Γιάννης Τζανής: Μην κλαις, Μαρία

Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Μια παρέα είμαστε
(με τον Κώστα Παπαδόπουλο, τον Αλέξη Βάκη και τον Ανδρέα Καρακότα /
από τη μουσική παράσταση «Η φωνή του τρίχορδου κι εμείς» το 2014)

Μην κλαις, Μαρία

Άγιε Βασίλη, άγγελε της προσμονής, και φέτος σκάλωσε στα σύννεφα το αστέρι της Ανατολής, η Σμύρνη κι η Βαγδάτη πάλι στο γιανγκίνι, πώς θα φύγεις από την Καισάρεια δίχως την άδεια του σουλτάνου;
«Θάλαττα! Θάλαττα!..» κραυγάζουν οι τρισμύριοι κι ορμούν σε βάρκες φουσκωτές: Kάτι μαυραγορίτες, πράκτορες του Χάροντα τους μπατικώνουν για τις όχθες της Αχερουσίας. «Κατάρατε, απόδος τα πορθμεία!…» Ύπουλη Μεσόγειος, πόσους θα καταπιείς ακόμη να χορτάσεις; Και η Ιθάκη με τον αποθρώσκοντα καπνόν απόμακρη στη Βαλτική κι η Χίος με τη Λέσβο βουλιαγμένες.
Στου κόσμου τις πολύβουες καρδιές ο πανικός, ύπουλο φίδι σέρνεται, παγώνει τα αθώα όνειρα, δαγκώνει και γεμίζουν αίμα οι πλατείες και τα στέκια της χαράς.
Άσπονδοι σύμμαχοι ζητούν τα συμπεφωνημένα: γην και ύδωρ, σμύρναν και χρυσόν, πετρέλαιο, μισθούς, συντάξεις, σπίτια και λιμάνια, όλα στο σφυρί κι εμείς χτυπάμε τις καμπάνες της απελευθέρωσης.
Οι επιχώριοι Καίσαρες, Ρωμαίοι και Βυζαντινοί διάφορων χρωμάτων και προσανατολισμών, με μισοάδεια τα πουγκιά μοιράζουν οβολούς και τυχερά λαχεία από τα μπαλκόνια και τα γυάλινα παράθυρα και υπόσχονται νέο Παράδεισο με δανεικά απ’ τους χρηματιστές της οικουμένης… «Ευοί, ευάν!» Υψώστε στο καράβι του Θησέα άσπρα τα πανιά, το σκάφος της Ελλάδας μόλις πέρασε σε ήρεμα νερά, οι πεινασμένοι έκοψαν στη μέση τις μπουκιές και τις αυγάτισαν, οι άνεργοι μοιράσανε τις ώρες κι έτσι στις καρτέλες όλο λιγοστεύουν, οι επαίτες βρήκαν στέκι μόνιμο στα σταυροδρόμια και στις εκκλησιές, φέτα ψωμί και μια σαλάτα στα συσσίτια και ο Αινείας με τον σεβαστό γονιό στους ώμους βρήκε διαβατήριο πλαστό και ψάχνει για το Λάτιο της θεϊκής επαγγελίας, οι κοπέλες και τα παλικάρια μας, αποδημητικοί καημοί, έρχονται για Χριστούγεννα και φεύγουν κι οι βαλίτσες με τα άπραγα όνειρα στοιβάζονται στ’ αεροδρόμια. «Όμορφος κόσμος, ηθικός, αγγελικά πλασμένος». Όχι πια νέα τάξη τρισκατάρατη, αλλά νέος Παράδεισος με ήρεμα νερά, νέα κανονικότητα με όραμα τα τριακόσια αργύρια για κάθε τέρμινο… στ’ αλώνια με τον τελικό λογαριασμό. Πού αποξεχαστήκατε τριακόσιοι του Λεωνίδα;
Άγιε Βασίλη, φρόντισε να δραπετεύσεις και να ’ρθεις! Φέτος μας ζήτησαν να υπογράψουμε και δήλωση πενίας τα αδέρφια, «που ξαπλώσαμε στην ίδια χλαίνη τον χειμώνα» και το ίδιο εμβατήριο μας σήκωσε το χάραμα, αίτηση για το μέρισμα του ουρανού που κουβαλάμε όλοι στους ισχνούς μας ώμους, ένα κομμάτι ξαστεριάς ίσα για πρόφθαση. Σε περιμένουμε για να μοιράσεις ένα πιάτο σούπα στα πουλιά μες στις πλατείες, ένα ψίχουλο χαμόγελου στα θορυβώδικα σπουργίτια της αυλής…
Φέτος τα γράμματα απ’ τα παιδιά βουνό μα τα πακέτα σου δεν έφθασαν ακόμη… Οι προσευχές χτυπάνε απευθείας στου Θεού τα κουρασμένα τύμπανα. Εδώ στη γειτονιά του ήλιου και της γελαστής υπομονής, στέγνωσε η δύναμη και το κομπόδεμα, οι δέκα ανοιχτές πληγές του Φαραώ όλο αυξάνουν κι ας ανέβηκε η αγορά τρεις πόντους απ’ το φιλοδώρημα κι ελάχιστοι πιστεύουν πως θα πάμε στο καλύτερο. Το λεν οι κούκοι στα έρημα βουνά, οι πέρδικες στα συνοφρυωμένα πλάγια κι οι ερευνητές προφήτες στα βαρύθυμα λεκανοπέδια… «Απέσβετο και λάλον ύδωρ» μες στα βουερά τα καφενεία.
Περνοδιαβαίνουν οι σωτήρες, άρχοντες και ταγοί, γραμματείς και φαρισαίοι, καρεκλούχοι και τιτλούχοι, μα η σωτηρία, τρομαγμένη απ’ το πλήθος και το πάθος της αγάπης, κρύφτηκε στις δίπλες του καιρού… Κι εμείς, φτωχοί σώματι και ψυχή, μαζεύουμε, έστω και ρόγες, όρθιοι χειροκροτούμε στα συνέδρια της ρουτίνας και στις συναυλίες της παρηγοριάς, αλλά κρατάμε την οργή γροθιά για τους Αργείους και χειροβομβίδα για τους Δαναούς «και δώρα φέροντας»…
Μην κλαις, Μαρία, για το δέμα που δεν πήρες! του παππού και της γιαγιάς η σύνταξη, ξεψυχισμένη από κόφτες και ψαλίδια, φόρους, εισφορές, και ό,τι άλλο μέλλεται, κρατάει ακόμη για το γέλιο και την ξενοιασιά σου, το ψωμί και τ’ όνειρο όλης της νιότης: Κόκκαλο γερό η γενιά μας άντεξε πολύ χειρότερα με παξιμάδι και νερό, χωρίς να γλείψει εκεί που έφτυνε.
Έλα να ψάξουμε μαζί των Χριστουγέννων το αστέρι κι ύστερα, πρίμα μπαλαρίνα, να χορέψεις με τη Συμφωνία της Χαράς, την Εποχή της Άνοιξης και τον Καρυοθραύστη για να σπάσεις τη σκληράδα του κακού. Σπάσε το ρόδι να σκορπίσεις θρύψαλα τις δύσκολες στιγμές και κοίταξε στο απέναντι βουνό με τα χλωρά πράσινα έλατα τον ήλιο να ροδίζει την κορφή του κόσμου με το χρώμα που αγαπάς…

Αδημοσίευτο γραπτό του Γιάννη Τζανή (Πρωτοχρονιά 2018)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Τζανής

Advertisements

Μαρία Κουγιουμτζή, Στον ασβέστη

Στον ασβέστη

Χριστούγεννα 1952

Εκεί που ψιλόβρεχε εκεί ψιλοχιόνιζε. Περπατούσα στους λασπωμένους δρόμους κι η υγρασία με τρυπούσε. Λεπτό το σουρτούκο που φορούσα, έμπαζε από παντού και έτρεμα. Τα παπούτσια μου, τρία νούμερα μεγαλύτερα απ’ τα πόδια μου, μαούνες, μπαινόβγαιναν σε κάθε βήμα και πιτσιλούσαν τις γάμπες μου, ενώ το φουστάνι μου κρεμόταν ως τους αστραγάλους. Αποσούρια από παιδιά κάπως λιγότερο φτωχά από μένα. Έλεγα τα κάλαντα και η σοδειά μου δυο μανταρίνια, πεντέξι καρύδια και μερικές δεκάρες. Άρχισε να σκοτεινιάζει, τ’ όνειρο μου να μαζέψω λίγες δραχμές να πάρω ένα μαντίλι δώρο στη νουνά μου ναυαγούσε. Εκείνη ήρθε το πρωί και άφησε στο προσκεφάλι μου μια ωραία καινούργια πλάκα με το κοντύλι δεμένο πάνω της με κόκκινο κορδόνι. Τη λαχταρούσα αυτή την πλάκα, πρώτη μου χρονιά, στο σχολείο, είχα ως τώρα μια σπασμένη και παιδευόμουνα.

Βλάκα, μου είπε η μάνα μου, δε ζήτησες ένα ζευγάρι παπούτσια να ξεπεζέψεις απ’ αυτές τις μαούνες. Εσύ να μου πάρεις παπούτσια, είπα. Και πώς, αφού ο μπαμπακαμένος σου μας άφησε κι έφυγε, που να τον φέρουν τέσσερις και ξαπλωμένο. Εδώ δεν έχουμε ούτε μακαρόνια να βράσουμε για αύριο Χριστούγεννα, κοίτα να μάσεις κάνα φράγκο απ’ τα κάλαντα να πάρουμε το κατιτίς μας. Τα κάλαντα τα θέλω για το δώρο της νουνάς, είπα, δε σ’ τα δίνω. Θα τα δώκεις και θα πεις κι ένα τραγούδι, δε θέλει δώρα εκείνη, έχει τον άντρα της, ακούς, φεύγα τώρα από μπροστά μου.

Εκεί που τα σκεφτόμουνα αυτά και τα λογάριαζα –είχα χωθεί σ’ ένα σοκάκι πιο γλιτσιασμένο από τ’ άλλα, τόσο στενό που απλώνοντας τα χέρια έπιανες τους υγρούς τοίχους των εβραίικων σπιτιών που τ’ αντικρίζανε, δεν το ’πιανε ο ήλιος–, είδα δυο αγοράκια λίγο μεγαλύτερα από μένα να με κοιτούν σαν χάννοι. Πάντα με κορόιδευαν τ’ αγόρια για τα σουρτούκο που φορούσα, ανταρτόπληκτη με φωνάζανε, απ’ τις μανάδες τους θα τ’ άκουσαν, και πήρα θέση άμυνας. Κοίταζα τι κουσούρια να βρω για να ’μαι έτοιμη ν’ αντιμιλήσω. Είχαν δυο προσωπάκια ολοστρόγγυλα σαν φεγγαράκια. Ήταν συμμαζεμένα τα ρουχαλάκια τους, σωστά, καθαρά τα κοντά παντελονάκια τους, και τα σακάκια τους, χοντρούτσικα, φαινόντανε ζεστά.

Με πλησίασε το μεγαλύτερο, τόσο που σχεδόν με άγγιξε. Κοριτσάκι, θέλεις να ’ρθεις σπίτι μας να πεις τα κάλαντα, η μαμά μου θα σου δώκει ό,τι θέλεις. Σίμωσε και το μικρότερο και μ’ έπιασε απ’ το χέρι. Ζεστό το χεράκι του πάνω στο παγωμένο δικό μου. Είχανε τσέπες τα σακάκια τους, εμένα κρέμονταν ξηλωμένες. Το βλέμμα τους, η ντροπαλοσύνη που με κοίταζαν, το ζεστό χεράκι του μικρού, ξεθάρρεψα. Και πού είναι το σπίτι σας; ρώτησα. Να, εδώ κοντά, παραδίπλα, και με τράβηξαν αγκαλιαστά σχεδόν. Τ’ ακολούθησα προσέχοντας οι λάσπες που πετούσαν οι μαούνες μου μην τα λερώσουν.

Σταθήκαμε έξω από μιαν αυλή κι ως να σηκώσουν το μάνταλο, κοίταξα το σπίτι. Μικρό μα φαινότανε γερό –εμάς όλο έσταζε η σκεπή κι αγωνιζόμασταν με τις κατσαρόλες όταν έβρεχε–, με πράσινα παντζούρια στα παράθυρα και μια ξερή κληματαριά, σκέπαστρο απ’ τη μέσα πόρτα μέχρι την έξω. Ως ν’ ανοίξουν μ’ έτρωγε η ντροπή. Λες να με διώξει η μάνα τους, να με περάσει για ζητιάνα;

Μια κοντούλα φάνηκε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, είχε σουρουπώσει για καλά, μόλις την έβλεπα, όμως το φως από μέσα έπεφτε πάνω μου και κάτι περισσότερο έβλεπε σε μένα. Είχε ολοστρόγγυλο πρόσωπο σαν μαραμένο μήλο. Με κοίταξε με κάτι μάτια ορθάνοιχτα, έκανε ένα βήμα πίσω σαν να την έσπρωξε δυνατός αγέρας κι απόμεινε να με κοιτά. Ετοιμάστηκα να το σκάσω, μα καθώς εκείνη αναστέναξε κι έπιασε την καρδιά της, τ’ αγοράκια με σπρώξαν κατά μέσα. Η σόμπα έκαιγε, τα ξύλα τσιτσίριζαν κι η ζέστη με τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Σ’ ένα μικρό κουζινάκι ένας τέντζερης χοχλάκιζε κι η μυρωδιά απ’ την κότα που έβραζε μου έφερνε ζαλάδα. Η γυναικούλα μ’ έπιασε απ’ τους ώμους και με κάθισε στο ντιβάνι. Με κοίταζε και δάκρυα τρέχαν απ’ τα μάτια της, έπιανε το σαγόνι μου και γύριζε το κεφάλι μου μια κατά δω μια κατά κει, εγώ τα μάτια χαμηλωμένα. Χαίρεσαι, μαμά, που τη βρήκαμε και σ’ τη φέραμε; είπανε τα παιδάκια και κείνη αναστέναξε.

Δίπλα μου ήταν το τραπέζι, έβλεπα μόνο τα πόδια του, μην ντρέπεσαι, είπε η γυναίκα, έβαλε ένα πιάτο σούπα, φάε, είπε. Παρ’ όλη την ντροπή μου έφαγα. Ως μ’ έμαθε η μάνα μου, αργά αργά και με κλειστό το στόμα. Προσπάθησα να μη σκουπίσω τα χείλια στο μανίκι μου.

Η γυναικούλα πήγαινε κι ερχόταν. Μου έφερε ένα ζευγάρι κατακόκκινα παπούτσια, ήταν λίγο φθαρμένα μα μου ήρθαν ίσα ίσα. Ντρεπόμουν, κάλτσες δεν φορούσα και δυο ολόμαυροι χαλκάδες γύρω απ’ τα κότσια, σημάδια απ’ τη λάσπη καθώς πάλευε με τις μαούνες μου, μ’ ένα βρεγμένο πανί μου τα καθάρισε και μου ’βαλε ζεστές καλτσούλες κάτασπρες με κόκκινη μπορντούρα. Έφερε κάτι φουστανάκια μάλλινα και ένα παλτουδάκι κατακίτρινο, αυτό μου ήτανε λίγο φαρδύ αλλά κατάζεστο.

Όλα δικά σου, είπε, για σένα, πας σχολείο; Ναι; Θα ’ρθω μαζί σου να πω της μάνας σου να σ’ αφήνει να ‘ρχεσαι όταν σκολνάς να τρως σε μας, να κάνεις και τα μαθήματα σου, θα σε πηγαίνει σπίτι ο Νικολάκης. Το μεγαλύτερο αγοράκι ένευσε ναι.

Ξεθάρρεψα σιγά σιγά και σήκωσα το βλέμμα. Τα μάτια της γυναίκας φέγγανε, το πρόσωπό της ήταν ιδρωμένο, χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες, τα χείλια της σουρωμένα σαν να φασκιώνανε τα δόντια της. Μου φάνηκε σαν τον παλιό μπουφέ της μάνας μου το πρόσωπό της. Συρτάρια οι ρυτίδες της που κρύβαν πονεμένα μυστικά, κλειδωμένες απελπισίες. Τα μαλλιά τσουμαδιασμένα σαν να της τα τραβούσανε αυτές οι δυστυχίες και μαδήσανε, κρέμονταν αλλού μαύρα αλλού άσπρα, σαν τ’ αλατοπίπερο, χωρίς να τηνε νοστιμίζουνε καθόλου. Η μάνα μου δεν κοιμάται τις νύχτες, είπε το μεγαλύτερο παιδί, λες και κατάλαβε τις σκέψεις μου. Μόνο τα μάτια, όχι τα μάτια της, εκείνα βούλιαζαν στο φουσκωτό τους πάπλωμα της λύπης, αλλά το φως τους, γαλαζωπό κι αγγελικό, με τύλιγε και με ξετύλιγε, και πάλι με ξανατύλιγε σε αχνούς ζεστής αγάπης. Έπεφτε πάνω μου σαν το ζεστό νερό του μπάνιου και μ’ έπλενε, έπλενε την ψυχή μου, και στεκόταν απάνω μου όπως ποτέ δεν είχε καιρό να σταθεί της μάνας μου το βλέμμα, από τις έγνοιες για να με ταΐσει άφηνε ατάιστη την ψυχή μου. Υπήρχαν έπιπλα μέσα στο σπίτι, μα εγώ δεν τα ’βλεπα, το μόνο που με τράβηξε ήτανε μια τεράστια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο. Ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου με κοίταζε χαμογελώντας.

Η αδελφούλα μας, είπε το μικρότερο παιδί, έπεσε πέρσι σ’ ένα λάκκο με ασβέστη και κάηκε. Της μοιάζεις.

Από τη συλλογή διηγημάτων Άγριο βελούδο (2008) της Μαρίας Κουγιουμτζή

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Μαρία Κουγιουμτζή

Γιώργος Ιωάννου, Η μεγαλοκόρη

Η μεγαλοκόρη

Όταν πέθανε η μεγαλοκόρη, την έβγαλαν σέρνοντας απ’ το κοτέτσι, έβαλαν τρεις σανίδες πάνω σε δυο σιδερένια στριπόδια και την ξάπλωσαν σεμνά κάτω απ’ τη βερικοκιά της ξένης πια αυλής. Στα ξεθωριασμένα μαύρα φορέματά της ξεχώριζα χώματα και λάσπες απ’ το σούρσιμο, καθώς κοίταζα την αυλή τους απ’ το καφασωτό παραθυράκι της θειας μου. Μ’ εμπόδιζε, είναι αλήθεια, κάπως και η ασύστολα ανθισμένη βερικοκιά. Αλλά ήταν άνοιξη και μάλιστα του 1942.

Την άφησαν εκεί και ξανακλείστηκαν στο κοτέτσι. Σίγουρο όμως πως θα την κοίταζαν διαρκώς μέσα απ’ το διχτυωτό. Ο γιος της αδελφής της δε φαίνονταν πουθενά. Θα ζητιάνευε κάπου ή θα είχε τρέξει στα χωριά για να τους προφτάσει. Πάντως, από τότε που οι αγοραστές τούς είχαν πετάξει απ’ το δίπατο σπίτι τους, και ύστερα από πολλά παρακάλια τούς είχαν επιτρέψει να κατοικήσουν προσωρινά στο κοτέτσι, το παιδί είχε σχεδόν εξαφανιστεί. Δεν εννοούσε να μπει εκεί μέσα. Τώρα, όταν τον συναντώ καμιά φορά στο δρόμο, κατεβάζει το κεφάλι. Το ξαναπήρε, βέβαια, προ πολλού το σπίτι, σύμφωνα με τον μεταπολεμικό νόμο, και το ’δωσε κι αυτός για πολυκατοικία.

Το κοτέτσι τους ήταν ψηλό και μερακλίδικα καμωμένο. Μεταπολεμικά έτρεφαν πολλές κότες. Τη μέρα που πέθανε η μεγαλοκόρη σώζονταν ακόμη ο κάτασπρος πετεινός και μια κότα. Άγνωστο τι τα ’διναν να φάνε. Τα πουλιά ξαφνιάστηκαν στην αρχή απ’ τη φασαρία. Πήδηξαν στον περίβολο, έτοιμα να πετάξουν στις διπλανές αυλές. Μα, σαν ησύχασαν τα πράγματα, κατέβηκαν κοιτάζοντας συνεχώς λοξά. Την αγαπούσαν τη μεγαλοκόρη. Αυτή πάντα τα τάιζε κι αυτή τα είχε διασώσει μέχρι τώρα. Την άκουγα συχνά που τα μιλούσε.

Ο πετεινός πήδηξε πρώτα στην άκρη του σανιδιού και περίμενε κάποια κίνηση. Ύστερα, θαρρετά, διέσχισε το σώμα, πάτησε στα σταυρωμένα χέρια, κάτι τσιμπολόγησε, και ξαφνικά τεντώθηκε κι άρχισε να λαλάει. Πάνω στο δεύτερο ή τρίτο λάλημα τον έκοψε ένα χέρι μέσα απ’ το κοτέτσι. Πήδηξε κάτω αναψοκοκκινισμένος κι αμέσως σχεδόν ανέβηκε στην κότα. Πού να φανταζόταν η σεμνή μεγαλοκόρη, η οποία όταν πήγαινε στον μπακάλη ή τον ψωμά έκανε ολόκληρο γύρο για να μην περάσει μπροστά απ’ το καφενείο «Ο Σκοπός» και τη βλέπουν οι άντρες, πως θα ’ρχονταν ώρα που θα καμάρωνε ξελιγωμένο πάνω της το ερωτιάρικο αρσενικό πουλί.

Όταν νύχτωσε, την άφησαν εκεί. Όλη νύχτα ακούγονταν πνιγμένα αναφιλητά μέσα απ’ το κοτέτσι.

Πρωί πρωί ήρθε το κάρο της δημαρχίας. Την έριξαν στο κοινό κασόνι και την έβγαλαν, ευτυχώς, απ’ την πόρτα και όχι απ’ το γκρεμισμένο τοιχαράκι της αυλής, απ’ όπου τους επέτρεπαν να περνούν οι αυστηρών αρχών νέοι ιδιοκτήτες. Το κάρο ξεκίνησε αμέσως, χωρίς τσιριμόνιες κι αργοπορίες. Σαν τα φαντάσματα τρίκλιζαν στην αρχή το κατόπι η αδερφή της με τον άντρα της. Ο καροτσιέρης όμως δε χαμπάριζε από τέτοια, δεν μπορούσε να περιμένει, είχε πολλή δουλειά. Στη γωνιά σταμάτησαν, ήταν αδύνατο να συνεχίσουν. Το κάρο έτρεχε πιο γρήγορα στον ίσιο δρόμο. Πιάστηκαν για να μην πέσουν κι άπλωσαν τα σκεβρωμένα χέρια σε χαιρετισμό.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων η σαρκοφάγος (1971) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιώργος Ιωάννου

Μανόλης Αναγνωστάκης, Το περιθώριο ’68-’69 (αποσπάσματα)

Το περιθώριο ’68-’69 (αποσπάσματα)

Τώρα πια που δε γράφω και η απόσταση του χρόνου με βοηθάει, βλέπω καθαρότερα πόσες φορές, πραγματικά, έπνιξα στο λαρύγγι μου τα ίδια μου τα τραγούδια.
Στα λιγοστά ποιήματα που, μέσα σε είκοσι πέντε και παραπάνω χρόνια, έγραψα, αν εξαιρέσω το πρώτο και ένα μέρος από το δεύτερο βιβλίο μου, σε πόσα από τα υπόλοιπα δεν έσβησα την τελευταία στιγμή λέξεις, δεν αλλοίωσα έννοιες, δεν αφαίρεσα ολόκληρους στίχους, γιατί υπήρχαν εκεί ίσως μερικά πράγματα που δεν έπρεπε ακόμα να ειπωθούν. Πόσοι άραγε απ’ αυτούς που, δίκαια, μ’ έψεξαν για «χαλαρότητα στην έκφραση», για «ηθελημένη ασάφεια», για «αδιαφορία στη μορφή», υποπτεύθηκαν πως είχα πετύχει σχεδόν πάντα την καίρια λέξη, που και μόνη της μπορούσε να ανακαλέσει ένα ολόκληρο νόημα, να στήσει έναν κόσμο – και δεν την έγραψα γιατί πίστευα (ή φοβόμουνα) πως δεν έπρεπε ακόμα να γραφτεί.

(Σ’ όλη μας τη ζωή βουλιάξαμε πολλά καράβια μέσα μας, ίσως για να μη ναυαγήσουμε μια ώρα αρχύτερα εμείς οι ίδιοι).

***

Ήττα, καταστροφές, καιρός καταφρόνιας.
Και τα σημάδια του χρόνου, αυτής της αρρώστιας που δεν έχει γιατρειά.
Ανάμεσα σ’ εκείνους που «λύγισαν» και σ’ εκείνους που «δεν λύγισαν» – τι βάναυσος συμψηφισμός ειλικρίνειας, ταπεινών σκοπιμοτήτων, απλουστεύσεων, ενοχής, απανθρωπίας.

***

Τώρα, μπορεί πια ο καθένας να μιλά και κυρίως να γράφει, για την αγωνία της εποχής, το αδιέξοδο, την απανθρωπία του αιώνα, τη χρεωκοπία των ιδεολογιών, τη βαρβαρότητα της μηχανής, για δίκες, για ρήγματα, για φράγματα, για ενοχές, για γρανάζια.
Όλα έχουν κωδικοποιηθεί, ταξινομηθεί, αποδελτιωθεί, έχουν περάσει στα λεξικά και στις εγκυκλοπαίδειες, προσφέρονται έτοιμα σε πακετάκια αυτοσερβιρίσματος, σε κάθε βαλάντιο προσιτά.
Θα ’ρθει ένας καιρός, που σε ζωολογικούς κήπους, σε τσίρκα και σε κέντρα παιδικής χαράς, θα συντηρούνται σε ειδικούς στεγανούς κλωβούς, άνθρωποι-δείγματα μιας περασμένης εποχής, προς ικανοποίησιν της περιεργείας του κοινού και προς χρήσιν των σχολείων και των επιδόξων συγγραφέων.

***

Και πώς να τον βρίσεις κάθαρμα, όταν έχει κάτσει είκοσι χρόνια φυλακή…

***

Μέσα στο γραφείο του ο Ποιητής, μιλά αργά στον ευγενικό επισκέπτη του για την αποστολή της ποίησης στον καιρό μας, για την αδιαφορία των νέων προς τη γλώσσα, για την πολυπλοκότητα των πνευματικών προβλημάτων στην αντιφατική εποχή μας.
Να φανταστείς ένα άλλο δωμάτιο με τέσσερις καθόλου ευγενικούς επισκέπτες, να μαστιγώνουν τον Ποιητή, να τον ξεγυμνώνουν, να του σβήνουν αναμμένα τσιγάρα στα χέρια, να του ρίχνουν κουβάδες νερό να συνέλθει για να ξαναρχίσουν.
Μέσα σε ποιο δωμάτιο βρίσκεται ο Ποιητής ο αληθινός;
Τι θα σκεφτόταν άραγε τότε για την αποστολή της ποίησης, για τη γλώσσα, για την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της εποχής;
Κάτω από ποιο φορτίο λύγισαν οι δικοί σου ώμοι και κάτω από ποιο οι δικοί μου;
Ποια ζυγαριά θα μας μετρήσει;

***

Δεν έφταιγεν ο ίδιος. Τόσος ήτανε.

***

Τι ωραία βιβλία που γράφουμε, τι ωραία τραγούδια που ψάλλουμε, τι ωραία μνημόσυνα που κλαίμε.

***

Άνθρωποι χωρίς λεβεντιά.

Λέει ο ίδιος ο ποιητής:

Όλα τα κομμάτια που περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Το περιθώριο ’68-’69» γράφτηκαν τους τελευταίους μήνες του 1968 και τους πρώτους του 1969. Σε πολύ περιορισμένο αριθμό δακτυλογραφημένων αντιγράφων κυκλοφόρησαν τον ίδιο χρόνο (1969) και διαβάστηκαν από φίλους.

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Μανόλης Αναγνωστάκης

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Μια μικρή εισαγωγή

Ένας άνθρωπος που έχει περπατήσει πάνω από εβδομήντα χρόνια στους δρόμους μιας πολιτείας, αναμφισβήτητα είναι δεμένος μαζί της με πολλούς δεσμούς. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη δική μου σχέση με τη Θεσσαλονίκη, είναι όχι μονάχα η απέραντη αγάπη μου γι’ αυτήν, αλλά κι ένα είδος λυρικής συναναστροφής μαζί της, που μ’ είχε κάμει, στα χρόνια της πρώτης μου νιότης, να της γράψω ένα ποίημα. Κι αληθινά, η κάπως ρομαντική ιδιοσυγκρασία μου, δε με βοήθησε καθόλου να συλλάβω «ιστορικά» την εικόνα της Θεσσαλονίκης. Αρνήθηκα τη μελέτη της λεπτομέρειας κι αδιαφόρησα για την ακρίβεια της χρονολογικής τοποθέτησης των γεγονότων μέσα στην ιστορία. Τη Θεσσαλονίκη θέλησα να την ιδώ «λυρικά», με μιαν όραση κυκλική, μ’ ένα κοίταγμα πανοραματικό, στη διαρκή πορεία της, καθώς αναδίνεται, μέσα από την ομίχλη της ιστορίας, και προχωρεί, με βήμα κυματιστό, σ’ ένα πραγματικά υπάρχον παρόν.

Μια αρχαία λάρνακα, τοποθετημένη μέσα σ’ ένα μουσείο, είναι ένα μέλος νεκρό, αποκομμένο οργανικά από το σώμα, που εξακολουθεί ακόμα να ζει. Μας λέγει τι μπορεί κάποτε να ήταν η Θεσσαλονίκη, αλλά ποτέ δε θα μπορέσει να μας πει τι είναι τώρα. Τα μουσεία, όσο κι αν μας βοηθούν στη μελέτης της ιστορίας και της τέχνης, δεν παύουν να είναι τα νεκροταφεία του παρελθόντος. Ο ζωντανός άνθρωπος τα θαυμάζει, κάποτε συγκινείται, όπως συγκινούμαστε από την ανάμνηση προσφιλών πεθαμένων προσώπων, αλλά αρνείται να τα συνθέσει οργανικά με τη ζωή του. Αντίθετα η βυζαντινή εκκλησία, μ’ όλο το βάρος και τη σκόνη της ιστορίας, δεν έχει αποκοπεί οργανικά από το ζωντανό σώμα. Ζει με τη βαθιά ανάσα των χρόνων, που αφομοιώνεται με τη σύγχρονη αναπνοή της πολιτείας.

Αυτή τη Θεσσαλονίκη αγάπησα, τη σύγχρονη, την παλλόμενη πόλη, με τις βυζαντινές της επιβιώσεις, που κάμνουν να συμπλέκεται το παλιό με το καινούργιο, σε μια αδιάσπαστη ζωντανή ενότητα. Και το κείμενο αυτό θέλει να διηγηθεί το παραμύθι της, όπως το έζησε ένας σύγχρονος άνθρωπος, τα εβδομήντα τελευταία χρόνια.

Λίγη ιστορία

Βέβαια η ιστορία λέγει πως η Θεσσαλονίκη κτίσθηκε το 315 π.Χ. από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο. Πως πήρε τ’ όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, που ήταν κόρη του Φίλιππου Β’ κι αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ιστορία αργότερα φέρνει στη Θεσσαλονίκη τους Ρωμαίους, που θ’ αφήσουν τα σημάδια τους με την πύλη του Γαλερίου.

Η ίδια ιστορία οδηγεί στη Θεσσαλονίκη τον Απόστολο Παύλο, που περιοδεύει στη Μακεδονία, για την ίδρυση των πρώτων Χριστιανικών εκκλησιών. Μια λαϊκή παράδοση λέγει πως οι εθνικοί τον κυνήγησαν με τις πέτρες. Και πως ο Απόστολος έχασε τη χριστιανική υπομονή κι έδωσε κατάρα ποτές να μη σηκωθούν οι πέτρες από τους δρόμους της πολιτείας. Κι από τότε η παράδοση ονομάτισε τους Θεσσαλονικείς «Παυλοκαταραμένους» κι οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης δεν έχουν ακόμα καθαρισθεί από τις πέτρες. Έξυπνος μύθος, για να δέσει οργανικά σε ζωντανή ενότητα τον κορυφαίο Απόστολο με την πόλη και να κάμει διαρκή την παρουσία του ανάμεσά μας.

Η ιστορία έβαλε στη Θεσσαλονίκη το νεαρό αξιωματικό του Διοκλητιανού, που τον καθιέρωσε ως πολιούχο της, με το όνομα του Αγίου Δημητρίου. Και η δόξα του Αγίου μεγάλωνε μαζί με τη δόξα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Τότε ήταν που υψώθηκαν στην πόλη μνημεία λατρείας και τέχνης, οι βυζαντινές εκκλησίες. Αλλά η ιστορία φαίνεται πως είναι μια άστατη γυναίκα, γιατί αντικατέστησε στην εύνοιά της τους βυζαντινούς Αυτοκράτορες με τους Σαρακηνούς, τους Νορμανδούς, τους Φράγκους, τους Ενετούς. Τελευταίους έφερε στη Θεσσαλονίκη τους Τούρκους, για να τους κρατήσει εδώ πέντε σχεδόν αιώνες. Ήταν το 1430, είκοσι τρία χρόνια πριν από το πάρσιμο της Πόλης.

Μισόν αιώνα μετά, έστειλε κάμποσες καραβιές κατατρεγμένους Εβραίους από την Ιβηρική Χερσόνησο. Κι όταν, ύστερα από άλλους τρεις και μισό αιώνες, στα 1821, ακούστηκαν στο Μοριά οι πρώτες βροντές του Αγώνα, η ιστορία έφερε τον αχό τους ως τη Θεσσαλονίκη, για να δώσει φτερά στις ελπίδες των ραγιάδων. Ωστόσο το ξεσήκωμά τους πνίγηκε μέσα στο ίδιο τους το αίμα. Κ’ έπρεπε να περάσουν άλλα ενενήντα σχεδόν χρόνια, για να φέρει η ίδια ιστορία, με προπομπούς τους Μακεδονομάχους, την ελευθερία στην πανάρχαιη αλλά πάντα ζωντανή πόλη του Αγίου Δημητρίου. Κι έγινε τούτο στις 26 Οκτωβρίου 1912, ακριβώς τη μέρα της γιορτής του Αγίου.

[…]

Από το βιβλίο Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης (εκδόσεις Παρατηρητής, 1997) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γ. Θ. Βαφόπουλος

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Φίλοι κι αδέρφια

Φίλοι κι αδέρφια

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης & θίασος της παράστασης «Το μεγάλο μας τσίρκο» (1973)
Δίσκος: Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)

Φίλοι κι αδέρφια, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μάνες, γέροι και παιδιά

Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά
βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά

Ήταν στρατιώτες καπεταναίοι και λαϊκοί
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί
όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι στρατιώτες λαϊκοί

Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει
κάστρο φυλάει ερημικό
έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό

Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά
τα κρίματά σου είναι πολλά
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά

Καίει το φιτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά
κι η κοσμοθάλασσα πλατιά
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά
βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη, μάνες γέροι και παιδιά

Τρεις του Σεπτέμβρη, μανάδες γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά
και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέρφια, μάνες γέροι και παιδιά

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Ιπποκλείδης

Ιπποκλείδης

Μια φορά κι έναν καιρό, εδώ και δυόμιση χιλιάδες χρόνια, ήταν ένας βασιλιάς που τον έλεγαν Κλεισθένη, κι ήθελε να παντρέψει τη μοναχοκόρη του. Στέλνει λοιπόν ανθρώπους του σε όλα τα βασίλεια, να διαλαλήσουν την απόφασή του: εκείνοι που ήθελαν την όμορφη βασιλοπούλα, να μαζευτούνε στο παλάτι του∙ εκεί θα έκαναν αγώνες και τσιμπούσια, κι ο βασιλιάς θα διάλεγε στο τέλος τον καλύτερο. Σαν τ’ άκουσαν αυτό τα βασιλόπουλα, ξεκίνησαν για το παλάτι του Κλεισθένη. Άλλος ξεχώριζε για ομορφιά, άλλος για την παλικαριά του, άλλος για την καταγωγή του και άλλος για τα πλούτη του. Μα απ’ όλους ξεχώριζε ο Ιπποκλείδης, το πρώτο της Αθήνας αρχοντόπουλο, που έσκιζε σε ομορφιά και τσαχπινιά. Αυτόν τον συμπαθούσε ιδιαίτερα ο Κλεισθένης.

Σαν ήρθε ο καιρός να γίνει η κρίση, κι αφού τελειώσαν οι αγώνες, ο βασιλιάς οργάνωσε συμπόσια και γλέντια. Τρεις μέρες τρώγαν κι έπιναν με μουσικούς και αυλητρίδες∙ και ξαφνικά την τρίτη μέρα, σηκώνεται ο Ιπποκλείδης μες στη σούρα του κι αρχίζει να χορεύει ένα χορό από αυτούς που ξέραν μόνοι οι ηνίοχοι, και δώσ’ του να λυγάει μαργιόλικα τη μέση του, και δώσ’ του οι άλλοι ένα γύρο παλαμάκια. Ύστερα σάλταρε επάνω στο τραπέζι, στηρίχτηκε με το κεφάλι κάτω κι άρχισε να χορεύει με τα πόδια στον αέρα, χωρίς ούτε στιγμή να χάσει την ισορροπία του. Σε λίγο κατεβαίνει, αρπάζει το τραπέζι με τα δόντια του και το σηκώνει αψηλά, κι αρχίζει να χορεύει έναν κόρδακα, δίχως ν’ αφήσει να του πέσει ούτε ένα κύπελλο. Όλοι κρατούσαν την αναπνοή τους από θαυμασμό – ποιος να φανταζόταν τόση μαγκιά μες στο παλάτι! Μα ο Κλεισθένης, βλέποντάς τα όλα αυτά, άφριζε μέσα του απ’ το κακό του. Όσο κι αν συμπαθούσε το αρχοντόπουλο, τον διάδοχο τον ήθελε συμμαζεμένο και κιμπάρη, όχι μαγκάκι των χαμαιτυπείων. Γι’ αυτό και μόλις τέλειωσε ο χορός, κατέβηκε οργισμένος απ’ το θρόνο του και είπε στον Ιπποκλείδη: «Κρίμα, λεβέντη μου∙ μ’ αυτά σου τα καμώματα έχασες και το θρόνο και τη νύφη». Κι ο Ιπποκλείδης τού απάντησε κοφτά: «Σκασίλα μου!»

Έτσι έχασε και πλούτη και τιμές, για ένα κέφι, μα κέρδισε όλων τις καρδιές ο Ιπποκλείδης. Και έμεινε αθάνατος στην ιστορία, πρώτος ρεμπέτης του ντουνιά.

Από τα μικρά πεζά Οι ρεμπέτες του ντουνιά (εκδ. Ιανός, 2004) του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Ντίνος Χριστιανόπουλος

Γιάννης Καρατζόγλου, Ουδείς οίκτος

Ουδείς οίκτος

Η «ολοσχερής καταστροφή του πολυτελούς αυτοκινήτου γνωστού επιχειρηματία», συνέβη στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, εκεί γύρω στις αρχές της δεκαετίας του ’90 που τα πάντα ανατρέπονταν: τα καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού κατέρρεαν ένα-ένα σαν τραπουλόχαρτα με ταυτόχρονη θριαμβολογία των οπαδών του άκρατου καπιταλισμού, η σκέψη των Μαρξ και Ένγκελς μεταλλάσσονταν αργά και σταθερά από τα ρούχα των Μαρκς και Σπένσερ που επιτέλους είχαν φτάσει και στην Ελλάδα, ενώ στα πανεπιστήμια τα αμπέχονα και τα καφτάνια της προηγουμένης δεκαετίας εξαφανίζονταν κι αυτά, δίνοντας τη θέση τους σιγά-σιγά σε κομψά μπλουτζίν και χρωματιστά μπλουζάκια.

Εκείνη τη μέρα, ο κύριος Καθηγητής της έδρας Οργάνωσης Επιχειρήσεων, στο πλαίσιο του «ανοίγματος» της «από καθέδρας» διδασκαλίας, είχε καλέσει, όπως το συνήθιζε τελευταία, έναν γνωστό για την ραγδαία του επιτυχία αλλά και από τη συχνή παρουσία του στις σελίδες των κοσμικών στηλών επιχειρηματία, προκειμένου να μιλήσει στο Τμήμα και να αναπτύξει έτσι στους φοιτητές την αιτία της ανοδικής και επιτυχημένης επιχειρηματικής του πορείας, μια «μελέτη περιπτώσεως» δηλαδή, όπως λέγεται.

Το Αμφιθέατρο της Σχολής ήταν φίσκα. Διακόσιοι φοιτητές και βάλε ήρθαν να ακούσουν τη «μελέτη περιπτώσεως», μια που ο κύριος καθηγητής άφηνε πάντοτε να εννοείται ότι όποιος παρακολουθούσε τις έξτρα διαλέξεις που διοργάνωνε θα είχε ένα «μπόνους» στη βαθμολογία του Ιουνίου που θα επηρέαζε (προς τα πάνω, βέβαια) την «κατάκτηση» του πολυπόθητου 5.

Ο σαρανταπεντάρης επιχειρηματίας κατέφθασε με την ασημί διθέσια Μερσεντές του για την οποία ήτανε πολύ περήφανος και παρκάρισε το αυτοκίνητο έξω από το κυλικείο της σχολής, όπου τον περίμενε ο κύριος καθηγητής για να τον συνοδεύσει στο αμφιθέατρο που ήταν λίγα μέτρα παρακάτω. Μπήκανε στην αίθουσα μαζί, φθάσανε στα καθηγητικά έδρανα και ο καθηγητής τον παρουσίασε με θερμά λόγια στο ακροατήριο: —Σήμερα, παιδιά μου, θα σας παρουσιάσω έναν σημαντικό επιχειρηματία της περιοχής μας, που θα σας μιλήσει για την επιχειρηματική του επιτυχία, πώς έφθασε μέχρι εδώ και τι πρέπει να κάνει κάθε διευθυντής μιας επιχείρησης για να ανέλθει οικονομικά και κοινωνικά, πώς δηλαδή να διευθύνει την επιχείρηση που έφτιαξε ο ίδιος ή πώς να την διοικήσει αν η μοίρα το φέρει να διοριστεί ως διευθυντής, δηλαδή ως ανώτατο στέλεχος. Αλλά, ας αφήσω τις πολλές εισαγωγές κι ας δώσω κατευθείαν το λόγο στον πολύ γνωστό κ. Ντίνο Αβράσογλου. Το βλέμμα του επιχειρηματία σάρωσε γρήγορα το αμφιθέατρο, προσπέρασε κάποια αμπέχονα και μερικά αντάρτικα γένια (υπολείμματα της περασμένης δεκαετίας) και προσγειώθηκε στην επάνω σειρά των εδράνων, όπου σταμπάρισε μια όμορφη ξανθιά φοιτήτρια. Πάτησε αποφασιστικά το κουμπί του προβολέα για την εκκίνηση, η οθόνη πίσω του έδειξε έγχρωμα και μεγαλοπρεπώς την πιο μοντέρνα πλευρά του κτηρίου του εργοστασίου του και ξεκίνησε την ομιλία του.

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να σας ευχαριστήσω, κύριε καθηγητά, για την ευκαιρία που μου δίνει η Σχολή σας να μιλήσω στους φοιτητές σας σχετικά με τον τρόπο που γίνεται κανείς επιτυχημένος επιχειρηματίας. Λόγω του περιορισμένου χρόνου, θα αναφερθώ μόνο σε ένα θέμα, αλλά –για μένα– πολύ βασικό. Δεν θα σας μιλήσω λοιπόν για το ξεκίνημα μου, εξ άλλου στον κόσμο των επιχειρήσεων το θέμα δεν είναι πώς ξεκινάει κανείς, αλλά πώς μπορεί να κρατήσει μια επιχείρηση ζωντανή ανάμεσα στις διάφορες σημερινές συμπληγάδες. Και, δυστυχώς, αυτό σήμερα πιστεύω ότι συνδέεται με το θέμα του υγιούς συνδικαλισμού. Θα καταλάβετε σε λίγο τι εννοώ.

Εγώ, κυρίες και κύριοι φοιτητές, είμαι αυτοδημιούργητος. Ένας αυ-το-δη-μι-ούρ-γη-τος ξαναλέω, που ξεκίνησε από μια μικρή πόλη της Ελλάδος. Φυσικά, εσείς λογικά δεν γνωρίζετε τι σημαίνει αυτό γιατί είστε ακόμα σπουδαστές. Όλα όσα βλέπετε στην οθόνη πίσω μου, αποθήκες, βιομηχανοστάσια, γραφεία, βγήκαν απ’ τον ιδρώτα μου κι απ’ τη δική μου τη δουλειά, αποκλειστικά. Ξεκίνησα με το μυστρί πριν από είκοσι χρόνια και τώρα βλέπετε αυτό το θαύμα. Και μη νομίζετε πως δεν αντιμετώπισα κινδύνους όλα αυτά τα χρόνια. Μη θαρρείτε ότι διάφοροι ζηλόφθονοι δεν έκαναν τα αδύνατα δυνατά να με καταστρέψουν – ανταγωνιστές, εφοριακοί, βαλτοί πολιτικάντηδες, μπαταχτσήδες πελάτες και άλλοι πολλοί. Εγώ, όμως, σκληρός κι αποφασιστικός σαν βράχος. Και σαν παράδειγμα της αποφασιστικότητας που χρειάζεται για να κρατήσει κανείς μια επιχείρηση όρθια, θα σας πω με δυο λόγια πώς έσπασα την πρώτη και μοναδική απεργία που μου κάνανε.

Το ακροατήριο άκουγε με προσοχή (προς το παρόν τουλάχιστον) μια και ο καθηγητής επόπτευε στιβαρά το περιβάλλον.

Είχα που λέτε κάποτε έναν αλήτη, αποθηκάριο. Δηλαδή τι αποθηκάριο, τρίχες αποθηκάριος ήτανε. Απλώς παραλάμβανε τα δείγματα που έρχονταν από τους προμηθευτές, τα μετρούσε, αν τα μετρούσε όλα ο κερατάς, τα ψευτοτακτοποιούσε στα ράφια τους και τα πέρναγε στο κομπιούτερ. Όταν έμπαινες στην αποθήκη του, έκανε πάντοτε πως ήτανε απασχολημένος, αλλά αυτουνού, όπως αποδείχτηκε, αλλού ήταν το μυαλό του. Άσκημη φάτσα, μαυριδερή, κατσικίσια. Θα μου πεις, γιατί τον πήρες, κύριε, στη δούλεψη σου αυτόν τον αχαΐρευτο; Έλα ντε… Να ’ναι καλά το ρουσφέτι. Είχε ένα θείο στην Εφορία Ανωνύμων –μεγάλο καθίκι κι αυτός ο θείος– που μια φορά, τη μοναδική φορά που δεν μου γύρεψε φακελάκι ή μάλλον, όπως το συνήθιζε, φακελάρα, με παρακάλεσε να προσλάβω το γιο του, που είχε τελειώσει το Λύκειο και βολόδερνε από καφενείο σε καφενείο τάχα πως έψαχνε για δουλειά. Έτσι τον προσέλαβα και τον έβαλα στην αποθήκη δειγμάτων. Φυσικά, στην αρχή ήτανε ψαρωμένος. Τι «καλημέρα σας, κ. Ντίνο, τα σέβη μου» μου έλεγε ο χαμηλοβλεπούσας μόλις τον τράκαρα στην αυλή του εργοστασίου, δεν λέγεται. Με πέθανε στα «σέβη» και στο ψέμα. Αυτός, λοιπόν, που δεν τον έκοβες ούτε για μισή οκά άνθρωπο, αυτός μου την έκανε όλη τη δουλειά.

Μια μέρα, πέρσι τον Ιούνιο, έρχομαι προς στο εργοστάσιο μαχμουρλής και κακόκεφος. Στρίβω απ’ τον κεντρικό δρόμο, πλησιάζω στην πύλη, οπότε τι να δω! Καμιά τριανταριά ρεμάλια στέκονται μπροστά στο φυλάκιο κρατώντας ο ένας τον άλλον αγκαζέ, δεν αφήνουν να περάσει κανένας μέσα, και βαστούν ένα πανό που γράφει «ΑΠΕΡΓΙΑ – Η ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ». Άκου να δεις, κύριε, η τρομοκρατία…Αμέσως την ανθίστηκα τη δουλειά: η τρομοκρατία ήμουνα εγώ, εγώ που τους έδινα τόσο καιρό ψωμί και φαΐ, που θα είχαν πεθάνει στην πείνα από την ανεργία οι αχάριστοι. Εγώ που τους είχα σαν πατέρας κι αδερφός, που… άσ’ τα να πάνε. Σταματώ μπροστά τους το αυτοκίνητο (παρά λίγο να πέσω επάνω τους κι ύστερα ποιος τους μαζεύει), χαμηλώνω το τζάμι μου και ρωτώ δήθεν αθώα «Τι γίνεται εδώ, ρε παιδιά;»

Οπότε που λέτε, πετιέται εκείνος ο αληταράς ο αποθηκάριος και με αυθάδεια μου λέει: «Το Σωματείο του εργοστασίου στη χθεσινή του Γενική Συνέλευση αποφάσισε ομόφωνα να παλέψει ενάντια στην αυθαιρεσία του αφεντικού, ενάντια στις τρομοκρατικές μέθοδες της εταιρείας, για ένα ενιαίο και δυνατό σαν πυγμή συνδικαλιστικό κίνημα στο εργοστάσιο». «Κι εσύ τι ρόλο παίζεις, ρε;» τον ρωτάω. «Είμαι ο νέος Πρόεδρος του Σωματείου», μου απαντάει σαν φουσκωμένος γάλος. Κοιτάζω τους άλλους στα μάτια, όλοι απέφευγαν να με κοιτάξουν. Αλλά το αγκαζέ, αγκαζέ κι η πυγμή, πυγμή. «Εμένα θα με αφήσετε να περάσω τουλάχιστον;» του λέω με μισό χαμόγελο, φαρμακερό. «Μόνον εσάς και τους διευθυντές αλλά κανέναν άλλον», απαντάει ο κακορίζικος. Κάνουν μερικοί στην άκρη, αφήνουν πέρασμα απ’ την πύλη, πατάω γκάζι στην Μερτσέντες και παρκάρω στη θέση μου. Βλέπω στα παράθυρα των γραφείων τον Αργυρόπουλο τον οικονομικό και τον Πετρίδη τον διοικητικό να με περιμένουν με αγωνία στα πρόσωπα τους.

Ανεβαίνω επάνω και τους μαζεύω σε σύσκεψη. «Καλά, ρε άσχετοι, ανίκανοι, βλάκες, που σας έχω και διευθυντές με δικαίωμα υπογραφής και αυτοκινητάρες, κανένας σας δεν κατάλαβε τι γινόταν τόσο καιρό πίσω απ’ την πλάτη σας; Κανένας; Να σας τη φέρουν έτσι ένας άξεστος αποθηκάριος, δυο-τρεις οδηγοί φορτηγών και ένας φύλακας; Να κάνουν τόσο καιρό συνεννοήσεις για Σωματείο και εσείς να μην πάρετε ντιπ χαμπάρι; Τίποτα, βρε βλάκες, δεν καταλάβατε; Κι εκείνος, που τον ακριβοπληρώνω και τον έχω να τριγυρνάει από τμήμα σε τμήμα και να μαθαίνει τι γίνεται, κι αυτός δεν έμαθε τίποτε; Πού είναι σήμερα, πού βόσκει; Μαζί με τους απεργούς είναι; Τώρα ξύπνησε; Τώρα είναι αργά και γι αυτόν και για όλους μας.»

Εδώ και ώρα οι φοιτητές κοιτιόντουσαν μεταξύ τους, άλλοι είχαν κρεμάσει ένα ειρωνικό χαμόγελο στο πρόσωπο τους, μερικοί το έριξαν στη συζήτηση ενώ εκείνοι με τα αμπέχονα ετοιμάζονταν να αντιδράσουν και έστελναν χαρτάκια με πιθανά σχέδια ο ένας στον άλλο.

Με παρακολουθούσανε που λέτε σαν κότες όλοι οι μεγαλόσχημοι διευθυντάρες, με χαμηλωμένο το κεφάλι, κι αναλογίζονταν κι αυτοί τι τους ξημερώνει. Ο μόνος που κάτι πήγε να πει ήταν ο Πετρίδης: «Νομίζω, κ. Ντίνο, ότι ουδέν κακόν αμιγές καλού, διότι έκαναν πολλά λάθη. Πρώτον, η απεργία τους είναι σίγουρα παράνομη και καταχρηστική γιατί δεν μας ειδοποίησαν εγγράφως σαράντα οκτώ ώρες πριν. Αλλά και το Σωματείο τους είναι παράνομο». «Γιατί, ρε Πετρίδη, είναι παράνομο;» τον ρώτησα με κάποια ελπίδα. «Γιατί κύριε Ντίνο, έμαθα ότι το καταστατικό το υπόγραψαν είκοσι ένας, αλλά στο μεταξύ τον εικοστό πρώτο τον είχαμε απολύσει, άρα δεν είχε δικαίωμα να είναι ιδρυτικό μέλος του Σωματείου. Αν οι ημερομηνίες βγαίνουν έτσι, τότε όχι μόνο το Σωματείο είναι παράνομο, αλλά και οι αρχηγοί του δεν μπορούν να έχουν καμία συνδικαλιστική προστασία». Να σε φιλήσω, Πετρίδη μου, σκέφτηκα, αλλά του είπα βαρύθυμος: «Αν είναι όπως τα λες, Πετρίδη, έχουν υπογράψει τη θανατική τους καταδίκη. Μόνο κοίταξε να βρεις τους δικηγόρους μας, να πάνε στα δικαστήρια να ψάξουν τα κιτάπια, να βρουν τις ημερομηνίες και τα τοιαύτα και μέχρι το μεσημέρι να μας πουν, μην τους πάρει κι αυτούς και τους σηκώσει. Τους ζυγούς λύσατε τώρα», τους απέπεμψα.

Στο μεταξύ είχανε φτάσει κάτι φορτηγά γιατί είχα να φορτώσω μια μεγάλη εξαγωγή για Βουλγαρία. Οι φορτηγατζήδες, άλλο που δε θέλανε, μόλις είδαν τα δικά μου τα τσογλάνια να μην τους επιτρέπουν την είσοδο, άραξαν στο τιμόνι τους, βάλανε μουσική κι άρχισαν τα φραπεδάκια. Πού να τρέχουνε τώρα στη Στάρα Ζαγόρα και στα βουνά μέσα στη ζέστη του Ιουνίου; Το μεροκάματο, ούτως ή άλλως, θα ’πεφτε από τη μεταφορική. Άλλα κοπούκια κι αυτοί, τέλος πάντων. Πήρα τηλέφωνο το «σύντροφο» όπως ακόμα τον αποκαλούσα, τον Γιορντάν, παλιά κομμούνα που είδε παντεσπάνι στον καπιταλισμό κι έγινε χειρότερος από μας, και του είπα τα καθέκαστα. «Και πόσο καιρό θα κρατήσει αυτή η φασαρία, ρε Ντίνο»; με ρώτησε ανήσυχος. «Καναδυό μέρες», του απάντησα καθησυχαστικά. «Κι αν δεν λυθεί η απεργία, τι θα γίνει» συνέχισε να με βασανίζει. «Ρε Γιορντάν, μη φοβάσαι, θα τους ξεσκίσω, έχεις το λόγο μου», του έριξα. «Καλά ρε Ντίνο, αλλά σε σένα να κάνουνε σωματεία κι απεργίες;», έριξε το φαρμάκι του ο κομμούνας. Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, αλλά είπα μέσα μου, πίσω έχει η αχλάδα την ουρά.

Το μεσημέρι οι δικηγόροι μας φέρανε τα καλά μαντάτα : πράγματι, ο εικοστός πρώτος μαγκάκος που είχε βάλει την υπογραφή του στο καταστατικό του σωματείου είχε απολυθεί από μένανε τον ίδιο την προηγούμενη μέρα. Άρα ο Πετρίδης είχε δίκαιο, άρα το κωλοσωματείο τους ήτανε παράνομο, το ίδιο και η απεργία τους. Τώρα θα τους κάνω να πούνε τον δεσπότη Παναγιώτη, σκέφτηκα με κρυφή χαρά.. Φωνάζω τον Πετρίδη, του λέω τα καθέκαστα, και του δίνω οδηγίες : κήρυξη του σωματείου ως παράνομου, της απεργίας ως καταχρηστικής και απόλυση χωρίς φυσικά καμιά αποζημίωση σε όσους συμμετείχαν στο συμβούλιο. Για τους άλλους θα ’βλεπα τι θα τους έκανα , γιατί μερικούς τους χρειαζόμουνα. Έφυγα κατά τις τέσσερις το απόγευμα για το σπίτι, τέρμα ζοχαδιασμένος. Περίμενα την άλλη μέρα να μου πουν οι δικηγόροι τι απόκαναν.

Την άλλη μέρα το πρωί, άλλη βόμβα μεγατόνων: ο άχρηστος εκείνος που είχα απολύσει και υπόγραψε το καταστατικό ως εικοστός πρώτος μού έστειλε με δικαστικό κλητήρα αγωγή ότι τάχα τον απέλυσα καταχρηστικά. Αυτό σήμαινε ότι αν το δικαστήριο έβγαζε την απόλυσή του παράνομη, δικαίως είχε υπογράψει το καταστατικό, άρα θα ήτανε νόμιμο και το σωματείο. Θα μου πεις, δεν σας είχαν ειδοποιήσει πριν 48 ώρες για την απεργία. Θα μπορούσες να τους τη χαλάσεις. Ναι, αλλά ο σκοπός δεν ήταν να τους χαλάσω αυτή την απεργία για να μου τη σκάσουν αύριο-μεθαύριο με κανονική, κρατώντας όλες τις προθεσμίες και τα τοιαύτα. Σκοπός ήτανε να τους διαλύσω το σωματείο, να πέσουν κεφάλια, να μη τολμήσουν να ξανασηκωθούν ποτέ πια. Την είδα τη δουλειά σαν μοναδική ευκαιρία. Τώρα όμως τι θα γινόταν;

Φωνάζω τον Αργυρόπουλο και του λέω: «Κοίτα, Αργυρόπουλε, στο καταστατικό του σωματείου βάλανε την υπογραφή τους και δύο δικοί σου από το λογιστήριο. Δεν ξέρω τι θα κάνεις, αλλά αν θέλεις να έχεις μέλλον στην εταιρεία, πρέπει να κάνεις κουμάντο να αποσύρουν την υπογραφή τους.» Ο Αργυρόπουλος πάγωσε: χρόνια μπλεγμένος με τα λογιστικά του, τις εφορίες και τις τράπεζες, αν και πεπειραμένος σ’ αυτά, στα συνδικαλιστικά ήτανε άπραγος. Ωστόσο, μπροστά στην απειλή να χάσει τα ωραία και τα καλά του, πήρε τις αποφάσεις του. Μια και δυο τράβηξε στις γυναίκες των υπαλλήλων του, αυτές που σίγουρα θα τις άκουγαν οι «δικοί του». Αυτές πάλι, έπιασαν τους άντρες τους απ’ τους γιακάδες, τι τους θες, ρε πεζεβέγκη, τους συνδικαλισμούς όταν δεν θα ’χουμε να πληρώσουμε αύριο το στεγαστικό, και με τέτοια και με άλλα τους έπεισαν να αποσύρουν την υπογραφή τους.

Στο σημείο εκείνο, τα αμπέχονα δεν άντεξαν: ο αρχηγός σηκώθηκε όρθιος, διάβασε την έντονη διαμαρτυρία του «ενάντια στο σύγχρονο εκπαιδευτικό σύστημα που εισάγει η Κυβέρνηση-δούλος των μονοπωλίων και της Κοινής Αγοράς» και όλοι μαζί αποχωρήσανε για το κυλικείο μέσα σε ηχηρές διαμαρτυρίες. Όμως, ο κύριος επιχειρηματίας δεν είχε τελειώσει ακόμα κι ούτε που ίδρωσε το αυτί του για την αποχώρηση των αριστερών φοιτητών. Σιχτίρ, να φύγουν οι ανάρχω, σκέφτηκε, χωρίς όμως να πει δημόσια τις σκέψεις του.

Να μη σας τα πολυλογώ, είχαμε κι άλλες φάσεις, όπως κάτι τυπάδες με τσιγκελωτά μουστάκια από διπλανά εργοστάσια που έρχονταν για συμπαράσταση στους δικούς μας κι έτρωγαν κι έπιναν μπροστά στην πύλη τα σουβλάκια και τις ρετσίνες των δικών μας των ηλιθίων, Κούρδους που τριγυρνούσαν να πουλήσουνε φυλλάδια στους απεργούς, κάτι τύπους με λιγδερά αμπέχονα που πουλούσαν εφημερίδες, μέχρι και ένα Γκολφ με δυο παστρικές εμφανίστηκε μια μέρα και κοντοστέκονταν με τις ώρες μπας και βρούνε πελατεία. Οι μόνοι που δεν εμφανίστηκαν ποτέ ήταν οι αστυνομικοί. Ούτε ένα περιπολικό δεν στείλανε οι αχρείοι, έτσι, έστω για τα μάτια. Μετά μου λέτε για το κράτος. Ούτε κράτος ούτε τίποτα δεν έχουμε. Αν δεν έχεις μόνος σου νύχια να ξυθείς, έχασες.

Είκοσι μέρες κράτησε η απεργία. Είκοσι ολόκληρες μέρες χρειάστηκαν οι δικηγόροι να κάνουν τα χαρτιά, να πάνε στα δικαστήρια, να τους βγάλουν παράνομους και να λήξει το θέμα μας. Περιττό να σας πω ότι και οι δεκαεννιά πήρανε τις απολύσεις τους στο χέρι. Και ότι, από την επόμενη μέρα της απόλυσης, βάλανε λυτούς και δεμένους να τους ξαναπάρω. Πέντε-έξι μάλιστα ξεδιάντροποι ζήτησαν μέχρι και να με δουν. Εγώ, αν και τους άφησα να τσουρουφλίζονται κανένα δεκαπενθήμερο, στο τέλος τους δέχτηκα έναν-έναν. Με παρακαλούσαν γονατιστοί, μυξοκλαίγανε πως τους παρέσυρε ο αποθηκάριος κι εκείνο το βλήμα ο φορτηγατζής ο Γρηγόρης, πως το μετάνιωσαν πικρά, πως αν τους ξανάπαιρνα θα ήταν δυο φορές πιο αφοσιωμένοι στην εταιρεία κι άλλα τέτοια. Εμένα δεν ίδρωνε το αφτί μου. Τους κοίταγα ειρωνικά, τους έριχνα τα μπινελίκια που τους έπρεπαν, αλλά δεν τους απαντούσα για την πρόσληψη. «Θα δούμε», έλεγα σαν τη Σφίγγα.

Δυο μήνες αργότερα τα πράγματα ηρέμησαν τελείως. Πήρα τρεις-τέσσερις πίσω, τους άλλους τους μήνυσα ότι δεν θέλω να τους ξέρω. Φυσικά ο συγγενής μου ο εφοριακός δεν τόλμησε να μου τηλεφωνήσει για τον αλητάμπουρα το γιο του. Αυτοί που ξαναπήρα γίνανε οι πιο πιστοί μου ακόλουθοι, πώς το λένε ορισμένοι, «πραιτοριανοί». Δεν έπεφτε καρφίτσα στην παραγωγή χωρίς να το μάθω, δεν γινότανε τίποτε στις φορτώσεις πριν το πληροφορηθώ εγώ. Ουδέν κακόν, αμιγές καλού, που είχε πει κι ο Πετρίδης. Θαρρώ πως τους καθάρισα μια για πάντα. Τώρα, όποιος σκεφτεί τη λέξη σωματείο, αμέσως το ξανασκέφτεται δυο φορές.

Έτσι εξασφαλίζεται η σιδηρά πειθαρχία στα εργοστάσια, αγαπητοί φίλοι και φίλες. Κι έτσι τιμωρώ και θα τιμωρώ όλους όσους στραβοκοιτούν την περιουσία μου και όσα έφτιαξα με δάκρυα και αίμα. Κι αυτό δεν είναι σκληρότητα. Δικαιοσύνη είναι. Κοινωνική δικαιοσύνη, μάλιστα κύριε. Γιατί ποιος είσαι, κύριε, εσύ, ο τίποτα, ο κανένας στην κοινωνία, που, παρά το ότι σε ταΐζω και σε ποτίζω, θες να καταστρέψεις ότι δημιούργησα; Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει αν μου κουνηθείς. Άκου «η τρομοκρατία δεν θα περάσει»… Ακόμα το θυμάμαι και μου ανεβαίνει η πίεση. Αμ πέρασε, κορόιδα, πέρασε και θα περνάει πάντα. Όχι, τι νομίζατε; Τζάμπα έπεσε το τοίχος του Βερολίνου και ήρθε μέχρι και στη Σοβιετία ο καπιταλισμός; Τα κεφάλια μέσα, λοιπόν, όλοι στη δουλειά είναι πλέον το μήνυμα στο εργοστάσιό μου…

Ο επιτυχημένος επιχειρηματίας, κατακόκκινος από το κρεσέντο του, έδωσε στο ακροατήριο του να καταλάβει ότι η διάλεξη είχε τελειώσει. Ωστόσο καμιά εκατοστή φοιτητές που είχαν μείνει μαζί με τον καθηγητή τους παρέμεναν αμήχανα αποσβολωμένοι και βουβοί κοιτώντας τον για ατέλειωτα δευτερόλεπτα όχι μόνον χωρίς να χειροκροτούν, έστω κι από τυπική ευγένεια, αλλά μερικοί βάζοντας στο μυαλό τους από στιγμή σε στιγμή να του ορμήσουν. Κάποιοι μάλιστα άρχισαν να αποχωρούν από το αμφιθέατρο συζητώντας μεταξύ τους συνωμοτικά. Την παρατεταμένη σιωπή πήρε επί τέλους την πρωτοβουλία να τη διακόψει ο καθηγητής που είχε την έμπνευση να τον προσκαλέσει στο πλαίσιο του μαθήματος «Διοίκηση Επιχειρήσεων» ευχαριστώντας τον για όσα διδακτικά είπε σήμερα στα αυριανά στελέχη επιχειρήσεων και, γιατί όχι, πιθανούς επιχειρηματίες. —Μήπως έχετε κάτι διδακτικό να προσθέσετε, κ. Αβράσογλου; —Ναι, απάντησε ο επιχειρηματίας. Λίγοι φοιτητές απομείνανε κύριε καθηγητά, αλλά τυχεροί. Τυχεροί γιατί μόνο σ’ αυτούς θα αποκαλύψω τη θεωρία μου… Μπορώ να έχω άλλα δέκα λεπτά; ρώτησε τον καθηγητή.

Ακούστε λοιπόν: όσοι από εσάς θα γίνετε επιχειρηματίες, αλλά κι όσοι θα διευθύνετε μια μέρα, παίρνοντας παχυλούς μισθούς, επιχειρήσεις ξένων αφεντικών, θα πρέπει να έχετε από την πρώτη στιγμή στο μυαλό σας ότι μια επιχείρηση δεν είναι κατηχητικό κι ούτε ο επιχειρηματίας είναι παπάς της ενορίας που οργανώνει συσσίτια. Για να ξέρετε τι σας γίνεται, θα σας κάνω τη χάρη να σας αποκαλύψω την αρχή, τη θεωρία του ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ για να τη βάλετε καλά μες στο μυαλό σας, να μάθετε πώς διατηρούνται οι επιχειρήσεις.

Η οικονομία της αγοράς είναι μια ζούγκλα που βάζει κάποιους κανόνες αλλά δεν παύει να θυμίζει τη βασική πραγματικότητα μιας ζούγκλας που μπορεί να περιγραφεί μόνο με τις γνωστές παροιμίες: ο θάνατος σου η ζωή μου, το μεγάλο ζώο τρώει το μικρό, το μικρό επιβιώνει λουφάζοντας μέχρι να γίνει κι αυτό ισχυρό, πάντοτε υπάρχει ένα μεγαλύτερο ζώο για να σε κατασπαράξει κλπ. Και η επιβίωση ενός επιχειρηματία ή ενός υψηλόβαθμου στελέχους σε μια εταιρεία, σε μια επιχείρηση, σε έναν οργανισμό, υπακούει μόνο σε μία αρχή: Ουδείς οίκτος.

Ουδείς οίκτος σημαίνει ότι κανείς δεν θα λυπηθεί τα τυχόν λάθη σου, την απαίτησή σου για καλυτέρευση της ζωής σου, τα δικαιώματά σου για ξεκούραση, το δικαίωμά σου σε κάποιες αποτυχίες, αν θέλετε.

Ουδείς οίκτος σημαίνει ότι αν δεν είσαι κατασκευασμένος από σιδερένια αντοχή, από ατσάλινη απάθεια για όσα συμβαίνουν στους άλλους, αν είσαι λιγουλάκι αισθηματίας ή ευαίσθητος, κανένας δεν θα σου δείξει τον οίκτο του όταν θα πέφτεις, γιατί αν είσαι λίγο μαλακός, λίγο από ζυμάρι, θα πέσεις γρήγορα και σίγουρα.

Ουδείς οίκτος πρέπει να είναι και η δική σου αρχή συμπεριφοράς προς πάσα κατεύθυνση είτε μέσα στην αγορά είτε μέσα στην ιεραρχία μιας επιχείρησης, είτε δηλαδή προς τα έξω είτε προς τα πάνω είτε προς τα κάτω είτε μέσα στην επιχείρηση. Ουδείς οίκτος πρέπει να είναι η συμπεριφορά σου προς κάθε εργαζόμενο, εφοριακό, αρχιμανδρίτη, υπουργό, τραπεζικό ή οποιονδήποτε άλλον απ’ όλους τους φθονερούς αυτούς κατσικοκλέφτες που το μόνο που έχουν στο μυαλό τους είναι πώς θα σου φάνε όλο το βιος σου, ή στην καλύτερη περίπτωση, ένα μέρος απ’ αυτό.

Πρέπει να είσαι φιλόδοξος, φιλόδοξος μέχρι εκεί που δεν παίρνει, ερωτευμένος με την κοινωνική επιτυχία ή τουλάχιστον αυτό που επιτυγχάνει κανείς στην οικονομία της αγοράς μέσω της επαγγελματικής επιτυχίας και που τελικά όλοι την ονομάζουνε κοινωνική επιτυχία. Μην αυταπατάστε: μόνο η φιλοδοξία των ανθρώπων οδηγεί τις κοινωνίες μπροστά, στις μεγάλες ανακαλύψεις, στα μεγάλα έργα. Και μην ντρέπεστε καθόλου γι’ αυτό: αντίθετα να χαίρεστε που είστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί μόνον έτσι κι εσείς θα πάτε μπροστά. Και να θυμάστε πάντα αυτή τη μέρα που σας αποκάλυψα τη μεγάλη αυτή Αρχή: ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ, παιδιά. Εφαρμόστε το στη ζωή σας και θα με θυμάστε, θα βλογάτε τα πεθαμένα μου σε λίγα χρόνια. Και πάλι σας ευχαριστώ…

Ο φοβερός και τρομερός επιχειρηματίας έκλεισε την ομιλία του κουνώντας το χέρι του για χαιρετισμό σε όσους, ελάχιστους φοιτητές είχαν απομείνει στο αμφιθέατρο από το αποσβολωμένο του ακροατήριο. Βγαίνοντας από τη σχολή μαζί με τον κύριο καθηγητή, άκουσε κάτι σαν οχλαγωγία, σειρήνες περιπολικού, φοιτητές να τρέχουν δεξιά-αριστερά. Σπρώχνοντας και απωθώντας τούς γύρω του έφτασε στην έξοδο, μπροστά στο κυλικείο, όπου είχε παρκάρει τη Μερσεντές. Το αυτοκίνητο φλέγονταν και γύρω-γύρω κορυβαντιώντες φοιτητές χειροκροτούσαν, ενώ η πυροσβεστική που είχε ειδοποιηθεί από τον κυλικειάρχη μόλις είχε φτάσει και ξετύλιγε τους κρουνούς. Πότε στον διάβολο, σκεφτόταν ο επιχειρηματίας, πρόλαβαν οι ανάρχω και γράψανε ήδη το μεγάλο πανό με τα δικά του λόγια «ΟΥΔΕΙΣ ΟΙΚΤΟΣ» και τον κοιτάζανε ειρωνικά… πότε πρόλαβαν οι αλήτες…

Αδημοσίευτο διήγημα (2003) του Γιάννη Καρατζόγλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γιάννης Καρατζόγλου

Κωστής Μοσκώφ, Η αποστολή

Η αποστολή

Η δουλειά μου αποκλήθηκε «μοντέλο δουλειάς». Από όλες τις παρατάξεις. Εξαίρεση οι διπλωμάτες. Και η κομματική επιτροπή στο ΥΠΕΞ, μιας μη ακόμα εκσυγχρονισμένης Δεξιάς. Κατάφερε να με απολύσει στα 1992 ως «ανάπηρο». «Οι ανάπηροι είστε εσείς», τους αποστόμωσε σύσσωμος τότε ο Τύπος. Αντιπατριωτικά πράγματα. Και ιδίως αντιαισθητικά.

*

Σύμπλεγμα κατωτερότητας. Με κάποιες εξαιρέσεις βέβαια. Στο πνεύμα της συντεχνίας. Οι πολλοί σνομπ και άμαθοι. Και απάτριδες. Βλάκες. Κάποιοι με περικεφαλαία. Πώς να πλεύσει το καράβι της Πατρίδας στο δύσκολο νηολόγιό του;

*

Πώς θα πλεύσει σε αυτή την πιο δύσκολη θάλασσα της Οικουμένης το καράβι η «Ωραία Ελλάς»; Ποιοι θα κουμαντάρουν τον πλου, ναύαρχοι της πολιτικής και διπλωμάτες καπεταναίοι; Γιατί αυτή η πτώχεια πλοηγών σε μια χώρα που παράγει ναυτικούς μέσα στους αιώνες; Υπάρχουν λαμπρές εξαιρέσεις στο ΥΠΕΞ. Ο Μίκης Καμπάνης, ο Αγγελάκης, ο μακαρίτης Καλαμίδης, ο Κώστας Ζέππος από παλιά καπετανάτα της Ύδρας και της Μυκόνου. Κάποιοι ελάχιστοι άλλοι. Όταν ψάχναμε εναγώνια τις αιτίες με τους παλιούς προϊσταμένους του ΥΠΕΞ – τον Σαμαρά, τον Χαραλαμπόπουλο, τον Παπούλια, τον Πάγκαλο, υπήρχε ως προς την απάντηση αμηχανία. Παχυλοί μισθοί. Όμως συνάμα ανεπαρκείς για τις συγκρίσεις με τους αντίστοιχους των άλλων χωρών της Δύσης. Αλλά και έλλειψη παλαιότητας – άρα και παράδοσης καθήκοντος στο ελληνικό κατεστημένο. Και στη γραφειοκρατία που το υπηρετεί.

Η χώρα μας στερείται κρατικής παράδοσης. Δεν υπάρχει ο κόσμος, ακόμα και το παραδοσιακό κατεστημένο φρόνημα. Γιατί ένα κατεστημένο παρ’ όλες τις αναπηρίες του γνωρίζει το καθήκον. Απουσία ιδιαίτερα επώδυνη στον τομέα της κρατικής διοίκησης – και ακόμα πιο επώδυνη και επικίνδυνη στον τομέα της διπλωματίας. Πού οφείλεται η έλλειψη εθνικής στρατηγικής; Ή η απουσία της εθνικής αυτογνωσίας; Ή η έλλειψη μιας λαϊκής εθνικής συνείδησης; Και ως εθνική συνείδηση δεν νοούμε βέβαια την πληθωρικά απούσα πατριδοκαπηλία. Το κύριο προϊόν μας μέσα στον Καιρό ο Λόγος. Κι όμως με χίλια ζόρια επέβαλα τα Καβάφεια στην Αίγυπτο: «Θα πουν τον πολιτισμό μας ομοφυλόφιλο», αντέκρουσαν οι διπλωματικοί τότε. Και με άλλα χίλια ζόρια επιβάλαμε τη διδασκαλία της νεοελληνικής στους Άραβες. «Θα γεμίσει η Ελλάδα Αραπάδες», είπε ο τότε εν Καΐρω Γενικός Πρόξενος – πρέσβης αργότερα. Η πολιτεία, και όταν καταλαβαίνει, πάλι συνήθως δεν προφταίνει. Πνίγεται μέσα στις καθημερινές δυσχέρειες που προβάλλει η δύσκολή μας ιστορία και η ακόμα πιο δύσκολη γεωγραφία μας.

*

Να επαναλάβω:

«Ο καιρός κατάργησε τα όνειρα. Απαγορεύεται να ονειρεύεσαι. Απαγορεύεται να ελπίζεις. Οι δομές στη νέα ώρα της δύναμής τους κρατούν σκλάβους τους λαούς. Η Πράξη κουρασμένη, διστάζει τώρα να προχωρήσει. Η Επανάσταση πέθανε; Είναι αυτό το τέλος της ιστορίας;

Η Αποτυχία μας. Η Επιτυχία μας. Η Επιτυχία της Αποτυχίας – η μεταμόρφωσή της σε Λόγο, σε ολικό γεγονός, σε Τραγωδία. Όπως στη ζωή την Σταύρωση ακολουθεί η Ανάσταση. Επικαθοριστική μέσα στην Παράδοση όμως η στιγμή της Λαμπρής. Μέχρις ότου η ώρα της δύναμης των δομών περάσει. Και η Πράξη μπορέσει πάλι δραστικά να εκτυλιχτεί».

Κάιρο, 15.1.98

Από το βιβλίο Η σάρκα σου όλη (Εξάντας, 1998)

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Κωστής Μοσκώφ