Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Μάτια βουρκωμένα (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Μάτια βουρκωμένα

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [πρώτη εκτέλεση από τον ίδιο το 1966]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Κάτω στον Πειραιά
στα Καμίνια
φτώχεια, καλή καρδιά
μα και γκρίνια
μάζεψα μια βραδιά
τα σαΐνια
κι ήρθα κρυφά
τον παλιό μου καημό
να σου πω

Μάτια βουρκωμένα
παραπονεμένα
δίχως αγάπη και πόνο
κανένας δε ζει
μάτια βουρκωμένα
πάρτε με κι εμένα
πάρτε με τώρα να πάμε
στον κόσμο μαζί

Κάτω στον Πειραιά
στο μουράγιο
είπα να σκοτωθώ
μα τον άγιο
μα έκανα υπομονή
και κουράγιο
κι ήρθα κρυφά
τον παλιό μου καημό
να σου πω

Μάτια βουρκωμένα
παραπονεμένα
δίχως αγάπη και πόνο
κανένας δε ζει
μάτια βουρκωμένα
πάρτε με κι εμένα
πάρτε με τώρα να πάμε
στον κόσμο μαζί

Σταύρος Ξαρχάκος & Νίκος Γκάτσος, Άσπρη μέρα και για μας (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Άσπρη μέρα και για μας

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [πρώτη εκτέλεση από τον ίδιο το 1966]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Θα ποτίσω μ’ ένα δάκρυ μου αρμυρό
τον καιρό
πικρά καλοκαίρια
έμαθα κοντά σου να περνώ
νεκρά περιστέρια
γέμισε η αυγή τον ουρανό

Θα γυρίσω, λυπημένη Παναγιά
έχε γεια
μην κλαις
το μαράζι μάθε φυλακτό να μην κρεμάς
να λες «Δεν πειράζει,
θά ’ρθει άσπρη μέρα και για μας»

Απόστολος Καλδάρας & Βασίλης Τσιτσάνης, Μάγκας βγήκε για σεργιάνι (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Μάγκας βγήκε για σεργιάνι

Σύνθεση & στίχοι: Απόστολος Καλδάρας & Βασίλης Τσιτσάνης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Απόστολος Καλδάρας [πρώτη εκτέλεση από τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βασίλη Τσιτσάνη το 1946 με τον τίτλο «Ο σιργιάνης» και διαφορετικούς στίχους (πηγή: Translatum)]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Μάγκας βγήκε για σεργιάνι
για την κάτω γειτονιά
είχε ο δόλιος για ν’ ακούσει μέρες μια πενιά
μάγκας βγήκε για σεργιάνι μες στη γειτονιά

Μόνος κάθεται και λέει
πού θα βρει καλό κρασί
να γεμίσει το κεφάλι, να μερακλωθεί
κι ύστερα για το τσαρδί του για να κοιμηθεί

Δεν τα θέλει τα παλάτια
όλα τα περιφρονεί
μόνο μια μισή φίνος να γενεί
δεν τα θέλει τα παλάτια τα περιφρονεί

Απ. Καλδάρας & Ευτ. Παπαγιαννοπούλου, Στ’ Αποστόλη το κουτούκι (με τον Γρ. Μπιθικώτση)

Στ’ Αποστόλη το κουτούκι

Σύνθεση: Απόστολος Καλδάρας
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Απόστολος Καλδάρας [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1965]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Στ’ Αποστόλη το κουτούκι
πήγα κι άκουσα μπουζούκι
Και στο στενό το μαγαζί
μπήκε κι ο πόνος μου μαζί
Κι όπως έκλαιγε το τέλι
έκλαψα κι εγώ μαζί

Αποστόλη, αδερφέ μου
σαν πονάς τι κάνεις πε μου
Πώς νταγιαντιέται ο χωρισμός
και της γυναίκας ο καημός
Αποστόλη, αδερφέ μου
πες μου εσύ που ’σαι παθός

Και στο στενό το μαγαζί
μπήκε κι ο πόνος μου μαζί
Κι όπως έκλαιγε το τέλι
έκλαψα κι εγώ μαζί

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Σαββατόβραδο στην Καισαριανή (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Σαββατόβραδο στην Καισαριανή

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης [πρώτη εκτέλεση από τον ίδιο το 1965]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Το απομεσήμερο έμοιαζε να στέκει
σαν αμάξι γέρικο στην ανηφοριά
κάθε απομεσήμερο στο κρυφό μας στέκι
πίσω απ’ το μαγέρικο του Δεληβοριά

Όλα μοιάζαν ουρανός
και ψωμί σπιτίσιο
όλα μοιάζαν ουρανός
και γλυκό γλυκό ψωμί

[Γνώριζες τα βήματα ξέκρινα τους ήχους
και φωτιές ανάβαμε με σβηστή φωνή
τις βραδιές συνθήματα γράφαμε στους τοίχους
πέφταμε φωνάζοντας «Κάτω οι Γερμανοί»]*

Τάχα τι να ζήλεψαν στα χλωρά σου μάτια
που γιομάν τ’  απόβραδο γλύκα πρωινή
κι ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια
κάποιο Σαββατόβραδο στην Καισαριανή

Κι όλα γίναν κεραυνός
πελαγίσια αλμύρα
κι όλα γίναν κεραυνός
και πικρό πικρό ψωμί

* Οι στίχοι κόπηκαν από την επιτροπή λογοκρισίας και δεν συμπεριλήφθηκαν στο τραγούδι κατά την πρώτη ηχογράφησή του.

Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Λάκης Τσώλης, Του Βοτανικού ο μάγκας (τραγούδι: Γρ. Μπιθικώτσης & Μ. Χιώτης)

Του Βοτανικού ο μάγκας

Σύνθεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Στίχοι: Λάκης Τσώλης
Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης*
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Μανώλης Χιώτης [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1963]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Του Βοτανικού ο μάγκας
πέθανε την Κυριακή
και τον κλάψαν οι κοπέλες
κι όλοι οι φίλοι οι καρδιακοί

Του Βοτανικού το μάγκα
το καλύτερο παιδί
στα μπουζούκια στις ταβέρνες
πια κανείς δε θα το δει

Του Βοτανικού ο μάγκας
είχε ωραίο παρελθόν
απ’ τα γλέντια και απ’ τους μάγκες
θα ’ναι τώρα πια απών

Του Βοτανικού το μάγκα
το καλύτερο παιδί
στα μπουζούκια στις ταβέρνες
πια κανείς δε θα το δει

Πάντα όμορφα γλεντούσε
και δεν έκανε κακό
και τον αγαπούσαν όλοι
μέσα στο Βοτανικό

Του Βοτανικού το μάγκα
το καλύτερο παιδί
στα μπουζούκια στις ταβέρνες
πια κανείς δε θα το δει

* Κατά την προσφιλή μας συνήθεια και ως ελάχιστο φόρο τιμής στους σπουδαίους δημιουργούς μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του δίσκου θ’ ακούσουμε και μερικά ιστορικά τραγούδια στα οποία δεν παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος, αλλά ο Γιώργος Ζαμπέτας (σε τρία) και (σε ένα) ο Μανώλης Χιώτης

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Στα χέρια σου μεγάλωσαν (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη)

Στα χέρια σου μεγάλωσαν

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1963]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Φτωχολογιά, για σένα κάθε μου τραγούδι
για τους καημούς σου που σεργιανούν στη γειτονιά
φτωχολογιά, που απ’ τον πηλό φτιάχνεις λουλούδι
και τους καημούς σου τους πλέκεις ψιλοβελονιά

Στα χέρια σου μεγάλωσαν και πόνεσαν και μάλωσαν
άντρες μ’ ολοκάθαρη ματιά
ψηλά κυπαρισσόπουλα, χαρά στα κοριτσόπουλα
που ’χουν κι αγκαλιάζουν τη φωτιά

Σταύρος Ξαρχάκος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Άπονη ζωή (Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη)

Άπονη ζωή

Σύνθεση: Σταύρος Ξαρχάκος
Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας*
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης & Ρία Κούρτη [πρώτη εκτέλεση από τους ίδιους το 1963]
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Άπονη ζωή
μας πέταξες στου δρόμου την άκρη
μας αδίκησες
ούτε μια στιγμή
δεν ήρθες να μας διώξεις το δάκρυ
μας κυνήγησες

Το κρίμα μας βαρύ
μας γέννησες φτωχούς
με την καρδιά πικρή
γεμάτη στεναγμούς

Άπονη ζωή
δε θέλαμε παλάτια κι αστέρια
να μας χάριζες
μια μπουκιά ψωμί
για μας τα ορφανά περιστέρια
ας χαλάλιζες

Μας έδειρε ο βοριάς
μας ήπιε η βροχή
το αίμα της καρδιάς
γιατί είμαστε φτωχοί

* Κατά την προσφιλή μας συνήθεια και ως ελάχιστο φόρο τιμής στους σπουδαίους δημιουργούς μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του δίσκου θ’ ακούσουμε και μερικά ιστορικά τραγούδια στα οποία δεν παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος, αλλά ο Γιώργος Ζαμπέτας (σε τρία) και (σε ένα) ο Μανώλης Χιώτης

Ας δούμε τι λέει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος για το τραγούδι του στο άρθρο του «Άπονη ζωή» του Δημήτρη Ν. Μανιάτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 20 Οκτωβρίου του 2012:

Όταν ο Ξαρχάκος μού πρότεινε να γράψω για πρώτη φορά στίχους

Ήμουν 23 χρόνων και μόλις είχα απολυθεί από τον στρατό. Είχα υπηρετήσει στο 527 Τάγμα Πεζικού, στη Μεθώνη. Ήταν ένα τάγμα για «χαρακτηρισμένους» οπλίτες. Για φαντάρους, δηλαδή, που εθεωρούντο «αριστεροί» και αντιμετωπίζονταν σαν «τυφεκιοφόροι του εχθρού», όπως θα έγραφε λίγο αργότερα ο Μάριος Χάκκας, ο καισαριανιώτης πεζογράφος, που χάθηκε τόσο πρόωρα.
Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και άλλα δύο τάγματα. Το ένα ήταν το 525 με έδρα την Κατερίνη και το δεύτερο το 509 με έδρα τον Κολινδρό. Στον Κολινδρό, τα πράγματα ήταν πιο ζόρικα. Στο Πειθαρχείο, συχνά, έπεφτε και ξύλο. Σκληρή περίοδος, με τον Καραμανλή πρωθυπουργό. Ασκήσεις πολύωρες, εξαντλητικές, όλη τη μέρα και το βράδυ «μάθημα Πολιτικής Αγωγής». «Ποιοι είναι οι εχθροί της Ελλάδος;». «Οι Ρώσοι, οι Βούλγαροι και οι κομμουνιστές, κυρ λοχαγέ».
Το ’58, λοιπόν, «καλός πολίτης», πλέον, έπρεπε να βρω δουλειά: ο πατέρας μου άνεργος, η μάνα στο σπίτι, ο μικρός μου αδελφός, άνεργος επίσης. Φτώχεια μεγάλη! Και οργή συνάμα, για όσα είχα τραβήξει στον στρατό, ως «χαρακτηρισμένος», και για τη «σκοτεινιά» που έβλεπα μπροστά μου. Πού να δουλέψω; Τι να κάνω; Η ανεργία σερνόταν σαν ένα πελώριο φίδι, με χίλια κεφάλια, στη γειτονιά. Στην πλατεία Βικτωρίας. Σε όλη τη χώρα.
Θα μπορούσα, βέβαια, να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Νομική – ήμουν στο τρίτο έτος. Αλλά το σπίτι χρειαζόταν ψωμί. Τέσσερα στόματα! Ο αδελφός μου κάτι προσπαθούσε να κάνει – εργάτης σε μια χημική βιομηχανία. Ο πατέρας μου, τσαγκάρης σε αποστρατεία, μπάλωνε κάνα παπούτσι, κάρφωνε κάνα τακούνι. Και η μάνα μου πήγαινε παραδουλεύτρα σε σπίτια.
Τότε ήρθε και με βρήκε ο Νίκος Άγας. Ψηλό παιδί, ξανθό, με τρέλα για τη δημοσιογραφία. «Θες να γίνεις δημοσιογράφος;» μου πρότεινε. «Φυσικά. Αλλά με τι προσόντα;». «Θα σε πάω σε μια αθλητική εφημερίδα, για να γράφεις ποδοσφαιρικούς αγώνες». «Λεφτά θα παίρνω;». «Στην αρχή, μόνο τα οδοιπορικά. Αλλά με τον καιρό, κάτι θα γίνει. Και αν αποδειχτεί ότι έχεις και ταλέντο, σώθηκες!».
Πήγα στην αθλητική εφημερίδα. Άρχισα να γράφω διάφορα μικρομάτς – δέκα αράδες για το καθένα. Ταυτόχρονα, όμως, με το σιγοντάρισμα του Άγα, πούλαγα και μούρη. Διέδιδα ότι γράφω και ποιήματα. Και, πράγματι, σκάλιζα μερικά στιχάκια. Ώσπου ήρθε η ώρα του Ξαρχάκου.
Πριν φτάσω, όμως, στον Ξαρχάκο, θα πρέπει να σταθώ στον Μάνο Χατζιδάκι. Ως την εμφάνιση και την – ακαριαία – καθιέρωση του Χατζιδάκι, το ελληνικό τραγούδι ήταν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Στη μία, την επίσημη, κυριαρχούσε το λεγόμενο «ελαφρό». Βαλς, ταγκό, χαμπανέρες και τέτοια. «Πάμε σαν άλλοτε, στο μαγικό ακρογιάλι», «Τα δυο σου χέρια αγαπώ, τα δυο σου χέρια», «Πού θα ξαναβρώ τα όμορφά σου μάτια», «Άσ’ τα τα μαλλάκια σου ανακατωμένα». Στην άλλη όψη του νομίσματος, καίτοι αποδιωγμένο, καίτοι μακριά από το κρατικό – δεν υπήρχε και άλλο – ραδιόφωνο, εγχάρακτο σε ατόφιο χρυσάφι, βρισκόταν το ρεμπέτικο, που ο Τσιτσάνης, ο Μάρκος, ο Καλδάρας, με τις πανάκριβες μελωδίες τους, το είχαν περάσει σε τεράστιες μάζες του λαού. «Φραγκοσυριανή», «Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι», «Αχάριστη», «Η άμαξα μες στη βροχή», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Χατζηκυριάκειο», «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι». (Στη διάδοση του ρεμπέτικου και του λαϊκού μέγα ρόλο έπαιξε, να μην το ξεχάσω, και ο ραδιοσταθμός των Ενόπλων Δυνάμεων, που μετέδιδε τραγούδια για τους φαντάρους, στην περίοδο του Εμφυλίου, αλλά και μετά.)
Επιστρέφω στο ’58, για ένα σημαντικό γεγονός: η Μελίνα Μερκούρη, θεά της εποχής – και πότε δεν ήταν; -, ζούσε έναν μεγάλο έρωτα, με έναν αξιωματικό του Ναυτικού, τον Πύρρο Σπυρομήλιο. Ο Καραμανλής αγαπούσε τον Σπυρομήλιο και τον διόρισε διευθυντή στο Εθνικό Ιδρυμα Ραδιοφωνίας. Και αμέσως, άλλαξαν άρδην τα πράγματα σε σχέση με το τραγούδι. Γιατί ο Σπυρομήλιος λάτρευε τα λαϊκά τραγούδια. Το ίδιο και η Μελίνα. Αποτέλεσμα: τη θέση των «ελαφρών» κατέλαβαν, σχεδόν εξ εφόδου, τα λαϊκά τραγούδια, και ταυτόχρονα, εγκαινιάσθηκε το Φεστιβάλ Τραγουδιού, που άρχισε να διοργανώνεται στον Ιππόδρομο του Φαλήρου.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, με κυρίαρχες τις μελωδίες του Χατζιδάκι, που νόμιζες ότι δεν είναι του κόσμου τούτου, αλλά ταξίδεψαν στη γη για να εγκατασταθούν από άλλο αστέρι, γεννιέται ο Ξαρχάκος, και μαζί του ο Λεοντής, ο Μαρκόπουλος και, λίγο αργότερα, ο Λοΐζος.
Ο Σταύρος Ξαρχάκος ήταν φίλος μου. Δεκαεννιά χρόνων, τότε, είχε παρουσιάσει μερικά τραγούδια που άρεσαν πολύ. Ένα με την Πόλυ Πάνου, ένα με τη Βουγιουκλάκη, ένα με τη Γιοβάννα. Τον κάλεσαν, αμέσως, από το θέατρο «Πορεία», να γράψει μουσική και για το έργο του Αλέκου Γαλανού «Κόκκινα φανάρια». Και έσκισε!
Μου λέει μια μέρα: «Δεν γράφουμε κάνα τραγούδι και μαζί;». «Μα, πώς;». «Διάβασα μερικούς στίχους σου και τους βρήκα πολύ ενδιαφέροντες…». Κόντεψα να πάθω συγκοπή από τη χαρά μου! Αλλά δεν είχα ιδέα, για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Ο Ξαρχάκος, έμπειρος πια, μου έδειξε τα «κόλπα». Και μου έπαιξε και στο πιάνο μια μελωδία του. Ταράχτηκα! Η μελωδία ήταν υπέροχη! Και πρωτότυπη. Και ταίριαζε γάντι με την εποχή, όπου κυριαρχούσαν – είχαμε μπει ήδη στη δεκαετία του ’60 – εκτός του Χατζιδάκι, ο Θεοδωράκης, ο Γκάτσος, ο Καμπανέλλης, ο Γκούφας, και ο Δημ. Χριστοδούλου και η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Έβαλα στίχους στη μελωδία. Ο Ξαρχάκος έμεινε κατάπληκτος. Και όταν, ύστερα από λίγο καιρό, τον κάλεσε ο Βασίλης Γεωργιάδης να γράψει μουσική για την ταινία «Κόκκινα φανάρια», του έπαιξε την « Άπονη ζωή». Εκλήθη και ο Μπιθικώτσης ν’ ακούσει το τραγούδι. Θρίαμβος!
Τι είχε η « Άπονη ζωή»; Κατά τη γνώμη μου, εκτός από την εξαιρετική μουσική, είχε στίχους που τους ζητούσε η εποχή. Μου βγήκαν αβίαστα. Με την πρώτη. Γιατί ο κόσμος, που είχε περάσει τα ίδια βάσανα με μένα, ο φτωχόκοσμος της ανεργίας και των καραμανλικών διώξεων, είχε ανάγκη να πει τον πόνο του, αλλά όχι κλαψιάρικα. Με οργή. Και εγώ είχα συσσωρευμένη οργή μέσα μου. Και ένα παράπονο που δεν τελείωνε με τίποτα.
Με το που βγήκε το τραγούδι σε δίσκο και άρχισε να το παίζει το ραδιόφωνο, έγινε χαλασμός. Το άκουγα σε όλες τις ταβέρνες, στις πρόχειρες «κομπανίες» των τυφλών στους δρόμους της Αθήνας, στις παρέες των νέων. Πολλοί νόμιζαν ότι το είχε γράψει ο Θεοδωράκης, γιατί εύρισκαν πως είναι στο κλίμα των τραγουδιών του. Ήταν, όμως, του Ξαρχάκου, που αμέσως χαρακτηρίσθηκε ως «ο τρίτος μεγάλος της ελληνικής μουσικής» και άρχισε να δέχεται αλλεπάλληλες προτάσεις για συνεργασίες σε νυκτερινά κέντρα, σε θέατρα και σε κινηματογράφους.
Εκείνη την εποχή, οι συνθέτες και οι τραγουδιστές υπέγραφαν συμβόλαια αποκλειστικής συνεργασίας με τις διάφορες εταιρείες δίσκων. Ο Λαμπρόπουλος, στον οποίο ανήκε η εταιρεία Κολούμπια, η πιο μεγάλη στον χώρο, είχε συμβόλαια με τον Τσιτσάνη, τον Καλδάρα, τον Μπιθικώτση, και έσπευσε να καπαρώσει και τον Ξαρχάκο. Υπέγραψε και ο Ξαρχάκος και η « Άπονη ζωή» μεταδιδόταν συνεχώς από τις διαφημιστικές εκπομπές της εταιρείας. «Και τώρα, θ’ ακούσετε ένα καταπληκτικό τραγούδι του Σταύρου Ξαρχάκου, με ερμηνευτή τον Γρηγόρη Μπιθικώτση». Εγώ, πουθενά!
Μεγάλη δισκογραφική αντίπαλος της Κολούμπια ήταν η Οντεόν, που είχε για βασικούς τραγουδιστές της τον Καζαντζίδη, τον Περπινιάδη και τον Πέτρο Αναγνωστάκη. Την εταιρεία την διηύθυνε ο Μίνως Μάτσας, αλλά το ζήτημα της επιλογής τραγουδιών το είχε αναθέσει στον γιο του, τον Μάκη. Ο ανταγωνισμός Κολούμπια και Οντεόν ήταν σκληρός. Αλλά σε οικονομικό επίπεδο, πρωταγωνιστούσε η Κολούμπια.
Με το που άκουσε ο Μάκης Μάτσας την « Άπονη ζωή», έμεινε ξερός! Κάπου βρήκε το τηλέφωνό μου και μου τηλεφώνησε αμέσως. Με την ευκαιρία, κάρφωσε και τον Λαμπρόπουλο: «Δεν ντρέπονται στην Κολούμπια, να μην αναφέρουν το όνομά σου στις εκπομπές τους;». Δεν είπα τίποτα. Την άλλη μέρα, όμως, ο Μάτσας, έκανε την αντεπίθεσή του. Έβαλε τον Λεοντή να ενορχηστρώσει με τη δική του αντίληψη την « Άπονη ζωή» και ανέθεσε την ερμηνεία του τραγουδιού στον Στέλιο Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα. Νέος θρίαμβος και σ’ αυτή την εκτέλεση! Και από κει και πέρα, άρχισαν όλα για μένα. Από τη μια μέρα στην άλλη, έγινα στιχουργός με όνομα! Σε βαθμό που η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, με τα παράσημα από το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και το αναμφισβήτητο κύρος της, έσπευσε να δηλώσει: «Αυτός ο νέος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, θα μας στείλει όλους στη σύνταξη!». Υπερβολές, βέβαια. Αλλά, τραγούδι, χωρίς υπερβολές, δεν γίνεται.

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος
Πρώτη ηχογράφηση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, Ρία Κούρτη (1963)
Από την ταινία του Βασίλη Γεωργιάδη «Κόκκινα Φανάρια» και το ομώνυμο soundtrack

Μάνος Χατζιδάκις & Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Είμαι αϊτός χωρίς φτερά (με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση)

Είμαι αϊτός χωρίς φτερά

Σύνθεση: Μάνος Χατζιδάκις
Στίχοι: Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου
Μπουζούκι: Γιώργος Ζαμπέτας*
Τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Δίσκος: Γρηγόρης Μπιθικώτσης, 1963-1971 (1981) 

Σαν τον αϊτό είχα φτερά
και πέταγα πολύ ψηλά
μα ένα χέρι λατρεμένο
ένα χέρι λατρευτό
μου τα κόβει τα φτερά μου
για να μην ψηλά πετώ

Είμ’ αϊτός χωρίς φτερά
χωρίς αγάπη και χαρά
χωρίς αγάπη και χαρά
είμ’ αϊτός χωρίς φτερά

Το χέρι αυτό το λατρευτό
μες στη ζωή θα τ’ αγαπώ
ό,τι και να μου ’χει κάνει
όλα του τα συγχωρώ
με φτερούγες τσακισμένες
πάντα εγώ θα τ’ αγαπώ

Είμ’ αϊτός χωρίς φτερά
χωρίς αγάπη και χαρά
χωρίς αγάπη και χαρά
είμ’ αϊτός χωρίς φτερά

* Κατά την προσφιλή μας συνήθεια και ως ελάχιστο φόρο τιμής στους σπουδαίους δημιουργούς μας, στο πλαίσιο της παρουσίασης αυτού του δίσκου θ’ ακούσουμε και μερικά ιστορικά τραγούδια στα οποία δεν παίζει ο Κώστας Παπαδόπουλος, αλλά ο Γιώργος Ζαμπέτας (σε τρία) και (σε ένα) ο Μανώλης Χιώτης

Την ενδιαφέρουσα ιστορία του τραγουδιού αυτού μπορούμε να διαβάσουμε στο σχετικό άρθρο «1963 Είμ’ αητός χωρίς φτερά» του Δημήτρη Ν. Μανιάτη στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 8 Σεπτεμβρίου του 2011:

Μάνος Χατζιδάκις – Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Τρία πρόσωπα, τρία «ρυάκια» που χύθηκαν για το έτος 1963 στο ενιαίο ποτάμι του λαϊκού τραγουδιού με αποτέλεσμα ένα αριστουργηματικό τραγούδι με δεκάδες επανεκτελέσεις. Για την ακρίβεια, και η πρώτη εκτέλεση του «Είμ’ αητός χωρίς φτερά» (σε μουσική Χατζιδάκι και στίχους της Ευτυχίας ή και «γριάς» για τον χώρο των μουσικών) δεν ήταν απ’ τον Μπιθικώτση. Το τραγούδι ακούστηκε πρώτη φορά στην ταινία του Σωκράτη Καψάσκη με τον τίτλο «Αγάπη και θύελλα» απ’ τον (και μπουζουξή) Διαμαντή Πανάρετο, ενώ ο μύθος θέλει την ποιήτρια και στιχουργό εκατοντάδων λαϊκών επιτυχιών Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου να ρίχνει το χαρτί με τους στίχους του κομματιού κάτω απ’ την πόρτα του σπιτιού του Μάνου Χατζιδάκι σε μια περίοδο που το τραγούδι μετασχηματιζόταν εις βάρος των παλιών λαϊκών δημιουργών.

Πασίγνωστο βέβαια το κομμάτι έγινε και αγαπήθηκε από τη φωνή του Μπιθικώτση το 1963, ενώ η δαιμονική εκτέλεση στο μπουζούκι ανήκει στον Γιώργο Ζαμπέτα. Η σύμπραξη Χατζιδάκι – Μπιθικώτση – Παπαγιαννοπούλου βέβαια δεν ήρθε απ’ το πουθενά. Από νωρίς ο συνθέτης έχει εκδηλώσει τον θαυμασμό και την αγάπη του για το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι με σημείο – σταθμό τη διάλεξη που είχε δώσει για το θέμα στο Θέατρο Τέχνης το 1949. Εκείνη τη χρονιά, ας πούμε, ιδρύει και το Ελληνικό Χορόδραμα με τον Σπύρο Βασιλείου και τη Ραλλού Μάνου και παρουσιάζει το έργο «Εξι λαϊκές ζωγραφιές» ή ειδικότερα την εκδοχή ρεμπέτικων με πιάνο και ορχήστρα. Ο Χατζιδάκις είχε στραμμένες τις κεραίες του στο λαϊκό τραγούδι πάντα. Μεταγενέστερα ηχογραφεί ανάμεσα σε άλλα τα «Πέριξ» και τον «Σκληρό Απρίλη του ’45», ενώ το 1955 – χρονιά τού επίσης λαϊκού «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι» απ’ την ταινία «Στέλλα» του Κακογιάννη – συναντιέται στου Φλόκα για πρώτη φορά με τον Μπιθικώτση.

«Θέλω να πω τα τραγούδια σας από την ταινία «Λατέρνα, φτώχεια και φιλότιμο». Με έστειλε να σας βρω ο Μηλιόπουλος της Columbia», είπε ο Σερ στον Μάνο και η σύμπραξη δεν άργησε να γίνει. Το «Γαρίφαλο στ’ αυτί» είναι το ένα διαμαντάκι και το «Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω» το άλλο – με την ορχήστρα του Τσιτσάνη παρακαλώ! Οι μουσικοί και δημιουργοί των δύο πτερύγων του τραγουδιού ανακατεύονται και συνεργάζονται, ενώ το 1960 και η ηχογράφηση του «Επιτάφιου» από Μίκη και Μπιθικώτση επίσης ανακατεύει την τράπουλα και μεταβάλλει τους όρους του μουσικού τοπίου σπάζοντας τις παλιές συμβάσεις (εδώ σημειώστε το όνομα του Μανώλη Χιώτη που έπαιξε καταλυτικό ρόλο).

Έναν χρόνο πριν από την ηχογράφηση του «Είμ’ αητός χωρίς φτερά», το 1962, ο Χατζιδάκις γράφει τη μουσική για το θεατρικό «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» του Μπέρναρντ Σο και για πρώτη φορά χρησιμοποιεί αυτούσια τη μελωδία του δωδεκανησιακού τραγουδιού «Πέρα στους πέρα κάμπους» στο κομμάτι «Τα έξυπνα παπάκια».

Πέραν, όμως των πειραματισμών του Μάνου και του Μίκη, τα ξένα δάνεια, τα ανακατέματα και τις συμπράξεις που είχαν ως αποτέλεσμα τη γέννηση του λεγόμενου έντεχνου στη δεκαετία του ’60 – και κατόπιν της πριμοδότησης του πανίσχυρου άνδρα της Columbia Τάκη Β. Λαμπρόπουλου – ο Μάνος γράφει και αυτούσια, συμπαγή λαϊκά τραγούδια όπως το 1957 τον «Γκρεμό» με τον Ορφέα Κρεούζη – που επανεκτέλεσαν ο Μητσιάς και ο Ανδρεάτος. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το «Είμ’ αητός χωρίς φτερά», απ’ τη φωνή του Μπιθικώτση, του παλιού γνώριμου του Χατζιδάκι. Που ακούγεται σε μια ταραγμένη πολιτικά εποχή – την ίδια χρονιά έχουμε τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη και την παραίτηση της κυβέρνησης Καραμανλή. Για να αποτυπώσει μια ερωτική απογοήτευση με τον παλιό περήφανο τρόπο.

Γιώργος Χατζηνάσιος, Μια παρέα είμαστε (ορχηστρικό)

Μια παρέα είμαστε (ορχηστρικό)

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τρίχορδο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Μαυραγορίτης μάγκας (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης)

Μαυραγορίτης μάγκας

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Σόλο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Δυο χρόνια σ’ ένα σπίτι
δεν άναψ’ ένα φως
τον πήρανε μια Τρίτη
δεκάξι του μηνός

Μαυραγορίτης μάγκας
τσιράκι του βαλέ
τέτοιος λεβέντης άντρας
μες στο Γεντί Κουλέ
Φτωχιά Θεσσαλονίκη
Καλαμαριά πικρή
ο βίος καταδίκη
κι η φτώχεια φυλακή

Δυο τρεις χωροφυλάκοι
τον σέρναν από μπρος
κι ο Χάρος με σακάκι
πιο πίσω σαν γαμπρός

Μαυραγορίτης μάγκας
τσιράκι του βαλέ
τέτοιος λεβέντης άντρας
μες στο Γεντί Κουλέ
Φτωχιά Θεσσαλονίκη
Καλαμαριά πικρή
ο βίος καταδίκη
κι η φτώχεια φυλακή

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα.

Τι λέει ο Μιχάλης Μπουρμπούλης για το τραγούδι «Μαυραγορίτης μάγκας»:
Το 1961 υπηρετούσα στρατιώτης στην Θεσσαλονίκη ως Ασυρματιστής στο 478 Τάγμα Διαβιβάσεων. Ήξερα καλά από τις ερασιτεχνικές αναγνώσεις μου την ιστορία της πόλης. Εκείνο που με έθλιβε όμως ήταν η ταχύτατη ανοικοδόμηση και τα αποτελέσματα αυτής: Το γκρέμισμα θαυμάσιων σπιτιών του παρελθόντος, καθώς και η εγκατάλειψη των υπαρχόντων μνημείων. Συντήρηση σχεδόν καμία. Μέρα με την ημέρα περίμενα να γκρεμίσουν και τον Λευκό Πύργο. Την διάθεση την είχαν οι εργολάβοι, αλλά δεν το τόλμησαν ευτυχώς γιατί φοβήθηκαν τα κεφάλια τους. Τότε άρχισα και τις επισκέψεις σε ό,τι είχε διασωθεί. Απόρησα γιατί οι γερμανοί δεν ισοπέδωσαν το Εβραϊκό Νεκροταφείο. Η απορία μου μένει ακόμη αναπάντητη. Όταν τελείωσα με τις εκκλησίες και ό,τι άλλο έκρυβε για μένα μυστήριο και ενδιαφέρον, άρχισα τις επισκέψεις στην Άνω Πόλη και ειδικά στο Επταπύργιο. Εκεί βρήκα αρκετά διασωσμένα σπίτια που έδιναν κάπως τον παλαιικό χαρακτήρα της συνοικίας. Μέσα στο Κάστρο υπήρχαν πολλοί φτωχοί που ζούσαν σε σχεδόν εγκαταλελειμμένα οικήματα. Ρωτούσα να μου εξηγήσουν το κάθε τι που έβλεπα. Γυναίκες με φτωχικά ρούχα, παιδιά αδύνατα μέσα στις λάσπες να παίζουν ανυποψίαστα. Άντρες κατσούφηδες, με εργαλεία στα χέρια, να πηγαινοέρχονται λες και ήταν επιστρατευμένοι. Εκεί είδα και γνώρισα, μιαν άλλη Θεσσαλονίκη. «Αλήθεια», σκέφτηκα, «ποια από τις δύο “Θεσσαλονίκες” είναι η πραγματική;».
Το Γεντί Κουλέ και η ιστορία που έκρυβε στα σπλάχνα του, μου τράνταξαν τα σωθικά. Ρώταγα, ρώταγα, κάποιοι μου είπαν ότι υπήρχαν ακόμη εν ζωή μερικοί που βίωσαν την φυλακή και πλησίασαν τον θάνατο. Μου τόνισαν πως δεν ήταν όλοι ήρωες, υπήρχαν και κάτι “καλόπαιδα” που κανονικά πλήρωσαν τις πράξεις τους.
Μετά ακολούθησε σιωπή, λες και μεταξύ τους συνεννοήθηκαν να μην με εμπιστεύονται. Ίσως για τον λόγο αυτό να έφταιγε η ύποπτη, κατ’ εκείνους, επιμονή μου και τα στρατιωτικά ρούχα που φορούσα. Μπήκα σε κάνα-δυο ταβερνεία, αλλά και εκεί άρχων Νόμος η σιωπή. Δεν σταμάτησα. Όταν το μυαλό μου φορτώθηκε και δεν άντεχε άλλο, δεν ξαναπήγα. Έμεινα με την σκιώδη ανάμνηση.
Να γιατί, όταν ο Γ. Χατζηνάσιος δημιουργούσε τα «Συναξάρια» με τον Δ. Μητροπάνο και ζήτησε την συμμετοχή μου, έγραψα το «Μαυραγορίτης μάγκας». Το θεωρούσα σαν μια συμβολική προσφορά για τα χρόνια, τους ανθρώπους και μιαν άλλη “φυλή” που στριμώχτηκε, έζησε ή πέθανε στα σκοτεινά μπουντρούμια εκείνης της κόλασης, για διάφορους λόγους, είτε ηθικούς, είτε εγκληματικούς. Το να προσπαθήσεις να ξεδιαλύνεις τους μεν από τους δε, είναι άλυτο πρόβλημα που επιμένει να ζει στον χώρο του μυστηρίου.
[πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Πάει η ζωή μου άδικα (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης)

Πάει η ζωή μου άδικα

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Τρίχορδο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Είμαι φτωχός και ντρέπομαι
να ’ρθω να σου μιλήσω
αν ήξερα να τραγουδώ
θα ’χα έναν τρόπο να σου πω
«θέλω να σε φιλήσω»

Πάει η ζωή μου άδικα
και απ’ τ’ άδικο στο κρίμα
βουλιάζω στα ουζάδικα
σα ναυαγός στο κύμα

Τον έρωτά μου σου ’γραψα
κι απάντηση καμία
είσαι αγέρας που περνά
και τις ημέρες μου σκορπά
στα τέσσερα σημεία

Πάει η ζωή μου άδικα
και απ’ τ’ άδικο στο κρίμα
βουλιάζω στα ουζάδικα
σα ναυαγός στο κύμα

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης (Γιώργος Χατζηνάσιος & Κυριάκος Ντούμος)

Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Κυριάκος Ντούμος
Τετράχορδο μπουζούκι: Θανάσης Πολυκανδριώτης
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Θεσσαλονίκη, Σαββατόβραδο κι Απρίλης
και να μου δίνεις τον καημό μ’ απλοχεριά
σε κάποια απόμερη γωνιά της Νέας Κρήνης
με το τζουκ μποξ να με γυρίζεις στα παλιά

Σ’ ένα ρεμπέτικο θα ρίξω την ψυχή μου
να ξεγελάσω το χαμένο τον καιρό
ήτανε κάποτε η άνοιξη δική μου
ήμουνα κάποτε Απρίλης σου εγώ

Θεσσαλονίκη κι απ’ το Κάστρο το βραδάκι
να σ’ αγναντεύω και να λιώνω σαν κερί
δεκαοχτώ χρονώ τρελό παλικαράκι
με το μεράκι σου να βγαίνω στη ζωή

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Σαν κουρέλι (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μάνος Ελευθερίου)

Σαν κουρέλι

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Τρίχορδο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Θέλει άλλαγμα η βελόνα
το τραγούδι είναι βραχνό
το παλιό γραμμόφωνό σου
παίζει άπονο σκοπό

Σαν κουρέλι πάνω στ’ άλλο
μπαλωμένη μια ζωή
πες μου ποιο σκοπό να βάλω
να μην κλαις τόσο πολύ

Το παλτό σου έχει λιώσει
κι έχουν σπάσει τα κουμπιά
όλα τα ’χεις πια σκοτώσει
κι ούτε που σε νοιάζει πια

Σαν κουρέλι πάνω στ’ άλλο
μπαλωμένη μια ζωή
πες μου ποιο σκοπό να βάλω
να μην κλαις τόσο πολύ

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]

Στη μνήμη ενός παλιού ρεμπέτη (Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης)

Στη μνήμη ενός παλιού ρεμπέτη

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Γιώργος Χατζηνάσιος
Στίχοι: Μιχάλης Μπουρμπούλης
Τετράχορδο μπουζούκι: Θανάσης Πολυκανδριώτης
Τετράχορδο μπουζούκι & τζουράς: Γιάννης Μπιθικώτσης
Ακουστική κιθάρα: Γιάννης Δέδες
Κιθάρες: Μπάμπης Λασκαράκης
Κρουστά: Νίκος Αντύπας
Κλασικό μπάσο: Νύσος Πανταζής
Ηλεκτρικό μπάσο: Γιώργος Ζηκογιάννης
Μπαγλαμάς: Πάνος Ιατρού
Ακορντεόν: Γιώργος Καραθανάσης
Πιάνο: Γιώργος Χατζηνάσιος
Τραγούδι: Δημήτρης Μητροπάνος
Δίσκος: Τα συναξάρια (1981)

Μια φορά κι ακόμα μία
χελιδόνι μου, πετάς
βγήκες στην παρανομία
και τις νύχτες περπατάς

Κι η φωνή σου ξεχασμένη
σ’ έναν μπαγλαμά κλεισμένη

Σ’ είχα δει στα συναξάρια
τα σβησμένα και παλιά
δάκρυ μέσα στα νταμάρια
να κυλάς Πρωτομαγιά

Και θυμήθηκα τα χρόνια
που ’χανε φωνή τ’ αηδόνια

Στα μεγάλα τα βαγόνια
η ζωή σου εδώ κι εκεί
χάλασες ωραία χρόνια
Βέλγιο κι Αμερική

Τώρα μέσα στο φλιτζάνι
βγάζεις τους καημούς σεργιάνι

Γράφει ο Γιώργος Χατζηνάσιος στο εσώφυλλο του δίσκου:
Ο κύκλος τραγουδιών Τα συναξάρια είναι μια «πορεία» μέσα απ’ την καθημερινότητα την απλή και τόσο ανθρώπινη που γίνεται τραγούδι. Η αυθεντικά λαϊκή φωνή του Δημήτρη Μητροπάνου πραγματοποίησε το αποτέλεσμα που είχα φανταστεί. Με αυτά τα τραγούδια θέλω να υπογραμμίσω την προσπάθεια που κάνει ο συνθέτης για να ξεφύγει απ’ την τυποποίηση και τους χαρακτηρισμούς όπως λαϊκός, ελαφρός, δυτικός, στρατευμένος κλπ. Που στιγματίζουν τη δουλειά του και περιορίζουν το έργο του. Αυτές τις σκέψεις τις εμπιστεύομαι σ’ αυτούς που θα ασχοληθούν με οποιοδήποτε τρόπο μ’ αυτόν τον δίσκο, έχοντας υπ’ όψη μου ότι πάντοτε βαραίνει το αποτέλεσμα. [πηγή: περιοδικό Όγδοο]