Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου: Σπαράγματα ψυχών και στίχων ή ο ποιητής Άνθος Φιλητάς

Σπαράγματα ψυχών και στίχων ή ο ποιητής Άνθος Φιλητάς (του Πρόδρομου Χ. Μάρκογλου)

Ο χρόνος φαίνεται πως παίζει άσχημα παιχνίδια σε συγγραφείς και κείμενα, σε πρόσωπα και γραπτά. Τελικά, ο χρόνος είναι με το μέρος των καθαρμάτων. Αυτοί προλαβαίνουν τα έργα τους. Οι ποιητές πάντα χάνουν. Βέβαια δεν χάνονται. Ήταν η Εποχή (πόλεμος, Αντίσταση, Εμφύλιος, προσφυγιά, ψυχρός πόλεμος, μετεμφυλιακά χρόνια) που ρήμαξε και ποιητές και ποιήματα. Απόμειναν από κείνη τη γενιά σπαράγματα ψυχών και στίχων. Όμως, αν εξακολουθεί η εποχή μας, σήμερα, να έχει κάποιο ανθρώπινο πρόσωπο, αυτό οφείλεται, ακόμη, στην παρακαταθήκη που άφησε εκείνη η γενιά. Άνθρωποι που απορρίψανε κάθε τι προσωπικό για χάρη του αγώνα για κοινωνική δικαιοσύνη. Και φυσικά έχασαν το πολυτιμότερο, τη ζωή τους. Κι όπως λέει ο ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, «Γιατί οι μελλούμενοι ποιητές δε ζούνε πια! Αυτοί που θα μιλούσανε πεθάνανε όλοι νέοι». Ήταν το άλας της γης.

Ο Άνθιμος Χατζηανθίμου ή ο ποιητής Άνθος Φιλητάς, δεν πέθανε, επέζησε της Εποχής. Τα ποιήματά του έμειναν για δεκαετίες σε μια παγωμένη έρημο, λησμονημένα κι από τον ίδιο. Η δημιουργική του πνοή χάθηκε στις στέπες του Ουζμπεκιστάν. Γύρισε όμως κοντά μας, επιτυχώς, το 1980, και κάποιοι φανατικοί φίλοι και θαυμαστές της ποίησής του ξανατύπωσαν τα λίγα του ποιήματα, ενάντια στις καταστροφές, για να δοθεί δικαιοσύνη.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά: Οι μόνες πληροφορίες που είχαμε για τον Φιλητά ήταν από τον πρόσφατο εκδότη του, Φίλιππο Βλάχο, τον ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, κάποιες παλιές κριτικές που γράφτηκαν για το πρώτο του βιβλίο, «Σύννεφα», στα 1937, από τον Κλέωνα Παράσχο και τον Γιώργο Μυλωνογιάννη. Ο Άνθος Φιλητάς (ψευδώνυμο του Άνθιμου Χατζηανθίμου) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1920. Το 1936 έγραψε την ποιητική συλλογή «Σύννεφα», που τυπώθηκε το 1937 στην Αθήνα. Είχαν προηγηθεί τα «Θλιμμένα χαμόγελα» το 1934, που όμως σαν πρωτόλεια ο ποιητής αργότερα τ’ αποσιώπησε. Το 1938 δημοσίευσε στο περιοδικό της Θεσσαλονίκης «Μακεδονικές Ημέρες» το ποίημα «Η αποσύνθεση της γαλήνης» και ύστερα τίποτε πια.

Το 1940 ο Μανόλης Αναγνωστάκης τον θυμάται φοιτητή της Νομικής Θεσσαλονίκης κι αργότερα μας πληροφορεί πως στις 25 του Μάρτη του 1943, στην Κατοχή, ήταν αυτός που πετάχθηκε μέσα απ’ το πλήθος που συνάχθηκε για να στεφανώσει την προτομή του ναυάρχου Βότση, μ’ ένα στεφάνι στα χέρια, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Γερμανών, φωνάζοντας ΖΗΤΩ ΤΟ ΕΑΜ. Κι ύστερα, όπως γράφει ο Φίλιππος Βλάχος, βγαίνει στην παρανομία και πολεμάει με τον ΕΛΑΣ. Στον εμφύλιο πήρε μέρος σαν πολιτικός επίτροπος ταξιαρχίας. Μετά την ήττα βρέθηκε σε αναγκαστική υπερορία στην Τασκένδη. Η ποιητική του εργασία των χρόνων 1937-1943 καταστράφηκε, μια και η μητέρα του είχε κρύψει τα χειρόγραφα, για να τα σώσει, στην καμινάδα του σπιτιού.

Μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες ήταν λογικό ποιήματα και ποιητής να ξεχασθούν. Αφού τα «Σύννεφα» δεν βρίσκονται σε καμία δημόσια ή ιδιωτική βιβλιοθήκη, παρά ένα μόνο αντίτυπο στα χέρια του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη που τα διέσωσε, ποιήματά του σε καμία ανθολογία, και το όνομα Άνθος Φιλητάς δεν μνημονεύεται σε καμία ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Ακόμη και ο ίδιος ο ποιητής «σκληρά και θεληματικά τα είχε ξεχάσει».

Ο ρέκτης ερευνητής και τυπογράφος Φίλιππος Βλάχος τ’ ανέσυρε από τη λήθη και τα ξανατύπωσε. Το 1984 τα «Σύννεφα» και το 1985, σ’ ένα τομίδιο με τίτλο «Η αποσύνθεση της γαλήνης» το ομώνυμο ποίημα από τις «Μακεδονικές Ημέρες» μαζί με την «Περισυλλογή», δεκατέσσερα ποιήματα, σπαράγματα, όσα σώθηκαν από την εργασία του της περιόδου ’37-’43.

Έχουμε, τώρα, στα χέρια μας τα δύο τομίδια των ποιημάτων, που καλύπτουν την περίοδο 1936-1943, ενός νέου, τότε, ποιητή που με την τρυφερή και αγέρωχη ψυχή του εκφράζει τα νεανικά του αισθήματα με ποιήματα αισθαντικά, τρυφερά, ευαίσθητα, έχοντας μαθητεύσει στις «χαμηλές φωνές» του μεσοπολέμου. Γλώσσα αυθόρμητη με υπερβατικές αποχρώσεις πηγάζει από την νεανική ορμή για έξαρση και καταβύθιση, με στίχους παρατακτικούς, χαλαρούς στη σύνδεσή τους, που ξένιζαν στην εποχή τους. Στην «Περισυλλογή» βλέπουμε πόσο η γλώσσα ωρίμασε, λειάνθηκε, μέστωσε σε λιτότητα η γραφή. Τώρα, με καθυστέρηση, εντάσσονται στο σώμα της λογοτεχνικής Θεσσαλονίκης.

«Η θύμηση∙ η ουσία του χαίρε», όπως λέει κι ο Φιλητάς.

Εφημερίδα Καθημερινή, 13 Οκτωβρίου 1995, ενότητα «Βόρεια Ελλάδα», στήλη «Βιβλίο»

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Άνθος Φιλητάς

Αρχοντούλα Διαβάτη, Δημιουργικότητα ή ο Η/Υ ξέρει

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, 80
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Ο επιβάτης (1981))

Δημιουργικότητα ή ο Η/Υ ξέρει

Κάθε πρωί ρωτάω τον υπολογιστή μου
όπως η μητριά της Χιονάτης τον καθρέφτη της
ποια είμ’ εγώ, ποιοι είστ’ εσείς
κι αυτός μου απαντάει όλο και πιο ελλειπτικά
μέχρι που σήμερα
δε μου απάντησε καθόλου.
Δε με θυμόταν γενικά
–διαταραχή της μνήμης–
η γνωστή εκφυλιστική ασθένεια.
Κι έτσι ξαναγυρίζω
–ανάστροφη φορά της βιντεοταινίας–
ξαναγυρίζω στο κρεβάτι μου
τον εαυτό μου
να επινοήσω ξανά
εσάς
τον κόσμο.

Ανέκδοτο και αδημοσίευτο ποίημα (Δεκέμβριος 2012) της Αρχοντούλας Διαβάτη

Ιωάννα Τσάτσου, Δημιουργία

Δημιουργία

«Αγέτω θεός, ου γαρ εγώ δίχα τώδ’ αείδειν.»
Καλλίμαχος

1.
Η δημιουργία πράξη ολοκληρωτικής συγκέντρωσης, όπως και η ερωτική, ζητάει τη μοναξιά της.

2.
Το πνεύμα δε γνωρίζει ακινησία ούτε ανάπαυση.

3.
Η χάρη του Πνεύματος είναι εκεί, και παραμονεύει την ανοιχτή ψυχή μας. Και τη βρίσκει κατειλημμένη με την ημερήσια έγνοια. Την αμαρτία μας και την τιμωρία μας.

4.
Ο άνθρωπος δεν έχει χώρο να περιλάβει ό,τι του δίνει ο Θεός.

5.
Βαθιά ευδαιμονία το αίσθημα του θαυμασμού. Να θαυμάζω τη φύση, να θαυμάζω τον άνθρωπο, το ήθος του.

6.
Αν συλλάβεις όλο το βάθος μιας αλήθειας, θα την δώσεις και θα μείνει αλήθεια.

7.
Η συμφορά ίσως και η δύναμη του ανθρώπου είναι ν’ αγγίζει καίρια την τραγική διάσταση των γινόμενων. Είτε αυτά τα γινόμενα αφορούν τον ίδιο, είτε τη χώρα του, είτε τρίτα πρόσωπα.

8.
Τυραννική η νοσταλγία του ωραίου, η νοσταλγία της ουσίας.

9.
Δεν είναι απλό η τεντωμένη χορδή.

10.
Όταν υπάρχει πάθος για μια ιδέα, περισσεύει ο καιρός.

11.
Φτωχός ο λόγος όταν αγγίζει την ουσία. Αυξάνεται με τη σιωπή.

12.
Είναι άραγε η δημιουργία νόμος κάποιου αξεδιάλυτου νόστου;

13.
Η παρουσία τρίτου, όταν δεν προσθέτει, αφαιρεί.

14.
Ο θνητός, θαμπωμένος μπρος στην παντοδύναμη γοητεία της ομορφιάς, μένει ακίνητο και σιωπηλός.

15.
Η διαίσθηση, άξια όσο κι ο νους.

16.
Στο κορυφαίο σημείο της κατάνυξης, ανέκφραστη η λέξη.

17.
Η λιτότητα, εσωτερική λειτουργία πριν καταλήξει στην έκφραση.

18.
Η χάρη του πεζού λόγου, λιτότητα, κυριολεξία και δομή.

19.
Η λιτότητα της έκφρασης, παράδοση των αρχαίων.

20.
Το πιο ύπουλο, το πιο ανεύθυνο έγκλημα είναι η κακή χρήση της λέξης.

21.
Πολύτιμη η λέξη σε όλη την ιστορική της αλήθεια.

22.
Πρέπει να είσαι τόσο μόνο λογοτέχνης όσο υποτάσσεσαι στην αλήθεια σου.

23.
Η κριτική χαρακτηρίζει τον κρίνοντα όσο και τον κρινόμενο.

24.
Η ανοιχτή πληγή έχει το πρώτο δίκιο.

25.
Βαθύς ο νόστος για θύμησες.

26.
Οι σημερινοί άνθρωποι της δράσης δεν ακούνε, δεν διαβάζουν. Μόνο το θέατρο στην εποχή μας προσφέρει τη συγκέντρωση σε μια καθολική δομή. Ίσως και μια άριστη ομιλία.

27.
Ποιος βρίσκει μια στιγμή να δεχτεί την ποίηση; Ακόμη και την ποίηση της ζωής, το δέντρο, το πέλαγο, τη γενναία πράξη.

28.
Ένας καλός στίχος ταξιδεύει και κρούει. Ποιοι διαθέτουν μια στιγμή ενόρασης να τον χαρούν;

29.
Ο λυρισμός μιας αλήθειας προσθέτει γοητεία στην έκφραση.

30.
Αυτή η ενσυνείδητη συμβίωση με τη μοίρα μας, είναι ο πρώτος δρόμος προς την ποίηση.

31.
Όταν σ’ έχει αναθρέψει η ποίηση αιώνων και η τέχνη, και η έκφραση της πατρίδας σου· όταν ζεις την αλκυόνα του Ευριπίδη στον κόλπο του κάθε νησιού μας· όταν νιώθεις πως μόνο με τούτο τον ουρανό και το πέλαγο θα μπορούσες να δώσεις μορφές, τότε το κάθε τι που χτυπάει αυτό τον κορμό σε κομματιάζει.

32.
Από τον αρχαίο ναό ως τις βασιλικές, το βυζαντινό ερημοκλήσι, το διαβατικό της Πάτμου, κανένα ξάφνιασμα. Πάντα η χαρά του γυρισμού.

33.
Ο ποιητής, άμα παραδώσει το έργο του, προχωρεί ξένος. Κοιμάται πια τον αδιάφορο ύπνο του.

34.
Και η αδικία πυκνώνει γύρω μας τα κύματα της μοναξιάς.

35.
Μα τι είναι επιτέλους η μοναξιά; Το αδιέξοδο; Η πλήξη; Ο ναυαγός που προσπαθεί να πλέει μέσα στο παγωμένο βουητό των κυμάτων; Ίσως το τελευταίο.

36.
Στη δυστυχία, πρόχειρη παρηγοριά ο «πανδαμάτωρ χρόνος». Ναι, μα τώρα είμαστε ακόμα εδώ, σε τούτη την ώρα. Και πώς θα τη ζήσομε τούτη την ώρα;

37.
Κεφαλαιοκράτης είναι όποιος κατέχει τον περισσότερο γόνιμο χρόνο.

38.
Ο άνθρωπος δεν ανατρέφεται από τη φύση. Αλλιώς, θα είχε συλλάβει το μεγαλείο της υπομονής. Δεν είναι απλό. Γιατί ο δύστυχος πρώτα πρέπει να υπάρξει, δύσκολο. Έπειτα να βοηθήσει να υπάρξουν οι άλλοι, ακόμα πιο δύσκολο. Και να σωθεί από τα λόγια χωρίς αντίκρισμα. Αδύνατο.

39.
Μεγάλη η δωρεά, η ιδιοφυΐα συν ήθος.

40.
Σημαντική παρηγοριά η μελέτη. Δεν είσαι μόνος. Στέκονται πλάι σου οι μεγάλοι. Κι εκείνοι με τα ίδια ερωτήματα.

41.
Στη δομή του κειμένου, η ελάχιστη λεπτομέρεια έχει το ίδιο βάρος με την ουσιαστική.

42.
Δύσκολος ο ανήφορος του συγγραφέα να φτάσει στον ήσυχο δρόμο της απλής καλής φράσης.

43.
Είναι θύμησες που σε αναστατώνουν. Άλλες όπου καταφεύγεις. Και θύμησες που ασκούνε διάχυτη μια πνευματική γοητεία πολύτιμης επικοινωνίας.

44.
Η δράση αναπαύει από τη συγκέντρωση στη σκέψη, την τάση προς την ουσία, τη συχνά εξαντλητική.

45.
Παλεύω με το μηδέν, όπως όλοι μας.

46.
Σκέπτομαι τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο: «Η ποίηση αγκαλιάζει το πνεύμα πριν γίνει ακόμα πνεύμα».

47.
Ο νους δεν μπορεί να συλλάβει το νόημα της ψυχής.

48.
Είναι απλό να είσαι καλός και δίκαιος. Το δύσκολο, να δίνεσαι και να συμπονείς.

49.
Πόσο πολύτιμη η στιγμή της πνευματικής και σωματικής αρμονίας. Εσύ, Ιησού, που κυβερνάς το μυστήριο, βοήθησε να γίνει γόνιμη.

Από το βιβλίο Φέγγος χρόνου (Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1990) της Ιωάννας Τσάτσου

Σπύρος Βούγιας, Όπως στο γήπεδο

Όπως στο γήπεδο

Φθαρμένη πόλη άσκοπη
στέκεις μακριά από Καρυωτάκηδες
και τέτοια.
Μισοσβησμένες φωτεινές επιγραφές
μικρές κόκκινες λάμπες
στα μπορντέλα.
Πάμε τ’ απόγευμα νωρίς, μην έχει κόσμο
να αισθανθούμε αυτό το ρίγος όπως
στο γήπεδο σαν μπαίνει γκολ.
Και μεις τα δίκοχα πετάμε στον αέρα
ξεχνώντας θάνατο, στρατό
και μοναξιά
και τέτοια…

Από το βιβλίο Άδειες κερκίδες [ποιήματα και πεζά] (2005) του Σπύρου Βούγια

Αντώνης Φωστιέρης, Η μετάφραση ως μη βιωματική λογοτεχνία

Η μετάφραση ως μη βιωματική λογοτεχνία

Χωρίς να περιλαμβάνεται στις ορατές προθέσεις της, η λογοτεχνική μετάφραση μας θέτει κατά κάποιο τρόπο –τρόπο έμμεσο και ελαφρά ειρωνικό– μπροστά σε ένα από τα παλαιότερα ψευδοπροβλήματα, με τα οποία αρέσκονται να καταγίνονται η φιλολογική μελέτη και η κριτική στην αιώνια αναζήτηση της μεθοδολογίας τους: εννοώ παν ό,τι αφορά στο βιωματικό υπόστρωμα του πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου, ήτοι τους ατομικούς ή κοινωνικούς προσδιορισμούς του συγγραφέα, όπως αυτοί επενεργούν στη διαμόρφωση του θεματικού του χώρου και του ιδιαίτερου εκφραστικού οργάνου του. Ξεκινώντας πορεία ανάστροφη, η κριτική οδεύει συχνά προς τις πηγές της προσωπικής εμπειρίας και φτάνει συχνά να ερμηνεύει τα λογοτεχνικά κείμενα με όρους ψυχαναλυτικού ή ιστορικού χαρακτήρα, προσπαθώντας να καταδείξει ότι το εκάστοτε συγκεκριμένο έργο δεν είναι παρά το φρούτο ενός δένδρου εξωτικού, που αντλεί με τις ρίζες του χυμούς της ζωής και τους αφομοιώνει, ακολουθώντας μια διαδικασία παραγωγικής μεταστοιχείωσης του βιώματος σε λόγο. Το γοητευτικό αυτό παιχνίδι του χαμένου θησαυρού έπαψε ωστόσο καθ’ οδόν ν’ αποτελεί έναν απλό τρόπο ερμηνείας, και σύντομα προήχθη σε βασικό αξίωμα μιας ολόκληρης θεωρητικής κατασκευής, κατά την οποία το σύνολο της ανθρώπινης εμπειρίας του γράφοντος συνιστά την καθοριστική conditio sine qua non της ίδιας της γραφής του. Ο λόγος φέρεται να αποσκοπεί σε μια ιδεατή, πλην σαφώς αναγνωρίσιμη, εξεικόνιση της πραγματικότητας, ενώ καθετί που δεν παραπέμπει στο δημόσιο ή ατομικό δράμα ελέγχεται ως κενολογία, ως στείρος εγκεφαλισμός ή ομφαλοσκοπία. Η βιωματικότητα ανάγεται, κατά ταύτα, σε ποιοτικό ή αξιολογικό κριτήριο, σύμφωνα με το οποίο η κριτική οφείλει να κρίνει, αλλά και ο συγγραφέας οφείλει να δημιουργεί.

Μιλώντας όμως για τον υποχρεωτικό βιωματικό χαρακτήρα της λογοτεχνίας, δεν είναι δυνατόν να αναφέρεται κανείς μονάχα στο νοηματικό κορμό του έργου, αλλ’ οπωσδήποτε (αν όχι πρώτιστα) και στη μορφική του ακεραίωση, ως ενιαίο όλον που λειτουργεί, ταυτόχρονα, τόσο ως δέκτης ενός συγκινησιακού φορτίου –από την πλευρά του συγγραφέα ή του ποιητή, όσο και ως πομπός προς την κατεύθυνση του αναγνώστη. Η δεύτερη λειτουργία αποτελεί, εξάλλου, τη λυδία λίθο της αξίας ή απαξίας του, και βάσει αυτής επιχειρείται η όποια αποτίμηση της δραστικότητάς του.

Ο διπλός ετούτος ρόλος γίνεται εύκολα αντιληπτός στην περίπτωση των πρωτότυπων λογοτεχνικών κειμένων, όπου ο λόγος δομείται με τρόπο πρωτογενή και μεταφέρει άμεσα τους κραδασμούς του δημιουργού προς τον αναγνώστη, με τον οποίο τον συνδέει τουλάχιστον το ομόγλωσσον, αλλά συνήθως και μια κοινή παράδοση από ιστορικές καταβολές και προσλαμβάνουσες παραστάσεις. Τι συμβαίνει ωστόσο στην περίπτωση κατά την οποία μεταξύ του συγγραφέα και του αναγνώστη παρεμβάλλεται ο μεταφραστικός μετασχηματισμός του έργου, όταν δηλαδή το ίδιο το έργο γίνεται ένα άλλο έργο και η λεκτική αποτύπωση του αρχικού –του έστω βιωματικού– ερεθίσματος αναπλάθεται άρδην; Αν μάλιστα ομολογήσουμε πως η μετάφραση, στις ευτυχέστερες στιγμές της, μπορεί να μας προμηθεύει κείμενα ίσης –ή, σε οριακές περιπτώσεις, και ανώτερης– ποιότητας ως προς τη μορφή, συγκρινόμενα με το πρωτότυπο, πώς συγχωρείται η έλλειψη αντικρίσματος σε βιωματικά αποθεματικά; Ή μήπως το μεταφρασμένο έργο δεν αποτελεί, αφ’ εαυτού και καθ΄εαυτό, στη γλωσσική εκδοχή στην οποία το εισπράττει ο αναγνώστης του, ένα πλήρες και αυτόνομο λογοτεχνικό έργο;

Βέβαια, ακόμη και αυτό που ονομάζουμε «πρωτότυπο έργο», με μια ευρεία (που ίσως όμως θεωρηθεί σοφιστική) αντίληψη της έννοιας της μετάφρασης, μπορούμε να το θεωρήσουμε και αυτό αποτέλεσμα μιας ολόκληρης σειράς διαδοχικών «μεταφράσεων» και μετασχηματισμών, που ξεκινούν από το εμπειριακό κέντρισμα για να καταλήξουν στο ειδικό μεταφραστικό μόρφωμα του έντεχνου λόγου. Το πραγματικό γεγονός, που αποτελεί το σημείο εκκίνησης, μεταφράζεται καταρχήν σε ερέθισμα αισθητηριακό∙ το αισθητηριακό ερέθισμα, σε συναισθηματικό∙ το συναισθηματικό, σε νοητικό∙ το νοητικό περιβάλλεται το ένδυμα ενός νέου μύθου∙ και ο μύθος ετούτος είναι που καταστρώνεται πλέον σε σύνταξη γλωσσική – που με τη σειρά της θα μεταφραστεί απ’ τον κάθε αναγνώστη χωριστά, σύμφωνα με το δικό του ατομικό αντιληπτικό ιδίωμα. Περιττόν ειπείν ότι ο μηχανισμός των «μεταφραστικών» αυτών διαδικασιών κινείται επί τη βάσει κάποιων ανεξήγητων αυτοματισμών, που συνήθως τοποθετούνται στη μεταφυσική σφαίρα της έμπνευσης και κάνουν ελάχιστα αισθητή τη μεταποιητική τους λειτουργία, ακόμα και στον ίδιο τον συγγραφέα. Εκείνο λοιπόν που διαφοροποιεί τον συγγραφέα από τον μεταφραστή είναι το ότι η, κοινώς νοούμενη, μετάφραση εκπληρώνει μια διαφανέστερη και οπωσδήποτε απλούστερη αποστολή αμφιμονοσήμαντης αντιστοιχίας, όπου η μία γλωσσική σύνταξη μετατρέπεται σε μια διαφορετική γλωσσική σύνταξη, παραβλέποντας όλα τα προγενέστερα στάδια της βιωματικής αναγωγής.

Ο μεταφραστής βρίσκεται μπροστά σ’ ένα οργανωμένο κειμενικό υλικό, το οποίο καλείται να ανασυνθέσει, με όργανο μιαν άλλη γλώσσα και με τις προϋποθέσεις της άλλης αυτής γλώσσας, σ’ ένα καινούργιο, αυτοκέφαλο κείμενο, που οφείλει ν’ ανταποκρίνεται όχι μόνο στις νοηματικές αλληλουχίες, αλλά και στις απαιτήσεις της λογοτεχνικότητας που είχε θέσει εις εαυτό το πρωτότυπο. Με άλλα λόγια: ο μεταφραστής βρίσκεται αποκομμένος από κάθε τυχόν βιωματικό (όπως εξάλλου και από κάθε φαντασιακό ή φαντασιωτικό) κινούν αίτιο του συγγραφέα, και ως αποκλειστικό, δευτερογενές ερέθισμα στη μεταπλαστική του εργασία λειτουργεί το πρωτότυπο κείμενο, η λεκτική μορφοποίηση ενός συνόλου πραγματικών, συναισθηματικών ή διανοητικών στοιχείων άδηλης προέλευσης.

Η αποκοπή του μεταφραστή από τις βιωματικές πηγές του έργου δεν αφορά στις ανθρώπινες εμπειρίες του συγγραφέα και μόνο∙ αφορά εξίσου και στην ίδια τη γλώσσα, ως φορέα του συμπυκνωμένου βιώματος όλων όσων τη μίλησαν και πέρασαν τη ζωή τους μέσα απ’ αυτήν, φορτίζοντάς την με ποικίλες παρασημάνσεις, σε μια σκυταλοδρομία δεκάδων γενεών. Οι ετυμολογικές, νοηματικές και ιστορικές παράμετροι, οι ηχητικές και οπτικές διαστάσεις της κάθε λέξης χάνουν εδώ την ιδιαιτερότητά τους και καλούνται να συναινέσουν σε μιαν εκφραστική αναπροσαρμογή, κατά την οποία νέες ισορροπίες δημιουργούνται, νέες σχέσεις αμφισημιών διαπλέκονται και άλλοι συνειρμικοί συνδυασμοί πυροδοτούνται. (Το αγγλικό «translation» αρχικά σήμαινε τη μετατόπιση, τη μετακομιδή, τη μεταβίβαση∙ το γαλλικό «traduction» τη μεταγωγή, τη μεταφορά. Και –εκδικητικός σαρκασμός της ετυμολογίας– το λατινικό «traductio» σήμαινε ταυτόχρονα τη μετάθεση, τη μετωνυμία, αλλά και τον διασυρμό…).

Ως μοναδικά, λοιπόν, βιωματικά βοηθήματα του μεταφραστή μπορούν πλέον να εκληφθούν υποθετικά οι «αντίστοιχες», ίσως, προσωπικές του εμπειρίες, καθώς επίσης η συγκίνηση που του προξένησε το πρωτότυπο κείμενο, ως αναντίρρητη πράξη συμμετοχής. Στην πραγματικότητα, καμιά απ’ αυτές τις υποθέσεις δεν δύναται να λειτουργήσει ως άλλοθι πειστικό για τη βιωματική κενότητα του μεταφραστικού εγχειρήματος. Ο έντεχνος λόγος αποτελεί, από μόνος του, τον ισχυρότερο συγκινησιακό πυρήνα, ο οποίος δεν εκφράζει αλλά ζητάει να εκφραστεί, δεν αναλώνει την έμπνευση αλλά την πυκνώνει και την αναπαράγει. Απόδειξη της ιδιότητας αυτής του λόγου είναι το γεγονός ότι ο συγγραφέας αντλεί συχνότατα την έμπνευσή του από τα έργα άλλων συγγραφέων, παλαιότερων ή συγχρόνων του, επηρεάζεται απ’ αυτά και μιμείται τα εκφραστικά τους μέσα. Η παρθενογένεση στην τέχνη είναι φαινόμενο άγνωστο, όχι γιατί οι ανθρώπινες εμπειρίες αποτελούν numerus clausus, αλλά γιατί η άρδευση των εκάστοτε νέων γενεών από τις παλαιότερες γίνεται σε επίπεδο εκφραστικών ή μορφικών δεδομένων. Η συλλογική μνήμη της λογοτεχνικής γλώσσας συνέχει το όλον οικοδόμημα ανά τους αιώνες, ως αυτόνομο σύστημα ειδικών αξιών, όπου η αλήθεια και το ψεύδος, η ειλικρίνεια και το τέχνασμα, η εμπειρία και η φαντασία καταργούν συνωμοτικά τη διπολική τους σχέση και συντίθενται αδιακρίτως στο μηχανισμό της δημιουργικής γραφής.

Μ’ αυτή την έννοια, η μεταφραστική διαδικασία βασίζεται πολύ περισσότερο στη διανοητική διεργασία και στη χρήση των τεχνικών δεξιοτήτων του μεταφραστή, και όχι στις όποιες εξωλογοτεχνικές βιωματικές ταυτίσεις που θα του επέτρεπαν μια ιδεατή υποκατάστασή του στο ρόλο του συγγραφέα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο, από μιαν άλλη σκοπιά, το ότι η σημαντικότερες μεταφράσεις, σε όλες τις γλώσσες κι απ’ όλες τις γλώσσες, οφείλονται μάλλον στη παράπλευρη δραστηριότητα συγγραφέων και ποιητών –που διαθέτουν, κατά τεκμήριο, πλουσιότερο οπλοστάσιο τεχνικής– παρά στην ευσυνειδησία των συνδικαλισμένων ή περιστασιακών επαγγελματιών (και, βέβαια, δεν αναφέρομαι σ’ εκείνους που αμείβονται επειδή μεταφράζουν, αλλά σε όσους μεταφράζουν επειδή και μόνο αμείβονται). Γιατί, όσο αληθής είναι η διαπίστωση πως η μετάφραση απαιτεί ένα λεπτό μα ψύχραιμο χειρισμό λεκτικών και συντακτικών αντιστοιχιών, εξίσου αληθές είναι και το ότι, σε καμιά περίπτωση, ο μεταφραστής δε μπορεί να λειτουργήσει ως κοινός καραγωγέας Δημοσίας Χρήσεως, που εκτελεί μεταφορές απλού νοηματικού υλικού από τη μία γλώσσα στην άλλη.

Αντώνης Φωστιέρης

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «η λέξη», τεύχος 56 (Ιούλιος-Αύγουστος 1986). Το ειδικό αυτό τεύχος ήταν αφιερωμένο στη μετάφραση.

Translatum: Favourite Poetry / Αντώνης Φωστιέρης

Ορέστης Αλεξάκης, Ο ποιητής και το ποίημα

Κώστας Καρυωτάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Κώστας Καρυωτάκης (1985))

Ο ποιητής και το ποίημα*

Ψυχής πείρατα ουκ αν εξεύροιο πάσαν
επιπορευόμενος οδόν, ούτω βαθύν λόγον έχει.

Ηράκλειτος

Επικρατεί η άποψη πως η ποίηση είναι ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Και ότι διά μέσου τής ποίησης μπορεί κανείς να γνωρίσει καλύτερα τον ποιητή. Η διαπίστωση είναι σωστή μόνον με την έννοια ότι η ποίηση μπορεί να φέρει στο φως ψυχικές εκτάσεις που την ύπαρξή τους αγνοεί και ο ίδιος ο δημιουργός. Το πρόβλημα είναι εάν και σε ποιο βαθμό οι «εκτάσεις» αυτές προσδιορίζουν την προσωπικότητα του ποιητή, αποτελούν δηλαδή συστατικά της χαρακτηριστικά, ή εάν εκτείνονται πέραν ή μάλλον βαθύτερα από τα όρια αυτής της συγκεκριμένης προσωπικότητας, σε χώρους δηλαδή όπου πλέον η ατομικότητα χάνει τα ειδικά χαρακτηριστικά της. Αυτό γίνεται περισσότερο κατανοητό αν σκεφθεί κανείς ότι το υλικό τής ποίησης ανασύρεται από ένα βάθος, όπου το «ατομικό» με το «γενικό» δεν οριοθετούνται πια με απόλυτη ακρίβεια και όπου τα πράγματα δεν φέρουν πια τη σφραγίδα της ακριβούς προελεύσεώς τους και δεν συνέχονται αυτονόητα και αποκλειστικά με την προσωπικότητα του συγκεκριμένου ποιητή. Τουλάχιστον με εκείνη την προσωπικότητα που ο ίδιος γνωρίζει και με την οποίαν εκδηλώνεται – στον εξωτερικό κόσμο∙ και την οποία έχουν αποτυπώσει στη δική τους συνείδηση εκείνοι που τον περιβάλλουν.

Φαίνεται πως στα ομιχλώδη βάθη του ασυνείδητου, οι άνθρωποι δεν λειτουργούν πια σαν άτομα, αλλά σαν δέκτες και πομποί μιας ζωής, που εκτείνεται πέρα από τα όρια της προσωπικής τους ιστορίας. Και που ξεπερνά όλους τους σχηματικούς τύπους μιας συμβατικής καθημερινότητας, μιας οριοθετημένης χρονικότητας και μιας «περιγεγραμμένης» ατομικότητας. Σ’ αυτά τα βάθη, ο ποιητής έχει πεθάνει άπειρες φορές, έχει πιστέψει, έχει αγαπήσει, έχει προδοθεί. Σ’ αυτά τα βάθη η ανθρωπότητα καθημερινά καταστρέφεται, ο πλανήτης ερημώνεται, πολιτισμοί και ιδανικά καταρρέουν, ο άνθρωπος αναδεικνύεται, σ’ όλο το τραγικό μεγαλείο του, ως ο ήρωας ενός δράματος, του οποίου αγνοείται ο δραματουργός μα και η τελική, η απώτατη έκβαση.

Βέβαια, ο κόσμος του συλλογικού ασυνείδητου είναι απέραντος σε βάθος και σε έκταση και, συνεπώς, οι «γεωγραφικές συντεταγμένες» απ’ όπου κάποιος ποιητής αντλεί κάθε φορά το υλικό του διαφέρουν, όπως είναι ευνόητο, από περίπτωση σε περίπτωση. Εδώ παίζει ασφαλώς κάποιο ρόλο η συγκεκριμένη προσωπικότητα, με όλες τις ιδιαιτερότητές της και όλες τις πολύπλοκες εκφάνσεις της. Έτσι εξηγείται εξ άλλου η αντιφατικότητα και η αυτοαναίρεση που χαρακτηρίζουν συχνά το έργο των ποιητών, μια και από τη σκοπιά τού συλλογικού ασυνείδητου, καθένας απ’ αυτούς δεν είναι μόνον ένας αλλά πολλοί –συχνά διαφορετικοί, κάποτε δε και εκ διαμέτρου αντίθετοι– χαρακτήρες.

Σε τέτοια απροσμέτρητα βάθη λοιπόν κυοφορείται το ποίημα. Και μόνον ύστερα από τη γέννησή του, ο ποιητής αναδύεται και πάλι στον κόσμο τής καθημερινής συμβατικής του ζωής, μέσα στον οποίο προσλαμβάνει ξανά τα στοιχεία της προσωπικότητάς του, δηλαδή μορφή, χαρακτήρα, ιστορία. Μιας προσωπικότητας που οι άλλοι καλοπροαίρετα του αποδίδουν και ο ίδιος καλοπροαίρετα αποδέχεται. Και που δεν είναι καθόλου επίπλαστη. Γιατί είναι εξίσου γνήσια και αυθεντική όσο και η προσωπικότητα κάθε άλλου ανθρώπου, όπως αυτή εκδηλώνεται στην καθημερινή του ζωή. Πίσω εν τούτοις από την οποία, όπως και πίσω από ολόκληρο το πλέγμα των φαινομένων τού επιστητού, ανεξιχνίαστο εκτείνεται το απροσπέλαστο χάος.

* Σημείωση: Το δοκίμιο «Ο ποιητής και το ποίημα» δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στο περιοδικό «Ευθύνη», τεύχος 223, Ιούλιος 1990. Μεταφέρεται εδώ σαν επίλογος, που διευκολύνει πιθανόν την κατανόηση ορισμένων πτυχών αυτού του βιβλίου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Υπήρξε (1999) του Ορέστη Αλεξάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ορέστης Αλεξάκης

Μάρκος Μέσκος: στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο (XLI)

στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο

XLI

Πλην των ταλαντούχων δημιουργών υπάρχουν και οι ταλαντούχοι δύσκολοι αναγνώστες (ας μην το ξεχνούμε). Που κινητοποιούν το κείμενο βοηθώντας και τον δικό τους κόσμο.

Υπάρχει λοιπόν μια περίεργη και περίτεχνη σχέση ανάμεσα στην Ποίηση και τον εραστή αναγνώστη.
Σχέση διαρκούς αναφοράς εκατέρωθεν, ιερή, πολλαπλή. Αν είναι επιπόλαιη δεν μετράει.

Από το βιβλίο στον Ενικό και Πληθυντικό ψίθυρο (2009) του Μάρκου Μέσκου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μάρκος Μέσκος

Ώρα για το κουκούλι (Γιώργος Ιωάννου)

Ώρα για το κουκούλι

[…]

Πιστεύω πως χωρίς έρωτα ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μια χαρά. Ιδίως αν έχει δοκιμάσει την απάτη, μπορεί να μην αισθάνεται καθόλου την έλλειψή του. Αλλά χωρίς στοργή τα πράγματα είναι δύσκολα και ο κόσμος άδειος. Όταν υπάρχει στοργή, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας – σου φαίνεται πως τίποτα δεν λείπει. Αν μάλιστα απ’ αυτό κινδυνεύει η στοργή επιβάλλεται έρωτας να μην υπάρχει. Πάντως το ίδιο πρόσωπο για να χαρίζει και τα δυο, μάλλον αποκλείεται. Γι’ αυτό συνήθως η στοργή αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου ή συγγενικά, όπου δεν ξεφυτρώνει κάθε τόσο το ερωτικό εμπόδιο. Εξάλλου, ούτε και συ ο ίδιος μπορείς να χαρίζεις και στοργή και έρωτα στο ίδιο πρόσωπο. Αν συμβαίνει να το νομίζεις αυτό, απλώς τυφλώνεσαι απ’ την επιθυμία και ξεγελάς τον εαυτό σου. Ίσως όμως να μην μπορούν να συνυπάρξουν μέσα σου, ούτε και στην περίπτωση που προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας είναι ή μάλλον έχει καταντήσει καθαρή ιδιοτέλεια, ενώ η στοργή δεν αποβλέπει σε τίποτε τέτοιο.

[…]

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum

Στρώσε το στρώμα σου για δυο (Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης)

Στρώσε το στρώμα σου για δυο

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μιχάλης Ιωαννίδης
Δίσκος: 45 στροφών [HMV 7PG3413] του 1964 (στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Δόξα τω Θεώ» (Μ. Θεοδωράκη & Ι. Καμπανέλλη))

Ο δρόμος είναι σκοτεινός
ώσπου να σ’ ανταμώσω
ξεπρόβαλε μεσοστρατίς
το χέρι να σου δώσω

Στρώσε το στρώμα σου για δυο
για σένα και για μένα
ν’ αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή
να ’ν’ όλα αναστημένα

Σ’ αγκάλιασα μ’ αγκάλιασες
μου πήρες και σου πήρα
χάθηκα μες στα μάτια σου
και στη δική σου μοίρα

Στρώσε το στρώμα σου για δυο
για σένα και για μένα
ν’ αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή
να ’ν’ όλα αναστημένα

Δόξα τω Θεώ (Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης)

Δόξα τω Θεώ

Σύνθεση: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μιχάλης Ιωαννίδης
Δίσκος: 45 στροφών [HMV 7PG3413] του 1964 (στην άλλη πλευρά του δίσκου βρίσκεται το τραγούδι «Στρώσε το στρώμα σου για δυο» (Μ. Θεοδωράκη & Ι. Καμπανέλλη))

Απ’ το πρωί μες στη βροχή
και μέσα στο λιοπύρι
για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι
και δόξα τω Θεώ

Πέτρα την πέτρα ολημερίς
χτίζω και δε σε φτάνω
ήλιε μου, πόσο είσαι πάνω
και δόξα τω Θεώ

Παράθυρο για τ’ όνειρο
κι αυλή για το σεργιάνι
ο ίσκιος σου να μη σε χάνει
και δόξα τω Θεώ

Κωστής Μοσκώφ, Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (απόσπασμα)

[…]

Νοσταλγία για τη μητέρα Θεσσαλονίκη, τον Πλαταμώνα, όπου είναι οι περισσότεροι φίλοι μου;

Αλλά έχω δημιουργήσει κι αλλού πάλι καταστάσεις τέτοιες κι αισθάνομαι δεν αισθάνομαι πολίτης του κόσμου, αισθάνομαι Έλληνας βέβαια και Ρωμιός, και μάλιστα με την ιδιαιτερότητα του Θεσσαλονικιού που είμαι, αλλά αισθάνομαι ότι αυτό που είχα στην Ελλάδα το δημιουργώ μέσα από ανθρώπινες σχέσεις και σε άλλα μέρη και το επεκτείνω. Και αυτό έχει μια ομορφιά! Δηλαδή, φτιάχνεις τη ζωή σου με μεγαλύτερη ποικιλία, με περισσότερες εκφορές. Τα ίδια πράγματα με πιο πολλές γλώσσες, με διαφορετικά ημιτόνια κάθε φορά. Θα έλεγα ότι λίγο-πολύ είμαι πεισματάρης. Ό,τι ήθελα στη ζωή μου το απέκτησα. Εκείνο βέβαια που πάντα θέλω πιο πολύ και είναι πράγμα που ίσως κανένας δεν μπορεί να τ’ αποκτήσει είναι, ακόμα πιο πολλή αγάπη, ακόμα πιο πολύ έρωτα. Και να παίρνω και να δίνω. Αυτό είναι ένα αλισβερίσι, όπως ξέρεις. Δηλαδή, θέλω το Θεό τον ίδιο, να αγαπήσω το Θεό τον ίδιο – να στο πω έτσι με λόγο θρησκευτικό -και αγαπάω τους αγγέλους του. Κι όχι τον ίδιο. Δεν μου δίνεται ο ίδιος ο Θεός, μου δίνονται οι προφήτες, οι αγγέλοι του. Ε, είναι ένας πλούτος, ίσως, να αισθάνεσαι αυτήν την έλλειψη. Μπορώ να την αισθάνομαι αυτήν την έλλειψη από τη συνείδησή της. Αλλά είναι και μια φτώχεια. Δηλαδή νοιώθω ανικανοποίητος. Ικανοποιημένος για πολλά, ανικανοποίητος για όλο και περισσότερα. Πάντα υπάρχει περιθώριο, βεβαίως, να καλυφθεί. Πάντα υπάρχει περιθώριο! Και ξέρεις, μεγαλώνοντας κανένας καταλαβαίνει πιο πολύ. Μπορεί βιολογικά να γερνάει, στα 57, αν μπορείς να πεις ότι γερνάει. Ήδη, δεν είσαι βέβαια 30 χρονών, είσαι, είμαι δηλαδή, στα 57. Αλλά απ’ την άλλη μεριά καταλαβαίνω πολύ περισσότερα πράγματα, έχω ζήσει πολύ περισσότερα πράγματα. Ξέρεις, έχω ζήσει πιο πολύ, και έχω εκτιμήσει τη στιγμή της αποτυχίας του ανθρώπου. Εντάξει οι στιγμές της επιτυχίας. Μιλήσαμε γι’ αυτές. Και είναι έκδηλες όταν υπάρχουν. Αλλά να μάθεις να βλέπεις το μεγαλείο του ανθρώπου όταν αποτυχαίνει στην προσπάθειά του να φτιάξει τον κόσμο καλύτερο και τον εαυτό του καλύτερο, ε, νομίζω και αυτό είναι σημαντικό. Κι αυτό το ‘χω μάθει μέσα από πολλά πράγματα. Είχα μεγάλους έρωτες και έχω. Αλλά κάποια στιγμή νοιώθω ότι οι έρωτες αυτοί έχουν πολύ άγρια όρια προς εμένα. Ίσως ακριβώς ζητάω τους δύσκολους έρωτες, ζητάω τις δύσκολες σχέσεις. Θα έλεγα ότι δεν υπάρχουν τα όρια του έρωτα και της ιστορίας σ’ ανθρώπους που δεν το συνειδητοποιούνε και σ’ ανθρώπους που συνειδητοποιούνε. Ίσως εγώ το έχω συνειδητοποιήσει ότι είναι άγρια αυτά τα όρια.

Το ταξίδι μετράει βεβαίως. Η ιστορία μας και η ζωή μας όλη συμπυκνώνεται πάνω σ’ αυτό το έπος της Οδύσσειας. Έτσι δεν είναι; Είναι αυτό το ταξίδι για το οποίο λέει κι ο Καβάφης αρκετά χρόνια μετά από τον Όμηρο. Αυτό μετράει. Δηλαδή είμαι πεισματάρης, επαναλαμβάνω πάλι και πάλι. Κι όταν βάλω κάποιο στόχο θα τον πετύχω, ή τουλάχιστον θα φάω το κεφάλι μου, θα προσπαθήσω όμως να τον πετύχω. Είπαμε, τώρα η Αίγυπτος μου μαθαίνει να είμαι πιο σοφός και να δέχομαι ίσως περισσότερο την αποτυχία. Ίσως αυτό, δεν ξέρω, μου διευκολύνει τη ζωή μου, μπορεί να την κάνει και λιγότερο πλούσια. Ξέρεις, έχω γνωρίσει τελευταία περιπτώσεις ανθρώπων με μεγάλα προβλήματα, οι οποίοι πήγανε σε γιατρούς, πήγαν από δω, πήγαν από κει, γιατρεύτηκαν λέγεται ψυχικά, αλλά δεν νομίζω ότι αυτή η γιατρειά είναι μια πραγματική γιατρειά. Χρειάζεται αυτή η ανάγκη του να φτιάξεις κάτι άλλο, έστω κι αν αυτή η ανάγκη σε κάνει όχι ευτυχισμένο αλλά δυστυχισμένο. Γιατί μια ευτυχία αλλιώτικη είναι μια ευτυχία του ύπνου και της ανυπαρξίας, ενώ το άλλο είναι η ύπαρξη με τις δυσκολίες της, τις στιγμές αυτές που η παράδοσή μας ονομάζει πολύ ωραία «σταυραναστάσιμες», με το σταυρό της κάθε μέρας και την Ανάσταση, που είναι μία βέβαια μέρα της εβδομάδας ή μία μέρα του χρόνου, η Λαμπρή του Πάσχα, αλλά είναι η καθοριστική μέρα, είναι το κέντρο του κόσμου. Αυτό κάπου βρίσκεται και στην αρχαία τραγωδία. Αλλά ακόμα πιο πολύ βρίσκεται στην καινούρια τραγωδία που είναι η Ορθοδοξία μας. Κατά κάποιον τρόπο είναι κι αυτή μια τραγωδία. Επικαθορίζονται όλα από τη στιγμή της νίκης του ανθρώπου. Και γι’ αυτήν πολεμάμε, αλλά και για την άλλη μεριά. Και για να κατανοήσουμε το μεγαλείο της μη νίκης. Της αποτυχίας μας. Όταν δεν είναι δυνατή η επιτυχία.

Από το βιβλίο Στα Όρια του Έρωτα και της Ιστορίας (Ιανός, 1997) του Κωστή Μοσκώφ

Πηγή: Translatum / Fiction of Thessaloniki

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Αρνιέμαι (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Αρνιέμαι

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου & χορωδία [πρώτη εκτέλεση στον δίσκο «Ο εχθρός λαός» (1975)]
Έργο: Της εξορίας (1976)

Αρνιέμαι αρνιέμαι αρνιέμαι
οι άλλοι να βαστάνε τα σκοινιά
αρνιέμαι να με κάνουν ό,τι θένε
αρνιέμαι να πνιγώ στην καταχνιά

Αρνιέμαι αρνιέμαι αρνιέμαι
να είσαι συ και να μην είμαι εγώ
που τη δική μου μοίρα διαφεντεύεις
με τη δική μου γη και το νερό

Αρνιέμαι αρνιέμαι αρνιέμαι
να βλέπω πια το δρόμο μου κλειστό
αρνιέμαι να ’χω σκέψη που σωπαίνει
να περιμένει μάταια τον καιρό

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (1975)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (Songs of fire)

Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νίκος Αδαμόπουλος, Νίκος Γαρδέλης, Συράκος Δανάλης, Νίκος Καβουκίδης, Αριστείδης Καρύδης Fuchs, Σάκης Μανιάτης, Παύλος Φιλίππου
Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης Fuchs
Ηχολήπτης: Θανάσης Γεωργιάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος
Ποίηση/Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Κ. Χ. Μύρης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Σκούρτης
Τραγούδι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Μίκης Θεοδωράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κωχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέτα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Κώστας Σμοκοβίτης, Μαρία Φαραντούρη, Λάκης Χαλκιάς, Λιλή Χριστοδούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Φοίβη Σταυροπούλου
Ειδικοί συνεργάτες: Γ. Αθανασιάδης, Στέφανος Αλεξάνδρου, Παύλος Ζάρας, Τάσος Ζωγράφος, Γιάννης Καμπανάρης, Κώστας Καραμανίδης, Μίμης Κασιμάτης, Μίμης Κιμωλιάτης, Τάκης Κούνδουρος, Λάκης Κυρλίδης, Ερρίκος Μερόντης, Θανάσης Μπερμπεράκης, Γιώργος Μπουκλάκος, Μαρία Πάουελ Κουμαριανού, Θανάσης Σβορώνος, Κώστας Φέρρης
Παραγωγή: Finos Film, Νίκος Κούνδουρος, Κυπριακός Αγών
Ταινία: Τραγούδια της φωτιάς (πολιτικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, 1975)

Σύνοψη της υπόθεσης:
Ένα ντοκιμαντέρ που αποτυπώνει την αντίδραση του ελληνικού λαού στη χούντα των συνταγματαρχών, και τους πανηγυρισμούς μετά την πτώση του μισητού καθεστώτος. Παρουσιάζονται οι δύο συναυλίες που έγιναν το 1974 για την υποστήριξη του αγώνα των Κυπρίων, οι πορείες του 1974 για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η αναπαράσταση των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε ο αγωνιστής του ΠΑΜ Χρήστος Ρεκλείτης και η κηδεία του Κύπριου Δώρου Λοΐζου.

Τι έχει πει για την ταινία ο Νίκος Κούνδουρος:
Τα «Τραγούδια της Φωτιάς», το μόνο ντοκιμαντέρ που έχω φτιάξει, είναι μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μία ταινία ωδή στη λευτεριά. Αυτό, τίποτε άλλο.

Η ταινία έχει ως κύριο άξονα δύο συναυλίες, στο στάδιο Καραϊσκάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Και οι δύο συναυλίες έγιναν το 1974, λίγο μετά την πτώση της χούντας.

Πηγές πληροφοριών:
Ταινιοθήκη της Ελλάδος
Ιστολόγιο «Τίποτα το σημαντικό»
Finos Film

Συρραπτική του προσώπου: Επίσκεψη στην Ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη (της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου) / Αθήνα, 5 Μαρτίου 2014

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, «Συρραπτική του προσώπου: Επίσκεψη στην Ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη»

Οι «Εκδόσεις των Φίλων» και το βιβλιοπωλείο IANOΣ σας προσκαλούν την Τετάρτη 5 Μαρτίου, ώρα 6:00 µ.µ. στην παρουσίαση του βιβλίου της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου «Συρραπτική του προσώπου: Επίσκεψη στην Ποίηση του Ορέστη Αλεξάκη».

Θα µιλήσουν:
Γιώργος Παγανός (δοκιμιογράφος – κριτικός)
Γιάννης Μπασκόζος (διευθυντής περιοδικού «Ο αναγνώστης»)
και η συγγραφέας

Ο Ορέστης Αλεξάκης θα διαβάσει ποιήματά του.

Στο πιάνο ο Ορέστης Μωραΐτης

Βιβλιοπωλείο IANOΣ
Σταδίου 24
Τηλ.: 210-32.17.917

Πηγή: Translatum

Το ιστολόγιό μου για τον ποιητή: Ορέστης Αλεξάκης

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μη γυρίσεις πίσω

Μη γυρίσεις πίσω

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο – Κηλαηδόνη – Σπανό (1973)

Μη γυρίσεις πίσω να κοιτάξεις
κοίτα με στα μάτια και μην κλάψεις
κι έλα να χορέψουμε μαζί

Όπου θέλει ας πάει κι ώρα καλή του
διώξε από το στόμα το φιλί του
ούτε πρώτη αγάπη ούτε στερνή

Το φουστάνι βάλε το καλό σου
μ’ άλλη αγάπη στο παράθυρό σου
θά ’ρθει το φεγγάρι να σε βρει

Να ’χα τα χρονάκια σου, κυρά μου
πέντε αγάπες μέσα στην καρδιά μου
θα φτεροκοπούσανε μαζί

Λουκιανός Κηλαηδόνης & Κωστούλα Μητροπούλου, Παγίδα

Παγίδα

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Στίχοι: Κωστούλα Μητροπούλου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο – Κηλαηδόνη – Σπανό (1973)

Ήταν μικρός ο κόσμος
για να τον πάρει αγκαλιά
ήταν στενός ο δρόμος
που παίζαν τα παιδιά

Στη γειτονιά καμάρι
στην κάμαρά του παγωνιά
είχε στο στόμα το φιλί
και μες στο αίμα την πληγή
μέρα του πήραν το φιλί
νύχτα του δώσαν την πληγή

Άδειασε ο κόσμος όλος
τον πήρε η νύχτα αγκαλιά
και στη γωνιά του δρόμου
κλάψανε τα παιδιά

Στη γειτονιά καμάρι
στην κάμαρά του παγωνιά
είχε στο στόμα το φιλί
και μες στο αίμα την πληγή
μέρα του πήραν το φιλί
νύχτα του δώσαν την πληγή

Λουκιανός Κηλαηδόνης & Κωστούλα Μητροπούλου, Σπίτι του καλοκαιριού

Σπίτι του καλοκαιριού

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Στίχοι: Κωστούλα Μητροπούλου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο – Κηλαηδόνη – Σπανό (1973)

Είχε στον κήπο μια μηλιά
είχε στην πόρτα ζωγραφιά
είχε στα κάγκελα παιδιά
και στο μπαλκόνι μια ιτιά

Είχε στις κάμαρες πουλιά
στο περιβόλι μια ροδιά
είχε στη στέγη το νοτιά
και παραμύθια για παιδιά

Μάθαν τα παιδιά καημούς
φτιάξανε τραγούδια
έβγαλε η ροδιά ανθούς
πέρασε η ζωή

Μέσα στο σπίτι τα καλοκαίρια
έχουν αλλάξει χρώμα και φως

Είχε παράθυρα ανοιχτά
στον ήλιο παίζαν τα παιδιά
είχε τα ξώφυλλα κλειστά
στην πρώτη νύχτα του βοριά

Είχε στον τοίχο μια καρδιά
έγραφε ονόματα μικρά
και φύγαν πια για το νοτιά
και τα πουλιά και τα παιδιά

Μάθαν τα παιδιά καημούς
φτιάξανε τραγούδια
έβγαλε η ροδιά ανθούς
πέρασε η ζωή

Μέσα στο σπίτι τα καλοκαίρια
έχουν αλλάξει χρώμα και φως

Λουκιανός Κηλαηδόνης & Κωστούλα Μητροπούλου, Νανούρισμα

Νανούρισμα

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Λουκιανός Κηλαηδόνης
Στίχοι: Κωστούλα Μητροπούλου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο – Κηλαηδόνη – Σπανό (1973)

Κοιμήσου να ονειρευτείς
θάλασσες και καράβια
και μην ξυπνήσεις για να δεις
την κάμαρη την άδεια

Κλείσε τα μάτια τα γλυκά
ο ύπνος να σε πάρει
πήγες παιδί στον πόλεμο
γύρισες παλικάρι

Κοιμήσου για να ξεχαστεί
το κλάμα σου κι η πίκρα
κι όσες φορές μού έφυγες
τόσες φορές σε βρήκα

Κλείσε τα μάτια τα γλυκά
ο ύπνος να σε πάρει
πήγες παιδί στον πόλεμο
γύρισες παλικάρι

Σταύρος Ξαρχάκος & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μην πιεις νερό

Μην πιεις νερό

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Βίκη Μοσχολιού
Δίσκος: Η Βίκη Μοσχολιού τραγουδά Ξαρχάκο – Κηλαηδόνη – Σπανό (1973)

Οι μάνες βγήκανε στις πόρτες
και τα κορίτσια στο στενό
έλα, γλυκέ μου, από το δρόμο
που ’ρχεσαι κάθε δειλινό

Μην πιεις νερό και με ξεχάσεις
μην πιεις νερό της λησμονιάς
σύννεφο γίνε και σεργιάνα
στον ουρανό της γειτονιάς

Πλυμένο το πουκάμισό σου
στολίζει ακόμα την αυλή
ήταν γλυκό το καλοκαίρι
το ηλιοκαμένο σου κορμί

Μην πιεις νερό και με ξεχάσεις
μην πιεις νερό της λησμονιάς
σύννεφο γίνε και σεργιάνα
στον ουρανό της γειτονιάς