Σάκης Σερέφας, Τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι

Τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι

Τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι
πίνουνε τσίπουρα και λένε ιστορίες.

Μέσα στο τζάκι
λαμπαδιάζουν τα κούτσουρα της οξιάς.

Την περασμένη άνοιξη
δυο άντρες κάθονταν κάτω από αυτήν την οξιά.
Πίνουν τσιγάρα και λένε ιστορίες.
Ύστερα πιάνουν τα τσεκούρια και τη βαρούν.

Εκείνη την ώρα
περνάει παραπέρα ένας
σιωπούν τα κοτσύφια
θλίβεται λίγο η λιακάδα.

Χαιρετά τους ξυλοκόπους γέρνοντας το κεφάλι
και χάνεται
κανείς τους δεν τον είδε ξανά.

Οι ξυλοκόποι τελειώνουν το τσεκούρεμα
και γυρίζουν ο καθένας στο σπίτι του.
Ανοίγουν την τηλεόραση και πίνουν μπίρες
μέχρι να τους πάρει ο ύπνος στον καναπέ.

Δεν είχαν τσεκούρια
ηλεκτρικό πριόνι είχαν.
Το είδε ο περαστικός.

Δεν ήταν περαστικός
φάντασμα ήταν.
Το είδαν οι ξυλοκόποι.

Την Κυριακή στο καφενείο κανείς δεν τους πιστεύει
φαντάσματα και φούμαρα ου ρε, τους φωνάζουν
απ’ τα γύρω τραπέζια.

Όσο για τον περαστικό
γελάνε κι οι πέτρες μαζί του στα δάση
όταν τραγουδά για το κορεάτικο πριόνι.

Πάντως η ξυλεία καλοπουλήθηκε.

Τον επόμενο χειμώνα
τέσσερις άνθρωποι γύρω από το τζάκι
πίνουνε τσίπουρα και λένε ιστορίες.

Μέσα στο τζάκι
λαμπαδιάζουν τα κούτσουρα εκείνης της οξιάς.

Ταξιάρχης Χολομώντα, 15.3.2004

Από τη συλλογή Πρώτα πέθανε η κότα (2007) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Advertisements

Σάκης Σερέφας, Πρώτα πέθανε η κότα

Πρώτα πέθανε η κότα

Αυλή σπιτιού πριν από δυο αιώνες.
Στη μέση ένα πηγάδι.
Πλάι του ποζάρει μια κυρά.

Δαντελωτό πουκάμισο, φούστα μακριά
γόβα λουστρίνι, ύφος ασορτί.
Κοιτάζει τον φακό αγέρωχη, πόδι προτεταμένο
το χέρι στη μέση τσακισμένο
μειδίαμα κάπως
κρεατί.

Στην άκρη της εικόνας
μια δίποδη θολή σκιά
κότα κουνημένη
πάνω στο κλικ κάτι τσιμπά στις πλάκες
σκυμμένη.

Πρώτα πέθανε η κότα.
Ύστερα πέθανε η ανώνυμη κυρία
ούτε που την θυμόταν αυτήν την κότα.
Σε λίγα χρόνια γκρεμίστηκε το σπίτι
πεθάναν πια οι γείτονες
μπήκαν κι οι κότες στα ψυγεία.

Μάλλον βρισκόμαστε
στη μέση του ποιήματος.

Δωμάτιο σπιτιού πριν από έναν αιώνα.
Στην άκρη, ένα γραφείο.
Μπροστά του κάθεται ο ανώνυμος ποιητής.
Σαν βιοδιασπώμενος. Σωστή πλαγγόνα.
Είμαι ταφή εγώ, λέει και ξαναλέει
μελετώντας την εικόνα.

Πάνω στο γραφείο του
ένας λευκός λεκές μια κόλλα
με μια μισογραμμένη ελεγεία –όχι νεκρολογία–
για κάποιαν άγνωστη κυρά, την κότα της
κι ένα πηγάδι σε μιαν αυλή.
Στίχοι ζεστοί, σπαρταριστοί, όλο ζωή.

Πρώτα πάλι πέθανε η κότα.

Από τη συλλογή Πρώτα πέθανε η κότα (2007) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Ποίημα αξίας 5 ευρώ

Ποίημα αξίας 5 ευρώ

Με παραφύλαγε σε μια γωνιά στημένος
λεκιασμένο μπουφάν, πουλόβερ λερό, μαλλί πιο λιγδερό
στα χρόνια μου περίπου, γύρω στο εξήντα γεννημένος
άρα πρόλαβε τους Ζέπελιν στα ντουζένια τους
σιχάθηκε το ροκεντρόλ
είδε τις πρώτες πιτσαρίες να ανοίγουνε με γκαρσόνια-παπιγιόν
φόρεσε καμπάνα τζιν αμπέχωνο μοντγκόμερι μακρύ κασκόλ
ενώ το Λόουερ Προφίσενσι ήτανε γάμου λαμπρού προσόν
μου λέει: Φίλε σε παρακλώ
ψάχνω για τριάντα ευρώ
κάπου να βρω να κοιμηθώ
ήμουνα στην απεξάρτηση και βγήκα το πρωί
μήπως σου βρίσκεται κάνα «χαρτί»;

Με πέτυχε πάνω που ολοκλήρωνα μια σκέψη πολύ χύμα
η οποία έληγε στη λέξη «σιθρού»
ούτε που κατάλαβα τι έκανα το θύμα
του έδωσα πέντε ευρώ σε χαρτονόμισμα και συνέχισα γι’ αλλού
εκείνος στήθηκε πάλι στη θέση του να τσακώσει τον επόμενο
σιγά σιγά άρχισα να συνέρχομαι, ώσπου με λογισμό φλεγόμενο
υπολόγισα τα λεφτά σε δραχμές κι έφριξα φρίκη μεγάλη
ούτε στον Κομμένο Πόδι δεν έχω δώσει ποτέ τόσα
ύστερα θυμήθηκα την όψη του, μισό βουβάλι
απ’ όσο ξέρω κανείς δεν βγαίνει από την απεξάρτηση
με σκεμπέ και διπλοσάγονο τίγκα στις πατσιές
όμως δεν θύμωσα, επικράτησαν σκέψεις αγαθές
δε βαριέσαι είπα είναι ντροπή να τα ζητήσω πίσω
χώρια που μπορεί να τα έχει πράγματι ανάγκη
να φάει, να πιει, να τρυπηθεί, να χαϊδευτεί
στο κάτω κάτω τ’ άξιζε τα λεφτά του
αφού κατάφερε κοτζάμ ποιητή να εξαπατήσει

καθώς κι εκείνος τώρα εδώ με τη σειρά του
πάει ο ζήτουλας, με λόγια, μιαν απάτη να στήσει.

Από τη συλλογή Πρώτα πέθανε η κότα (2007) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Δημοτικός υπάλληλος

Αλκίνοος Ιωαννίδης, Σπορά (δίσκος: Νεροποντή (2009))

Δημοτικός υπάλληλος

Την πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ’ τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρομούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια η ανεργία.

Από τη συλλογή Μπορεί και νευρικό (2003) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας – Reinhart Wolf: New York, σελίδες 34 και 35

Reinhart Wolf: New York, σελίδες 34 και 35

Σουρουπώνει το μέγαρο μεγαθήριο
μες στη φωτογραφία
– έγχρωμο, δισέλιδο, γυαλιστερό.
Μισάνοιχτες κουρτίνες, αμπαζούρ, φυτάκια, δειλινά, υδρορροές, σαλόνια,
μπαλκόνια μείον, σιγά το ακροκέραμο σαν τράγος.
Εκατόν σαράντα δύο τα παράθυρα τι πλάνο
κοντινό απ’ την απέναντι ταράτσα πάμε μαζί επάνω
να ρίξουμε μια ματιά.
Ψυχή δεν φαίνεται που πήγαν όλοι
άδεια δωμάτια ρεύονται στον φακό
είναι κανείς εδώ;
Στο πίσω μέρος της εικόνας σίγουρα μέγα πάρτι ποδοκροτεί
μες στις κουζίνες, στα λουτρά, στα υπνωτήρια, στους διαδρόμους
κουτουρντίζει το αθέατο καλά κρατεί.
Τούλα να με λένε
κι ας κοιμίζω τώρα τα μικρά, να, τρίτο παράθυρο αριστερά,
πήγε κάποιο πλάσμα να πει μα δεν διότι
έπαθε μια τρικούβερτη σιωπή
κάποιος του μηδένισε τον ήχο στη στιγμή.
Άκρα του τάφου σιωπή δεν είν’ εδώ ντοκιμαντέρ
λαλεί πουλί και πάρ’ το κάτω.
Κοκοφοίνικες ώρα μηδέν. Μέχρι το χίλια.

Ώσπου θροΐζει το κτίσμα τίκτεται
μες στη σιγή φτου βγαίνω.
Ναι σταλάζει μια βρύση
ψηλαφητά εγείρεται η γραία να την κλείσει.
Ναι το βρέφος στη κούνια σκούζει βουβό
τα σκότη του βυζάξαν τη φωνή μέσ’ απ’ τον αφαλό.
Ναι βάζει τώρα στην πόρτα το κλειδί
στραβή γραβάτα βλέμμα φερετρί.

Ναι άλλη μια μέρα κοντεύει να λήξει στρωτά
κι αν τούτη η εικόνα είναι η απάντηση σε κάτι
τότε, ποια είναι η ερώτηση;
και ποιος ρωτά;

Από τη συλλογή Μπορεί και νευρικό (2003) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Συμπεθέρες

Συμπεθέρες

Η λέξη συμπεθέρα
μοιάζει με σύθαμπο.
Παραθερίζουν οι σάιμπερ στην Ηράκλεια καλωδιωμένες
ο Λου στα πόδια τους κυλιέται.
Θέλω να πω, το θέρος δεν είναι μόνο μπίρες
για να γλεντάει ο αφρός τους μες στις κάσες,
ούτε ο σάι σάμπα στο υπόγειο φετινός,
είναι επίγειες αγαπησιάρικες ανάσες
που τις σκανάρουν μία κόρη κι ένας γιος.

Από τη συλλογή Μπορεί και νευρικό (2003) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Μπορεί και νευρικό

Μπορεί και νευρικό

Εκφωνούσαμε αναμνήσεις
πάνω από τις σουπιές
εκείνος θυμήθηκε τα παγωτά που κρύψαμε
σ’ ένα μεταλλικό συρτάρι δεν έλιωναν δυο μήνες
πηγαίναμε τα βλέπαμε μα τι χημεία
εγώ θυμήθηκα που μια χρονιά κάναμε μάθημα στο υπόγειο
τσιμουδιά για τη βελούδινη παλάμη της
ένα απόγευμα που ήταν εκείνη επιμελήτρια
μετά διαφωνήσαμε για το πού έγινε η κηδεία της δασκάλας μας
ο καθένας έλεγε άλλη εκκλησία φυσικά έχω δίκιο
συμφωνήσαμε πως η νεκροφόρα παρκάρισε μπρος στα σκαλιά
πρώτη φορά που βλέπαμε κι οι δυο φέρετρο ζωντανό όχι ταινία
εμείς λέει παραταγμένοι ανεβαίνοντας δεξιά
έχε γεια δασκάλα Ζανταγιά
είχαμε σκάσει στα γέλια μπορεί και νευρικό
όταν ήρθε το παλιάμαξο τότε πλαντάξαμε στα χάχανα ωραία ήταν
μου λέει να πάρουμε και σαρδέλες να πάρουμε του λέω
μετά κάτι για τον πάοκ και κάποιον πατατούδη
εννοείται θα σκίσουμε τον Μάιο κύπελλο υποθέτω
όμως ο Μάιος απέχει σαράντα μέρες μέχρι τότε
θα έχω φάει μια σκάφη ψάρια σίγουρα μισό αρνί έναν ορυζώνα
ένα βυτίο πορτοκαλοχυμό ένα ψωμί δυο ρίζες μαρούλι ζόρικο
μια νταμιτζάνα τσίπουρο ρετσίνες και ουίσκια δεν μετράνε
μα μόλις πάρουμε το κύπελλο όλα τους θα γίνουν αναμνήσεις
θα ’χω μπόλικο πράμα στο νησί το καλοκαίρι φύσ’ αέρι
κάτω στον βυθό έρχονται όλα στο μυαλό ίσως η πίεση
θα σκάσω καμιά μέρα ας σκάσω ύστερα στο χάραμα
μαλακώνουν βγαίνουν πρώτα στ’ όνειρο σκιές κοκόρια στυσάρες
του λέω να πάρουμε και μια πατάτες αναμνηστικές
να πάρουμε μου λέει δίχως ν’ απορήσει έμαθε πια
τότε κάτι σαν μελαγχολία έπεσε και το φως
έφυγαν κι οι φοιτήτριες ξεθώριασε η Ολύμπου
με κοίταξε σιωπηλός για μένα να γράψεις πως εκείνη τη μέρα
η μάνα μου ήταν πολύ βαριά γεμάτη παντού δεν ξέρω
αν θα προλάβει το κύπελλο ας μην την κάνουμε
ανάμνηση από τώρα εντάξει φίλε τον κοίταξα κι εγώ
όρε κάτι βλέμματα μεταμοντέρνα τίγκα στην αποδόμηση
να κι ο χαλβάς
αντίο μας κι εμάς.

Από τη συλλογή Μπορεί και νευρικό (2003) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Το πέρασμα του χρόνου

Το πέρασμα του χρόνου

Ήμασταν λέει σ’ ένα μουσείο
μέσα στ’ όνειρο
ξάφνου ανοίγει από μόνη της κάποια πόρτα
«εδώ είναι η Αίθουσα του Χρόνου»
ακούγεται μια φωνή
και τι βλέπουμε
σε μια τεράστια στέρνα
στήθια, πλάτες, λαιμοί σάλευαν αμίλητα μες στους ατμούς
κοπέλες γυμνές σε πόζες νωχελικές
με κομμώσεις μπελ επόκ όλο μπουκλάκια
άλλη ρουφούσε αργά μια φιλντισένια πίπα
άλλη ατένιζε το ταβάνι με βλέμμα θολό
άλλη έπαιζε στα δάχτυλά της το νερό
«εδώ, κύριοι, μετριέται ο Χρόνος»
ξανάπε η φωνή
κάθισα λίγη ώρα κάτι μ’ έτρωγε
«άντε τώρα, φεύγω, γεια» είπα σιγανά
έπρεπε να ξυπνήσω είχα χίλιες δουλειές
να ταΐσω κρεατάκι στο σκουλήκι να πρηστεί
να ποτίσω με φαρμάκι τη ροδιά μου να χαρεί
να πω τραγούδια στον μαύρο λύκο να ξεχαστεί
μα πόσο αλλιώτικη μέρα ξημέρωσε
το σκουλήκι τίναξε ανθούς
βέλαζε η ροδιά μου στους περαστικούς
«κάτσε πλάι μου» είπε ο λύκος
και ούρλιαξε έναν υπέροχο σκοπό, μια μελωδία
της φονικής του σάρκας ύμνος κι ευτυχία.

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Τρεις γάτες δρόμος

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Οι γάτες
(τραγούδι: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ο Άμλετ της Σελήνης (2002)

Τρεις γάτες δρόμος

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Τρεις γάτες δρόμος (2000) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Όρος Κισσός

Όρος Κισσός

Η πλαγιά τσιτωνόταν στον μαγιάτικο ήλιο…

Εδώ τριγύρω λεν οι πηγές
πως έστησαν τ’ αντίσκηνα οι Άγγλοι στον Πρώτο Πόλεμο.
Σκυφτός, τους έψαχνα.
Καμιά φορά
σκοντάφτεις σ’ έναν κάλυκα, μιαν αρβύλα ξεχαρβαλωμένη
κάνα κονσερβοκούτι βοδινού, σκύβεις το μαζεύεις
το κουβαλάς στο σπίτι σου, το παρατάς σε μια ντουλάπα
κι αυτό γεννοβολά. Τίποτα όμως.
Κάθισα σε μια κοτρόνα κάθιδρος. Ο ήλιος ζεματούσε.
Αγριολούλουδα, μυρμήγκια. Ξεθυμασμένες μύγες
κοχλάζαν μες στην αντηλιά. Τσιμέντα χυμένα σε σβουνιές.
Κάτω στην πόλη, οι βορινοί συνοικισμοί βροντόσαυροι
χώνευαν τα βράχια του βουνού. Σιγά σιγά ξεχώρισαν
οι δρόμοι και τα σπίτια. Να κι η ταράτσα
με το ερειπωμένο πλυσταριό, τα κάγκελα πλαγιάζουν πέρα δώθε
να ’στε οι δυο σας, πόσο άχαρα τινάζεις νεαρέ μου τα χαλιά
σκορπάν οι ναφθαλίνες λαμπυρίζουν
μπαίνουν στα μάτια σου κορώνουν

«αχ! Λησμονημένη!» ο βόγκος αντηχεί στ’ απομεσήμερο
το χέρι φρενιασμένο φλέβες αφηνιασμένες να το ζώνουν
ζυμώνει τον αέρα στα τυφλά
μανιάζοντας να βρει την ακριβή παλάμη

… τρεχάτος άτι του Μαγιού κατέβηκα στην πόλη
για να σπουδάσω από κει το στοιχειωμένο όρος

Από τη συλλογή Απ’ το τίποτα (1994) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας: Χορτιάτης, ημέρα Κυριακή

Μιχάλης Δέλτα & Τάνια Τσανακλίδου: Λύκε, λύκε
(ερμηνεία: Τάνια Τσανακλίδου / δίσκος: Τάνια Τσανακλίδου, 2 χρόνια Μετρό (2005))

Χορτιάτης, ημέρα Κυριακή

Βαδίζαμε στο μονοπάτι του βουνού
την κρατούσα από το χέρι
και της μάθαινα τις ημέρες της εβδομάδας.

Δευτέρα Τρίτη Τετάρτη απάγγειλα
Δευτέρα Τρρρίτη Τετάρτη επαναλάμβανε
σέρνοντας το ρο της Τρίτης μ’ αμερικάνικη προφορά

εγώ κι η μικρή μου ανιψιά
εγώ κι οι μέρες οι εφτά ταραγμένο μελίσσι
βουίζαν γύρω μας βομβίζαν θυμωμένες
τα λόγια μου καπνός

άλλες δεν έχει; με ρώτησε ξάφνου
πάνω που κορωμένος ωρυόμουν
σαν να ’ταν το ποίημα το καλό
μ’ εφτά μονάχα λέξεις

πείσμωσα, συνήλθα στο λεπτό
άρχισα να της μιλώ
για τις λίμνες που ασπρίζαν αντίκρυ
για τα ελάφια και τους πάνθηρες
που ξεδιψούσαν εκεί πριν από τ’ αγκάλιασμα
στα χρόνια τα παλιά
για της αρκούδας τα λημέρια πιο ψηλά

για τα λιοντάρια που κάποτε ζούσαν εδώ πάνω
τ’ αγριογούρουνα, τους λύκους, τα τσακάλια
τώρα κρεμόταν από το στόμα μου συνεπαρμένη
θα σε φάω της λέω ξάφνου
δεν είμαι η γιαγιά σου
και οι απαντήσεις είναι:
για να σ’ ακούω καλύτερα
για να σε βλέπω καλύτερα
για να σε μυρίζω καλύτερα
για να σε φάω μικρούλα μου

κοιτούσε τα δόντια μ’ απορία
σφήνωσε λίγο στα ούλα η παχουλή αχλή
αυτήν τη μέρα που ο κόσμος όλος την έχει για αργία
αυτήν αργοκατάπινα κι εγώ: τη μέρα Κυριακή

Από τη συλλογή Απ’ το τίποτα (1994) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Απ’ το τίποτα

Απ’ το τίποτα

Στον παλιό καναπέ καθισμένη
μ’ ένα φως αλογόνου λουσμένη
την κλωστή της περνά σιωπηλά
απ’ το τίποτα

το σκοτάδι της γνέφει απ’ το τζάμι
το πλοκάμια του πετά μα δεν φτάνει ως
το άπληστο πλάσμα, γαντζωμένο γερά
απ’ το τίποτα

με το μάτι θολό μελετώ στα κρυφά
την ανήλεη μάχη όπου πάντα νικά
όποιος κάθε αυγή τη ζωή αρχινά
απ’ το τίποτα

δες το στέρνο πώς λιανίζει σκεβρό τη νυχτιά
δες τους ήρωες κιρσούς μες στα αίματα τα πηχτά
τώρα κοίτα τα ψεύτικα δόντια, χασμουριέται και
κόβουν μπουκιά
απ’ το τίποτα

«έι!» της κάνω «από πού έμαθες πώς
να ημερεύεις το σκότος να βόσκει απ’ τη χούφτα σου
φως;»
κι αυτή μου απαντά γελαστά
«απ’ το τίποτα!»

Από τη συλλογή Απ’ το τίποτα (1994) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Ο φιλημένος

Ο φιλημένος

Μοναχική επιστροφή μπρος στα σκαλιά, χαράματα:
«καλώς το πριγκιπόπουλο»
λέει το πνεύμα του σπιτιού
τραβώντας μ’ ένα πλοκάμι του τη βαλίτσα πιο μέσα
«έμπα βασιλοπούλα μου»
αναφωνεί η λάμπα του διαδρόμου
με το κακάδι μιας βδομάδας πάνω της να πυρακτώνεται
να στάζει αμέσως εκτυφλωτικό

«να ’μαι λοιπόν στο σπίτι μου»
αναλογίστηκε ο φιλημένος βάτραχος
και μπήκε.

Από τη συλλογή Με την ψυχή στο στόμα (1990) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας

Σάκης Σερέφας, Μεσημέρι

Μεσημέρι

μεσημέρι, βρήκα τυχαία τον
φίλο, είχε στραγάλια στη χούφτα

στεκόταν κάπου σιωπηλός
σαν άπραγη γυναίκα
και τα μάτια του μόνο μου ’παν:
πρόσεχε

Από τη συλλογή Αυτή που γλεντάει στο φως (1985) του Σάκη Σερέφα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σάκης Σερέφας