Ολυμπία Σταύρου, Μαρία

Μαρία

Στ’ άσπρα σεντόνια
όταν με ρίχνεις
και το κορμί μου γεμίζει μελανιές
στο νου μου έρχεται
η άσχημη Μαρία
που ακόμη τους ώμους της δαγκώνει
για να μου δείξει ότι αγαπιέται.

Από τη συλλογή Σκόνη σε γυαλιά ηλίου (1997) της Ολυμπίας Σταύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ολυμπία Σταύρου

Advertisements

Ολυμπία Σταύρου, [Η Σοφούλα…]

Η Σοφούλα
των παιδικών μου χρόνων
η ίδια που χόρευε τσιφτετέλι
στην εξέδρα του κινηματογράφου
τώρα στα διαλείμματα
χώνεται
όλο και πιο βαθιά
στην πολυθρόνα της.

Από τη συλλογή Σκόνη σε γυαλιά ηλίου (1997) της Ολυμπίας Σταύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ολυμπία Σταύρου

Ολυμπία Σταύρου, [Κοιτάς τα κίτρινα χρυσάνθεμα…]

Στη Βασούλα

Κοιτάς τα κίτρινα χρυσάνθεμα
μικρές χρυσές κλωστούλες
λαμποκοπά το χαμόγελό σου.

Από τη συλλογή Σκόνη σε γυαλιά ηλίου (1997) της Ολυμπίας Σταύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ολυμπία Σταύρου

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ρημαγμένο νταμάρι

Ρημαγμένο νταμάρι

Έρχονται ώρες που τι να σου κάνουν πια και τα χαμόγελα,
πέφτουν ένα ένα σαν τα εφτά πέπλα της Σαλώμης,
και στο τέλος απομένεις γυμνός, και τότε αρχίζουν όλα να κραυγάζουν·
τα μάτια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που ρουφήξαμε τόση ομορφιά,
τα χέρια κραυγάζουν: εμείς είμαστε που συντελέσαμε στην υποταγή,
το σώμα κραυγάζει: εγώ είμαι που συσπάστηκα στην κτηνωδία του καλοκαιριού,
οι στίχοι διαλαλούν τα μυστικά μας,
γίναμε πια σαν ιδιωτικό ημερολόγιο σε ξένα χέρια.

Έτσι είναι, δεν ωφελούν πια τα χαμόγελα, όσο κι αν είναι ανοιχτόκαρδα,
ούτε ωφελεί να κρατάς το στόμα κλειστό όταν όλα κραυγάζουν·
και τι να την κάνεις τη διπλομανταλωμένη αξιοπρέπεια της σιωπής
τώρα που όλοι ξέρουν ποιους ικετέψαμε, σε ποιες αγκαλιές συσπειρωθήκαμε,
κι είναι το πρόσωπό μας σα νταμάρι ρημαγμένο
κι είμαστε σαν ψημένα κάστανα που εύκολα τα ξεφλουδίζει κανείς.

Από τη συλλογή Ανυπεράσπιστος καημός (1960) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Θεοδώρα Ντάκου, Εάλω η πόλις

Εάλω η πόλις

Από αυτή την πόλη έφυγε ο νταλγκάς,
τις λέξεις ασελγούν ανήσυχοι οι νέοι
κάνοντας τουρισμό στα μπαρ, συνουσιαζόμενοι
σε λάθος στιγμές, σε λάθος δρόμους,
ροκανίζοντας με περιέργεια
τα τραγικά ερείπια των χνότων μας.

Από αυτή την πόλη έφυγε η σεμνότητα,
καλοί αστοί μας υποδούλωσαν στα ίδια μας τα λόγια
μας απολίθωσαν σε υποχρεωτικό αποκλεισμό,
μας πήραν οι μπουλντόζες τις γωνιές, κι οι κουλτουριάρηδες
καταγράφουν τους έρωτές μας για να τους παίζουν
με τα παιδιά, τα χαλασμένα απ’ το ψέμα και τη ζήτηση.

Κι όμως, πυρακτωμένοι γύφτοι και χωριάτες
στα πέριξ τραγουδούν με μια καινούριαν ομορφιά,
ανυποψίαστοι για μας τους πεθαμένους που, σπασμωδικά
περισώζουμε τις πληγές μας, μην έχοντας
τίποτα καλύτερο για μια υποθετική στιγμή,
έστω ελπίδα να βρεθούμε πάλι μεταξύ μας.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η ηλικία του πανικού (19844) της Θεοδώρας Ντάκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θεοδώρα Ντάκου

Γιάννης Καρατζόγλου, Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοί

Ακούστε αυτό που έχω να σας πω: αν σας μιλάω συνεχώς με άρθρα σε περιοδικά κι εφημερίδες με ηλεκτρονικά μηνύματα και λόγους μακροσκελείς στις συντροφιές για τα σβησμένα φουγάρα της πόλης και τα κλειστά της εργοστάσια για δρόμους που μετονομάστηκαν πλατείες που διανοίχτηκαν και νέα σχέδια παραλίας και κέντρου πόλης για σπίτια που γκρεμίστηκαν εν μία νυκτί για να χτιστούνε μεγαθήρια τετράγωνα τέρατα τσιμέντου και να περάσουν νέες λεωφόροι για τύπους των δρόμων τη Ρωσίδα τη Μάρω την κατσιβέλα τον Μιχαήλ τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου το παλιό γήπεδο μπάσκετ τον φιστικά με το κόκκινο πρόσωπο στις κερκίδες τα τραμ και τις σκαλομαρίες το Καραβάν-Σαράι το Αλκαζάρ τα υπόγεια σφαιριστήρια τα ζαχαροπλαστεία που μας μάζευαν τον Αλέξη που έφευγε συνεχώς μέχρι να φύγει οριστικά…

Είναι τα νιάτα μου που νοσταλγώ που φύγανε ανεπιστρεπτί και με βασανίζουν στον ύπνο και στο ξύπνιο, τα χρόνια που πέρασαν σαν νεράκι σαν ρυάκι και οδηγήσανε στο τώρα το τέλος κι εγώ τυφλός ήμουν και ανέβλεψα πως τώρα, στο τέλος, ζω μ’ αυτά μ’ αυτά που τώρα δεν υπάρχουν πια παρά μόνον σαν θολές φωτογραφίες στη μνήμη όμως μ’ αυτά αναπνέω…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Στην κεκαυμένη ζώνη

Στην κεκαυμένη ζώνη

Σε γνώρισα ως οικονομικός μετανάστης του Βορρά.
Ζήσαμε πέντε μύθους-χρόνια στην κεκαυμένη ζώνη της Αθήνας
στους δρόμους, τα δρομάκια, τις γωνιές κι όλες τις ρούγες
εσύ ένα σχολείο γεωγραφίας κι εγώ ένας μαθητής επιμελής
σε αμέτρητες πλατείες γειτονιές και μυστικά σοκάκια.

Όταν σιγά-σιγά θα σβήσει ο έρωτάς μας
και το νέο θα γίνει αντιληπτό στους ουράνιους θεούς
θά ’ρθει ένας άγγελος και θα μαζέψει όλα τα μέρη που αγαπήσαμε
τα μέρη που μας έκρυψαν, τα μέρη που φωλιάσαμε
τις αγιογραφίες του Κόντογλου στον Αϊ-Νικόλα στα Πατήσια
τη Δραπετσώνα, Κοκκινιά Επίδαυρο Καμίνια
το στέκι του Κόλια, ταβέρνες της Φιλαδέλφειας, πλατείας Παπαδιαμάντη
εκείνο το ατέλειωτο πήγαινε-έλα στο κορδόνι της Αχαρνών
τα καλαμάκια των Αλβανών, τους Πολωνούς της γειτονιάς μας
τον κουρέα κυρ-Παναγιώτη, τον Σαρίφ τον επιπλά, τη Βέρα απ’ το Ελμπασάν

και θα μοιράσει τα μέρη μας αυτά σε νέους οικονομικούς μετανάστες.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο χρόνος

Ο χρόνος

Ο χρόνος είναι χρήμα
Ο χρόνος είναι κλίμα
Ο χρόνος είναι σήμα
Ο χρόνος είναι κύμα
Ο χρόνος είναι σχήμα
Ο χρόνος είναι μνήμα
Ο χρόνος είναι ποίημα…

Σαν μανιασμένοι λύκοι χύμηξαν οι χιλιάδες αγανακτισμένοι διαδηλωτές προς τη Μεγάλη Πλατεία. Κρατώντας στα χέρια τους σφιχτά κασμάδες, σφυριά, σκεπάρνια, τσεκούρια, αυτοσχέδιους κόφτες, πριόνια, βαριοπούλες και καλέμια, συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ το κατάλευκο μνημείο κι άρχισαν να το τεμαχίζουν όπως-όπως αποσπώντας μικρά και μεγάλα τεμάχια απ’ το σώμα του και φεύγανε κρατώντας ο καθένας το δικό του μικρό ή μεγαλύτερο κομμάτι μάρμαρο.

Στο μεταξύ κατέφθασαν οι κάμερες των τηλεοπτικών συνεργείων κι όσο περνούσε η ώρα οι διαδηλωτές πληθαίνανε ενώ στις μικρές πόλεις των επαρχιών οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν εκστατικοί και με φθόνο. Πηγές της αντιπολίτευσης προέβησαν σε δηλώσεις που ανάγκασαν τον Υπουργό Τάξεως και Πειθαρχίας να κάνει ανακοινώσεις, τονίζοντας ότι η αστυνομία δεν θα επέμβει διότι προτιμά μερικά σπασμένα μάρμαρα από ένα σπασμένο κεφάλι.

Πέρασαν τρεις ώρες και ανάμεσα στους καπνούς των καπνογόνων οι αμερόληπτες κάμερες κατέγραψαν την εικόνα του τι είχε απομείνει: μόνον η μεταλλική βάση του αγάλματος και η μπρούτζινη επιγραφή επάνω της με τον τίτλο του μνημείου που έγραφε «ΧΡΟΝΟΣ».

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Χρονοδιαφυγή

Χρονοδιαφυγή

Μετράει από δω, μετράει από κει, τα νούμερα δεν του βγαίνουν. Κάτι πρέπει να κάνει επειγόντως. Αν έσβηνε μερικές γιορτές, ας πούμε Θεοφάνεια, δεύτερη μέρα του Πάσχα, της Παναγίας, Καθαρή Δευτέρα, Αγίου Πνεύματος; Μπα, δεν κερδίζει πολλά. Αν έσβηνε κάτι μήνες αδιάφορους, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Νοέμβριο; Λίγο καλύτερα τώρα… Αν πάλι παρέκαμπτε κάτι άχρωμους παραθερισμούς, τις εθνικές επετείους, τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, κάτι βαρετές συνάξεις με παλιούς συμμαθητές; Πρέπει να μελετήσει πώς θα καταχωνιάσει κι άλλες μέρες. Υπολογίζει, κοντά στις εκατό.
Πλησιάζει η ημερομηνία υποβολής της Χρονολογικής Δήλωσης, βιώνει αδιέξοδες ώρες και δεν έχει καταλήξει πόσο χρόνο θα αποκρύψει, τι βεβαιώσεις θα καταστρέψει, τι κωδικούς θα μπερδέψει, πώς θα χρονοδιαφύγει έστω και για λίγο καιρό από τον μέγα Έφορο του Ουρανού.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οικονομικός μετανάστης

Οικονομικός μετανάστης

Όταν κατέβαινε με το σαράβαλο αυτοκίνητό του ως οικονομικός μετανάστης στην Αθήνα, αγόρασε απ’ την κοιλάδα των Τεμπών στο πάρκινγκ της Αγίας Παρασκευής δύο γουρουνάκια κουμπαράδες χρώματος ροζ με κατακόκκινα μαγουλάκια κι έβαζε κάθε τόσο τα ψιλά που του περίσσευαν για τις χειρότερες μέρες.

Τα επόμενα Χριστούγεννα που επέστρεφε Αθήνα αγόρασε άλλα δύο γουρουνάκια και τον άλλο χρόνο κι άλλα δύο. Σύνολο έξι.

Όταν την τέταρτη χρονιά οι χειρότερες μέρες ήρθαν, είπε να ανοίξει τους κουμπαράδες και να μετρήσει τα λεφτά. Όταν τα καταμέτρησε, διαπίστωσε ότι αυτά του έφταναν μόνο να αγοράσει μια Δημουλά, έναν Μέσκο, μια Μαρία Κουγιουμτζή και με τα υπόλοιπα μισό βιβλίο της Καρυστιάνη.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τηλεφωνικοί θάλαμοι

Τηλεφωνικοί θάλαμοι

Χρόνια πριν, κατέβαινα στον άνυδρο δρόμο να αντλήσω φωνή απ’ την ηχώ σου γεμάτος ενοχές τα τυραννικά μεσημέρια εκείνα, σφάλιζα την πόρτα στον μαρμάρινο τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ να μην ξεφύγει ούτε φθόγγος λόγου μυστικού απ’ τις χαραματιές του κόσμου μας.

Χρόνια μετά τα πάθη εκείνα τα άγια, δεν έχει πια κλειστούς θαλάμους ασφαλείς στα πεζοδρόμια της αγάπης μόνον κουβούκλια από πλαστικό που ευτελίζουν τον κρυφό λόγο αφήνοντας ανοιχτές τις λέξεις τις ένοχες –μα τόσο μοναδικές– στους περίεργους εχθρούς της σιωπής.

Κι ακόμα, πεζοδρόμια-τηλέφωνα που κινούνται μαζί με το σώμα και τον λόγο και μαρτυρούν τα πάντα, ασύστολα, σε αδιάφορους διαβάτες…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Λέγαμε «τα καλά τα λόγια»

Λέγαμε «τα καλά τα λόγια»

Γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου περίμενα με λαχτάρα να έρθει η βραδιά με τα «καλά τα λόγια». Ήτανε τότε που με έπαιρνε ο πατέρας στα γόνατά του για να «τα πούμε», να μου διηγηθεί δηλαδή πώς θα ξεκινήσουμε το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων για να πάμε στον «Πετεινό», το κατάστημα με τα χρωματιστά παιδικά παιχνίδια για να διαλέξουμε το δώρο του Νέου Έτους. Δηλαδή το δώρο μου. Σαν να λέμε, ένα ξύλινο αυτοκινητάκι ή ένα ανατρεπόμενο ή κάποιο αλογάκι. Όταν ερχόταν η παραμονή, κατεβαίναμε στην Ίωνος Δραγούμη, φτάναμε στον «Πετεινό» κι εγώ εκστασιαζόμουνα απ’ το πλήθος και την γκάμα των παιχνιδιών της βιτρίνας. Όταν μπαίναμε στο μαγαζί, διάλεγα συνήθως κάτι εντυπωσιακό, ογκώδες και φασαριατζίδικο, άρα κάτι σχετικά ακριβό. Σε ένα μεγάλο κουτί ο πατέρας το έκρυβε κάτω από το δεντράκι. Παραμονή πρωτοχρονιάς κοιμόμουνα νωρίς. Οι γονείς μου βγαίνανε για ρεβεγιόν στη Λέσχη Τραπεζικών και επέστρεφαν μετά τον καινούριο χρόνο. Μόλις γύριζαν σπίτι, ο πατέρας έκανε το «ποδαρικό», έσπαγε στην πόρτα το ρόδι, έριχνε με δύναμη στο πάτωμα μια πέτρα κι έχυνε στην είσοδο νερό από ένα μπρούτζινο τάσι. Το πρωί ανοίγαμε τα δώρα. Απογοήτευση: το δώρο μου ήτανε συνήθως διαφορετικό από αυτό που είχα διαλέξει, ήτανε εκείνο που ανταποκρίνονταν στα ισχνά βαλάντια της οικογένειας. Το μεσημέρι πηγαίναμε επίσκεψη στη γιαγιά Μαργιορίτσα για να κόψουμε τη βασιλόπιτα και να φάμε τους λαχανοντολμάδες του εθίμου. Στον δρόμο ο πατέρας αγόραζε τη «Μακεδονία» για να δει τους αριθμούς του Λαχείου Συντακτών που κερδίζανε. Ποτέ δεν κέρδισε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται πως ήταν ηλιόλουστες οι Πρωτοχρονιές των χρόνων εκείνων, όμως πολύ κρύες, παγωμένες. Η καρδιά ζέσταινε κατά το τέλος του Γενάρη όταν ερχόταν το δέμα του θείου Σαράντη απ’ την Αμερική με τα μεκανό ή τα κουρδιστά τανκς που βγάζανε φωτίτσες τα πυροβόλα τους και τα πλαστικά στρατιωτάκια με τους Ινδιάνους και τους καουμπόηδες. Έτσι ξεκίναγε ο νέος χρόνος κι η πόλη χλωμή, βουβή, κρυσταλλιασμένη περίμενε την άνοιξη κι εγώ το Πάσχα για καινούρια παπούτσια…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Μετά την καταστροφή

Μετά την καταστροφή

Μετά την Καταστροφή η οικογένεια σκόρπισε. Ένα ολόκληρο κλαδί της πήγε Αμερική μεριά. Εκεί και πάλι έσπασε. Άλλοι για Σικάγο, άλλοι Ντιτρόιτ και μερικοί στη Φιλαδέλφεια. Κανείς τους δεν επέστρεψε ποτέ στην άγνωστη πατρίδα Ελλάδα, ελάχιστοι πήραν το υπερωκεάνιον και ήρθανε λίγες φορές σαν περιηγητές, μετά τον Πόλεμο. Έφερναν στους εδώ συγγενείς τους κάλτσες νάιλον, μαγιό πολύχρωμα με Χαβανέζες, πλαστικά πορτοφόλια και στους άνδρες ρολόγια με μπαταρία. Βγαίνανε φωτογραφίες με τους εντόπιους συγγενείς και φίλους κι έπαιρναν τα φιλμ μαζί τους να τα εμφανίσουν στην Αμερική για σιγουριά. Επέστρεφαν πίσω μετανιωμένοι που πήγαν στην Ελλάδα, εδώ τους έλειπαν τα πάντα: το πλαστικό χρήμα, το κέτσαπ, το σκατς, οι λιμουζίνες τους, το άις κριμ σόντα και πολλά άλλα. Μετά από καιρό ταχυδρομούσαν τις φωτογραφίες με αφιέρωση. Ούτε στην Αμερική βλεπόντουσαν ποτέ, Σικάγο-Ντιτρόιτ ήταν, λέει, μεγάλη απόσταση.

Τώρα ο θείος Ραφαήλ, ο δικηγόρος, η θεία Θέκλα, ο θείος Ιορδάνης είναι βεβαίως φευγάτοι από χρόνια. Τα παιδιά τους ούτε τα γνωρίσαμε παρά μόνον σε χρωματιστές φωτογραφίες βγαλμένες στον Νιαγάρα ή σε πλούσια εξοχικά. Κι αυτά όμως τώρα –αν ζούνε– θα είναι εις τας δυσμάς. Τα παιδιά των παιδιών τους, γνήσιοι Αμερικάνοι πια, ούτε που θα γνωρίζουν κατά πού πέφτει η Σμύρνη, τι σημαίνουν οι λέξεις Μαγνησία, Αξάρι, Κιρκαγάτς, τι παίχτηκε στο Αφιόν Καραχισάρ… Κοντεύει αιώνας πλέον. Όσοι παρέμειναν Ελλάδα αποδήμησαν και αυτοί και οι διηγήσεις τους. Ακόμα κι εγώ κουράστηκα να βλέπω τις νύχτες τον Κιορ Μπεχλιβάν να μπαίνει στο χωριό με τη μεγάλη του χατζάρα, φεύγω σιγά-σιγά κι εγώ, η εθνοκάθαρση του αιώνα επέτυχε απολύτως…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Συνταξιούχος ποιητής

Συνταξιούχος ποιητής

Απ’ το πρωί η ζωή τραβάει την κατηφόρα.
Στις δέκα ο ταχυδρόμος φέρνει νέους λογαριασμούς
ρυθμίσεις, κοινοποιήσεις, αποδείξεις, παρατάσεις
απλήρωτες κάρτες τραπεζών, ευγενικές υπενθυμίσεις…
Κι όλο προσθέτει εκείνος, αφαιρεί, διαιρεί, δεν πολλαπλασιάζει
βλέπει αμυδρά ειδήσεις ολέθρου και καταστροφής
κουρέλι πια το βράδυ πέφτει στο κρεβάτι εξαντλημένος.

Γύρω στις δύο η ώρα τη νύχτα μπουμπουνίζει το μυαλό
συνθέτει ραψωδίες, ανακαλύπτει λέξεις, ταιριάζει στίχους
βρίσκει καινούρια ομοιοκατάληκτα, συνώνυμα, ομόηχα
φτιάχνει ιστορίες νέες, παλιές ανασυνθέτει, τις ενώνει
σχεδιάζει κεφάλαια, πίνακες περιεχομένων, κολοφώνες
επιγράμματα, ελεγείες, δακτυλικά πεντάμετρα οργής
που όταν χαράζει ο ήλιος οι ήχοι γίνονται πνοή κι αιθέρας…

Κι εκεί κατά τις οκτώ που πετιέται απ’ το κρεβάτι
κάτι θυμάται αμυδρά, κάτι ακαταλαβίστικους ήχους της νύχτας
ασύνδετους και χωρίς νόημα που προσπαθεί να συνενώσει
να τους επιδαψιλεύσει ειρμό και κίνηση, πλην ματαίως.
Η μνήμη είναι πάντα νυχτερινή.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Στατιστική ελπίς

Στατιστική ελπίς

Πρωί-πρωί ξυπνάει χωρίς άγχη και με συνείδηση ήσυχη.
Πίνει καφέ ευλαβικά έχοντας απέναντί του τηλεόραση
ακούει ειδήσεις απ’ τις πρωινές εκπομπές, τα λόγια, τις αναγγελίες,
παθιάζεται ακόμα –αν και λιγότερο- με τους πολιτικούς και τα κανάλια…

Πάει αργότερα στην τράπεζα, κοιτάζει αν μπήκε η σύνταξη του μήνα
βλέπει αγγελτήρια κηδειών, «ετών 86», και σκέφτεται στατιστικά
μετράει τα χρόνια κι υπολογίζει δεκαέξι επί τρακόσια εξήντα πέντε…
Μετά βλέπει άλλο, «ετών 80», κι αρχίζει νέο πολλαπλασιασμό
με πιο μικρό γινόμενο. Κάποια γινόμενα είναι τριψήφια.
Θυμάται τον καθηγητή του κι αναρωτιέται αν η μεταβλητή είναι τυχαία
ποια η τυπική απόκλισις, το διάστημα εμπιστοσύνης, η ανάλυση της διαπσποράς
η κανονικότητα της κατανομής, ο συντελεστής συσχέτισης…

Αυτός, που μέχρι προχτές την πέτρα έσφιγγε σε κομματάκια
αυτός που έζησε τόσες χιλιάδες μέρες, που ερωτεύτηκε, αγόρασε, πούλησε
υπόγραψε, ταξίδεψε, γέλασε, πικράθηκε, κρύωσε, ζεστάθηκε, γέννησε
υπολογίζει τώρα με γινόμενα και ιστογράμματα την πιθανότητα του τέλους.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Έστω αποκλειστικά χειμώνες

Έστω αποκλειστικά χειμώνες

Μισώ τους χειμώνες, έλεγε παλιά,
δεν το μπορώ το κρύο, τον ουρανό γεμάτο σύννεφα,
δεν αντέχω τους πάγους και τα χιόνια.
Αχ, να μην υπήρχανε χειμώνες στη ζωή μου…

Και μια στιγμή, στους ύστερους χρόνους
πιάνει τον εαυτό του να υπολογίζει, να μετράει
πόσους μόνον χειμώνες θα δεχότανε από τούδε
χωρίς καλοκαίρια ούτε φθινόπωρα ούτε ανοίξεις.

Έστω αποκλειστικά παγερούς χειμώνες…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τα φτερά της ωμοπλάτης

Η συλλογή «Εγγραφές κλεισίματος» του Γιάννη Καρατζόγλου είναι ολοκαίνουρια, για την ακρίβεια μυρίζει ακόμη τυπογραφείο μιας και εκδόθηκε μόλις πριν 15 μέρες από τον θεσσαλονικιώτικο εκδοτικό οίκο Ρώμη.

Πέρασαν κιόλας 8 χρόνια από το τελευταίο βιβλίο του ποιητή που ήταν η σύνοψη μιας ποιητικής διαδρομής 45 ετών (1964-2009) και είχε κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2009 από τις εκδόσεις Ίκαρος με τον τίτλο «Πηγαίος κώδικας».

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι σπουδές και η επαγγελματική σταδιοδρομία του οικονομολόγου Γιάννη Καρατζόγλου δίνουν το έναυσμα για έναν τίτλο συλλογής βασισμένο σε χρηματοοικονομικούς όρους. Έχουν προηγηθεί οι συλλογές «Αποσβέσεις» (1987) και «Αποτελέσματα χρήσεως» (2006). Ακόμη και σε ενότητες των βιβλίων του χρησιμοποιεί παρεμφερείς όρους, όπως και συχνά σ’ αυτά καθαυτά τα γραπτά του. Όπως είχε πει κάποτε ο φιλόλογος καθηγητής του ΑΠΘ Πάνος Πίστας (ποιητής Π. Σωτηρίου), η χρήση αυτής της τεχνοκρατικής ορολογίας συμβάλλει στην εξισορρόπηση του συναισθήματος με την πραγματικότητα ώστε όταν περισσεύει το συναίσθημα οι στίχοι να μη γίνονται μελό και παράλληλα βοηθά τον ποιητή να ξεπεράσει την αμηχανία του όταν περιγράφει δύσκολες στιγμές για τον ίδιο ή για όλους μας προσγειώνοντας μας στην απτή πραγματικότητα των αριθμών.

Πέρασαν, λοιπόν, 8 χρόνια από το προηγούμενο βιβλίο του Γιάννη όσα και τα δύσκολα χρόνια για τον τόπο μας. Στο διάστημα αυτό ο ποιητής μεγάλωσε όπως όλοι μας, ζορίστηκε από κάθε άποψη όπως όλοι μας, μαύρισε και μαυρίζει η ψυχή του καθημερινά όπως όλων μας με όσα συμβαίνουν στη χώρα μας και στην εγγύς Ανατολή και όλα αυτά τα αποτυπώνει στα νέα του ποιήματα.

Δεν είναι καθόλου χαρωπά και ανέμελα τα γραπτά αυτής της συλλογής. Θα έλεγα ότι αποτυπώνουν αρκετά γλαφυρά και ενίοτε αιχμηρά τον ζόφο και το χάος της εποχής μας όσον αφορά την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων αφενός και αφετέρου τη νοσταλγία για τα νιάτα και το παράπονο για τη ζωή που κυλάει και φεύγει τόσο γρήγορα, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, και τη θλίψη για τα γηρατειά που όλους μας σοκάρουν και μας τρομάζουν και δεν ξέρουμε πώς να τα διαχειριστούμε.

Βρίσκω τα κοινωνικά ποιήματα της συλλογής (περί προσφύγων και οικονομικής κρίσης) εξαιρετικά. Και χαίρομαι που ο Γιάννης Καρατζόγλου καταπιάστηκε με τα θέματα αυτά και τα αποτύπωσε ως έχουν για να ξέρουν οι επόμενες γενιές τι συνέβαινε στην Ελλάδα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα (πράγμα που περιέργως αποφεύγουν να κάνουν οι περισσότεροι ποιητές στις μέρες μας και μου δίνουν την αίσθηση πως ζουν σε άλλη χώρα κι άλλον πλανήτη).

Βρίσκω τα προσωπικά ποιήματα της συλλογής ενδιαφέροντα και ορισμένα πολύ ευρηματικά (όπως το πρώτο ποίημα της συλλογής που παραθέτω παρακάτω). Έχω όμως ορισμένες ενστάσεις όσον αφορά την πολλή μαυρίλα ενόψει της τρίτης ηλικίας γιατί, όπως είπα στον ίδιο τον ποιητή, δεν είναι δα υπεραιωνόβιος ήδη. Ας συγκρατηθεί, επομένως, κι ας γράψει για τα ίδια θέματα ξανά μετά από μια δεκαετία και βάλε.

Δεν θα πω περισσότερα γιατί πάντα προτιμώ να αφήνω τους ποιητές να μιλάνε μέσω των γραπτών τους. Οπότε τις επόμενες μέρες σε πρώτο πλάνο θα περάσουν τα νέα ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου.

Θα κλείσω αυτόν τον πρόλογο λέγοντας μονάχα ότι η ποίηση του Καρατζόγλου είναι για μένα σαν το παλιό καλό κρασί. Ο τρόπος γραφής του με κάνει από παλιά να νιώθω ότι πλέω σε ασφαλή νερά όπου η γλώσσα και ο ρυθμός ρέουν αβίαστα και όπου ο ποιητής είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που μου μιλάει με αμεσότητα και σαφήνεια για ό,τι έζησα, ζω ή θα ζήσω κι εγώ. Κάπως σαν να παίζουμε τάβλι μαζί και πίνουμε τον καφέ μας και λέμε ο ένας στον άλλο τον καημό μας. Αυτός ο τρόπος γραφής έχει γνήσιο άρωμα Θεσσαλονίκης (π.χ. Αναγνωστάκη και Διαγωνίου) και πάντα μου άρεσε όχι μόνο λόγω της καταγωγής μου αλλά και λόγω της πάγιας άποψής μου ότι ποιητής και αναγνώστης πρέπει να γίνονται μια παρέα και να δένονται γιατί αλλιώς η ποίηση χάνει την ουσία της και γίνεται αέρας κοπανιστός. Και από αέρα κοπανιστό χορτάσαμε πια και στην τέχνη και σε κάθε άλλο τομέα της σύγχρονης Ελλάδας.

Καλωσορίζω, λοιπόν, αυτή τη νέα συλλογή του Γιάννη Καρατζόγλου με πολλή χαρά και συγκίνηση. Γιατί τα παιδιά των ποιητών της Θεσσαλονίκης, δηλαδή τα βιβλία τους, τα έχω και λίγο σαν δικά μου παιδιά, ιδίως αν είναι τόσο προκομμένα όσο οι «Εγγραφές κλεισίματος». 🙂

Τα φτερά της ωμοπλάτης

Όσο γερνάει κάνει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που υποδεικνύουν οι γιατροί.

Καπνίζει σαν φουγάρο, πίνει ούζα και τσίπουρα βουστροφηδόν
τραβάει τις νύχτες ως το χάραμα διαβάζοντας αδηφάγες διηγήσεις
δεν περπατάει το καθημερινό χιλιόμετρο, δεν ανεβαίνει σκάλες με τα πόδια
τους μετρητές χοληστερίνης, πίεσης, σακχάρου αγνοεί…

Όσο παλιώνει πράττει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που λέει η λογική.

Θυμάται τα πρόσφατα, δεν προσφεύγει στα παλιά,
τα καλοκαίρια αγνοεί
απολαμβάνει τη βροχή, το χιόνι, τις λασπουριές και τους ανέμους
ακούει τραγούδια με γερασμένους τραγουδιστές της εποχής του
ξοδεύει άναρχα όσα του απομείνανε, οι καταθέσεις του τελειώνουν
δεν ασχολείται με διαθήκες, ψιλές κυριότητες και επικαρπίες…

Όσο γερνάει καλυτερεύει η υγεία μέσα του, εκτός από κάτι πόνους
στις κλειδώσεις της ωμοπλάτης, δεν είναι τίποτα του είπαν οι γιατροί
είναι που φύονται φτερά, λιγάκι ακόμα θα πονάς μέχρι να μεγαλώσουν
αλλά τη μέρα εκείνη θα πετάξεις άνετα με μεγάλες απλωτές…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Νίκος Γρηγοριάδης, Η μεγάλη σιωπή

Η μεγάλη σιωπή

Χριστούγεννα
κι είχαν τ’ ασκέρια των εχθρών αμοληθεί
στης Σάντας τα λημέρια, νύχτα βαθιά, μεσούρανη.

Και θορυβώδη νήπια, γελώντας είτε και κλαίγοντας,
στο στήθος των μανάδων, όταν και μοναχά μια ανάσα
προδοτική. Κι οι καπετάνιοι να μην έχουν
άλλη εκλογή, να σφαγιαστούν ή να τα σφάξουν.

Έτσι ακολούθησε η μεγάλη σιωπή.
Τρομαγμένα τα μάτια των μανάδων να κοιτάζουν
χαμένα στο κενό.

Κι ήρθε και στρώθηκε μες στα φαράγγια τ’ άγρια
η Άγια Τράπεζα στ’ άδυτο της ψυχής. Σώμα και αίμα.

Ώσπου πήρε και χάραξε στα στήθη και τα μάτια
τα ορφανεμένα. Και κάπου λάμψαν και σβήσανε
τ’ άστρα της ερημίας.

Σιωπή από δάκρυα και πένθος.

Και το βλέμμα από ψηλά
να εποπτεύει την αιματοβαμμένη σωτηρία.
Και μες στα φυλλώματα λες σάλεμα φτερού
οι άδολες ψυχές που πήγαιναν τ’ αψήλου.

Από τη συλλογή Μαύρες ακτές (1994) του Νίκου Γρηγοριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γρηγοριάδης

Γιάννης Ποδιναράς, Χωρίς νόημα

[Μέρος Α’]

Χωρίς νόημα

Το παιδί ρώτησε πάλι τους μεγάλους
αν εφέτος ο Αϊ-Βασίλης
θα του μιλήσει
σαν ακούσει το μεγάλο ευχαριστώ
για τα πλούσια δώρα του.

Η απόκρισή μας
ένα μουρμουρητό χωρίς νόημα.
Το παιδί τεντώνει την ψυχή
να συλλάβει την αρμονία των ήχων…

Ορθά τα μάτια
μαχαιρώνουν το λόγο
κι επίμονα μας πολιορκούν:

«Ποιος σέρνει το έλκηθρο
μέσα στα χιόνια;»

Από τη συλλογή Ένα Πράσινο Θολό (1996) του Γιάννη Ποδιναρά

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Ποδιναράς

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Διάσωση απωλειών

Διάσωση απωλειών

Καθώς πια όλα είναι εφικτά
Πλην της αθανασίας

Φύλαξέ μου
Πάνω σε φτερό ερωδιού
Την πτώση ενός άστρου
Για τα στερνά Χριστούγεννα
Του αναιμικού παιδιού

Δυο λευκά σανδάλια
Καθώς αναπαύονται
Σε ράχη πολυθρόνας
Για τις χωλές ελπίδες μας

Το παλιό σχολικό κουδούνι
Για να ξυπνάει τους νεκρούς
Μέσα στο κοιμητήρι
Κι άστεγοι αυτοί
Να βηματίζουν σιγανά
Μέσα στα παραμύθια

Του ερωτευμένου κοριτσιού
Τον ηλιοκαμένο ώμο
Για να δανείσει στο σούρουπο
Τη σκοτεινιά του

Κι ίσως τέλος μια χαλασμένη οροφή
Για να ψιχαλίζει από εκεί
Το πένθος του ο ουρανός
Στη μελαγχολία του ποιήματος

Από τη συλλογή Εν τη ρύμη του νόστου (1999) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου