Αλέξης Τραϊανός, Διάσταση

Διάσταση

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Τώρα μες απ’ τον ύπνο σου μπορώ να σου δώσω
Τόσες πορείες και τόσες διαφυγές
Πλάθοντας κατά βούληση τα στοιχεία σου
Χαράζοντας γραμμές πλεύσεως που ποτέ σου δε γνώρισες
Γιατί δεν αντιλαμβάνεσαι τίποτα
Τυλιγμένη σε μιαν επιφάνεια
Λαξευμένη στο ύψος σου
Κάτω από ενδύματα που κυματίζουν μεσίστια

Ίσως σου λείπουνε οι καθρέφτες
Ίσως να μην αντίκρισες τα πολλαπλά νοήματα των ματιών
Αλληλένδετα με το είναι σου
Θα κράτησες όμως παιδί σε κάποια περασμένη εκδρομή
Μες στις παλάμες σου μια πεταλούδα
Έπειτα θα την άφησες με μιαν ευτυχία στα μάτια
Και τα δάχτυλα γεμάτα χρυσόσκονη
Θα σφύριζε αργά η αναχώρηση
Και θα ’χες ψήγματα στις παλάμες τρέχοντας για τη στοίχιση

Ψήγματα χρυσόσκονης που έχεις ακόμα

[Αχρονολόγητο]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Advertisements

Αλέξης Τραϊανός, Τυμβωρύχοι

Τυμβωρύχοι

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Τα μάτια σου
Πώς σκοτεινιάσαν έτσι τα μάτια σου

Πώς να σε κοιμίσω μέσα μου τούτη τη νύχτα
Που με γυρνά σε μια πλατιά ανάσα
Κάτω απ’ ώρες πιο μαλακές
Κι από γαλάζιες προσδοκίες
Εκεί μες στις ακροβασίες τόσων χελιδονιών

Πώς νύχτα μου να σε κοιμίσω
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Πού να σας κοιμίσω σκοτεινά μάτια της αγάπης
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Τώρα που πλησιάζουν οι τυμβωρύχοι

[Αχρονολόγητο]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, [Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις…]

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Ο χώρος όπου και να κοιτάξεις σου επιστρέφει τον πόνο του
Ζω κλεισμένος σ’ ένα φιλί
Κανείς δεν είναι μέσα στο ρίγος της νύχτας
Τα κοιμισμένα όνειρα στις παλάμες μου
Γνώρισαν το σφυγμό ενός ήλιου που μάτωνε
Άλικες πέτρες και σύννεφα
Κι οι βουνοσειρές άλικες
Πώς να ’ναι ωραίες δίχως εσένα
Δίχως τα μάτια σου να ’ναι επάνω τους

Είναι μια μακρινή γιορτή χειλιών
Που τα έβαψε όλα

Άλικα βήματα κι η ζωή ξεγυμνώνοντας τη ζωή σου
Που άρχιζε και τέλειωνε
Μέσα στο κάθε πράγμα
Μέσα στο κάθε σήμερα
Μέσα στο κάθε που έζησα

Έτσι έζησα έτσι ζω έτσι θα ζήσω
Χνούδι από άνεμο
Ίσκιωμα φύλλου
Δάκρυ νερού
Άνθρωπος τελειώνοντας μέσα σου
Χνούδι ίσκιωμα δάκρυ

[Αθήνα, 19.7.70]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Παρουσία

Παρουσία

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Υπήρξα ίσως στο παρελθόν ίσως πάλι να μην υπήρξα
Να ’μαι το δημιούργημα μιας ιστορίας φανταστικής
Αφού τίποτα δεν ορίζω δεν ξέρω
Μόνον ορίζομαι περιορίζομαι απ’ ομορφιά και θάνατο
Πέφτοντας απ’ ομορφιά σ’ άλλη ομορφιά
Από θάνατο σε θάνατο
Σηκώνοντας στα χέρια μου το κρανίο του κόσμου
Κύματα της πέτρας χρυσά κάτω απ’ το χειμωνιάτικο ήλιο
Στο στόμα του χρόνου ως την άκρη της ματιάς
Και το ξεψύχισμα μιας εποχής αργό τεφρό
Στο πρόσωπό μου

[27 του Νοέμβρη 1969]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, [Ένιωθα το χρόνο να φεύγει…]

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Ένιωθα το χρόνο να φεύγει
Πάνω απ’ τα πράγματα
Ξαφνικά έτσι
Όπως στεγνώνει κάτι το υγρό
Ξαφνικά έτσι ο χρόνος έφευγε
Τα πράγματα μέναν γυμνά πανάρχαια
Στεγνά όρθια και αμίλητα

(Τα κοίταζα τα ένιωθα
Πάντοτε έτσι)

[Οκτώβριος 1970]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, [Υιοθετήσαμε…]

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Στον Ηλία

Υιοθετήσαμε τις απεγνωσμένες
Χειρονομίες των πουλιών
Το ζεστό γλίστρημα των ψαριών

Κι όλ’ αυτά για να μην πεθάνουμε
Τώρα που ο θάνατος
Έγινε μια υπόθεση τόσο εύκολη
Και λογική τόσο

[Σάββατο 4.5.68]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Οι λάμπες

Οι λάμπες

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Κάποιος γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Αγγίζει τις λάμπες με το χέρι του
Μια πεταλούδα σκύβει το κεφάλι της και φεύγει
Μες απ’ το κίτρινο χιόνι το κίτρινο μάτι
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Δεν έχει τόπο να σταθεί στο τρίξιμο του ξύλου
Καίουν οι λάμπες μ’ έν’ άλλο φως σβησμένο
Πίσω απ’ τα σακατεμένα δέντρα

Μια τραυματισμένη μέρα δένεται άσπρη
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες ψάχνει
Κάτι που ήτανε και δεν είναι
Κάπου εδώ ήτανε και κάποιος άλλος
Τι έγινε και σβήσανε τα τόσα μας φώτα

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Πορτρέτο μιας εαρινής μέρας

Πορτρέτο μιας εαρινής μέρας

[Ενότητα Αδημοσίευτα ποιήματα της περιόδου 1968-1972]

Ξεκούραστα όνειρα κάτω απ’ τ’ άστρα

Ο τράχηλός μου στη βορά των ανέμων

Την αυγή όλα σκληραίνουν κι εξατμίζονται
Τοπία μοναξιάς πιασμένα μες στο φως
Δίχως διέξοδο

[Αχρονολόγητο]

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα (εκδ. Πλέθρον, 1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Φύλακας ερειπίων

Φύλακας ερειπίων

Μέρες σέρνοντας πίσω τους
Άδεια περίεργα αντικείμενα

Ώστε να ζεις πάλι με πράγματα
Απ’ όπου κάποτε αναχώρησες για πάντα

Βρόμικα παγωμένα νερά
Σκόνη νεκρών αετών βαθιά
Σε τεράστια κοιμισμένα κτίρια
Το απαγχονισμένο τοπίο κι η φρίκη του
Με τους τέσσερις τοίχους του ορίζοντα
Να κλείνει το πρωινό
Γκρίζα κηλίδα μέσα στο μάτι σου

Ν’ ανοίγει το καφενείο πληγή
Για να μοιράσεις ξανά τα χαρτιά σου
Στο τίποτα
Αδόλφε παλιέ αδελφέ του Θανάτου
Σε μαγαζί στη στοά
Στο πάτωμα πριονίδια
Και μια μαύρη γριά
Μ’ έναν αργό μπόγο μοναξιάς
Σε μια δίχως τέλος κι αρχή
Τρίτης Κατηγορίας ιστορία
Όπου εσύ πεθαμένος θαμώνας
Ξύνεις τα μολύβια σου
Ξύνεις τα χρόνια σου
Ξύνεις τον εγκέφαλο
Όλων αυτών των τρελών
Να δεις αν μπορούν να ξεχωρίζουν
Μερικά βασικά χρώματα

Ίσως να γράψεις το αριστούργημά σου
Σ’ ένα κοσμικό ψυχιατρείο
Να κοιτάς συνέχεια το χειμώνα

Βέβαια καθόλου παράξενο
Αφού σε τόσες περιπτώσεις
Μ’ αυτό τ’ αφηνιασμένο
Απ’ την αιμορραγία αίμα σου
Κατορθώνεις την πτώση
Έτσι
Που με τα μάτια σου της νυχτερίδας
Ακουμπάς το σκοτάδι
Και με τα δάχτυλά σου της νυχτερίδας
Περπατάς πετάς
Μέσα στις φέτες του καλοριφέρ
Που τόσα καλοκαίρια έχεις φωλιάσει

Νιώθεις έτσι τον κρότο της νύχτας
Ήσυχη μες στα έπιπλα πλήξη
Εσύ που θα φύγεις
Με τα πρώτα σκουπίδια
Τ’ αποτσίγαρα τ’ άδεια μπουκάλια
Τα ξεραμένα λουλούδια
Φύλακας ερειπίων
Βαλμένος κι εσύ σε μια νάιλον σακούλα
Με μια υποψία πως κλέφτες θα έρθουν
Γι’ αυτά τα λείψανα έστω
Κι αυτό το μακρύ
Κίτρινο χαλασμένο
Δόντι του ήλιου

Από τη συλλογή Το σύνδρομο του Ελπήνορα (1984) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Κατοικίδιος σκορπιός

Κατοικίδιος σκορπιός

[Ενότητα Cancerpoems]

Έγινε βράδυ πάλι

Ποίημα του δωματίου
Κατοικίδιος σκορπιός κατεβαίνει απ’ το ταβάνι
Και πρέπει να μείνουν λίγες ώρες μαζί
Σ’ αυτό το τοπίο μόνο κι επιληπτικό
Απ’ τη λυπημένη σπατάλη μιας σκέψης

Μια Σαχάρα από καθρέφτες
Όπου εγώ και ο θάνατος
Συναντιόμαστε κάθε μέρα σχεδόν
Με τις ίδιες συνηθισμένες κινήσεις
Τις ίδιες νύχτες
Βλέποντας κι απόψε
Αυτό το ζαχαρί ζευγάρι
Με μια σκόρπια διάθεση
Απ’ το καπνισμένο μάτι
Λέξεων μόνον καθώς επιπλέουνε στο ποίημα
Ή με τη σίγουρη σημασία ενός σκορπιού
Να πλέει σ’ αυτό το κουβαριασμένο
Στο πάτωμα ζευγάρι κάλτσες

Για τι πράγμα Τι τέλος
Γιατί μιλώ όχι από μένα
Δε διατείνομαι τίποτα ούτε και διαθέτω
Ελάχιστα πράγματα βλέπω

Κάθε λίγο και κάτι χαλάει
Οι σωλήνες οι φλέβες ο ύπνος οι λάμπες

Γιατί έχω ένα μάτι γεμάτο καπνούς Άδειο

Αυτό να φωτογραφίσεις
Μα δεν μπόρεσες ούτε καν να στραφείς
Προς τα κει που αυτό καταστρέφεται

Γιατί δεν μπόρεσα να καταλάβω
Ούτε τον χρόνο ούτε τον τόπο
Πεταμένος σε τούτο το γήινο τοπίο του ’77
Θυμάμαι πότε πότε διάφορα πράγματα
Απορώ με διάφορα πράγματα

Τι κάνουν τα ρούχα της πεθαμένης
Μετά που φεύγει
Τι κάνουν τις λέξεις του ποιητή
Μετά που μένει

Γιατί τελείωσα σήμερα το προηγούμενο ποίημα
Με μιαν αμνησία γύρω από τις λέξεις
Πού γράψαν τις λέξεις μου

Γιατί τέλειωσα

Αυτή ’ναι η Σαχάρα
Με τους σκορπιούς της επάνω μου
Πάνω στην πλάτη μου
Στην πλάτη της πλάνης
Σ’ όλα τα πλάτη

Η γεωγραφία μ’ άρεζε κάποτε
Όμως τώρα τόσο χαμένες
Οι πρωτεύουσες της οδύνης μου
Σε μια δίνη.

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Σπίτι του κάρβουνου

Σπίτι του κάρβουνου

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]

Μέρες στενά παπούτσια
Σπίτι του κάρβουνου
καθώς απ’ τ’ ανοιγμένο δέρμα
Έπεσαν όλοι στο κενό

Ελαστικοί και αδιάφοροι
Που θα μπορούσες να ζεις ήσυχα
Μ’ ό,τι δε σ’ αφορά πια
Μες στο κενό του μηδενός

Κομμάτι από συνήθεια

Άσκηση του ζώου μες στο μάτι

Πιο σκοτεινά στο σκοτάδι

Και στο χαρτί
Μελανό μοναχικό χαρακίρι
Το σεληνιακό τοπίο
Να χαρακώνει και να σφίγγει το σαλόνι

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Η Βίκυ της αιμομιξίας

Η Βίκυ της αιμομιξίας

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]

Κυνηγούσα το φως και μ’ αγκύλωνε
Σαρκοβόρο σκοτάδι από πέτρα πλάγιο
Κατεβαίνοντας μέσα στο στόμα

Με δένει η πέτρα ζοφερά ψυχανθή
Κύκλοι του αίματος μέσα στον ύπνο που ξύπναγε
Όταν κόκκινη Κοκκίνισε ο τόπος
Μ’ ένα φόρεμα ματωμένο απόρρητο ήταν

Δόθηκε η καρδιά μου και άδειασε

Χωρίς ηλικία γέννηση θάνατο
Μέσα στο στόμα μου μόνο ένα χάπι για τον ύπνο
Κι ένα

Αντίο η θάλασσα με την ίδια προσπάθεια εδώ και χρόνια
Αντίο η φλόγα ενός σάπιου ανέμου
Αντίο ξεκρέμαστε απ’ την ουσία σου κόσμε

Βλέπω αίμα αίμα πολύ
Γέμισε το παράθυρό μου χαμένος παράδεισος
Φυτεία της νικοτίνης και νύχτα

Τότε κάπου πάντα θέλει να πάει κανείς
Στο τίποτα έστω μέσα σε τόσα τίποτα

«Κι η χαμένη καρδιά σκληραίνει και αγάλλεται»
Τ’ όνειρο έμπαινε πια μέσα στη μέρα μου
Κι από παντού το κόκκινο το κολασμένο γέλιο σου

Εδώ ’μαι γέρος ερωτευμένος με το δωμάτιο και τα σκοτάδια
Δεν έχω μάτια να σε δω δεν έχω χέρια
Βήχω πίνω καφέ
Βάζω το ξύλινο πόδι μου το γυάλινο μάτι μου
Σου γράφω αυτά τα λόγια που γράφει πριν φύγει κανείς
Κάνει κρύο
Φοβάμαι

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Σημείωση
Η Βίκυ ήταν συνάδελφος του ποιητή στην Υ.Π.Α. Την είχε δει σ’ ένα όνειρο, όπου η Βίκυ φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, αλλά και γενικά το όνειρο ολόκληρο ήταν κόκκινο. Μέσα σ’ αυτό, επίσης, η Βίκυ είχε κάποια συγγένεια μαζί του (μάλλον αδελφική)∙ μεταξύ τους, μάλιστα, υπήρξε και ερωτική επαφή (αιμομικτική συνεπώς).

Πηγή: έκδοση Αλέξης Τραϊανός | Φύλακας ερειπίων, Τα ποιήματα, εκδ. Πλέθρον (1991)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Μουσική από αλκοόλ

Μουσική από αλκοόλ

[Ενότητα Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα]

Αμαρτία της ποίησης
Νευρική ακτινογραφία ψυχή

Βλέμμα λείψανο μέσα σ’ ένα βόρειο σέλας
Και το παλιό λιμάνι όπου λιμνάζω

Τίποτα να με κοιτάζει τώρα που γράφω
Ζω φανταστικά
Γυρνώντας το κουμπί στα μακρά
Για λίγη Πλαθ
Μουσική από αλκοόλ
Άσπρη σάρκα της σιωπής
Μέρες

Που με γυρίζουνε στο ψέμα
Και σ’ άλλες μέρες
Που δεν έχω τίποτα να κοιτάξω

Ταξιδεύουμε στο σωλήνα αυτό
Κλινική ησυχία
Χιονίζει συνέχεια αίμα

Το πρόσωπό μου σκεπασμένο
Κομμένα χέρια

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

[Ενότητα Cancerpoems]

Αρχίζω να συνηθίζω αυτήν τη φωτογραφία που με κοιτά
Αρχίζω να συνηθίζω το μονάχο το μαύρο το πράγμα
Το νυχτωμένο που στράβωσε μέσα μου

Μια μέρα βούτηξα τον εαυτό μου μέσα στο αίμα του
Άνοιξ’ η μέρα μαύρη ομπρέλα
Κατέβαινε ως την κόλαση

Ο ανεμιστήρας έπαιξε τα μαλλιά μου
Το πικάπ το κομμένο κεφάλι μου

Έπειτα η φωνή μου ένα σκουριασμένο σύρμα

Τότε πέσανε από πάνω μου κάτι παιδικές πανάρχαιες μέρες

Ο λασπωμένος δρόμος δίχως το τέρμα
Το φάντασμα λεωφορείο
Το μουσείο ακορντεόν

Τότε είδα πως πάντοτε ήτανε νύχτα
Όπως όταν κάποτε ήτανε μέρα
Μ’ ένα κορδόνι
Κλείσαν κι οι φωτογραφίες των πάγων
Λίγο λίγο το αίμα μου μουσκεύοντας τον εγκέφαλο του τρελού
Γράφοντας τις σελίδες της στάχτης

Από τη συλλογή Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα / Cancerpoems (1977) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

Αλέξης Τραϊανός, Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

Μια βραδιά με τη Σύλβια Πλαθ

[Ενότητα Album]

Ανεβοκατεβαίνει αυτό το ήρεμο γκρίζο
Τσιγάρα και συνήθειες του χειμώνα
Προφέροντας το όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Με το γέλιο σου να κουνιέται πίσω απ’ το οινόπνευμα της λάμπας
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ’ το ίδιο σου χέρι

Απ’ τα φύλλα μου λείπει το χαρτί που μου κλέψανε
Πρέπει να σε κουβαλήσω από κει που ήσουν
Μ’ ένα γυμνό λαμπτήρα μέσα στο κάθε μάτι
Το άσχημο φως της κατοχής σου

Τώρα ξέρω αυτό το φως πίσω από κάθε άγαλμα
Μα ποιος του κόλλησε αυτά τ’ άσπρα μαλλιά
Άφησε με να επισκευάσω τις λέξεις μου εσένα το βλέμμα μου
Είδα ήτανε μια προσωπίδα τρομερή μέσα στη ζωή
Καθένας μας μ’ ένα κουτί και το κεφάλι του μέσα

Όχι δεν θα έρθει κανείς
Μη γελάς κι ας ήμαστε εδώ σ’ αυτό τον κλειστό σταθμό
Δίπλα στη θάλασσα κάτι θέλοντας να πω
Όπως θα ήθελα να το πω και δεν είναι
Και παρασέρνει σα σκοινί το πρόσωπό μου
Μπροστά στο λάκκο με το αλάτι και το ξίδι

Άφησέ με να μη σου μιλώ λοιπόν
Ήμαστε το ζευγάρι που δεν έχει πού να πάει πια
Το τρένο έφυγε όπως στο σινεμά
Μπορείς να κρυφτείς στην τουαλέτα όλο το βράδυ
Για να το δεις να φεύγει πάλι
Έγινε ο κόσμος για να βλεπόμαστε μισοί μες στο χαμό
Σαν ένα μισοφώτιστο πορνό
Μυαλό π’ αχνίζει ποίηση κι αλκοόλ
Τα μάτια μου τα εμποδίζουνε οι προβολείς
Μιας χώρας που λιώνει στο στριπ τιζ
Ανεβοκατεβαίνω αυτό το ήρεμο γκρίζο
Συχωρέθηκα σε μια λέξη
Προφέροντας τ’ όνομά σου κοιτάζοντας τη φωτογραφία σου
Μερικά χρόνια προτού πεθάνεις απ’ το ίδιο σου χέρι

Το γκάζι μιλά καλύτερα απ’ τη σιωπή ή τους ανθρώπους
Μυρίζει όταν κανένας δεν έρχεται να μυρίσεις
Τ’ ανοίγεις εσύ ή οι άλλοι για σένα ή για τους άλλους
Ένα ουδέτερο ρύγχος ίσως απ’ το ταβάνι

Ρύγχη λουλουδιών γκάζι λουλουδιών
Πολιορκούσαν το αίμα σου άφαντο
Μελανιασμένο σ’ ένα χαρτί της νύχτας
Ή στις 4 το πρωί ανάθεμα της ποίησης
Της σφιγμένης γροθιάς πάνω στο άπλετο μαύρο
Εκεί που σκόνταφταν τα μάτια σου προορισμός υακίνθων
Κάνοντάς το πάλι
Νόημα των λέξεων νόημα ματιών απονενοημένων
Χείλια τού ποτέ πια
Στις 4 το πρωί με τις άσπρες κλεψύδρες του γαλατά
Η αιώνια ώρα στο φιλντισένιο κορμί σου
Στο υγιεινό δωμάτιο με το κλάμα και τους καπνούς
Τους ήχους της σήψης ναυαγισμένους γύρω απ’ το αμπαζούρ
Και το ποίημα ανάποδο
Να πηγαινοέρχεται απ’ την κρεβατοκάμαρα στην κουζίνα
Ανασταινόσουν και πέθαινες Λαίδη Λαζάρου

28.2.74

Από τη συλλογή Η κλεψύδρα με τις στάχτες (1975) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός