Το «Πνευματικό εμβατήριο» του Άγγελου Σικελιανού μελοποιημένο από τον Μίκη Θεοδωράκη

«Άκου ξανά το «Πνευματικό εμβατήριο» του Σικελιανού όπως το μελοποίησε ο Μίκης και κυρίως το 8ο και τελευταίο σκέλος του. Ίσως σου δώσει ιδέες για να γράψεις κάτι, μέρα που είναι σήμερα», μου είπε χτες το μεσημέρι ο μέγας αρχιμουσικός μας Κώστας Παπαδόπουλος.

Tου τόνισα ότι ουδεμία διάθεση για γράψιμο έχω αυτές τις σκοτεινές μέρες του φετινού Ιουνίου για τον τόπο μας, πλην όμως υποσχέθηκα ότι θα το ξανακούσω. Καλύτερα, όμως, να το ξανακούσουμε όλοι μαζί.

Πληροφορίες για το ποίημα του Άγγελου Σικελιανού

Αντιγράφω από τον ιστότοπο του συναδέλφου Νίκου Σαραντάκου τις πολύτιμες πληροφορίες που έχει θέσει στη διάθεση όλων μας για το ποίημα:

Το Πνευματικό Εμβατήριο δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του περιοδικού «Ελεύθερα Γράμματα», στις 19.5.1945. Συνοδεύεται από σημείωμα του ποιητή, που λέει: «Είχα μόλις απαντήσει στην προχθεσινή συνέντευξη, όταν αυτή η ίδια μώγινε άξαφνα αφορμή για τη μετάβασή μου, πάνω στο ίδιο θέμα, στην ολοκληρωμένη μορφή του Ποιητικού Λόγου που δίνω παρακάτου». Πράγματι, στο πρώτο τεύχος του περιοδικού είχε δημοσιευτεί συνέντευξη με τον Σικελιανό με θέμα την «πνευματική Ελλάδα εμπρός στο δράμα της Κατοχής».

Στο Διαδίκτυο κυκλοφορεί το ποίημα, αλλά σε κείμενο που φαίνεται να βασίζεται στη μελοποίηση Θεοδωράκη, που παραλείπει μερικές λέξεις σε σχέση με τη μορφή που βρήκα στο περιοδικό. Επίσης, το κείμενο που κυκλοφορεί έχει ευπρεπιστεί γλωσσικά σε μερικά σημεία· ο Σικελιανός έγραφε «σκέψες, πνέμμα, η άμπελο», όχι «σκέψεις, πνεύμα, η άμπελος» της σημερινής, μετά την ήττα, δημοτικής. Διόρθωσα σε μερικά σημεία την ορθογραφία (π.χ. το φωτογόνι το έκανα φωτογώνι).

Πνευματικό εμβατήριο

Σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογώνι της καινούργιας Λευτεριάς Σου Ελλάδα,

μου αναλαμπάδιασε άξαφνα η ψυχή, σα να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου
όπου χρόνια,
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους λογισμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το Ναό·
γιγάντιες σκέψες
σα νέφη πύρινα ή νησιά πορφυρωμένα
σε μυθικόν ηλιοβασίλεμα
άναβαν στο νου μου,
τι όλη μου καίγονταν μονομιά η ζωή
στην έγνια της καινούργιας Λευτεριάς σου Ελλάδα!

Γι’ αυτό δεν είπα:
Τούτο είναι το φως της νεκρικής πυράς μου.
Δαυλός της Ιστορίας Σου, έκραξα, είμαι,
και να, ας καεί σα δάδα το έρμο μου κουφάρι,
καταβολάδα του Εμπυραίου,
με την δάδα τούτην,
ορθός πορεύοντας ως με την ύστερη ώρα,
όλες να φέξουν τέλος, τις γωνιές της Οικουμένης
ν’ ανοίξω δρόμο στην ψυχή, στο πνέμμα, στο κορμί Σου, Ελλάδα!

Είπα κι εβάδισα
κρατώντας τ’ αναμμένο μου συκώτι
στο Καύκασό Σου
και το κάθε πάτημά μου
ήταν το πρώτο, κι ήταν, θάρρευα, το τελευταίο
τι το γυμνό μου πόδι επάτει μέσα στα αίματά Σου
τι το γυμνό μου πόδι εσκόνταβε στα πτώματά Σου
γιατί το σώμα, η όψη μου, όλο μου το πνέμμα
καθρεφτιζόταν σα σε λίμνη, μέσα στα αίματά Σου.

Εκεί, σε τέτοιον άλικο καθρέφτη, Ελλάδα,
καθρέφτη απύθμενο, καθρέφτη της αβύσσου
της Λευτεριάς Σου και της δίψας Σου, είδα τον εαυτό μου
βαρύ από κοκκινόχωμα πηλό πλασμένο,
καινούργιο Αδάμ της πιο καινούριας πλάσης
όπου να πλάσουμε για Σένα μέλλει, Ελλάδα!

Κ’ είπα:
Το ξέρω, ναι, το ξέρω, που κ’ οι θεοί Σου
οι Ολύμπιοι, χθόνιο τώρα γίνανε θεμέλιο,
γιατί τους θάψαμε βαθιά-βαθιά να μην τους βρουν οι ξένοι.
Και το θεμέλιο διπλοστέριωσε, κι ετριπλοστέριωσε όλο,
μ’ όσα οι οχτροί μας κόκαλα σωριάσανε από πάνω.
Κι ακόμη ξέρω, πως για τις σπονδές και το τάμα
του νέου Ναού π’ ονειρευτήκαμε για Σένα Ελλάδα,
μέρες και νύχτες, τόσα αδέλφια σφάχτηκαν ανάμεσό τους
όσα δε σφάχτηκαν αρνιά ποτέ για Πάσχα!

Μοίρα· κ’ η μοίρα Σου ως τα τρίσβαθα δική μου!
Κι απ’ την Αγάπη, απ’ τη μεγάλη δημιουργόν Αγάπη,
να που η ψυχή μου εσκλήρυνεν, εσκλήρυνε και μπαίνει
ακέρια πια μέσα στη λάσπη και μες στο αίμα Σου να πλάσει
τη νέα καρδιά που χρειάζεται στο νιο Σου αγώνα Ελλάδα!
Τη νέα καρδιά που κιόλας έκλεισα μέσα στα στήθη,
και κράζω σήμερα μ’ αυτή προς τους Συντρόφους όλους:

«Ομπρός, βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την Ελλάδα,
ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από τον κόσμο!
Tι ιδέτε, εκόλλησεν η ρόδα του βαθιά στη λάσπη,
κι ά, ιδέτε, χώθηκε τ’ αξόνι του βαθιά μες στο αίμα!
Ομπρός παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος,
σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα.
Δέστε, ακουμπάμε απάνω του ομοαίματοι αδερφοί του!
Ομπρός, αδέρφια, και μας έζωσε με τη φωτιά του
ομπρός, ομπρός κ’ η φλόγα του μας τύλιξε, αδερφοί μου!»

«Ομπρός, οι δημιουργοί… Την αχθοφόρα ορμή Σας
στυλώστε με κεφάλια και με πόδια, μη βουλιάξει ο ήλιος!
Βοηθάτε με και μένανε αδερφοί, να μη βουλιάξω αντάμα!
Τι πια είν’ απάνω μου και μέσα μου και γύρα
τι πια γυρίζω σ’ έναν άγιον ίλιγγο μαζί του!
Χίλια καπούλια ταύροι τού κρατάν τη βάση
δικέφαλος αητός κι απάνω μου τινάζει
τις φτέρουγές του και βογγάει ο σάλαγός του
στην κεφαλή μου πλάι και μέσα στη ψυχή μου
και το μακρά και το σιμά για με πια είν’ ένα!
Πρωτάκουστες, βαριές με ζώνουν Αρμονίες! Ομπρός συντρόφοι
βοηθάτε να σηκωθεί, να γίνει ο ήλιος Πνέμμα!

Σιμώνει ο νέος ο Λόγος π’ όλα θα τα βάψει
στη νέα του φλόγα, νου και σώμα, ατόφιο ατσάλι.
Η γη μας αρκετά λιπάστηκε από σάρκα ανθρώπου!
Παχιά και καρπερά, να μην αφήσουμε τα χώματά μας
να ξεραθούν απ’ το βαθύ τούτο λουτρό του αιμάτου
πιο πλούσιο, πιο βαθύ κι απ’ όποιο πρωτοβρόχι!
Αύριο να βγει ο καθένας μας με δώδεκα ζευγάρια βόδια,
τη γην αυτή να οργώσει την αιματοποτισμένη.
Ν’ ανθίσει η δάφνη απάνω της και δέντρο της ζωής να γένει,
και η Άμπελό μας ν’ απλωθεί ως τα πέρατα της Οικουμένης.

Ομπρός, παιδιά, και δε βολεί μονάχος του ν’ ανέβει ο ήλιος.
Σπρώχτε με γόνα και με στήθος, να τον βγάλουμε απ’ τη λάσπη,
σπρώχτε με στήθος και με γόνα, να τον βγάλουμε απ’ το γαίμα,
σπρώχτε με χέρια και κεφάλια, για ν’ αστράψει ο ήλιος Πνέμμα!»

Έτσι σαν έριξα και το στερνό δαυλί στο φωτογώνι
(δαυλί της ζωής μου της κλεισμένης μες στο χρόνο)
στο φωτογόνι της καινούριας λευτεριάς Σου, Ελλάδα,

αναψυχώθηκε άξαφνα τρανή η κραυγή μου, ως να ’ταν
όλο χαλκός το διάστημα, ή ως να ’χα
τ’ άγιο κελί του Ηράκλειτου τριγύρα μου, όπου, χρόνια
για την Αιωνιότη εχάλκευε τους στοχασμούς του
και τους κρεμνούσε ως άρματα
στης Έφεσος το ναό, ως σας έκραζα, συντρόφοι!

Πληροφορίες για τη μελοποίηση του ποιήματος από τον Μίκη Θεοδωράκη

Όλο το ποίημα μαζί απαρτίζει τη σύνθεση «Αρκαδία V», όπως διαβάζουμε στον ιστότοπο Πυξίδα:

Αρκαδία V (Πνευματικό Εμβατήριο)
(σε ποίηση Άγγελου Σικελιανού)
Σύνθεση: Φεβρουάριος 1969, Ζάτουνα
1. Σαν έριξα και το στερνό δαυλί
2. Γιγάντιες σκέψες
3. Κι είπα
4. Μοίρα
5. Ομπρός, βοηθάτε
6. Ομπρός, οι δημιουργοί
7. Σιμώνει ο νέος Λόγος
8. Έτσι, σαν έριξα και το στερνό δαυλί

Αρκαδία V – Ηχογραφήσεις
1970. Γαλλία, Πνευματικό Εμβατήριο – Ζωντανή ηχογράφηση από το Albert Hall του Λονδίνου – Polydor – 2490101. Μαρία Φαραντούρη, Αντώνης Καλογιάννης, Γιάννης Θεοχάρης. Παίζει η London Symphony Orchestra υπό τη διεύθυνση του συνθέτη.
2000. Ελλάδα, Πνευματικό Εμβατήριο – Ζωντανή ηχογράφηση από το ΑΠΘ. Έφη Σταμούλη, Μακαρία Ψιλιτέλλη, Παναγιώτης Καραδημήτρης, Κώστας Μιχαλακόπουλος, Ορχήστρα & Χορωδία του ΑΠΘ.
2002. Ελλάδα, Πνευματικό Εμβατήριο – Ζωντανή ηχογράφηση από το Ηρώδειο – Minos-Emi – 724358088625. Ανδρέας Κουλουμπής, Γιάννης Κότσιρας, Ιωάννα Φόρτη. Παίζει η ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» μαζί με την Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ υπό τη διεύθυνση του Ανδρέα Πυλαρινού.
2005. Γερμανία, Αυστρία, Ελλάδα, Resistance – Intuition – INT33782. Πνευματικό Εμβατήριο, Ντοκουμέντο σύνθεσης στη Ζάτουνα με το συνθέτη να τραγουδάει και να παίζει πιάνο.

Και στον ιστότοπο της Μαρίας Φαραντούρη διαβάζουμε για την πρώτη ζωντανή ηχογράφηση των περισσότερων από τα τραγούδια του έργου στο Λονδίνο το 1970:

Τίτλος: Πνευματικό Εμβατήριο & Οιδίπους Τύραννος
Έτος Κυκλοφορίας: 1970
Συνθέτης: Μίκης Θεοδωράκης
Ποιητής: Άγγελος Σικελιανός
Εταιρεία: POLYDOR 2383023 LP

Πνευματικό Εμβατήριο: 
Ζωντανή ηχογράφηση στο Albert Hall του Λονδίνου με τη Μαρία Φαραντούρη, τον Αντώνη Καλογιάννη, τον Γιάννη Θεοχάρη, τη London Symphony Orchestra, τη Χορωδία της New Opera London και Ανδρική Χορωδία Ουαλών Ανθρακωρύχων, υπό τη δ/νση του ίδιου του Θεοδωράκη. Ο Θεοδωράκης συνέθεσε το Πνευματικό Εμβατήριο τον χειμώνα του 1969, στην ορεινή Ζάτουνα της Αρκαδίας, όπου βρισκόταν σε εξορία από το δικτατορικό καθεστώς. Πολλά από τα έργα που συνέθεσε εκεί τα ονόμασε Αρκαδίες και το συγκεκριμένο έχει τον γενικό τίτλο Αρκαδία V. 
Στο ημερολόγιο του περιγράφει τις στιγμές της δημιουργίας του έργου, όταν σε κατ’ οίκον περιορισμό, κάλεσε τους φρουρούς του να τον συντροφεύσουν: Έξω χιονίζει. Είμαι μόνος. Οι φρουροί τουρτουρίζουν. Τους φωνάζω. Μέσα έχω ζεστασιά. Τους κερνώ τσικουδιά, καρύδια και σύκα. Βγάζουν τις χλαίνες. Κάθομαι στο πιάνο και συνθέτω. Γουρλώνουν τα μάτια. -Για ξαναπαίχτο… Το ξαναπαίρνω από την αρχή και προχωρώ. Κερνώ τσικουδιά. Το χιόνι σκέπασε τις καρυδιές. Σταματώ και γράφω στο χαρτί. Νυχτώνει. -Δεν θα πάμε στο καφενείο; … Μπαίνουμε στο καφενείο. -Γιάννη, κερνώ όλον τον κόσμο. -Τι έπαθες; Παντρεύεις κανένα; μου λέει ο Χρόνης -Πάντρεψα τη μουσική μου με τον Σικελιανό. -Ομπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο, λέει ο φρουρός! 


Αργότερα, η ηχογράφηση αυτή κυκλοφόρησε σε cd μαζί με την Κατάσταση Πολιορκίας.

Οιδίπους Τύραννος:
 Ωδή για Ορχήστρα Εγχόρδων, διάρκειας 14 λεπτών. Η σύνθεση έγινε στο Παρίσι μεταξύ των ετών 1956 – 1958.

Ι. Σαν έριξα και το στερνό δαυλί – Μ. Φαραντούρη
ΙΙ. Γιγάντιες σκέψες – Αντ. Καλογιάννης
ΙΙΙ. Κι είπα – Γ. Θεοχάρης
IV. Ομπρός βοηθάτε – Μ. Φαραντούρη
V. Ομπρός οι δημιουργοί – Μ. Φαραντούρη
VI. Σιμώνει ο νέος Λόγος – Αντ. Καλογιάννης
VII. Έτσι, σαν έριξα και το στερνό δαυλί – Μ. Φαραντούρη

Δεν μένει τώρα παρά να ακούσουμε αυτή την ιστορική πρώτη ηχογράφηση για να τηρήσω την υπόσχεσή μου στον Κώστα Παπαδόπουλο. Το βίντεο προέρχεται από το αρχείο του George Vidakis στο YouTube.

Advertisements