Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Esther Williams

Η γυναίκα που προπονείται στο κολύμπημα

Όπως ο ναυπηγός την τρόπη του πλοίου προς την άνωση,
ο νους υπελόγισε τη γλυπτή γραμμή του σωμάτου μου.
Αποκάτω από τη λασπωτή αμμούδα του βυθού, που τ’ ανήλιαστα χόρτα κοιμούνται,
τα κρυφά, τα νερά με σηκώνουν στη θέλησή μου κυβερνημένα.
Αποπάνω μου το ύψος η ατμόσφαιρα σκύβει αχνή με τον Ήλιο.
Κολυμπώ αυτός είν’ ο νους μου.
Τα δυο μακριά λεπτά πόδια σμιχτά, δίχως τσάκισμα στα γόνατα,
εναλλάξ γρήγορα χτυπούν –μόνο η άκρη και τα δάχτυλα– και βυθίζονται.
Σχηματίζεται βαρύς, πηχτός αφρός.
Το κεφάλι το περισσότερο πλαγιαστό στο νερό μέσα.
Όταν ανοίγω ολόκληρο μεγάλο το στόμα μου είναι για να γιομίσω ανάσα.
Τα δυο τα χέρια, τα μπράτσα τα στρόγγυλα, ολόκληρα απ’ τον ώμο
παλεύουν σαν σπαθιά,
κάμνουν κορυφή τόξου στον αγκώνα,
όπου γλιστράν, όταν βγαίνουν ψηλά, σταλαγμίδες η θάλασσα, και ξαναπέφτουν.
Τα μάτια διακρίνουν τα έξω θολά, μέσ’ απ’ το γλαυκό γιαλό που σπιθιρίζει
αισθάνονται διπλά απομέσα.
Πώς το σκοτεινό εντός μου γίνηκε πηχτό και βλέπεται;
Ποια ευχαρίστηση όπως όταν το σώμα στο λίκνο αγκαλιάζεται,
στο ζεστό λίκνο, κι αφήνεται
αφήνεται εντελώς. Ξεχνά τη χωριστή του ύπαρξη.
Ποιους πόθους μού ξυπνά το άγγιγμα στην κοιλιά μου.
Το αντρίκειο, το δυνατό, το κολύμπημα πο ’μαθα
με φεύγει από το βύθισμα που θα χανόμουν.
Έσφιξαν όλ’ οι αρμοί στο ξεχωριστό μου το σώμα.
Φτάνω στο μακρινό ακρογιάλι.
Δεν είμ’ εκεί λεία σε κουρσάρο ή σε ναυαγό ανέλπιστη,
κρυμμένος απ’ τα μάτια θησαυρός.
Στέκουμαι ψηλή, όπως στη γης πιάνεται ένα δέντρο.
Δεν έχω τους εύκολους πόθους.
Ακούω την ανάγκη και το σκοπό μου.
Αυτόν υπηρετεί το σώμα μου και είναι όμορφο.
Το σεμνό στήθος μου ζητάει μόνο το βύζαγμα του παιδιού.

(περιοδικό «Τρίτο Μάτι», 1935)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Advertisements

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1944)

Η βροχή

Πολλά πράγματα που υπάρχουν δεν τα βλέπουμε
γνωρίζουμε μονάχα όσα σχετιζόμαστε
γι’ αυτό δεν πρέπει μ’ αμφιβολίες ν’ αρνιόμαστε
τις μαρτυρίες που μας παρέδωσαν ήρωες και ποιητές.
Συλλογιέμαι τη βροχή που στάζει μέσα στην κάμαρη
προσπαθώντας ν’ αστοχήσω τις τριγύρω ξένες φωνές
διώχνοντας κάθε ωφέλιμη γνώση απ’ τα βιβλία
κάθε ομοιότητα άλλου προς το εγώ ερωτώ:
– Βροχή, ποια είσαι; πού είσαι βροχούλα μου;
Ο ίδιος μετριέται θόρυβος στο χαλκωματένιο δοχείο
Κρατιέμαι μοναχά στη μνήμη της ανθρώπινης φύσης
ουρανός σκεπασμένος με σύννεφα από εξατμίσεις
σχημάτων της γης που η σκουριά τα σκούρανε λάσπη
ερείπια στη χειμωνιάτικη στέρηση απ’ τα κλαδιά
τα πλατανόφυλλα μαζεμένα χάμω τα καίει η σήψις
απ’ την επιστροφή του αποσταγμένου νερού
αφού λιώσουν τα σάβανα, πλημμυρισμένο φυτρώνει
φτωχό μαλακό ταπεινό χορτάρι καινούριο
τα υποδήματά μου βαριά και προχωρώντας γέρνω.
Σα να ήταν πριν και τώρα δεν είναι
κοντά μου δίπλα η νύμφη βροχή.

(14 Ιανουαρίου 1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Η βροχή (1938)

Η βροχή

Όπως ο άνεμος που φέρνει νερό, γέρνει το πλοίο με τα ιστία
απ’ τη μια μπάντα, και περνούν κάτω απ’ την εύδρομη τρόπιδα,
και σκαμπανεβάζουν το κύτος τα πολυκέφαλα κύματα
το ξεφύλλισμα κάποιων αναμνηστικών,
έγειρε την ύπαρξή μου ολόκληρη στη νοσταλγία.

Όπως είναι η βροχή, θέλω να προσδιορίσω,
όταν οι χοντρές στάλες χτυπούν
το ξανθό θερινό χώμα και μεταλλάσσουν την ουσία του
και σηκώνουν τη μυρωδιά.

Όπως είναι η θερινή βροχή, όταν συρτά περνά πάνω στα φύλλα
των δέντρων κι απ’ ανατρίχιασμα κυματίζει
το στρόγγυλο σχήμα τους.

Γιατί το πρόσωπό σου που ζητώ είναι όπως η βροχή η άφθονη,
και τα πράσινα μάτια σου όπως το χρώμα του καιρού, το βαρύ.
Κλεισμένος στην κάμαρη την άγευστη βροχή ακούω να χτυπά
το παράθυρο της μοναξιάς μου.
Γλυκύτατη βροχή, πλούσια σ’ όλον τον τόπο.

(Εφημερίδα «Νέα Αλήθεια» Θεσσαλονίκης, 1938)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εσύ

Εσύ

Τάχα τα χέρια σου λαβωμένα πουλιά,
της ημέρας καθώς κρατούσες την τροφή,
ήταν η ένδειξη, που σου ’δινε πρόσωπο,
μέσα στους ποικίλους ρυθμούς των σπιτιών.

Από τότε που σ’ αντίκρισα στη γωνιά,
προσφιλές του πτωχού ένδυμα ταπεινό,
το γυμνό ευθύ δρόμο ακολουθεί,
όπου σε χάνω, αποζητώντας να σε βρω.

Ανασαίνοντας τη ζωή των ομοίων μου,
στο παρελθόν αντίπερα του γεφυριού,
αποφόρι του πλούτου σπάταλο,
τ’ όνομά σου φυλάγω μυστικό.

Μέσα σ’ έναν θάνατο γυάλινο,
όπου ιδρώνουν της δυστυχίας τα όνειρα,
βλασταίνεις ρίζες μυστικές,
σαν σκοτωμένο ζώο και θεός.

(1944)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ένας ψαράς

Μάνος Χατζιδάκις, Κοντέσα Εστερχάζυ (έργο: Gioconda’s smile (Το χαμόγελο της Τζοκόντας) (1965))

Ένας ψαράς

Με την επάλληλη επαλλαγή, των κυμάτων του πεπρωμένου,
στον μυχό του ευρύστερνου κόλπου, ένας ψαράς στην άμμο,
κάτω από ’να πάπλωμα, αγρό της άνοιξης, κοιμάται,
ζώντας τους αιώνες της ιστορίας,
με τον αχό του φλοίσβου των πραγμάτων.

Η Κοντέσα καβάλα σε άσπρο άλογο
κι ο ψαράς από μόνος του συλλογιέται:
«Βάρκα θ’ αρματώσω για να σε κλέψω»,
στρέφοντας μέσα στον ύπνο το βλέμμα του,
μες στο σκοτάδι προς τ’ άστρα,
πάνω απ’ τα γυμνά ερείπια του πύργου.

Απάντεχε να ξημερώσει για να σηκώσει το πλεμάτι του,
με μπλεγμένες, κατά τη νυχτερινή βοσκή,
τις λαχτάρες του,
ταξίδι με γαλιότες κουρσάρικες, του βαλαντωμένου
με το υπερήφανο της Κοντέσας παράστημα.

Το χέρι του αποκοιμισμένου, αυτόματα,
προκειμένου να εκμηδενίσει κάθ’ αντίσταση στον πόθο του,
αρπάζει το κολοκοτρωνέικο σουγιά που χρησιμοποιεί,
στ’ άνοιγμα των μονόθυρων και δίθυρων οστράκων
της θάλασσας,
και σα να επρόκειτο γι’ απελατιλίκι αντρειωμένου,
το μπήγει στο χώμα της γης,
σκοτώνοντας την πραγματικότητα.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Εις έν αγίασμα

Εις έν αγίασμα

Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ύπαρξης
τέλος της ύπαρξης βλέπει μόνο η εντροπή,
αυτή κρατά όλη την έννοια της αμαρτίας της αρχικής,
της αιτίας της αποβολής μας από τον παράδεισο.

Δεν ήθελα να πιστέψω στον άλλο κόσμο, όπου αδώνια
ίαμα ρέει πρόσχαρο, καθάριο, πλούσιο το νερό.
Δεν ήθελα την οδό της συνάντησης, όπου το ένα
το χέρι τείνεται σε χειραψία και βρίσκει τ’ άλλο.

Έτσι βλέποντας το τέλος των πάντων εγγύς
έλεγα ότι πεθαίνω, αλλά, μάλλον ντρεπόμουνα,
που ενώ έν’ άξιο μάτι μ’ έβλεπε, δεν άφηνα
με το νερό η βρύση να ποτίσει τη βλάστηση.

Έτσι, όσο κι αν προσπαθούσα, παγώνοντας τα νερά,
τα φυσικά να μιμηθώ φύλλα, πάντα ήμουν βρόμικος,
ο χρόνος μέρα με τη μέρα μέσα μου, σώριαζε
πράγματα, που δεν ήξερα πώς να τ’ αποβάλλω.

Αυτή ’ναι η ουσία της ακαθαρσίας που ντρεπόμαστε.
Ούτε τώρα μιλώ, αλλά τ’ ακούω εύγλωττα τη σιωπή μου
με τη μετακίνηση τριγύρω από το σώμα μου,
των νερών της πηγής όπου βυθίζομαι.

Αγίασμα Χριστιανικό, αρχαίας Νύμφης επώνυμο,
στους δαιδαλώδεις δρόμους της χώρας καταμεσής,
χάρις σου ανακτώ την υγεία μου την ψυχική,
μετ’ έναν θάνατο εικονικό, διώχνοντας την ντροπή.

(12 Μαρτίου 1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Δάκρυα των ματιών

Δάκρυα των ματιών

Η λίμνη της παραμυθένιας Καστοριάς (με τους γουναράδες,
με τις εκκλησίες σαν κοσμηματοθήκες, με τ’ αρχοντικά)
όλ’ η έκταση του νερού πο’ ’χει ο ποιητής μπρος στα μάτια του,
αγναντεύοντας μαρμαρωμένος απ’ τ’ Απόζαρι, το Τειχιό και το Απόσκεπο,

Όλο το νερό ίσαμε τα καλάμια και την εκκλησιά του Δισπηλιού,
που φαίνεται απ’ τα παράθυρα του γέρ’ οπλαρχηγού στον Ντουλτσό,
το νερό π’ απ’ τον Αϊ-Θανάση στην κορφή του βουνού της Χελώνας,
βλέπει ο χριστιανός ν’ αποκόβει το Μακροχώρι και το Παλιόρεμα,

η λίμνη έως πέρ’ απ’ την άκρη της Παναγιάς της Μαυρώτισσας,
γέμισε από τα δάκρυα ενός που τίποτα δεν έκαμε σωστό.
Όταν λιωμένος μέσα στα δάκρυα, ώστε να μοιάζει σαν αντάρα,
είδε αυτός πως πάλι με την αλμύρα τους κάμαν τ’ ανάποδο,

δίνοντας νερό ακατάλληλο για τ’ άλλα ψάρια και το γουλιανό,
για τη βοσκή των αρχοντοκόριτσων πουλιών της λίμνης,
ανέβηκε σ’ ένα ψηλό καμπαναριό και βάλθηκε να σημαίνει.
Γλυκός τόσο ήταν ο αχός της Ορθόδοξης Χριστιανοσύνης,

ώστε κάθε φορά, που άγγιζε το γλωσσίδι το χυτό μέταλλο,
χυνότανε κι ένα τσουβάλι ζάχαρη για να γλυκάν’ η λίμνη.
Τη γλύκα τούτη γεύονται εκείνοι π’ αναπαύονται, πέρα στ’ αμπέλια,
«τόση γλύκα μόν’ η αγάπη μπορεί να ’χει που τη ζητούσα κι άλλαξα».

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ατένιση θησαυρού

Ατένιση θησαυρού

Ο πεθαμένος άνθρωπος είν’ ένας λίθος πολύτιμος,
το ζώο τον κατέχει σαν κοιτά τον αφέντη του,
δίχως τη δύναμη να μιλήσει βυθισμένο στη σιωπή,
στο δάσος το μεγάλο που ευωδιάζει χαρά.

Εκείνο που ελπίζουμε δεν είναι ν’ αποκτήσουμε
το θησαυρό που λαχταράμε στ’ αντίκρισμά του,
αρκεί και μόνο η ματιά για τον περίπατο,
των ψυχών έξω από τις κάμαρες.

Ο δρόμος όπου χαιρετιόμαστε μοσκοβολά,
από τις βλαστικές ουσίες του δάσους που στάζουν,
ρυθμικά ανθίζοντας έξω απ’ τα όργανα,
αιώρες του έρωτος κρεμαστές απ’ τα κλώνια.

Τα πρόσωπα ξαπλώνουν εκεί κι ονειρεύονται,
ξεχνώντας των σκοτεινών σωμάτων την αριθμητική,
μπορούν και διακρίνουν την πολύτιμη ποιότητα
του λίθου, με τα μάτια τ’ άγρυπνα του νου.

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Ανάμνηση

Ανάμνηση

Ανάμνηση ενός ανθρώπου
στιγμές που σβήσαν με την ευκολία του σχηματισμού τους
δεσμώτες στον κύκλο των περιστατικών.
Ποτέ δεν ενεργούμε περισσότερο ώστε να σταματάμε,
λίγο μπορεί να καταλαγιάζουμε τη δράση μας
απορία για την κατασκευή.
Θάλασσα πέφτει σε κύματα η σταθερότητα
πόση αγωνία ώστε να μας σκεπάσει η διάρκεια
ξεχνούμε την ατομική ονομασία της
κλονισμός της συνέχειας της ζωής
εντυπωμένες ποιότητες της ύλης αναφέρω,
νερά αγαπημένα όραμα της θάλασσας,
αγκαλιά ποταμού μαξιλάρι της λίμνης
δέντρο της βλάστησης, πλάτανος, πράσινο
διάπλαση της γης στα μύχια.
Ουρανού προστασία φωτισμός της Σελήνης
άνεμος που τον διψά η αναπνοή
γνώριμο πλοίο με ξύλα προσάρμοσαν
σώμα ανθρώπου ράχη και πρόσωπο.

Χρωματιστές κορδέλες που πλέκονται στα μαλλιά
πράσινο και καφετί, μαβί και κίτρινο
πηγή προσκυνήματος, προσευχή στην εικόνα.

(1940)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αίσθημα

Αίσθημα

Δεν είναι ψέμα ο μύθος,
αρκεί να κοιμήσουμε το φίδι
προπατορικό εχτρό του ανθρώπου,
όσα επαγγέλλεται περί ουρανού.

Ανοίγω το παράθυρο κι έρχεται,
δικό μου τ’ αγαθό σύννεφο,
τ’ ακαθόριστο κι άπιαστο σχήμα του,
δεν επιτρέπει την παραμικρή αμφιβολία στα ζώα.

Το μοσχάρι με το δέρμα ξανθό,
ο σκύλος με τα υποταχτικά μάτια,
φυλάγουν όλη την άπειρη αλήθεια του,
γι’ αυτό και λογαριάστηκαν Θεοί, κάποτε.

Τα πρωτοξύπνητα μάτια τ’ ανθρώπου,
που αγκαλιάζει την ευφορία του σύννεφου,
η χωμάτινή του καρδιά γεμίζει
με τη χαρούμενη ελπίδα της βροχής.

(1936)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Αγών ψυχής

Αγών ψυχής

Μόνος μέσα στου ονόματός μου τη φυλακή,
παρ’ όλο τον ήλιο τον πλούσιο της ημέρας,
στενοχωριέμαι και νιώθω τυφλός,
τη γλυκιά στερημένος ελπίδα του κόσμου.

Σύννεφο άυλης ποιότητας άχρονης,
μπαίνει στο σπίτι των θυρών κεκλεισμένων,
αλλάζοντας τη νύχτα σε παράδεισο,
φως, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Εκεί που δεν την περιμένεις, αναπάντεχα,
από τις άκρες στο σώμα των δαχτύλων εισορμά
ακμή ζωής και θάνατος ταυτόχρονα,
ανάσα, η γλυκιά ελπίδα του κόσμου.

Μες στην απόγνωση της κάθε μέρας ερωτώ,
το δέντρο που με την απουσία της σαραβάλιασε,
πώς διψασμένο να χορτάσει μπορεί
ψωμί, τη γλυκιά ελπίδα του κόσμου;

(1952)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος…]

2

Είναι τάχα ώρα να σηκωθώ μέσα στο ζωντανό δάσος
βρίσκω την τροφή μου δίχως να ξεχωρίζω της νύχτας και της μέρας τα σύνορα
πρέπει όλα τα πρόσωπα του διαβατάρη χρόνου να σταθούν
Ψηλότερα απ’ όπου βρισκόμαστε εκτείνεται η θάλασσα
γκρέμισε η πεζούλα κι ο πόντος σμίγει με τη στεριά
τρεις σταλιές ονόματα στο τρύπιο πιθάρι των Δαναΐδων,
απόγευμα με όμορφο ήλιο εκείνος εσύ κι εγώ
αφήνομαι ξαπλωμένος σ’ αποθήκες ακριβές
τα σανίδια γρήγορα σκευρώνουνε μέσα στη λάσπη
πώς είναι δυνατό να νιώθω τη ζωή όταν μου είσαι ξένη
σύμφωνα με τη γνώμη της εποχής φοράμε ρούχα
ατίθασα ψαρά μαλλιά στο βορειοελλαδικό κρανίο
η πέτρα με τα χρόνια που περνάν ενισχύει τη μνήμη
για τη χαρά του φίλου ανταμώσαμε μαζί
μέσα απ’ όλες τις καταστάσεις όλων των σημείων του κόσμου
βραδιάζοντας ανταμώνουν τα τρία πρόσωπα της μνήμης.

Από την ανέκδοτη συλλογή Φωτογραφίες του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Το ποίημα γράφτηκε στις 4 Αυγούστου του 1943.

Πηγή: Ανθολογία «Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης (1930-1980)» [Νίκος Καρατζάς (1981)]

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα…]

4

Συνήθως δεν βλέπουμε τίποτα
σαν τα παιδιά έχουμε λίγες ανάγκες
υποθέτουμε απλώς αληθινά τα φαινόμενα
συγχέουμε στην αρχή τις δυνάμεις
τον άνθρωπο με τα επιβλητικά ζώα
μας κυριαρχούν οι άμεσες εντυπώσεις
το παιδί σχεδιάζει μεγάλα κεφάλια
παριστάνεται η μορφή εκ του πλαγίου
αναπόσπαστο μέρος ενός συνόλου
δεν είναι αυθύπαρκτη διακοσμεί
τα πρόσωπα συγχέονται
το πλήθος και η μονάδα είν’ ένα
καταργείται του χρόνου η έννοια
διαθέσεις τρόποι φωνές
την στέρεα ιεραρχία των φαινομένων
με τόλμη υπερπηδούν οι Έλληνες
αδίσταχτα χαρακτηρίζουν τον θνητό
δεν αντιπαρέρχονται μπροστά στο θάνατο
προκειμένου όμως για κάτι που χάνεται
αμείλιχτο εγείρεται το πρόβλημα
τι πράγμα έχει σημασία να προσέξουμε
τα μαλλιά τα ωραία μαλλιά
τα μάτια τη μύτη το μουστάκι
το σώμα ολόκληρο καταστρέφεται
κάτι που περνά είναι η έκφραση
τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά
διηγιένται υποθέσεις του παρελθόντος
οποιοσδήποτε ανύπαρκτος δεν μ’ ενδιαφέρει
ανύπαρκτος τρομάζω
βλέπω πίσω απ’ το τζάμι το θάνατο
γυρεύω την ασφάλεια της πίστης
την υποταγή στην ιεραρχία της πυραμίδας
εντελώς έρημος δεν καταλαβαίνω
η σεμνότητά μου τι χρειάζεται
ο στοχασμός των σφιγμένων χειλιών μου
το φιλήδονο βλέμμα
το γέρσιμο του κεφαλιού με παράπονο
σκέφτομαι την κάθε λεπτομέρεια
μέχρι που ξεχωρίζει με δική της οντότητα
περνά απ’ το υποκείμενο στ’ αντικείμενο
τ’ αντικείμενο έχει δική του αξία
αν αγαπώ τη ζωή δεν πρέπει να το υποτάξω
αν δεν έρχεται να με δει δεν πειράζει
την Τρίτη βράδυ ξεράθηκαν τα μάτια μου
δεν σε βλέπω πια γύρισα κι είπα
ανοίγεται με τα δικά του φτερά υπερήφανο
αυτό που για να το σηκώσω τσακίστηκα
συγχώρεσέ με για τους κόπους που σου ’δωκα
οι αισθήσεις σβήνουν διαλύεται το σώμα
πεθαίνω όμως γνωρίζοντας ευδαίμονα
ο άλλος θα πεθάνει όπως πεθαίνω
όταν τ’ αντικείμενό του συμπληρώσει
δεν υπάρχω όπως δεν υπάρχεις
αθάνατη μόνη η ομοιότητά μας μένει
στον τάφο διασώζεται η σχέση
με τις μάχες που ιστορούνται σώμα προς σώμα.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, [Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα…]

3

Πλαγιάζω όπως διαμορφώνονται τα πετρώματα
από περασμένη βλάστηση έν’ απολίθωμα
αγνοώντας την ατραπό του σπηλαίου της δοκιμασίας
δεν ξέρω πώς μπορεί η μορφή να διασωθεί
θρηνώ την καταστροφή και ασθένεια του σώματος
θυμούμαι τον καιρό που έπαιζα με το χέρι της
τώρα την βλέπω κατάκοιτη που έχει προσβληθεί
με τα υφάσματα που εκφράζουν τα συναισθήματα
τα κύματα των ημερών τις πτυχές
αποργανωμένος ο λίθος ζητεί την έκφραση
σκελετός από τις κακοκαιρίες λευκασμένος
δεν μας απαντούν δεν έρχονται δε μας βρίσκουν
εφ’ όσον είμαστε ανόμοιοι πώς να ζητήσω
πώς με τη ζωή να ταυτιστώ να πιστέψω
ο κάθε δρόμος εσφαλμένη άγνοια
γυρεύοντας κάτι δικό μου εμφανίζομαι
πώς μπορώ να ξέρω ότι υπάρχω
όταν και η πλάκα του τάφου δεν βρίσκεται
κάθε συζυγία διαγράφεται
τα ενωμένα χέρια διαλύονται
πεθαίνουν με την ομορφιά τους οι θεοί
με το παράστημα τ’ ανθρώπινο ενάρετα
η σιωπηλή γυναίκα με το σεμνό χτένισμα
με τους στοχασμούς ο αρήιος άντρας
να υπάρχω εξακολουθώ
κατεβαίνοντας στον άδη και γνωρίζοντας
την αχανή από κάθε πρόσωπο ερημία
μαθαίνεις ότι η σκιά σε ακολουθεί
το προσφιλές επανέρχεται ίνδαλμα στη ζωή
η ασφαλισμένη γνώση και σχέση
η εμορφιά απ’ όλα τ’ άνθη της άνοιξης
αρκεί ανεβαίνοντας την ατραπό
όπως επιθυμούμε όλα τ’ αντικείμενα
δεν πρέπει να σταθείς και να προσβλέψεις
πρέπει να εξορύξω λοιπόν τα μάτια μου
να καταστρέψω τις αισθήσεις του σώματος
αμείλιχτη πάλη αγωνίζομαι
ένα βήμα μπροστά το πόδι
πίσω κάμπτεται ο κορμός
τα χέρια μου δεμένα με λουριά
αλήθεια αναλογίζομαι θ’ αγκαλιάσει
ο ανδρικός Απόλλωνας με την χρυσή χαίτη
το νεκρικό άγαλμα της γυναίκας
το χέρι που κρατά αναστραμμένο το μαφόρι
το χέρι που στη μέση ακουμπά της κοιλιάς
θα θραύσουν τις πτυχές τα πόδια
το στόμα το ωραίο τη σιωπή
απερίγραπτα είμαι χαρούμενος
μ’ όλους της πολιτείας βγαίνω εκδρομή
καταλαβαίνω την φροντίδα των επισήμων
τη δύναμη απ’ τον εργάτη τον γυμνό
όλοι μαζί πηγαίνουμε στα δέντρα
στα έργα μας να θυσιάσουμε τα άλογα
στεφάνι στη προσπάθειά του φορεμένος
σαν ιερέα ο καθένας μ’ ακολουθεί
μέχρι πού πρέπει να πάω
δεν είμαι τάχα άνθρωπος εγώ
αν δεν είμαι ποιος είναι ο θεός
χώρου και χρόνου κενό που δε συμπληρώνεται
ποιο είναι που λείπει το πρόσωπο απ’ τη λιτανεία
από την τάξη που πορευόμαστε οι ενήλικες
έχοντας στο κεφάλι των παιδιών το χέρι
κρατώντας δοξαστικά κλάδους βάγια
αν κρίνω λογικά στρεφόμενος πίσω μου
μπορεί να μην υπάρχει τίποτα
μπορεί ο συνηθισμένος κόσμος να γελάστηκε
να έχει γελαστεί επειδή γελάστηκα
να σηκώνουν ένα εκμαγείο που της μοιάζει
ακριβώς αποδομένα στην πέτρα τα χαρακτηριστικά
μαλλιά μάτια στόμα μύτη φρύδια
πτυχές του ενδύματος πάνω στο στήθος
ολόκληρη μέσα στο πέπλο της η μορφή
όπως τη γνώρισα στο μακρινό ακρωτήριο
όταν ποτέ να μη χωρίσουμε ορκιστήκαμε
ρίχνοντας τον αρραβώνα μας στη θάλασσα
διαλύοντας όλους τους πρόσκαιρους δεσμούς
κι απ’ τη γης για να την ανταμώσω ξενιτεύτηκα
σμίγοντας το ένα χέρι μου με τ’ άλλο
ατενίζοντας κατά μέτωπο μ’ ορθάνοιχτα μάτια
δεν μπόρεσε η νύχτα να μου την κρύψει
θα στρέψω πίσω να δω
δε μπορούν να μου αφαιρέσουν το έργο μου
χάρου άνθρωπε την ειρήνη της πίστης
πράγματα πλίνθους κεραμίδια και ξύλα
αναίσθητες πέτρες κρατάμε
σκόρπια λόγια βλέπουν οι αισθήσεις μας
αλλά την πρόφτασα ν’ απομακρύνεται
θα εξακολουθούσε να υπάρχει ακόμα
αν δεν είχα παραβεί την εντολή
η εργασία μας είναι δεσμός άρρηκτος
σχέση αληθινή της αιωνιότητας
εφ’ όσον αίμα ρέει στις φλέβες μου
ανακατώνοντας με το ρυθμό του τη γη
μπορώ τη στάμνα που έσπασε να αποκαταστήσω
όπως τα χέρια του παιδιού που τη ρίχνει
καταγής απ’ το παράθυρο και δεν σπάνει
η πηγή του δάσους ανθοστόλιστη
δροσοπάροχη γεμίζει τη στάμνα
ζώα και πουλιά συγγενή
έρχονται να ξεδιψάσουν
σε σκιά και σε φως μέσα στο δάσος
μην εμποδίζετε το διψασμένο ελάφι
όταν τρέπεται προς την πηγή
σαν τους πολύτιμους λίθους το κλάμα του
όταν πίνει νερό θολωμένο
το ελάφι μ’ ένα άστρο στο μέτωπο
με το σύμβολο του Σωτήριου μαρτυρίου
δε μπορεί να το πειράξει κανένας
λαχταρώντας άγριο θήραμα
το λάβωσα και θρησκεύομαι
με τις αμαρτίες που φέρνουν το τέλος
στον κρυφό ατομικό εγωισμό
ώστε ν’ αναγνωρίζω το σύνολο.

Από το βιβλίο Ν. Γ. Πεντζίκη, Παλαιότερα ποιήματα και νεώτερα πεζά (1980)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης