νερό για πότισμα·
πολύ μας αγαπήσαν, δε νομίζετε
ώρα για εκδίκηση
ώρα γι’ αγάπη ανόρεχτη
ζευγάρια που μαζεύουνε τα πράγματα
και τα ρολόγια τους και τ’ αντικείμενά τους
κι όταν πια δίνουν το κλειδί
το πεταχτό φιλί

τύμπανα εκεχειρίας βαρούν
στο διπλανό ξενοδοχείο.

Από τη συλλογή Πεταμένα λεφτά (2005) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης

Γιάννης Βαρβέρης: Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη

Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ’ απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα
των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας.

Από τη συλλογή Στα ξένα (2001) του Γιάννη Βαρβέρη

Translatum: Favourite Poetry / Γιάννης Βαρβέρης