Σοφία Στρέζου, Άμυνα

Άμυνα

Η τελευταία σου άμυνα
αυτή είναι.
Συνθηκολογείς με την παρακμή,
δεν είναι εύκολο να παραιτηθείς,
ν’ αφήσεις τη μάχη∙
μ’ εκείνο το αόρατο νυστέρι
έκοψες τις σημειώσεις,
τις εικόνες απελπισίας
από το πρόσωπό σου.
Ο ύπνος φέρνει τη λήθη
κι η λήθη την απόγνωση ή τη λύτρωση∙
συνειδητοποιείς τη συναλλαγή,
τον ανταγωνισμό, την αποτυχία,
όλα άτακτα σχήματα το νερό
αμετάκλητα λίγο πριν την ήττα.

Από τη συλλογή Νυχτερινό πρελούδιο (1987) της Σοφίας Στρέζου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου

Σοφία Στρέζου, Γυμνή αλήθεια

Γυμνή αλήθεια

Αν μπορείς να δεις την αλήθεια
χωρίς να πληγώνεσαι,
τότε μπορείς να δεις
ότι το πάθος σου δεν είναι τίποτε άλλο
από ένα μακρινό φάντασμα
που μόνο παίζει μαζί σου.

Μη γίνει η θλίψη σου ένα ματωμένο γιασεμί∙
περήφανα συντρόφευε τη μοναξιά,
μαζί μ’ ένα τραγούδι που σούμεινε πιστό∙
θυμήσου,
κανένας τοίχος δεν είναι τόσο σκοτεινός,
όσο η φυλακισμένη σου καρδιά.

Από τη συλλογή Νυχτερινό πρελούδιο (1987) της Σοφίας Στρέζου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου

Σοφία Στρέζου, Γυναίκα (Β’)

Γυναίκα (Β’)

Χωρίς να το θέλει βρέθηκε σ’ ένα άλλο δρόμο,
κοίταζε απορημένη,
πρώτη φορά μόνη σε μια άγνωστη συνοικία,
άρχισε να κλαίει,
έψαχνε να δει πού βρισκόταν –
δεν τα κατάφερε∙
το βάρος δεν έλεγε να της φύγει,
φούσκωνε η καρδιά της.
Στήθηκε σ’ ένα τοίχο
άναψε τσιγάρο,
θάθελε να πιει έναν καφέ
αλλά δεν έβρισκε καφενείο.
Αν και βράδυ
φόρεσε τα μαύρα της γυαλιά,
δεν ήθελε να βλέπουν τα δακρυσμένα της μάτια.
Αυτή η τεταμένη φθορά την κούραζε,
δεν μπορούσε ν’ αποβάλει ένα μέρος του εαυτού της,
δεν τολμούσε
κι όμως η καρδιά της χτυπούσε πάλι
σαν να περίμενε
τη σιγουριά των χτύπων μιας άλλης καρδιάς.
Δεν ήθελε να κυβερνήσει ούτε να κυβερνηθεί,,
ήξερε πως ήθελε μόνο να ζήσει.
Άρχισε να περπατά,
κάποιος της πέταξε μερικές βρόμικες κουβέντες,
λύγισε –
δεν πρόλαβε να συνέλθει
και το πρόστυχο βλέμμα ενός δεύτερου
που την έγδυσε άπληστα
τη σκότωσε.
Έτρεχε γρήγορα,
φοβισμένη ήθελε κάπου να κρυφτεί,
ευτυχώς βρήκε ανοιχτό ένα μπαρ,
ζήτησε ένα δυνατό καφέ,
άναψε κι άλλο τσιγάρο.
Ληστεύθηκε, ληστεύθηκε αναπότρεπτα,
μια ασήμαντη φλόγα ανάβει τη σκέψη της,
προσπαθεί ν’ απωθήσει τη φωτιά
που της καίει το νου
τα τετριμμένα που τη σωριάζουν λιπόθυμη.
Εύθραυστη σαν σταγόνες βροχής
παρασύρεται απ’ τη μουσική,
μα πάλι δεν υπάρχει διέξοδος,
μια παραμορφωτική εικόνα
μπρος στον καθρέφτη του μπαρ
χωρίς συγκεκριμένο πρόσωπο,
μόνο τα χέρια παλεύουν με το ποτήρι
και το βλέμμα πέφτει στις ουλές όλου του κόσμου,
φυγοδικεί κάτω απ’ τα φώτα
μα αυτό δεν φτάνει.
Θάπρεπε να παραδοθεί συνειδητά
αντί να αγωνίζεται
για μια άφθαρτη αγάπη,
που όμως πεθαίνει
από μια προκλητική σιωπή.

Από τη συλλογή Νυχτερινό πρελούδιο (1987) της Σοφίας Στρέζου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου

Σοφία Στρέζου, Φλόγες


Φλόγες

Η ζωή σου μια καληνύχτα
με φωτιές αναμμένες που ανάβει ο φόβος
ονειρεύεσαι και νομίζεις πως ζεις
υποσχέσεις που ξέχασες να κρατήσεις
λόγια που κάποτε με χαρά άκουσες
στις φλόγες τα έριξες
ίσως θα έπρεπε να παραμείνεις σιωπηλός
να μάθεις πως δίνεται η αγάπη
δεν κατάλαβες ότι ήρθε η εποχή
που το αδιανόητο έγινε Σκέψη και Λόγος
το αναπότρεπτο καιροφυλακτεί
στην άκρη μιας μετάληψης
φυλάξου
ότι στον άνεμο πέταξες
τώρα σταγόνες βροχής που σου χτυπάνε το πρόσωπο
δυστυχής περιφέρεσαι σ’ ένα κόσμο που δυστυχεί
χωρίς να μπορείς να ελπίζεις
παλεύεις με τη σκόνη με τους Θεούς
που σε παίρνουν και σε πηγαίνουν
εκεί που σε σπρώχνουν τα βήματά σου
στο όνειρο που τελειώνει
ίσως τώρα αρχίσεις πάλι να ζεις
και πάλι απ’ την αρχή ν’ αγαπήσεις τους νέους σου φόβους
και πάλι να λατρέψεις τις νέες σου αυταπάτες.

Από τα ποιήματα της Β’ περιόδου (1998-2007) της Σοφίας Στρέζου

Δημοσιευμένο στο ιστολόγιο Ποίηση και ποιητής της Σοφίας Στρέζου (© Σοφία Στρέζου)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σοφία Στρέζου