Θα σου στείλω, μάνα (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης: Θα σου στείλω, μάνα

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Θα σου στείλω, μάνα
ένα κουτί με σπίρτα
από την Ιρλανδία.
Ένας τοκογλύφος σκούζει
«φτάσε, χάρε, πάρε με
πάρε με, ένας Άγγλος
μου ’φαγε τα βόλια».

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Advertisements

Αγία Γραφή (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Αγία Γραφή

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Διαβάζεις στην Αγία Γραφή χρυσές σελίδες,
διαβάζεις λόγια ωραία που μιλάν γι’ αγάπη,
διαβάζεις και τον Πλάτωνα, όλους τους σοφούς
που λεν για ελπίδα, για χαρά, γι’ αγάπη, για ειρήνη.
Μα αυτά, λέω, σαν ανόητα τα νιώθει ο νους,
σαν να λένε για λεπρούς ή για νεράιδες.
Καλά το ξέρεις, όταν άνθρωπο χρειαστείς,
πως σαν τον εαυτό σου εσέ δε σ’ αγαπάει κανείς.

Επάσκισα κι εγώ να γίνω κάποιος
στα δεκατρία εδούλεψα καλά στο τραμ,
μα κι αν δεν έγινα γιατρός, στρατιωτικός
τον βασιλιά τον υπηρέτησα πιστά.
Ποτέ στους χαλεπούς καιρούς δεν πρόδωσα,
ούτε όταν οι Άγγλοι τα ’καναν σμπαράλια εδώ,
κι όταν γίναμε ανεξάρτητοι, ήμουν νομιμόφρων.
Μα σαν τον εαυτό σου εσέ δε σ’ αγαπάει κανείς.

Πράγματι, τους μικρούς εμάς, της μεσαίας τάξεως
μας φέρνουν γύρω σαν καφέδες σ’ αγρυπνία,
οι υπάλληλοι μας έχουν σα γαϊδούρια στη σειρά,
μας κοροϊδεύει ο όχλος όταν προσπαθούμε
να ’χουμε τρόπους, να μιλάμε καθαρεύουσα.
Έτσι ούτε σύλλογο έχουμε και είναι να μας κλαις.
Μα, μολοντούτο ξέρουμε καλά κι εμείς
πως σαν τον εαυτό σου εσέ δε σ’ αγαπάει κανείς.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Τον Σεπτέμβριο θυμάμαι
όταν άδειασαν οι πάγκοι
κι έπαψε η βουή του κόσμου
πήγαν τα παιδιά για τσάι.
Άσε μας, Θεέ, ψηλά
να θυμόμαστε τ’ απλά
τώρα πο’ ’χουν πια πεθάνει
όλοι που μας αγαπάνε,
λοχαγοί και βασιλιάδες.

Πέρα στην παλιά μας Κύπρο
και στην Κένυα την καημένη
όλοι εκεί βασανισμένοι
μαύροι κι άσπροι από τους άσπρους,
και στα ξωτικά τα μέρη
κι όπου ρίξομε το μάτι
το κουδούνι του σχολείου
στο μισό Μπελφάστ σημαίνει
κι αχ, η Αγγλία μας η καημένη,
λοχαγοί και βασιλιάδες.

Σκόνταψα σ’ ένα βραχνά μου
και στο πάρκο εκεί του Ουίνδσορ
τι θαρρείτε κει πως ηύρα
περπατώντας στο σκοτάδι;
Μισοδαγκωμένο μήλο
και το πιο αστείο απ’ όλα
χαραγμένα πέντε δόντια
πέντε δόντια από παιδάκι,
λοχαγοί και βασιλιάδες.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Ακούσλα, ταίρι μου (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης: Ακούσλα, ταίρι μου

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Δεν έχει η Γη κι ο Κόσμος θέση
σαν κι αυτή
ανάμεσα σε μας τους δυο.
Δεν έχει η Γη κι ο Κόσμος θέση
σαν κι αυτή
Ακούσλα, ταίρι μου χρυσό.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Άνοιξε το παράθυρο (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Άνοιξε (λίγο) το παράθυρο

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Άνοιξε σιγά την πόρτα
κλείσ’ τη για να μην τραβάει
όλη τη ζωή μου χύνω δάκρυα, δάκρυα
το στόμα μου δεν ξέρει να γελάει.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό.
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό.

Μόν’ μια φορά σαν έπεσε η εικόνα
κι άφησε τη γριά τη βάβω μου ξερή
κει που ’λεγε παλιό ιρλανδέζικο τραγούδι
πώς πούλησαν προδότες τον οδηγητή.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό.
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό.

Από τους μπάσταρδους τους ξένους
κρύψε, καλή μου, το χάλι σου
εμείς λιοντάρι και λυκόρνιο
και ρόδο στο κεφάλι σου.

Άνοιξε λίγο το παράθυρο
κι άσ’ το φυρό για το Χριστό.
Έμπα και κάτσε κι ύστερα
θα σου το πω το μυστικό.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Το γελαστό παιδί (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Το γελαστό παιδί

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Ήταν πρωί τ’ Αυγούστου
κοντά στη ροδαυγή
βγήκα να πάρω αγέρα
στην ανθισμένη γη.
Βλέπω μια κόρη κλαίει
σπαραχτικά θρηνεί
σπάσε, καρδιά μου, εχάθη
το γελαστό παιδί.

Είχεν αντρειά και θάρρος
κι αιώνια θα θρηνώ
το πηδηχτό του βήμα,
το γέλιο το γλυκό.
Ανάθεμα την ώρα
κατάρα τη στιγμή
σκοτώσαν οι εχθροί μας
το γελαστό παιδί.

Ω, να ’ταν σκοτωμένο
στου αρχηγού το πλάι
και μόνον από βόλι
Εγγλέζου να ’χε πάει.
Κι από απεργία πείνας
μέσα στη φυλακή,
θα ’ταν τιμή μου που ’χασα
το γελαστό παιδί.

Βασιλικιά μου αγάπη,
μ’ αγάπη θα σ’ το λέω
για το ό,τι έκανες
αιώνια θα σε κλαίω.
Γιατί όλους τους εχθρούς μας
θα ξέκανες εσύ,
δόξα τιμή στ’ αξέχαστο
(το) γελαστό παιδί.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Ήταν 18 Νοέμβρη (Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης)

Brendan Behan | Βασίλης Ρώτας & Μίκης Θεοδωράκης, Ήταν 18 Νοέμβρη

Ποίηση: Brendan Behan (Μπρένταν Μπίαν) (για το θεατρικό του έργο An Giall | The Hostage | Ένας όμηρος (1958))
Απόδοση στα Ελληνικά: Βασίλης Ρώτας
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: Ένας όμηρος (1966)

Ήταν δεκαοχτώ Νοέμβρη
πέρα στο Μακρούν μπροστά
φτάσαν ταχτικοί χακένιοι
με τα μεταγωγικά.

Τα παιδιά τους καρτερούσαν,
του στρατού τού λαϊκού
και με τις χειροβομβίδες
τους εκάμαν τ’ αλατιού.

Πληροφορίες:

Όμηρος στη λογοκρισία

Το θεατρικό έργο Ένας όμηρος παρουσιάστηκε στην Αθήνα το χειμώνα του 1962 και αμέσως μετά κυκλοφόρησαν τέσσερα τραγούδια με τη Ντόρα Γιαννακοπούλου. Όταν λίγο αργότερα θέλησαν να κυκλοφορήσουν ολόκληρο τον κύκλο των τραγουδιών, σκόνταψαν στη λογοκρισία, η οποία απέρριψε τον στίχο … Από τους μπάσταρδους τους ξένους… για ευνόητους λόγους. Η εταιρεία πρότεινε στο συνθέτη να τον παραλείψουν, όμως ο Θεοδωράκης δεν το δέχτηκε. Έτσι αποφάσισε να κυκλοφορήσει το έργο έξω από το κανάλι της δισκογραφίας που ελεγχόταν από τη λογοκρισία, ώστε να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Αποτέλεσμα υπήρξε η [παρούσα] φωνοληψία που έγινε με μοναδικό ερμηνευτή τον συνθέτη (φωνή-πιάνο) και που κυκλοφόρησε μέσω της εφημερίδας Αυγή. Εκεί ο καθένας μπορούσε να αφήσει μια άδεια μαγνητοταινία και να πάρει μια γραμμένη.

Αργότερα ο Αλέκος Πατσιφάς της εταιρείας Lyra κατόρθωσε να πάρει την έγκριση της λογοκρισίας και έτσι ηχογραφήθηκε ο πρώτος δίσκος με πλήρη ορχήστρα και ερμηνευτή τον ίδιο τον συνθέτη. Ακολούθησε το 1966 ο δίσκος με τη Μαρία Φαραντούρη, ο οποίος λόγω της Δικτατορίας έμελλε να κυκλοφορήσει 7 χρόνια αργότερα.

Ένας όμηρος: το έργο

Ένας νεαρός Άγγλος στρατιώτης κρατείται όμηρος σ’ ένα πορνείο του Δουβλίνου για αντίποινα ενός φυλακισμένου του IRA που θα απαγχονιστεί σε μια φυλακή του Μπέλφαστ. Ο όμηρος ερωτεύεται μια Ιρλανδέζα υπηρέτρια του πορνείου, αλλά ο θάνατός του θα βάλει τέλος στην πορεία, στον έρωτα, στη ζωή…

Έργο που -σύμφωνα με το μεταφραστή του στα ελληνικά Βασίλη Ρώτα- παρουσιάζει το μαχητικό προοδευτικό πνεύμα, καθώς μπερδεύεται μέσα στα εγκατεστημένα δίχτυα της αντίδρασης και θυσιάζεται και στιγματίζει την εθνικιστική παραφροσύνη και τον θρησκευτικό φανατισμό που απαιτούν στο βωμό τους ένα αθώο θύμα. Ο όμηρος ζει, ερωτεύεται και πεθαίνει σ’ ένα χώρο όπου συνυπάρχουν βωμολοχίες, υπόκωφοι ύμνοι, άγρια γέλια και απελπισία. Μεγαλοψυχία και συμπόνια έχουν θέση μόνο στα μέλη ενός περιπλανώμενου music hall, που αναμιγνύονται στη δράση… Οι μπρεχτικές επιδράσεις είναι φανερές στη δομή του έργου, στη δράση του, ακόμα και στις προσφωνήσεις του προς το κοινό, τις οποίες χρησιμοποιεί ο συγγραφέας…

Το έργο πρωτοπαίχτηκε στην Ελλάδα από τις 12 Απριλίου έως τις 20 Μαΐου του 1962 στο Κυκλικό θέατρο του Λεωνίδα Τριβιζά. Στην παράσταση αυτή πρωταγωνιστούσαν ο Κώστας Μπάκας, ο Χρήστος Πάρλας, η Νέλλη Αγγελίδου, η Ντόρα Γιαννακοπούλου και η Τασώ Καββαδία. Εκεί πρωτακούστηκαν η μουσική και τα τραγούδια που έγραψε ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο, παιγμένα με την κιθάρα του Δημήτρη Φάμπα. Τα σκηνικά είχε κάνει ο Γιάννης Τσαρούχης και τη σκηνοθεσία ο Λεωνίδας Τριβιζάς. Τρία χρόνια μετά με τους ίδιους συντελεστές και με διαφορετική διανομή (Τίτος Βανδής, Γιώργος Τζώρτζης, Τάνια Σαββοπούλου, Μάκης Ρευματάς, κ.ά.) ανέβηκε στο θέατρο Μετάλλιο

Ένα βράδυ με τον Brendan Behan

… Κάποτε, όταν ήταν φυλακισμένος, δινόταν βράδυ η πρεμιέρα του έργου του στο Λονδίνο. Ζήτησε να παρευρεθεί και η αστυνομία έδωσε την άδεια υπό τον όρο να συνοδεύεται στην αίθουσα από δύο αστυνομικούς. Έτσι παρουσιάστηκε στην πρεμιέρα ανάμεσα στους δυο Άγγλους που τον φρουρούσαν με τα περίστροφά τους. Όταν το κοινό τον φώναξε στη σκηνή μετά την παράσταση για να τον χειροκροτήσει, παρουσιάστηκε μαζί με τους αστυνομικούς, στη μέση. Φρουρούμενος και απευθυνόμενος στο κοινό είπε: Κυρίες και κύριοι, είμαι πολύ ευτυχής διότι βρίσκομαι στην εξαιρετική και σπάνια θέση ενός συγγραφέως να προστατεύεται από τους στρατιώτες της Α.Μ. της Βασιλίσσης εναντίον τυχόν αποδοκιμασιών του πλήθους…
Μίνως Αργυράκης
Από το πρόγραμμα της παράστασης στο Θέατρο Μετάλλιο

Brendan Behan: βιογραφικό σημείωμα

(Δουβλίνο 1923-1964)
Ιρλανδός επαναστάτης κατά της αγγλικής κυριαρχίας και συγγραφέας, ο οποίος με την ωμή σάτιρά του και τη δύναμη των πολιτικών του σχολίων συνέβαλε σημαντικά στο θέατρο του Παραλόγου.
Μετά την αποφοίτησή του από το σχολείο, το 1937, έμαθε το οικογενειακό επάγγελμα του ζωγράφου, ενώ παράλληλα συμμετείχε στον Ιρλανδικό Δημοκρατικό Στρατό ως αγγελιοφόρος. Ενώ βρισκόταν στην Αγγλία σε αποστολή σαμποτάζ, συνελήφθη και καταδικάστηκε (1940) σε τρία χρόνια κράτηση σε αναμορφωτήριο, όπου έγραψε Το παιδί του αναμορφωτηρίου. Λίγο αργότερα έλαβε μέρος σε ένοπλη επίθεση και καταδικάστηκε σε 14 χρόνια φυλάκιση. Στη φυλακή τελειοποίησε τα Ιρλανδικά του, τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στην εξαιρετικά λεπτή και ευαίσθητη ποίησή του. Ακολούθησαν και άλλες συλλήψεις, είτε για επαναστατικές δραστηριότητες είτε για αλκοολισμό.
Το πρώτο του θεατρικό έργο Ο αλλόκοτος τύπος (1954) ανέβηκε στο μικρό Pike Theatre του Λονδίνου και είχε άμεση επιτυχία. Το δεύτερο, Ένας όμηρος (1958), θεωρείται το αριστούργημά του.
Έγραψε διηγήματα και σενάρια για την Ιρλανδική Ραδιοφωνία. Τα τελευταία του έργα, τα οποία ηχογράφησε ο ίδιος σε μαγνητοταινία, είναι Το νησί του Brendan Behan, The Scarperer, Η Νέα Υόρκη του Brendan Behan και Εκμυστηρεύσεις ενός Ιρλανδού επαναστάτη.

[Πηγή των κειμένων και των φωτογραφιών στα βίντεο: ένθετο στο έργο Ένας όμηρος που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011
Φωτογράφος: Τάκης Πανανίδης
Το σκίτσο του Brendan Behan είναι του Μίνωα Αργυράκη]

Το έργο είναι έξοχο από κάθε άποψη. Θαυμάσια η ποίηση του Μπρένταν Μπίαν, όπως και η απόδοσή της στα Ελληνικά από τον Βασίλη Ρώτα, θαυμάσια η μελοποίησή της από τον Μίκη Θεοδωράκη, θαυμάσια η ερμηνεία του Κώστα Παπαδόπουλου, του Λάκη Καρνέζη και της Μαρίας Φαραντούρη.

Δυστυχώς δεν γνωρίζω τα ονόματα όλων των μουσικών. Παντού αναφέρεται μόνο η φράση «Συμμετέχει λαϊκή ορχήστρα». Στις φωτογραφίες βλέπω τον Γιάννη Διδίλη (πιάνο), τον Βαγγέλη Παπαγγελίδη (μπάσο) και τον Εύανδρο Παπαδόπουλο (κρουστά), αλλά δεν φαίνεται πουθενά ο κιθαρίστας, που μάλιστα παίζει σημαντικότατο ρόλο στα τραγούδια, και δεν τον θυμάται ούτε ο Κώστας Παπαδόπουλος. Θα ήταν, λοιπόν, απρέπεια να αναφέρω όλους τους υπόλοιπους μουσικούς (πλην των Παπαδόπουλου & Καρνέζη) χωρίς τον κιθαρίστα. Τι κρίμα! Στην Ελλάδα του 2011 τα συγγραφικά και τα συγγενικά δικαιώματα συνεχίζουν να χάνονται στο μαύρο σκοτάδι της αφάνειας και μάλιστα σε εκδόσεις σημαντικών εφημερίδων μας (όπου, συν τοις άλλοις, υπάρχουν αρκετά σοβαρά ορθογραφικά λάθη).

Ας αρκεστούμε, ωστόσο, στην ποίηση και τη μουσική του έργου Ένας όμηρος, γιατί αυτές έχουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο και μας αποζημιώνουν πλήρως για κάθε άλλο κακώς κείμενο εν Ελλάδι. Μέρες που είναι, αξίζει να (ξαν)ακούσουμε τον επαναστάτη Ιρλανδό να υμνεί την ελευθερία, τη ζωή και τον έρωτα. Καλή μας ακρόαση!

Τραβήξανε ψηλά (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Τραβήξανε ψηλά

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Τραβήξανε ψηλά, πολύ ψηλά.
Δύσκολο πια να χαμηλώσουνε.
Δύσκολο και να πουν το μπόι τους.

Μέσα στ’ αλώνια όπου δειπνήσαν μια νυχτιά
τα παλικάρια
μένουνε τα λιοκούκουτσα
και το αίμα ξερό του φεγγαριού
κι ο δεκαπεντασύλλαβος απ’ τ’ άρματά τους.

Μένουν τα κυπαρίσσια κι ο δαφνώνας.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Θα σημάνουν οι καμπάνες (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Θα σημάνουν οι καμπάνες

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης>
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Με τόσα φύλλα σού γνέφει ο ήλιος καλημέρα,
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Κάτω απ’ το χώμα,
μες στα σταυρωμένα χέρια τους
κρατάνε της καμπάνας το σκοινί-
προσμένουνε την ώρα,
προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση.

Τούτο το χώμα είναι δικό τους και δικό μας
δεν μπορεί κανείς να μας το πάρει.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Ποιος να το πει (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ποιος να το πει

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Και τώρα, πώς κλειδώσανε την πόρτα τους
τ’ αμπέλια μας,
πώς λίγνεψε το φως πάνω στη στέγη
και τα δέντρα,

ποιος να το πει πως βρίσκονται οι μισοί
κάτω απ’ το χώμα
κ’ οι άλλοι μισοί στα σίδερα;

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Δέντρο το δέντρο (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Δέντρο το δέντρο

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Δέντρο το δέντρο, πέτρα την πέτρα
πέρασαν τον κόσμο,
μ’ αγκάθια προσκεφάλι πέρασαν τον ύπνο.

Φέρναν τη ζωή στα δυο στεγνά τους χέρια
σαν ποτάμι.

Σε κάθε βήμα κέρδιζαν μιαν οργιά ουρανό-
για να το δώσουν.
Κι όταν χορεύαν στην πλατεία,
μέσα στα σπίτια τρέμαν τα ταβάνια
και κουδουνίζανε τα γυαλικά στα ράφια.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Μπήκαν στα σίδερα (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μπήκαν στα σίδερα

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Μπήκαν στα σίδερα και στη φωτιά,
κουβέντιασαν με τα λιθάρια,
κεράσανε ρακί το θάνατο
στο καύκαλο του παππουλή τους,
στ’ Αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή
και στρώθηκαν στο δείπνο
κόβοντας τον καημό στα δυο
έτσι που κόβανε στο γόνατο
το κριθαρένιο τους καρβέλι.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Τόσα χρόνια (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Τόσα χρόνια

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Τόσα χρόνια όλοι πεινάνε, όλοι διψάνε,
όλοι σκοτώνονται
πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα·

έφαγε η κάψα τα χωράφια τους
κ’ η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους,
από τις τρύπες του πανωφοριού τους
μπαινοβγαίνει ο θάνατος.

Πάνω στα καραούλια πέτρωσαν βιγλίζοντας
το μανιασμένο πέλαγο όπου βούλιαξε
το σπασμένο κατάρτι του φεγγαριού.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν,
τώρα γεμίζουν τα κανόνια τους
μόνο με την καρδιά τους.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Όταν σφίγγουν το χέρι (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Όταν σφίγγουν το χέρι

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Όταν σφίγγουν το χέρι
ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο,
όταν χαμογελάνε
ένα μικρό χελιδόνι φεύγει
μες απ’ τ’ άγρια γένια τους,
όταν σκοτώνονται
η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες και με ταμπούρλα.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Όλοι διψάνε (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Όλοι διψάνε

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Όλοι διψάνε. Χρόνια τώρα. Όλοι πεινάνε.
Τα μάτια τους είναι κόκκινα απ’ την αγρύπνια,
μια βαθιά χαρακιά
σφηνωμένη ανάμεσα στα φρύδια τους
σαν ένα κυπαρίσσι
ανάμεσα σε δυο βουνά το λιόγερμα.

Το χέρι τους είναι κολλημένο στο ντουφέκι,
το ντουφέκι είναι συνέχεια του χεριού τους,
το χέρι τους είναι συνέχεια της ψυχής τους-
κι έχουν στα χείλη τους απάνου το θυμό
κι έχουνε τον καημό βαθιά βαθιά στα μάτια τους
σαν ένα αστέρι σε μια γούβα αλάτι.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Αυτά τα δέντρα (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Αυτά τα δέντρα

Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος (από τη συλλογή Αγρύπνια (1954))
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Έργο: Ρωμιοσύνη (1966)

Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες δε βολεύονται
κάτω απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα δε βολεύονται
παρά μόνο στον ήλιο,
αυτές οι καρδιές δε βολεύονται
παρά μόνο στο δίκιο.

Ετούτο το τοπίο είναι σκληρό σαν τη σιωπή,
κρύβει στον κόρφο του τα πυρωμένα του λιθάρια,
κρύβει στο φως τις ορφανές ελιές του
και τ’ αμπέλια του.

Δεν υπάρχει νερό. Μονάχα φως.
Ο δρόμος χάνεται στο φως
κι ο ίσκιος της μάντρας είναι σίδερο.

Τι λέει ο Μίκης Θεοδωράκης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Δεν ήταν μόνο η μουσική, η ποίηση, το τραγούδι…

Στα δύο κορυφαία έργα μου στον τομέα της έντεχνης λαϊκής μουσικής, τον Επιτάφιο και τη Ρωμιοσύνη, είχα την αίσθηση ότι η μελωδία ξεπήδησε σαν αρτεσιανό νερό μέσα από τους στίχους. Τι να συνέβαινε άραγες;

Νομίζω ότι αυτή η ταύτισή μου με τον ποιητή, που ξεπερνούσε τα όρια της ποίησης κι απλωνόταν σε όλο το χώρο της ζωής, της εργατικότητας, της δημιουργικότητας, της ιδεολογίας, της στάσης ζωής, της κοινής πίστης σε μια κοινή κλίμακα αξιών, στην ταυτόσημη αντιμετώπιση του χρέους, τέλος, στην κοινή μας στράτευση στο στρατόπεδο της Αριστεράς, της Εθνικής Αντίστασης, της Ελευθερίας και της αφοσίωσης στο ιδεώδες της Εθνικής Αναγέννησης, όλα αυτά δημιούργησαν μια ταυτότητα, θα έλεγα, στις δύο ευαισθησίες μας. Γίναμε συγκοινωνούντα δοχεία, απ’ όπου ποίηση και μουσική περνούσε η μια στην άλλη ώσπου να πάρουν μια τρίτη διάσταση: το τραγούδι.

Στη γιορτή των Φώτων στα 1966, κάποιο άγνωστο χέρι τοποθέτησε το χειρόγραφο του Ρίτσου πάνω στο αναλόγιο του πιάνου μου στη Νέα Σμύρνη.

Τη Ρωμιοσύνη μού την είχαν φέρει στο σπίτι γυναίκες κρατουμένων πολλά χρόνια πριν. Είχαν περάσει πρώτα απ’ τον Ρίτσο, που διάλεξε ο ίδιος τα αποσπάσματα από την Αγρύπνια για να μου τα εμπιστευθεί. Όμως τα χειρόγραφα σκεπάστηκαν από άλλα. Χάθηκαν. Ξεχάστηκαν… Ώσπου εκείνη ακριβώς τη στιγμή κάποιο χέρι (χωρίς να ξέρει κανείς το πώς και το γιατί) τα ανέσυρε και τα ακούμπησε στο πιάνο. Είχαν προηγηθεί συγκρούσεις στον Πειραιά με την Αστυνομία. Ο άγριος ξυλοδαρμός και η κακοποίησή μου, γεγονότα που με επηρέασαν βαθιά. Τόσο που, μόλις διάβασα τον πρώτο στίχο, Αυτά τα δέντρα δε βολεύονται με λιγότερο ουρανό… κάθισα, όπως ήμουν λερωμένος με λάσπη και αίματα και συνέθεσα μονορούφι τη Ρωμιοσύνη.

Όταν την άλλη μέρα την άκουσε ο Ρίτσος, έμεινε άφωνος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είδα τόσο χαρούμενο, τόσο συγκλονισμένο, όσο τη μέρα που στο Κεντρικόν, που ήταν γεμάτο με αντιστασιακούς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης τραγούδησε τη Ρωμιοσύνη.

Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στα παρασκήνια να του λέει: «Είσαι ο μεγαλύτερος τραγουδιστής του αιώνα μας». Ήταν η μεγάλη στιγμή που αποδέχτηκε τη φωνή και ο Ρίτσος, που απ’ την εποχή του Επιτάφιου τον βασάνιζε η ιδέα πως έπρεπε να τον τραγουδήσει γυναίκα με λαϊκή φωνή. […]

Μίκης Θεοδωράκης
(Απόσπασμα από κείμενο του συνθέτη που γράφτηκε τον Ιανουάριο του 1995 και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ελί-τροχος)

Τι λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης για το έργο «Ρωμιοσύνη»:

Το πιο δύσκολο έργο…

«… Από τα έργα του Μίκη Θεοδωράκη, εκείνο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ και το θεωρώ από τα μεγαλύτερα είναι η Ρωμιοσύνη του Γιάννη Ρίτσου. Σ’ αυτό το έργο χάθηκα. Έκανα πρόβα δυόμισι μήνες για να μπω στο νόημα της μελωδίας και του στίχου. Τότε βρήκα τον αληθινό μου εαυτό. Ήταν αυτό που με γέμισε. Ήταν η πιο μεγάλη στιγμή της καριέρας μου και της ζωής μου» λέει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης σε μια ραδιοφωνική συνέντευξη τον Ιανουάριο του 1990.

«… Τα εννέα τραγούδια της Ρωμιοσύνης είχαν μια μελωδία που δεν την έπιανε το μυαλό μου. Μελωδία τρομερή, ασύλληπτη. Ο Θεοδωράκης στις πρώτες πρόβες μού έλεγε: «Λίγο αν προσέξεις στις πρόβες, θα τα καταφέρεις, Γρηγόρη. Το έργο αυτό απευθύνεται σε όλους τους Έλληνες. Μιλάει για το τι έχει τραβήξει η Ελλάδα. Τότε που κόβανε στο γόνατο το κριθαρένιο τους καρβέλι, που μπαίνανε στα σίδερα και στη φωτιά, που γέμιζαν τα κανόνια μόνο με την καρδιά τους». Και πάνω σ’ αυτή τη φοβερή ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, ο Μίκης έχει γράψει μουσική για 100-200 χρόνια μπροστά. Σου το λέω υπεύθυνα εγώ, ο Γρηγόρης, που τραγούδησα τη Ρωμιοσύνη».
Γρηγόρης Μπιθικώτσης

(Αποσπάσματα από το βιβλίο «Γρηγόρης Μπιθικώτσης – Εγώ, ο Σερ…» με την επιμέλεια του Πάνου Γεραμάνη, εκδόσεις Κοχλίας, Αθήνα 2002)

Πηγή των κειμένων: ένθετο στο έργο Ρωμιοσύνη που διένειμε η εφημερίδα Καθημερινή το 2011

Συγκλονιστικά τα λόγια των δύο από τους συντελεστές του έργου και ακόμη συγκλονιστικότεροι οι στίχοι του Γιάννη Ρίτσου. Κάθε σχόλιο περιττεύει. Πάμε, λοιπόν, ν’ ακούσουμε τον Ρίτσο, τον Μίκη, τον Γρηγόρη, τον Κώστα και τον Λάκη, που τραγούδησαν τη Ρωμιοσύνη. Καλή ακρόαση!

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Τ’ όνειρο καπνός

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Τ’ όνειρο καπνός (από τον Κύκλο Φαραντούρη)

Στίχοι: Νίκος Γκάτσος
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Πιάνο: Γιάννης Διδίλης
Βιολοντσέλο: Σωτήρης Ταχιάτης
Κοντραμπάσο: Ανδρέας Ροδουσάκης
Φλάουτο: Σπύρος Ρέγγιος
Ερμηνεία: Μαρία Φαραντούρη
Έργο: The Ballad of Mauthausen & Six Songs (1966)

Έσπειρα στον κήπο σου χορτάρι
να ’ρχονται το βράδυ τα πουλιά
τώρα ποιο φεγγάρι σ’ έχει πάρει
κι άδειασε του κόσμου η αγκαλιά

Στης νύχτας το μπαλκόνι
παγώνει ο ουρανός
είν’ η αγάπη σκόνη
και τ’ όνειρο καπνός

Κύλησαν τα νιάτα στο ποτάμι
κι έγινε ο καιρός ανηφοριά
Ήμουνα στον άνεμο καλάμι
ήσουνα στην μπόρα λυγαριά

Στης νύχτας το μπαλκόνι
παγώνει ο ουρανός
είν’ η αγάπη σκόνη
και τ’ όνειρο καπνός

Πληροφορίες για τον δίσκο:

Τα τέσσερα τραγούδια, που αποτελούν τη Μπαλάντα του Μαουτχάουζεν, βασίζονται σε γεγονότα, που βίωσε ο συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης -ως πολιτικός κρατούμενος- στο αυστριακό στρατόπεδο συγκεντρώσεως και περιγράφει στο βιβλίο του Μαουτχάουζεν. Το έργο δεν αποτελεί μόνο μια καταδίκη στη βία και την αλλοφροσύνη του πολέμου, αλλά και έναν ύμνο στον έρωτα, που μπορεί ν’ ανθίσει ακόμη και σε ένα εφιαλτικό περιβάλλον και να κρατήσει ζωντανή την ελπίδα για ζωή.

Τα έξι τραγούδια, που συμπληρώνουν τον δίσκο, αποτελούν τον Κύκλο Φαραντούρη.
[Πηγή: ιστότοπος Μαρίας Φαραντούρη]