Μαρία Τζίκα, Ψευδαισθησίες

Ψευδαισθησίες

Χιμαιρικό σώμα της απουσίας
σώμα της ανεμπόδιστης απάτης
κάθε βράδυ υπομένω
τις αιθέριες αμυχές σου
με παρατείνεις ένσαρκη
με το υπόγειο άγγιγμα της πλάνης σου

ως το ξημέρωμα
που όλα τα σκοτεινά θεριέματα
μπερδεύονται σε αμήχανες φράσεις,
εγκαταλείπουν το έκλυτο εκμαγείο σου
στην άνευ φύλου
ακατέργαστη ηδονή,
με το αμέτοχο συναίσθημα
βιαίως να ρηγνύει
το υμενικό περίβλημα
της συνείδησης.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Advertisements

Μαρία Τζίκα, Φύσει καλλονή

Φύσει καλλονή

Μια πέτρα δελφική
συνάθροισα κρυφά
στον δρόμο τον λαχανιασμένο
για το Στάδιο,
μια από τις αδέσποτες
του ναού του Απόλλωνα
που τις παραπατούνε οι τουρίστες
γιατί θυμίζουνε πέτρες κοινές
των χωραφιών και των χωματόδρομων,
τυχαία σχηματισμένες από τη φύση
κι όχι σαν των κλασικών γλυπτών,
με άκρες τιθασευμένες από τη δεξιότητα.
Λακτίσματα, αδιάφορα τις ευτελίζουν,
στη γη βαθαίνουν το προορισμό τους,
χάνονται.

Όμως εγώ, σαν ιερό αποτύπωμα του χρόνου,
τη συνέλεξα,
ανθεκτική στην ταπεινή της μοίρα,
όμορφη κοιμωμένη
την παρέδωσα στις τσέπες της επιστροφής.
Και τώρα στο συρτάρι μου,
εξιστορεί σοφίες από το χιλιόχρονο βουνό,
τα ιερά μυστήρια της σκέψης,
που αβίαστα ρούφηξαν μέσα τους τον δελφικό ήλιο
που άγγιξα πρώτη,
και καπηλεύτηκα τη δύναμη
μες στην απλότητά της.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Τρελός του δρόμου

Τρελός του δρόμου

Είδα έναν άνθρωπο
να αντηχεί αδηφάγα γέλια,
εγκλωβισμένος στον λαβύρινθο του δρόμου,
τσίριζε υποσυνείδητες κενότητες
σε λαμαρίνες και ψυχές,
ακίνητος,
στη δίνη της ρέουσας ύπαρξης,
αφουγκραζόταν
τους βίους των δέντρων,
τον καθαρό ψίθυρο των βουνών,
τη νεκρή άσφαλτο του μυαλού.

Δεν γέλασα.
Δεν γελώ πια με τους τρελούς.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
θα περιφέρομαι
χάρτινη σημαιοφόρος των ονείρων,
με ανυπάκουα στην ευταξία φωνάγματα
θα με χλευάσουν για το ανάσκητο κεφάλι
και για αδόκιμους ήχους της αφροσύνης
που ξεφεύγουν σαν εκπνοές θανάτου.
Ίσως κάποια ημέρα
στον ίδιο δρόμο
λιθοβολήσουν το στόμα μου,
από φόβο
μήπως και καταλάβουν τι θέλω να τους πω.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Το φιλί

Το φιλί

Φίλησέ με,
σε φιλώ, μου απαντάς,
μα ακουμπάς σκέψεις μπερδεμένες στα χείλη.

Φίλησέ με
όταν στεγνώνεις τα ιδρωμένα από πόθο
ρούχα σε νέφη,
όταν αρπάζεσαι από μια καρδιά
που στάζει χτύπο ακοίμητο στο χάδι,
όταν ξυπόλητος από επιθυμίες
μεριμνάς χαμόγελα
στην πεδιάδα του προσώπου,
όταν περικυκλώνεις με αφανέρωτη σάρκα
τους βαθείς πυρήνες των αγγιγμάτων.

Φίλησε με,
αν δεν παραδίνεσαι τυφλό κορμί
στο εφήμερο περίγραμμα,
αν δεν χάνεσαι στα άγρια αρώματα των πόρων,
αν δεν ξεσηκώνεις άκρα
που διαλύονται
στα σύντομα χνώτα της σφοδρότητας.

Φίλησέ με,
σου το ορκίζομαι
δε θα ζητήσω τίποτα άλλο
πέρα από το ουράνιο
κι απερίσπαστο φιλί σου.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Το σπίτι

Το σπίτι

Το σπίτι, γιαγιά,
σου έδωσε το τελευταίο φιλί μου
τώρα αγωνιά στην απουσία σου,
ελπίζει στο οικείο πέρασμα.
Πρέπει να συνηθίσει καινούρια χνώτα,
μια σταθερή φωνή να το συντροφεύσει
στην προδοτική λήθη,
ψάχνει ακόμα τα τυχαία αγγίγματα
που το αγαπούσανε κρυφά
και φανερά το υπηρετούσανε,
τον ουρανό από το χαραγμένο τζάμι
που ακολουθούσε μέσα από τη ματιά σου.
Είναι θλιμμένο το σπίτι σου,
σε περιμένει ακόμη,
γιατί από θάνατο δεν ξέρει.
Μόνο από τη φθορά που αφήνουν πίσω τους
οι άνθρωποι που λείπουν.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Στον ήλιο

Στον ήλιο

Τον ήλιο που δεν κοίμισα ποτέ
στο κίτρινο δωμάτιο
έκρυψα επιμελώς μες στη βαριά κουρτίνα
διαμοιρασμένη αχτίδα
τον σπατάλησα
στο μουχλιασμένο διαφραγμάτων λογισμών.

Τον ήλιο που δεν μόνοιασα
στον φυλαγμένο κήπο
με τα μελλοντικά λουλούδια
έσπρωξα να εναγκαλιστεί
την υγρασία του δρόμου
ώρες που οι θνητοί
ζυμώνουν το χρυσάφι
για το ξεγέλασμα της μέρας.
Ώρες που δύει ο Θεός
μες στις σκυφτές τους πλάτες.

Λίγο ήλιο χθεσινό
μες στο πτώμα μιας ανοιξιάτικης πεταλούδας
συντηρώ στην κατάψυξη,
εξάπτει την ολιγόνοια της ύπαρξης
υποθάλπει ίριδες
στα κερωμένα αχνάρια των χεριών.

Μια φορά
τολμήσανε τα βλέφαρα
να έλξουν ένα διάφωτο ξημέρωμα
να ομοιωθούν με τον ουράνιο καταρράχτη
κι είναι από τότε
που μου φαίνονται όλοι σκοτεινοί,
στο αποτράβηγμα
πήραν το αληθινό τους χρώμα.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Σαρκοβόρες λέξεις

Σαρκοβόρες λέξεις

Δεν θα χρίσω με αίμα τον λόγο μου
άλλοι γιορτάζουν τις πληγές με τέχνη
άλλοι διδάσκουν πόνο.
Εγώ τις λέξεις μου
θα τις χαμογελάσω στον Θεό,
με τις βελούδινές τους κόχες
θα αμβλύνουνε τις άκριες της γης
να παχνιστεί με αβρά ξυπνήματα
το πρωινό αντάμωμα των οδυρμών μας
«Δεν θα δαγκώσω ξένη φλέβα ή δική μου
για να χορτάσω το ποίημα, όχι»
είπα
ενόσω κατασπάραζα θλιμμένη
εποχικά ψοφίμια
και δερμάτινες ψυχές.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Προδοσία

Προδοσία

Δεμένα άλογα στην πόλη
δόντια που τρίζουνε ανελευθερία,
πόδια σκληρά κλοτσούν ασυναίσθητα
τη θηλιά στο λαιμό,
σε γυάλινη κατατομή
τρεμοπαίζει
–εικόνα απομονωμένη–
το αποχαυνωτικό χορτάρι.

Τυχαίες πέτρες μοναρχούν
το σφριγηλό τρίχωμα,
γύρω απλώνονται
κι ο κόσμος
κι ο Θεός
κι αυτά δεμένα σε μια ματωμένη παπαρούνα
παραδομένα σε μιμητικούς ορίζοντες
με παρωπίδες του προσώπου απορροφημένες
μπερδεύουνε θανάσιμα τα βήματά τους,
σφίγγουν σκοινιά κρύφιων απαγχονισμών,
ώρες που μεταμορφώνονται
σε μαύρο πανί.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Οι χορευτές

Οι χορευτές

Κλωθογυρίζουν τα χρόνια
βαλσαμωμένα,
κερνούν την παρουσία τους
στη νωχελική μοίρα
μιας αιώνιας διαδοχής.
Σε κάθε στριφογύρισμα,
σε ένα σφοντύλι
οι άνθρωποι τυλίγονται,
τους χάνει μια φρενήρης παραζάλη,
κομπάρσοι δυσδιάκριτων εικόνων
πιάνουν φτηνό αέρα.
Σε κάθε στριφογύρισμα των πράξεων,
ψηλώνω τη σκυφτή υπεροχή,
ακουμπισμένη στο τραπέζι του Θεού,
ψυχαγωγώ με τη συνέχεια,
με ανεξήγητη συνέπεια,
τις βαρετές στιγμές Του,
γιατί μες στη ζωή βρέθηκα,
χορεύοντας την πιο σπουδαία ανακάλυψη,
κι αυτό είναι το μεγαλύτερο προνόμιο απ’ όλα.

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα

Μαρία Τζίκα, Οι φίλοι μου

Οι φίλοι μου

Οι δικοί μου φίλοι
ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης,
χειρονομούν τους φόβους τους
με αγκαλιές ασπόνδυλες
που καταρρέουν
πάνω μου τη στοργή,
ας ξέρουν
πως δεν κρατώ τίποτα γερό
να τους στεριώσω.

Οι δικοί μου φίλοι
με σηκώνουν από το παρεξηγημένο σώμα,
επιδένουν την παραμέλησή του με τα οστά τους
όση ώρα τρέχουμε στα σκαλιά
των φροντισμένων δέντρων

Οι δικοί μου φίλοι
διαβαίνουν με την απείθειά μου
άκριτα
από την πορώδη διάβαση της εποχής,
πάντα τοξοβολούν ελεύθερα τραγούδια
στοχεύοντας σε ενύπνιους αριθμούς
που λοιδορούν το στέρνο μου

Οι δικοί μου φίλοι δεν υπάρχουν
δεν υπήρξαν ποτέ,
είναι πήγασοι και λευκά αηδόνια

Από τη συλλογή Ελαττωματικό χώμα (2015) της Μαρίας Τζίκα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Τζίκα