Το ραδίκι (Γιώργος Μπάτης)

Γιώργος Μπάτης, Το ραδίκι (Από κάτω απ’ το ραδίκι (1934;)) [διασκευασμένο από τον Γιώργο Ζαμπέτα]

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκο 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Άιντε από κάτω απ’ το ραδίκι
άιντε κάθονται δυο πιτσιρίκοι

Άιντε και φουμάρουνε τσιγάρο
άιντε το ’να πόδι απάνω στ’ άλλο

Άιντε από κάτω απ’ τη μολόχα
πρώτα το τσαρδί μου το ’χα

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]

Advertisements

Ο μαθητής (Γιώργος Ζαμπέτας & Χαράλαμπος Βασιλειάδης)

Γιώργος Ζαμπέτας & Χαράλαμπος Βασιλειάδης, Ο μαθητής

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον Μανώλη Καναρίδη το 1961 και πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκους 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Έναν καιρό που μ’ έστελνε
η μάνα μου σχολείο
κι ο δάσκαλός μου μ’ έβαζε
στο πρώτο το θρανίο

Ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουνα γω στη τάξη
κι οι δάσκαλοί μου με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει

Πάντοτε στο τετράδιο
βαθμό έπαιρνα δέκα
κι αν στη ζωή πήρα μηδέν
τα φταίει μια γυναίκα

Ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουνα γω στη τάξη
κι οι δάσκαλοί μου με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει

Στον έλεγχο διαγωγή
είχα κοσμιωτάτη
κι όμως οι συναναστροφές
μου βγάλανε το μάτι

Ο πιο καλός ο μαθητής
ήμουνα γω στη τάξη
κι οι δάσκαλοί μου με είχανε
μη βρέξει και μη στάξει

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]

Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα (Γιώργος Μπάτης)

Γιώργος Μπάτης, Ζούλα σε μια βάρκα μπήκα (διασκευασμένο από τον Γιώργο Ζαμπέτα)

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον Στράτο Παγιουμτζή το 1936 και πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκους 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Βρε ζούλα σε μια βάρκα μπήκα
και στη σπηλιά του Δράκου βγήκα
βλέπω τρεις σαν μεθυσμένοι
και στην άμμο ήταν ξαπλωμένοι

Ήταν ο Μάρκος και ο Αρτέμης
και ο Στράτος ο Τεμπέλης
βρε συ Στράτο, βρε συ Στράτο
φιάξε έναν καφέ αφράτο

Για να πιει και το Μπατάκι
που είναι χρόνια μαναβάκι
για να πιει και ο Αρτέμης
όπου πάει και τον φέρνει

Μας φέρνει τσάι απ’ την Πόλη
όπου το γουστάρουμε όλοι
και καφέ απ’ την Περσία
πίνει ο μάγκας με ησυχία

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]

Ο Αράπης (Γιώργος Ζαμπέτας)

Γιώργος Ζαμπέτας, Ο Αράπης

Μπουζούκι: Μανώλης Χιώτης, Κώστας Παπαδόπουλος, Λάκης Καρνέζης, Γιάννης Καραμπεσίνης, Στέλιος Μακρυδάκης
Τραγούδι: Γιώργος Ζαμπέτας & χορωδία [πρώτη εκτέλεση από τον Μανώλη Καναρίδη το 1961 και πρώτη εγγραφή με τον Γιώργο Ζαμπέτα το 1964 σε δίσκους 45 στροφών]
Δίσκος: ο άραψ… και έτερα άσματα (1978)

Μελαμψές Βεδουίνες
ξελογιάστρες τσαχπίνες

χορεύουν τα βράδια χορούς της αγάπης
ενώ το ταμ ταμ

το χτυπάει ο Αράπης
ο μαύρος, ο σκύλος, ο ταμ ταμ ταμ

χτυπάει ο Αράπης

Η μικρή απ’ τ’ Αλγέρι
που ’χει ντέλι στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι
της λένε γι’ αγάπη
ενώ η μικρή

γουστάρει τον Αράπη
τον μαύρο, το σκύλο, τον ταμ ταμ ταμ
γουστάρει τον Αράπη

Και η μπουρδού απ’ τ’ Αλγέρι
με το ντέλι στο χέρι

τη βλέπουνε όλοι
της λένε γι’ αγάπη
ενώ η χουχού

γουστάρει τον Αράπη
τον μαύρο, το σκύλο, τον ταμ ταμ ταμ

γουστάρει κι αγαπάει
τον μαύρο, το σκύλο, τον Αράπη

τον Μανώλη το Χιώτη, τη Μαίρη Λίντα, τον Τσιτσάνη
την Πόλυ Πάνου, τον Κολοκοτρώνη, τον Μπιθικώτση, την Καίτη Γκρέυ
τον Καλδάρα, τον Γαβαλά, τη Ρία Κούρτη, τον Αγγελόπουλο
τον Πετσά, τον Αράπη…

Πληροφορίες για τέσσερα από τα τραγούδια του δίσκου:

Η δεκαετία του ’60 για τον Ζαμπέτα ήταν «χρυσή». Έπαιζε, έγραφε, ταξίδεψε στο εξωτερικό, ήταν το «μπουζούκι» που ηγείτο στα λαϊκά κέντρα, ο καλλιτέχνης που εκτός από μάγκας-δεξιοτέχνης στο μπουζούκι ήταν και «περφόρμερ-ψυχή» του γλεντιού, ένας σύγχρονος αριστοφανικός ήρωας που όταν ήταν στο πάλκο, το πιάτο έφτανε -σε κομματάκια- μέχρι το ταβάνι. Όχι τραγουδιστής. Μπορεί να τραγουδούσε ενίοτε στα μαγαζιά, αλλά για να μπει στο στούντιο και να κάνει «φωνοληψία» της φωνής του ούτε λόγος. Αθυρόστομος, πλακατζής, «μούτρο» και παράλληλα άνθρωπος με ταλέντο, μπέσα και λαϊκή σοφία. Και φυσικά μεγάλος δεξιοτέχνης.
Τον «Αράπη» τον είχε γράψει χρόνια πριν και πρωτοηχογραφήθηκε ως «τσιφτετέλι οριεντάλ» και χωρίς τη σατιρική υπόσταση που απέκτησε αργότερα. Το 1961 ήταν η πρώτη εκτέλεση με τον Μανώλη Καναρίδη και το 1964 ο Αράπης μπήκε στο στούντιο ξανά με… μεγάλη παρέα.

Θυμάται ο Ζαμπέτας (στο βιβλίο που έκανε η Ιωάννα Κλειάσιου, «Και η βρόχα έπιπτε στρέιτ θρου», Εκδ. Ντέφι): «Στα «Ξημερώματα» το ’64 έρχονταν σαν πελάτες πολλές φορές ο Τάκης Λαμπρόπουλος και ο Χιώτης με τη Μαίρη Λίντα. Με γούσταρε ο Χιώτης να με ακούει και το ’λεγε σε όλους, δεν είχε κόμπλεξ. Μου έρχονται πάλι μια μέρα μαζί με τον Ξαρχάκο. Οπότε μου λέει ο Λαμπρόπουλος, «Ζαμπέτα το Σάββατο στις 9 το πρωί, όλα αυτά τα γράφουμε». «Και ποιος θα τα πει», ρωτάω. «Εσύ ο ίδιος» μου λέει. «Όχι ρε», του λέω, «τι είναι αυτά». Γέλαγα κι έκανα πλάκα. «Τι γελάς ρε», φώναζε αυτός, «εσύ θα τα πεις, δεν μπορεί κανείς να τα πει καλύτερα από σένα και θα τα πεις και μάγκικα με τον τρόπο που τα λες στο μαγαζί». «Ναι, ναι», φώναζε ο Χιώτης, «εσύ θα τα πεις και θα παίξω εγώ μπουζούκι και θα τραγουδήσουμε μαζί». Με το πες πες με πείθουνε τελικά».

Και έρχεται εκείνο το Σαββατόβραδο και ο Ζαμπέτας μπαίνει με χτυποκάρδι πρωτάρη στην Columbia. Αλλά δεν ήταν μόνος. Τότε οι ηχογραφήσεις πήγαιναν μέχρι πρωίας και εκείνο το βράδυ ειδικά, τα ’φερε η τύχη και ξενυχτούσαν γράφοντας πολλοί. Ο Χιώτης βέβαια και η Μαίρη Λίντα είχαν δηλώσει από πριν συμμετοχή. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος, όμως, ο Διονυσίου, η Γιώτα Λύδια, η Πόλυ Πάνου, ο Μπιθικώτσης, ο Πάνος Γαβαλάς και η Ρία Κούρτη έτυχε να είναι εκεί. Ηχολήπτης ήταν ο Νίκος Κανελλόπουλος αλλά όταν υπήρχε σοβαρός λόγος πέρναγε από εκεί και ο Λαμπρόπουλος κι εκείνο το βράδυ έφτασε όταν είχε αρχίσει η ηχογράφηση…

«Λέω τον «Αράπη» στην αρχή, παίζει ο Χιώτης. Πέντε μπουζούκια παίζανε, Χιώτης, Καρνέζης, Κώστας Παπαδόπουλος, Στέλιος Μακρυδάκης και Γιάννης Καραμπεσίνης. Και πάνω στην ηχογράφηση και στην πλάκα φωνάζω όλους που ήτανε εκεί κι αρχίζουμε να φωνάζουμε «όοοααα» και τέτοια και τους φτιάχνω χορωδία. Μεγάλη πλάκα έγινε στο στούντιο, πολύ μεγάλη. Νταβαντούρι. Μια κι όξω τελειώνουμε τον «Αράπη», με την πρώτη τον «Μαθητή»… Πολύ ωραία ηχογράφηση! Βγαίνει ο δίσκος και γίνεται ανάρπαστος». [Πηγή: άρθρο της Χάρης Ποντίδα στην εφημερίδα Τα Νέα (2/9/2011)]