Γιώργος Θέμελης, Οίκος εμπορίου (Τέταρτο διάστημα)

Τέταρτο διάστημα

Ανεμπόρευτη η ψυχή μου, ανοικονόμητη,
φτώχυνε και πείνασε
Από πολλήν αγάπη, από πολλή σπατάλη
ανανταπόδοτη

Φτώχυνε η ψυχή μου, φτώχυνε και πείνασε,
δεν θυροδέρνει

Με ψίχουλα τρέφεται, με υπολείμματα,
περιβολή από ράκη
Το αυλακωμένο πρόσωπο στο ξεφτισμένο πέπλο

Μάταιη οδύνη! — την ψυχή σου
Μπορείς να την πουλήσεις
την ανυπόφορη
Μπορείς να τη βγάλεις στο σφυρί παλαιών αντικειμένων
και ν’ αγοράσεις μιαν άλλη ψυχή
τριμμένη, ανώδυνη, φτηνή

Μπορείς να ξεπουλήσεις την άχρηστη θλίψη σου

Έδωσα, μοίρασα – δεν πήρα, δεν εμπορεύτηκα
Το απόθεμα της Δωρεάς της παραχωρημένης

Ό,τι μου δόθηκε, μου δόθηκε για να δοθεί
Λάφυρο της ανεξαγόραστης εξαγοράς, πίσω δεν παίρνεται
Με λίγο αίμα ακόμα, μ’ ένα κομμάτι κρέας

Ο σάκος μου κενώθηκε, ο σάκος μου ο δερμάτινος

Έπρεπε να οικονομείς το ανοικονόμητο, έπρεπε ν’ αποταμιεύεις
Τον εαυτό σου κλέβοντας, κόβοντας από πάνω σου
Με υπεξαίρεση, με αποκοπή γυμνή, μ’ ένα μαχαίρι
Κομμάτι από τη σάρκα σου, λίγο από το χώμα σου

Χώμα για το χώμα, για την οφειλή της γης
Ο χρεώστης είμαι ο ανεξόφλητος, ο υποθηκευμένος
Όλος
τον Πιστωτή τον άτεγκτο, τον Αργυραμοιβό ψυχών και σωμάτων

Τον τελευταίον οβολό, την τελευταίαν ελπίδα…

Στην αγοραπωλησία των υποστάσεων
(Ζώα και Όντα κατά κεφαλήν)
Πολύ φτηνή τιμή το τίμημά σου:
Σε υπολογίζουν κατά το βάρος: σάρκα-οστά
Σε διατιμούν: αργύρια τριάντα.

Από το βιβλίο Οίκος εμπορίου [Ποίημα από σκηνής σε δύο φωνές και χορό] (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Advertisements

Γιώργος Θέμελης, Αλλιώς ωραίος

[Ενότητα Α’. Το δίχτυ των ψυχών]

Αλλιώς ωραίος

Αυτό που λέμε ο έρωτας, δεν είναι
Ο Έρωτας: ο Άγγελος με τ’ ανοιχτά φτερά.

Αλλάζει όψη, μεταμορφώνεται,
Γίνεται ωραίος, αλλιώς ωραίος.

Δεν την αντέχεις την ομορφιά του.

Τα ζώα τον βλέπουν, κρύβονται
Στο δέρμα τους, σωπαίνουν τα πουλιά.

Τα σώματα σκεπάζονται τη σκιά τους.

Γίνεται αλλιώς ωραίος, φοβερά ωραίος,
Ως να ’χει βγει απ’ την έκλαμψη μιας πυρκαγιάς.

Δυνατός ως η θάλασσα, ως ο άνεμος.

Ισχυρός ως στήλη πυρός, ως όρος.

Μοναχικός ως ογκόλιθος, ως ακίνητος ποταμός.

Αθόρυβος ως ίσκιος πουλιού, ως χτύπος ονείρου.

Διαβρωτικός ως φλόγα, ως ποίημα, ως πυρετός.

Αναίσθητος ως λίθος, ως ξίφος γυμνό.

Άτεγκτος ως ζυγός, ζυγιάζοντας τα βάρη των ψυχών.

Από τη συλλογή Το δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο)


Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙΙ. Μεταμεσονύχτιο

Όταν αγγίζουν δάχτυλα ψάχνοντας φως,
Ώρες μικρές, μεταμεσονύχτιες, λάμπες σβηστές,
(Εωθινά σκηνώματα της Άνω-Νύχτας.)
Η Θεσσαλονίκη μπαίνει στο σώμα της,
Η Θεσσαλονίκη σβήνει το βλέμμα της, απογυμνώνεται.
Πιο από μέσα φωτεινή από τη φωτισμένη μέρα.
Ήλιους ανάβει αποβραδίς σε σύσκιο μεσουράνημα.

Ημιδιαφανείς αμφιβολίες, ημίθαμπα, αστραπές,
Αχνή, θρυμματισμένη πάχνη αραχνοΰφαντη.

Κανείς δεν υποπτεύεται που φέγγουν τα χέρια.
Σα να ’μαστε κάτω από βλέφαρα κρυσταλλωμένα,
Σα να ’μαστε από μέσα διάφωτοι και δεν το ξέρουμε.

Άλλη διαρρύθμιση κάτω οδών, άλλη διάθλαση:
–Βασιλέως Κωνσταντίνου (πρώην Βενιζέλου)– Διασταύρωση.
–Ένα κομμάτι Εγνατία– βόρεια, Βασιλική.
Η Παναγία Χαλκέων μισόφωτη, σταύρωση – λύπη.

Μήκος: – σκιές βαθαίνοντας τις επιφάνειες:
Γυναίκες, άγρυπνοι μοναχοί από σκήτες και μονές
Στους ώμους χάμω – σέρνοντας το σχήμα των Αγγέλων.
Βάθος: – ηχώ, αντανάκλαση, αποσιώπηση.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Θεσσαλονίκη (ΙΙ. Μεσονύχτιο)


Γιάννης Σταύρου: Αποθήκες, Θερμαϊκός (λάδι σε καμβά)
Πηγή: zografiki-yannisstavrou.blogspot.com

[Ενότητα Συμπτώσεις]

Θεσσαλονίκη

ΙΙ. Μεσονύχτιο

Ασύμμετρες διαστάσεις, ευρυχωρία κενού χώρου.
Εκεί κατά το Τελωνείο, στην άκρη του λιμανιού.
Καθίσματα οικτρά, υπολείμματα λεηλασίας,
Σα να σου λένε τρίζοντας μη μας αγγίζεις.
Γκαρσόνια αμίλητα και σαν ξυλένια.
Σταματημένα ρολόγια που χτυπούν μεσάνυχτα.

Δεν πάνε τώρα εκεί ψυχές, μα κάτι της Νύχτας.
Ζαρώνουν μες στα ρούχα τους σα να κρυώνουν,
Σα να φοβούνται και γλιστρούν, ξεφεύγουν απ’ το βλέμμα τους.

Μπορεί κανείς να δραπετεύει αθόρυβα
Αφήνοντας την ψυχή του σ’ ένα τραπέζι:
Να σκύβει και να σιωπά – να πίνει και να καπνίζει.
Μπορεί να εξαφανιστεί απ’ το πρόσωπο και να μην είναι,
Ένας νεκρός που υποκρίνεται τον κοιμισμένο.

Πίσω μας ένας μεγάλος, παλαιός καθρέφτης,
Φτωχά, χρωματιστά λαμπιόνια κάποιας γιορτής,
(Παλαιάς δόξας χορού μεταμφιεσμένων.)
Ξεθωριασμένα, περίλυπα και νυσταλέα.
Σε παίρνουν μ’ όλα ταύτα, δεν μπορείς
Να ξεφύγεις, σε τραβούν μαζί με τον παλαιό καθρέφτη, τόσο εκεί
Τυφλό, να πει κανείς, στραμμένο μέσα πρόσωπο.

Ώρες αργές ανάμεσα σε τόση ευρυχωρία,
Οκνές, δυσκίνητες, σέρνοντας πίσω – πλάνο.

Φτάνοντας τέλος οι μεσονύχτιες –παλιές κυρίες
Αριστοκρατικές γριές, τρικλίζοντας μέσα σου– γύρω σου,
Συνοδεία ψυχές μες απ’ τη νύχτα,
(Την Κάτω – Νύχτα), σκοτεινές σαλεύουν οι επιφάνειες,
Ακούγονται κρότοι, ακούγονται σιωπές,
Φουσκαλίδες λάμψεις σπάνοντας επάνω στο γυαλί.
Κάνεις να σηκωθείς, σε δένει μια πέτρα.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Γυναικεία ονόματα

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Γυναικεία ονόματα

Είναι γυναίκες οι ψυχές, ανοίγουν
Η μια στην άλλη, αναζητούν.
Γυναίκα είναι η γη, πάσχει να είναι ωραία,
Ν’ απαστράπτει σαν σε καθρέφτη.
Γυναίκα είναι η θάλασσα κι η πόρτα,
Δέχεται και κλει, γυναίκα ο τάφος,
Μας σκεπάζει, γυναίκα είναι η νύχτα
Και σκοτεινιάζει, βαραίνει τα κόκαλα.
Γυναίκα η βρύση κι η πλατιά βροχή,
Η στέρηση, η ανάμνηση κι η προσευχή,
Η στάμνα, το σκαμνί, το καράβι,
Το δέντρο, το πουλί τ’ αηδόνι, και το ψάρι.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ιστιοφόρα

Ιστιοφόρα

Τα καράβια είναι σαν τα θλιμμένα μυστικά.
(Πανιά ριχτά, χείλος στη θάλασσα.)
Σαν τα θλιμμένα μυστικά που λησμονήθηκαν.

Μπορείς να τ’ αγγίξεις, να τ’ αφουγκραστείς.

Κάτι έχουν να πουν, τα καλύπτει, δεν μπορούν.
Σε κοιτάζουν, μάτια μεγάλα, σου χαρίζουν ονόματα:

ΜΑΙΡΗ, ΜΑΡΙΝΑ, ΕΛΠΙΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ…

Μπορεί να λάμψουν αμμουδιές, φυσιογνωμίες, ν’ ακουστούν
Φωνές και βόγκοι από ταξίδια που κάναμε.

Να πω τη μαύρη αλήθεια: Δε πάτησα ποτέ
Σε ξύλινο παλιό σκαρί, φοβόμουν τον καιρό,
Φοβόμουν τη σκοτεινή –κάτω μαύρη– ρωγμή.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Θάλασσα και ψυχή

Frederico de Brito & Ferrer Trindade, Canção do Mar (με την Dulce Pontes)

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Θάλασσα και ψυχή

Θάλασσα με τα μοναχικά και λυπημένα
Πλοία, ψυχές νεκρών που ταξιδεύουν.
Θάλασσα και ψυχή και ταραγμένη αγάπη,
Νερά μας παίρνουν, άνεμοι μας παν.
Άπληστη, ακατάτμητη και μοιρασμένη,
Σ’ ωκεανό, σε πέλαο, σε κοχύλι.
Άπειρη και κατάστενη σε μια σκαμμένη πέτρα.
Και ουρανέ, σαν άλλη θάλασσα πάνω στη θάλασσα,
Γαλάζιο αίμα και φτερό, γαλάζιο ψάρι.
Ερωτική βροχή, ουράνια δίψα,
Έρωτα, πιο έρωτα, που τίποτα δε σε χορταίνει.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Συνοδεία

[Ενότητα Κινήσεις]

Συνοδεία

Αυτό που περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή,

(Κάτι σα να ’χουμε ξεχάσει – κάτι γυρίζει μες στο νου.
Κοιτάζουμε παντού, παιδεύουμε την ανάμνηση,
Ανάβουμε φως να βλέπουμε και να βλεπόμαστε).

Αυτό που περιμένουμε μέσα στο αύριο,
Στο κάθε επόμενο άνθισμα των αριθμών,
Μπορεί να ’ναι μια χειρονομία ή ένα χαμόγελο,
Που έρχεται κι είναι παρόν στο δρόμο που πηγαίνουμε,
Όταν κινούμε πρωί απ’ το σπίτι μας μέσα στη μέρα,
Όταν γυρίζουμε πίσω κυρτοί απ’ τον άνεμο.

Μπορεί να ’ναι σε κάθε στάση που στεκόμαστε,
Στην κάθε πόρτα που χτυπάμε να μας ανοίξουν.
Στο ποτήρι που πίνουμε, στο κάθισμα που καθόμαστε.

Χαμογελάτε καθώς διαβαίνετε ανάμεσα στα πράγματα.

Μπορεί να είστε ο ήλιος που περιμένουν ή ένας ενάλιος θεός
Που έρχεται μες απ’ την πάχνη να τα κυλήσει
Σε νέες κοίτες, σε καινούργιους αριθμούς.
Μπορεί να πηγαίνετε και να γυρίζετε μέσα στην μνήμη τους.

Χαμογελάτε ο ένας στον άλλο, χαμογελάτε στον εαυτό σας.

Όταν συναπαντιέστε μονάχοι, όταν σωπαίνετε,
Όταν προσεύχεστε, θυμάστε, ή αφουγκράζεστε.

Χαμογελάτε στον ξενιτεμένο και στον άγνωστο,
Χαμογελάτε στους νεκρούς που προπορεύονται.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φάτνη

[Ενότητα Αθύρματα]

III. Φάτνη

Μέσα μας γίνεται η Γέννηση.
Έξω στέκει το σχήμα της –
Μας φανερώνεται.

Εδώ που στήσαμε τη φάτνη,
Εδώ που κρεμάσανε το άστρο,
Είναι σα μια μεγάλη πέτρα –
Πέτρα υψηλή, μετέωρη.
Ένα πυκνό σημείο αιωνιότητας.

Το Βρέφος, ο Ιωσήφ και η Μαρία,
Τ’ αγαθά ζώα. Οι άγγελοι
Σταματημένοι σε μια πτήση
Ψηλά, στη σιωπή, παίζοντας όργανα.

Άρπα, κορνέτα, βιολί και φυσαρμόνικα.

Ακίνητοι σαν από πορσελάνη,
Με σιωπή απόλυτη, μουσική.

(Η Νύχτα απλώνεται σαν την ηχώ
Αυτής της μουσικής, της σιωπής,
Της μουσικής των Αγγέλων μέσα μας, έξω μας).

Αν στέκουν εδώ, πετούν εκεί,
Στον άλλο χώρο∙ αντλούν
Αίμα σκληρό απ’ το αίμα μας,
Αγάπη απ’ την αγάπη μας.

Παίρνουν τα όνειρά μας και τα ψηλώνουν.

Η Μόνα στέκει κοντά τους ακίνητη,
Σαν από πορσελάνη, αγγίζει τα εύθραυστα πόδια τους.

Βλέπει το αόρατο στο μαγικό καθρέφτη του ορατού.

Τι τώρα, τι πάντα.

Ω καθαρότατη ψυχή,
Άμωμη, αμόλυντη, ανυπόκριτη.

Ο χρόνος ανοίγει σαν το φεγγίτη που μας φωτίζει.

Τα παίρνουμε και τα πλαγιάζουμε
Μέσα σ’ ένα κουτί να κοιμηθούν
Πάνω σε χάρτινο άχυρο να μη ραγίσουν.

Από τη συλλογή Η Μόνα παίζει (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Φωτοσκιάσεις (Χ)

[Ενότητα Φωτοσκιάσεις]

Χ

Αγαπημένη πλάνη, αγαπημένη ματαιότητα.

Ίσως καθρέφτισμα, ίσως μουσική,
μια μουσική παράξενη, μαρμαρωμένη.

Τι κι αν ξυπνήσουμε κάποτε κι ανοίξουν
τούτα τα μάτια σε μια άλλη αυγή.

Λιπόσαρκοι, γυμνοί και πεινασμένοι.

(Πώς να σε δω, Θεέ μου, να σε γνωρίσω,
πώς να κοιτάξω το πρόσωπό Σου,
χωρίς μάτια, δίχως πρόσωπο).

Εγώ αγαπώ τη γη, τη μάταιη γη,
είμαι από γη∙ εγώ αγαπώ το φως,
εγώ αγαπώ τη θλίψη την απέραντη,
τη θλίψη της γης, του ήλιου και του αγέρα.

Εγώ αγαπώ το σώμα και το αίμα,
το τίμιον αίμα, τ’ άγιο σώμα.

Τον έρωτα εγώ αγαπώ, το θάνατο.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Μελέτη ψυχής (VI)

Μελέτη ψυχής

VI

Το στοιχειωμένο είμαι σπίτι το ετοιμόρροπο,
Που στέκει εδώ σαν το φυτό και γέρνει πέρα.

Διαμονή παλιών ψυχών, κατοικητήριο φαντασμάτων.

Υπάρχω, είμαι,
Ως να μην ξέρω,
Πως το χτισμένο τούτο σπίτι
Είναι σα μια κλωστή,
Ένας ψυχρός άδειος αγέρας
Ανάμεσα σε μένα
Και το θάνατο.

Υπάρχω, είμαι γεμάτος,
Η βαρύτητά μου με φοβίζει.

Πράξεις βαριές, ασήκωτες, μάταιες,
Πράγματα συντριπτικά, καθώς ένα τσουβάλι πέτρες.

Πώς θα με πάρουν να με σηκώσουν,
Ένα βαρύ φορτίο γεμάτο απ’ την ουσία του.

(Πίσω, Θεέ μου, πίσω, απ’ την αρχή).

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Χειμωνιάτικη φωτιά

[Ενότητα Το Δίχτυ των ψυχών, II]

Χειμωνιάτικη φωτιά

Με είχε προφτάσει καταμεσής στο δρόμο
Απ’ τ’ αδειανό μου πίσω σπίτι στ’ άλλο σπίτι,
Η Νύχτα,
Με είχε σκεπάσει το σύθαμπο.

Το ετοιμόρροπο σώμα σαν ένας επερχόμενος σκελετός,
Δέντρο ρικνό απ’ τον άνεμο.

Έπεφτε το αίμα του ήλιου
Έπεφτε, λίμναζε μέσα στη Δύση.

Τα μάτια μάθαιναν τη θάμπωση,
Τα δάχτυλα την παγωμένη αφή.

Και φάνηκε η Αγάπη,
Πρόφτασε πάνω στο σύνορο,
Πρόφτασε, στάθηκε, σταλμένη από μακριά.

Μάζεψε φλόγα κι άναψε μια χειμωνιάτικη φωτιά.

Από τη συλλογή Το Δίχτυ των ψυχών (1965) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αναζήτηση

[Ενότητα Κινήσεις]

Αναζήτηση

Δεν θ’ ακουστούν τα βήματά μας σε συνάντηση.

Σα να ’χουμε χάσει τον εαυτό μας και τον γυρεύουμε
Σε δρόμους που περάσαμε, σε κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Σα να γυρίζουμε απ’ έξω κι ανάβουμε το φως
Και μιλούμε, όπως μιλούσαμε, βηματίζουμε,
Ή στεκόμαστε ν’ αφουγκραστούμε κάποιο θόρυβο.

Είμαστε θόρυβοι και θορυβούμε.
Είμαστε μικρά φτερά και χτυπούμε στον άνεμο.

Αγγίζουμε ο ένας τον άλλο και σωπαίνουμε ώρα πολλή
Σκύβοντας μέσα στα πρόσωπά μας να γνωριστούμε.

Η γνωριμία μας είναι μια μυστική υπόθεση που δεν τελειώνει.

Έρχεται σιγά σιγά ο ύπνος και μας τυλίγει.

Τα πρόσωπα που γνωρίσαμε, τα πράγματα που αγγίξαμε,
Φυσιογνωμίες, συναπαντήματα, χαμένες αστραπές,
Η γη που σπιθοβολούσε στην καρδιά μας,
Μπαίνουν μες στη γυμνή ψυχή μας, τη μοιράζονται.

Δεν ξέρω, αν είναι ο άνεμος που σηκώσαμε,
Που τον γεμίσαμε με τη μικρή βοή μας και μας θρηνεί
Στους δρόμους που περάσαμε, στις κατοικίες που διανυκτερεύσαμε.

Δεν ξέρω αν είναι χιόνι που έρχεται να μας σκεπάσει.

(Πού θα βρεθούμε το πρωί, σαν θα σημάνουν οι καμπάνες).

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Οδοιπόροι

Μάνος Χατζιδάκις & Μάνος Ελευθερίου, Η μπαλάντα του οδοιπόρου
(ερμηνεία: Γιάννης Δημητράς / έργο: Ο οδοιπόρος, το μεθυσμένο κορίτσι και ο Αλκιβιάδης (1974))

[Ενότητα Σημεία και σύμβολα]

Οδοιπόροι

Όταν περνώ τον εαυτό μου,
Σαν μέσα σ’ ένα άλλο ένδυμα,
Βγάζοντας τα καθημερινά κουρέλια,
Το φως
Ανατέλλει και δύει στο πρόσωπό μας.

Η τύχη του κρέμεται μετέωρη,
Σαν από κάποιον ήλιο δικό μας.

Λέμε το φως ημέρα, το σκότος νύχτα,
Μοιράζουμε ονόματα: άστρα, φυτά και ζώα.

Είμαστε δίχως τάφο και πατρίδα,
Σαν τους πλανόδιους μουσικούς.
Τραγουδούμε, χορεύουμε, παίζουμε όργανα.

Η μουσική μας είναι η ομιλία μας, ο έρωτας το μυστικό μας.

Οδοιπορείτε, ακούραστοι οδοιπόροι, μιλάτε.
Τι στοιχίζει μια λέξη ακόμα, ένα όνομα.
Ένα χαμόγελο ή μια χειρονομία.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Οι απόντες

[Ενότητα Έρωτος εγκώμια]

Οι απόντες

Δεν είναι ο έρωτας, δεν είναι ο Θεός
Αυτό που μας λείπει∙ εμείς
Λείπουμε και μας λείπει,
Έχουμε φύγει κι είναι απών.

Τον γυρεύουμε τάχα ή μας γυρεύει
Και δε μας βρίσκει; Τον ποθούμε ή μας ποθεί
Και δε μας βλέπει το πρόσωπό του;

Εμείς έχουμε πεθάνει, ο θάνατός μας
Είναι ο μέγας θάνατος, δεν πέθανε ο Θεός.

Εμείς είμαστε οι απόντες απ’ το δείπνο,
Αυτοί που λείπουν και δεν είναι, κλείστηκαν έξω,
Δεν πρόφτασαν να ’ρθουν, τρέχουν στους δρόμους,
Και σκουντουφλούν στη γη, χτυπούν την πόρτα.

Δεν έχουν πρόσωπο, δεν έχουν φως.

Από τη συλλογή Φωτοσκιάσεις (1961) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης