Να ’χα τ’ αθάνατο νερό (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν προχτές) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Να ’χα τ’ αθάνατο νερό

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Να ’χα τ’ αθάνατο νερό
ψυχή καινούρια να ’χα
να σου ’δινα να ξύπναγες
για μια στιγμή μονάχα

Να δεις να πεις να το χαρείς
ακέριο τ’ όνειρό σου
να στέκεται ολοζώντανο
κοντά σου στο πλευρό σου

Βροντάνε στράτες κι αγορές
μπαλκόνια και σοκάκια
και σου μαδάν οι κορασιές
λουλούδια στα μαλλάκια

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο
κ’ ευωδιαστό μου δάσο,
πώς να πιστέψω η άμοιρη
πως μπόραε να σε χάσω;

Με τα χεράκια σου τα δυο
τα χιλιοχαϊδεμένα
όλη τη γης αγκάλιαζα
κι όλα ήτανε για μένα

Advertisements

Στο παραθύρι στέκοσουν (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Στο παραθύρι στέκοσουν

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από
συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Στο παραθύρι στέκοσουν
κι οι δυνατές σου οι πλάτες
φράζαν ακέρια την μπασιά
τη θάλασσα τις τράτες

Κι ο ίσκιος σου σαν αρχάγγελος
πλημμύριζε το σπίτι
κι εκεί στ’ αυτί σου σπίθιζε
η γαζία τ’ αποσπερίτη

Κι ήταν το παραθύρι μας
η θύρα όλου το κόσμου
κι έβγαζε στον παράδεισο
που τ’ άστρα ανθίζαν, φως μου

Κι ως στέκοσουν και κοίταζες
το λιόγερμα ν’ ανάβει
σαν τιμονιέρης φάνταζες
κι η κάμαρα καράβι

Και το καράβι βούλιαξε
κι έσπασε το τιμόνι
και στου πελάγου το βυθό
πλανιέμαι τώρα μόνη

Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]

[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Ήσουν καλός κ’ ήσουν γλυκός
κι είχες τις χάρες όλες
όλα τα χάδια του αγεριού
του κήπου όλες τις βιόλες

Το πόδι ελαφροπάτητο
σαν τρυφερούλι ελάφι
πάταγε το κατώφλι μας
κι έλαμπε σα χρυσάφι

Νιότη απ’ τη νιότη σου έπαιρνα
κι ακόμη αχνογελούσα
τα γερατειά δεν τρόμαζα
το θάνατο αψηφούσα

Και τώρα πού θα κρατηθώ
πού θα σταθώ, πού θάμπω
που απόμεινα ξερό δεντρί
σε χιονισμένο κάμπο;

Βασίλεψες, αστέρι μου & Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης: Βασίλεψες, αστέρι μου

Βασίλεψες, αστέρι μου, βασίλεψε όλη η πλάση,
κι ο ήλιος, κουβάρι ολόμαυρο, το φέγγος του έχει μάσει.

Κόσμος περνά και με σκουντά, στρατός και με πατάει
κ’ εμέ το μάτι ουδέ γυρνά κι ουδέ σε παρατάει.

Και να που ανασηκώθηκα· το πόδι στέκει ακόμα·
φως ιλαρό, λεβέντη μου, μ’ ανέβασε απ’ το χώμα.

Τώρα οι σημαίες σε ντύσανε. Παιδί μου, εσύ, κοιμήσου,
και γω τραβάω στ’ αδέρφια σου και παίρνω τη φωνή σου.


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης: Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες

Γιε μου, ποια μοίρα στο ’γραφε, οϊμέ
και ποια μου το ’χε γράψει
τέτοιο καημό τέτοια φωτιά, καημέ
στα στήθια μου ν’ ανάψει

Γιε μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου
οϊμέ, να σκύβω να σπαράζω
για πρέπει μου όρθια να σταθώ
καημέ, να σε χιλιοδοξάζω

Γλυκέ μου, εσύ δε χάθηκες, οϊμέ
μέσα στις φλέβες μου είσαι
γιε μου, στις φλέβες ολουνών
καημέ, έμπα βαθιά και ζήσε

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]

[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Πού πέταξε τ’ αγόρι μου

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου
καρδούλα της καρδιάς μου
πουλάκι της φτωχιάς αυλής
ανθέ της ερημιάς μου

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
πού πήγε, πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη

Πώς κλείσαν τα ματάκια σου
και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς
τα που πικρά σού λέω;

Πού πέταξε τ’ αγόρι μου
πού πήγε, πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί
χωρίς νερό η κρήνη

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν χτες) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Μέρα Μαγιού μού μίσεψες

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες
μέρα Μαγιού σε χάνω
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες
κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες
και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου
το φως της οικουμένης

Και μου ιστορούσες με φωνή
γλυκιά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού
δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά
τα ωραία θάναι δικά μας
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε
το φέγγος κ’ η φωτιά μας

Χείλι μου μοσχομύριστο (Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης)

Ο πρώτος νεκρός στις 9 του Μάη του 1936 (σαν σήμερα) στη Θεσσαλονίκη ήταν ο 25χρονος αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης από το Ασβεστοχώρι που συμμετείχε στην παλλαϊκή απεργία των Θεσσαλονικιών εργατών. Η τότε νεοδιορισμένη κυβέρνηση Μεταξά διέταξε τη χωροφυλακή να πατάξει παντοιοτρόπως τους διαδηλωτές με αποτέλεσμα τον θάνατο 12 εργατών μέσα στο πρώτο δεκαήμερο του Μάη. Από το φωτορεπορτάζ της εποχής προέκυψε η φωτογραφία της μάνας του Τάσου Τούση που θρηνεί τον νεκρό της γιο καταμεσής του δρόμου. Αυτή την εικόνα είδε ο Γιάννης Ρίτσος και μας έδωσε αμέσως μετά το περιστατικό τη συλλογή «Επιτάφιος». Η φωτογραφία έκανε τον γύρο της υφηλίου κάνοντας τους ξένους να παραλληλίζουν τον λαϊκό αγώνα στη Θεσσαλονίκη με τα γεγονότα στην Ισπανία του Φράνκο. Δυστυχώς, τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη δεν είχαν συνέχεια, αφού λίγους μήνες αργότερα το καθεστώς της 4ης Αυγούστου με επικεφαλής τον Μεταξά ρίχνει τη χώρα σε μια στυγνή δικτατορία από την οποία θα βγει θέλοντας και μη πέντε χρόνια αργότερα με τον Β’ παγκόσμιο και τη γερμανική κατοχή. Το βιβλίο του Ρίτσου λίγο έλειψε να γίνει μπεστ σέλερ -όπερ σπάνιον για ποιητικές συλλογές- αλλά και γι’ αυτό έχουσι γνώσιν οι φύλακες του Μεταξά που το καίνε προς παραδειγματισμόν το 1938 μπροστά στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Ο Γιάννης Ρίτσος καταφέρνει να το επανεκδώσει το 1958 και να στείλει ένα αντίγραφό του στον Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος σχεδόν εν μία νυκτί μελοποιεί 8 αποσπάσματά του και γράφει το πρώτο του σπουδαίο λαϊκό έργο στο Παρίσι, ένα έργο που -μεταξύ άλλων- έμελλε να κάνει την υφήλιο να υποκλιθεί μπροστά στους Έλληνες που τραγουδάνε με τόσο ενθουσιασμό και πάθος τους ποιητές τους. [Πηγή: Ποίηση, ποιητές, ποιήματα, Θεσσαλονίκη]


[Πηγή: αρχείο Αθανάσιου Σακελλαράκη]

Γιάννης Ρίτσος & Μίκης Θεοδωράκης, Χείλι μου μοσχομύριστο

Διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος
Ντραμς: Νίκος Αντύπας
Πιάνο: Γιάννης Ζερβίδης
Κλασική κιθάρα: Δημήτρης Παπαγγελίδης
Ηλεκτρική κιθάρα: Γιάννης Σπάθας
Μπάσο: Αντώνης Τουρκογιώργης
Πνευστά: Christian Boissel
Τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη
Τα ποιήματα διαβάζει ο Γιάννης Ρίτσος σε παλαιότερη εκπομπή για τη δημόσια τηλεόραση, ενώ ακούγονται τα τραγούδια του έργου από συναυλία στο Αμερικανικό Κολέγιο Αθηνών το 1986.

Μαλλιά σγουρά που πάνω τους
τα δάχτυλα περνούσα
τις νύχτες που κοιμόσουνα
και πλάι σου ξαγρυπνούσα

Φρύδι μου γαϊτανόφρυδο
και κοντυλογραμμένο
καμάρα που το βλέμμα μου
κούρνιαζε αναπαμένο

Μάτια γλαρά που μέσα τους
αντίφεγγαν τα μάκρη
πρωινού ουρανού και πάσκιζα
μην τα θαμπώσει δάκρυ

Χείλι μου μοσκομύριστο
που ως λάλαγες ανθίζαν
λιθάρια και ξερόδεντρα
κι αηδόνια φτερουγίζαν