Οδ. Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί / Ηρώδειο, 1993

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μουσικοί: Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ & Λαϊκή Ορχήστρα της ΕΡΤ
Διευθυντής της Λαϊκής Ορχήστρας: Κώστας Παπαδόπουλος
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφηγητής: Νικήτας Τσακίρογλου
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης (λαϊκός τραγουδιστής), Ανδρέας Κουλουμπής (βαρύτονος), Χορωδία της ΕΡΤ, Χορωδία της ΕΡΤ Μακεδονίας & Παιδική Χορωδία του Δημοτικού Ωδείου της Λάρισας
Συναυλιακός χώρος: Ωδείο Ηρώδου του Αττικού (1993)

1993: Ο Μίκης Θεοδωράκης, τότε διευθυντής των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ, παρουσιάζει στο Ηρώδειο 3 μελοποιημένα ποιητικά έργα: «Επιφάνια» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη με ερμηνευτή τον Μανώλη Μητσιά, «Μαουτχάουζεν» σε ποίηση Ιάκωβου Καμπανέλλη με ερμηνεύτρια τη Νένα Βενετσάνου και «Άξιον Εστί» σε ποίηση Οδυσσέα Ελύτη με ερμηνευτές τον Γρηγόρη Μπιθικώτση (λαϊκό τραγουδιστή), τον Ανδρέα Κουλουμπή (βαρύτονο) και τον Νικήτα Τσακίρογλου (αφηγητή).

Ας δούμε με προσοχή αυτό το αρχείο-ντοκουμέντο που περιλαμβάνει όλο «Το άξιον εστί», τελευταίο έργο στη συναυλία. Και ας προσέξουμε κυρίως την υπερπροσπάθεια που καταβάλλει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης να αρθεί στο ύψος των απαιτήσεων ενός σπουδαίου έργου που υπηρέτησε με τρόπο υποδειγματικό για 30 χρόνια. Είναι το κύκνειο άσμα του στο «Άξιον εστί» και, ως εκ τούτου, η ιστορική μα και η αισθητική αξία αυτής της συναυλίας είναι ανεκτίμητη. Η ερμηνεία του τραγουδιστή της ρωμιοσύνης (με μικρό ρο γιατί τραγουδούσε για λογαριασμό όλων μας) είναι συγκλονιστική και συγκινητική όσο ποτέ άλλοτε -κι ας είναι ήδη 71 ετών. Πράγμα που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στο «Άξιον εστί» έχουμε πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πολλοστή εκτέλεση από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση και μετά αρχίζουμε να μιλάμε για όλους τους άλλους τραγουδιστές που το έχουν παρουσιάσει ως τώρα.

Στη μνήμη του Γρηγόρη, λοιπόν, αυτή η δημοσίευση. Του Γρηγόρη που άνοιγε το στόμα του κι αναγάλλιαζε το πέλαγος, αναγάλλιαζαν τ’ αφτιά μας, αναγάλλιαζε κι η ψυχή μας…

Advertisements

Οδ. Ελύτης & Μ. Θεοδωράκης, Το άξιον εστί / Λυκαβηττός, 1977

Οδυσσέας Ελύτης & Μίκης Θεοδωράκης, Το άξιον εστί

Σύνθεση: 1961-1963, Παρίσι-Αθήνα
Λαϊκό ορατόριο σε τρία μέρη για λαϊκό τραγουδιστή, ψάλτη (βαρύτονο), αναγνώστη (ηθοποιό), λαϊκά όργανα, συμφωνική ορχήστρα και μικτή χορωδία

Ποίηση: Οδυσσέας Ελύτης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Συμφωνική μουσική: συμφωνική ορχήστρα με επικεφαλής τον βιολιστή Τάτση Αποστολίδη
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Σαντούρι: Τάσος Διακογιώργης
Αφηγητής: Μάνος Κατράκης
Ερμηνεία: Γρηγόρης Μπιθικώτσης (λαϊκός τραγουδιστής), Ανδρέας Κουλουμπής (βαρύτονος) & μικτή χορωδία υπό τη διεύθυνση της Έλλης Νικολαΐδου
Συναυλιακός χώρος: Θέατρο Λυκαβηττού (1977)

Καλοκαίρι του 1977: Ο «Μουσικός Αύγουστος» του Μίκη Θεοδωράκη στο θέατρο του Λυκαβηττού είναι πια γεγονός. Ιστορική στιγμή για τη μεταπολιτευτική Ελλάδα καθώς οι μελωδίες του Μίκη πλημμυρίζουν, επιτέλους, από κει ψηλά το λεκανοπέδιο μέσα από 28 συναυλίες και 11 έργα.

Προτελευταίο έργο είναι «Το άξιον εστί». Στη σκηνή παρελαύνουν πολλοί από τους συντελεστές της μεγαλειώδους πρώτης ηχογράφησης του έργου το 1964: διευθύνει ο Μίκης Θεοδωράκης, αφηγείται ο Μάνος Κατράκης, επικεφαλής της λαϊκής ορχήστρας είναι ο Κώστας Παπαδόπουλος και ο Λάκης Καρνέζης, ο ρόλος του λαϊκού τραγουδιστή ανήκει πλέον δικαιωματικά στον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

Στο μουσικό σύνολο προστίθενται, ωστόσο, και ορισμένοι νέοι ερμηνευτές του έργου: α) ο σπουδαίος μονωδός της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, ο Ανδρέας Κολουμπής, στον ρόλο του βαρύτονου, β) της συμφωνικής ορχήστρας ηγείται ο έξοχος βιολιστής Τάτσης Αποστολίδης και γ) τη μικτή χορωδία διευθύνει η Έλλη Νικολαΐδου.

Ας τους ακούσουμε. Ήταν τόσο νέοι, τόσο ζωντανοί και τόσο σπουδαίοι όλοι τους!

Να ’χα τ’ αθάνατο νερό (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν προχτές) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Να ’χα τ’ αθάνατο νερό

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Να ’χα τ’ αθάνατο νερό
ψυχή καινούρια να ’χα
να σου ’δινα να ξύπναγες
για μια στιγμή μονάχα

Να δεις να πεις να το χαρείς
ακέριο τ’ όνειρό σου
να στέκεται ολοζώντανο
κοντά σου στο πλευρό σου

Βροντάνε στράτες κι αγορές
μπαλκόνια και σοκάκια
και σου μαδάν οι κορασιές
λουλούδια στα μαλλάκια

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο
κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη
πως μπόραε να σε χάσω;

Με τα χεράκια σου τα δυο
τα χιλιοχαϊδεμένα
όλη τη γης αγκάλιαζα
κι όλα ήτανε για μένα

Στο παραθύρι στέκοσουν (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Στο παραθύρι στέκοσουν

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από
συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Στο παραθύρι στέκοσουν
κι οι δυνατές σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια την μπασιά
τη θάλασσα τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος
πλημμύριζε το σπίτι
κι εκεί στ’ αυτί σου σπίθιζε
η γαζία τ’ αποσπερίτη

Κι ήταν το παραθύρι μας
η θύρα όλου το κόσμου
κι έβγαζε στον παράδεισο
που τ’ άστρα ανθίζαν, φως μου

Κι ως στέκοσουν και κοίταζες
το λιόγερμα ν’ ανάβει
σαν τιμονιέρης φάνταζες
κι η κάμαρα καράβι

Και το καράβι βούλιαξε
κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό
πλανιέμαι τώρα μόνη

Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.

[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός
κι είχες τις χάρες όλες
όλα τα χάδια του αγεριού
του κήπου όλες τις βιόλες

Το πόδι ελαφροπάτητο
σαν τρυφερούλι ελάφι
πάταγε το κατώφλι μας
κι έλαμπε σα χρυσάφι

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα
κι ακόμη αχνογελούσα
τα γερατειά δεν τρόμαζα
το θάνατο αψηφούσα

Και τώρα πού θα κρατηθώ
πού θα σταθώ, πού θάμπω
που απόμεινα ξερό δεντρί
σε χιονισμένο κάμπο;

Βασίλεψες, αστέρι μου & Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης: Βασίλεψες, αστέρι μου

Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Και να που ανασηκώθηκα· το πόδι στέκει ακόμα·
φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ’ ανέβασε απ’ το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ’ αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης: Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες

Γιε μου, ποια μοίρα στο ’γραφε, οϊμέ
και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιο καημό τέτοια φωτιά, καημέ
στα στήθια μου ν’ ανάψει

Γιε μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου
οϊμέ, να σκύβω να σπαράζω
για πρέπει μου όρθια να σταθώ
καημέ, να σε χιλιοδοξάζω

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, οϊμέ
μέσα στις φλέβες μου είσαι
γιε μου, στις φλέβες ολουνών
καημέ, έμπα βαθιά και ζήσε

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.

[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Πού πέταξε τ’ αγόρι μου

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου
καρδούλα της καρδιάς μου
πουλάκι της φτωχιάς αυλής
ανθέ της ερημιάς μου

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
πού πήγε, πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου
και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς
τα που πικρά σού λέω;

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
πού πήγε, πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μέρα Μαγιού μού μίσεψες

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά
τα ωραία θάναι δικά μας
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε
το φέγγος κ’ η φωτιά μας

Χείλι μου μοσχομύριστο (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν σήμερα) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Χείλι μου μοσχομύριστο

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους
τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα
και πλάι σου ξαγρυπνούσα

Φρύδι μου γαϊτανόφρυδο
και κοντυλογραμμένο
καμάρα που το βλέμμα μου
κούρνιαζε αναπαμένο

Μάτια γλαρά που μέσα τους
αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού και πάσκιζα
μην τα θαμπώσει δάκρυ

Χείλι μου μοσκομύριστο
που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα
κι αηδόνια φτερουγίζαν

Στρώσε το στρώμα σου για δυο & Ζορμπάς / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Στρώσε το στρώμα σου για δυο (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το θεατρικό έργο «Η γειτονιά των αγγέλων» (1963)]

Ο δρόμος είναι σκοτεινός
ώσπου να σ’ ανταμώσω
ξεπρόβαλε μες στο στρατί
το χέρι να σου δώσω

Στρώσε το στρώμα σου για δυο
για σένα και για μένα
ν’ αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή
να ’ναι όλα αναστημένα

Σ’ αγκάλιασα μ’ αγκάλιασες
μου πήρες και σου πήρα
χάθηκα μες στα μάτια σου
και στη δική σου μοίρα

Στρώσε το στρώμα σου για δυο
για σένα και για μένα
ν’ αγκαλιαστούμε απ’ την αρχή
να ’ναι όλα αναστημένα

Μίκης Θεοδωράκης, Ζορμπάς (σόλο μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος) [από την ταινία «Zorba the Greek» (1964) του Μιχάλη Κακογιάννη]

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)

Πάμε τώρα στη μεγάλη στιγμή της συναυλίας αυτής. Η εισαγωγή του τραγουδιού «Στρώσε το στρώμα σου» αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης του Μίκη Θεοδωράκη για τη μουσική επένδυση της ταινίας Αλέξης Ζορμπάς (1964) του Μιχάλη Κακογιάννη. Έτσι, στο Ανατολικό Βερολίνο, ο συνθέτης κλείνει τη βραδιά τηρώντας απόλυτα τη χρονική αλληλουχία των δύο αυτών έργων του.

Ο δίσκος με τα μουσικά θέματα της ταινίας (Zorba the Greek) έγινε το μεγαλύτερο ελληνικό μπεστ σέλερ όλων των εποχών κι έκανε γνωστή τη λαϊκή ελληνική μουσική σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου. Είναι το έργο που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στο μπουζούκι κι έτσι το αγαπημένο μας όργανο σπάει τα σύνορα της μικρής μας γειτονιάς και ο ήχος του κάνει τον γύρο του κόσμου. Στο άκουσμα της πρώτης νότας των θεμάτων του Ζορμπά παραληρεί η υφήλιος εδώ και 5 δεκαετίες.

23 χρόνια πριν το Βερολίνο και 46 χρόνια πριν το 2010, ο Μίκης ανέθεσε την πρώτη εκτέλεση αυτών των περίφημων έργων του στον Κώστα Παπαδόπουλο. Στην πρώτη ηχογράφηση, το 1964, τον συνόδευε ο για πολλά χρόνια συνοδοιπόρος του Λάκης Καρνέζης.

Το σφαγείο, Όταν σφίγγουν το χέρι & Θα σημάνουν οι καμπάνες / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Μίκης Θεοδωράκης, Το σφαγείο (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Τα τραγούδια του Αντρέα (1968)]

Το μεσημέρι χτυπάνε στο γραφείο
μετρώ τους χτύπους τον πόνο μετρώ
είμαι θρεφτάρι μ’ έχουν κλείσει στο σφαγείο
σήμερα συ αύριο εγώ

Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Ανδρέα
μετρώ τους χτύπους το αίμα μετρώ
πίσω απ’ τον τοίχο πάλι θα ’μαστε παρέα
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Που πάει να πει
σ’ αυτή τη γλώσσα τη βουβή
βαστάω γερά, κρατάω καλά

Μες στις καρδιές μας αρχινά το πανηγύρι
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ
τακ τακ εσύ τακ τακ εγώ

Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό
Μύρισε το σφαγείο μας θυμάρι
και το κελί μας κόκκινο ουρανό

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Όταν σφίγγουν το χέρι (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Ρωμιοσύνη» (1966)]

Όταν σφίγγουν το χέρι
ο ήλιος είναι βέβαιος για τον κόσμο,
όταν χαμογελάνε
ένα μικρό χελιδόνι φεύγει
μες απ’ τ’ άγρια γένια τους,
όταν σκοτώνονται
η ζωή τραβάει την ανηφόρα
με σημαίες και με ταμπούρλα.

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Θα σημάνουν οι καμπάνες (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Ρωμιοσύνη» (1966)]

Με τόσα φύλλα σού γνέφει ο ήλιος καλημέρα,
με τόσα φλάμπουρα λάμπει, λάμπει ο ουρανός
και τούτοι μες στα σίδερα και κείνοι μες στο χώμα.

Σώπα, όπου νάναι θα σημάνουν οι καμπάνες.
Αυτό το χώμα είναι δικό τους και δικό μας.

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)

Μαργαρίτα μαγιοπούλα & Δόξα τω Θεώ / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μαργαρίτα μαγιοπούλα (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Μαγική πόλη» (1963)]

Είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά
που την εζήλευε όλη η γειτονιά
που την εζήλευε όλη η γειτονιά
είχα φυτέψει μια πορτοκαλιά

Αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
αχ Μαργαρίτα μάγισσα

Πρωί πρωί την πότιζα φιλιά
το δειλινό την πήραν τα πουλιά
το δειλινό την πήραν τα πουλιά
πρωί πρωί την πότιζα φιλιά

Αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
αχ Μαργαρίτα Μαγιοπούλα
αχ Μαργαρίτα μάγισσα

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Δόξα τω Θεώ (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Η γειτονιά των αγγέλων» (1963)]

Απ’ το πρωί μες στη βροχή
και μέσα στο λιοπύρι
για μια μπουκιά κι ένα ποτήρι
και δόξα τω Θεώ

Πέτρα την πέτρα ολημερίς
χτίζω μα δε σε φτάνω
ήλιε μου, πόσο είσαι πάνω
και δόξα τω Θεώ

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)

Βάρκα στο γιαλό / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Μίκης Θεοδωράκης, Βάρκα στο γιαλό (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Μαγική πόλη» (1963)]

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα ανεβαίνω τα σκαλιά
για τα δυο σου μάτια
για τις δυο φωτιές
που όταν με κοιτάζουν
νιώθω μαχαιριές

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα θα σου δίνω τα φιλιά
κι όταν σε μεθύσω
κι όταν θα σε πιω
θα σε νανουρίσω
με γλυκό σκοπό

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό

Πέντε πέντε δέκα
δέκα δέκα κατεβαίνω τα σκαλιά
φεύγω για τα ξένα
για την ξενιτιά
και μην κλαις για μένα
αγάπη μου γλυκιά

Βάρκα στο γιαλό
βάρκα στο γιαλό
γλάστρα με ζουμπούλι
και βασιλικό

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)

Άρνηση / Ανατολικό Βερολίνο, 1987

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Άρνηση (τραγούδι: Μίκης Θεοδωράκης, Σοφία Μιχαηλίδου & Θανάσης Μωραΐτης) [από το έργο «Επιφάνια» (1962)]

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ’ όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.

Το 1987, δύο χρόνια πριν από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, ο Μίκης Θεοδωράκης δίνει συναυλία στο ανατολικό Βερολίνο.

Λόγω διαφοράς των τηλεοπτικών συστημάτων στις τότε δύο Γερμανίες, έχουμε το βίντεο της συναυλίας αυτής σε ασπρόμαυρο. Ας την παρακολουθήσουμε, γιατί έχει πλέον μεγάλη ιστορική αξία.

Συμμετέχουν:
Νίκος Αντύπας (ντραμς)
Βάνα Βερούτη (τραγούδι)
Γιάννης Ζερβίδης (πιάνο)
Μίκης Θεοδωράκης (διεύθυνση ορχήστρας, τραγούδι)
Σοφία Μιχαηλίδου (τραγούδι)
Θανάσης Μωραΐτης (τραγούδι)
Δημήτρης Παπαγγελίδης (κλασική κιθάρα)
Κώστας Παπαδόπουλος (μπουζούκι)
Γιάννης Σπάθας (ηλεκτρική κιθάρα)
Αντώνης Τουρκογιώργης (μπάσο)
Christian Boissel (συνθεσάιζερ, όμποε, αγγλικό κόρνο)