Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σπίτι στην Πάνω Πόλη (ζωγραφική)

 

Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη: «Σπίτι στην Πάνω Πόλη», τέμπερα (Δημοτική Πινακοθήκη).

Θεσσαλονίκη 2.300 χρόνια, Δήμος Θεσσαλονίκης
Πηγή: http://www.thessalonikicity.gr…nikitistexnis-Zografiki-15.htm

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) /
Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Advertisements

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Πέσατε θύματα
(διασκευή, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Νότης Μαυρουδής,
τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Τραγούδια από την Ελληνική Αντίσταση (1974))

Πάνω στα βάσανα που επιβάλλει ο άνθρωπος στον άνθρωπο

Διαβαίνοντας το γεφύρι τον πιάσανε.
Ξιφούλκησε, μα του ’ριξαν τρεις πιστολιές.

Ένας τον βαράει στο κεφάλι με το ρόπαλο.
Πήγαν σπίτι του κι άρπαξαν διαμαντικά κι έπιπλα.
Πήραν τη γυναίκα του στη φυλακή.
Έδιωξαν το πουλί απ’ το κλουβί που κελαηδούσε.
Στην κοντινή εκκλησία τον παράχωσαν.
Σαν ξημέρωσε ήρθαν και πάλι τον ξέθαψαν.
Δεμένο με σκοινί φέρναν γυμνό το πεθαμένο κορμί.
Κόσμος στους δρόμους φώναζε γιούχα.
Για τη φωτιά που θα το ’καιγε μάζευαν φρύγανα.
Δαυλό αναμμένο έφερε ένα νέο παιδί.
Τον κρέμασαν ανάποδα και γδαρμένο τον κομμάτιασαν.
Την ξεριζωμένη καρδιά την περάσαν στο ξίφος.
Ο μερακλής τη δάγκωνε ψημένη.
Μικρά παιδιά νομίζουμε τη ζωή παράδεισο,
γνωρίζοντας τον κόσμο βρισκόμαστε στην κόλαση.
Έντυσαν και παραγέμισαν το λείψανο,
για να δει την πρότερη όψη ο κόσμος ξανακόλλησαν
την πεσμένη μύτη με το ’να ρωθούνι φαγωμένο.
Αρλεκίνοι της ζωής π’ ασωτεύετε κάθε αξία,
μην ειρωνεύεστε ό,τι δε γενήκατ’ ακόμα.
Σκάβοντας, τα πονημένα της αδελφής λιανοδάκτυλα
ξέθαψαν έναν θώρακα ντυμένον με γκρίζο πουλόβερ
«αν είναι του σκοτωμένου μου» λέει «να το φυλάξω».
Πάνω από εκατό σφαίρες παρτάλιασαν το κάθε κορμί.
Τους συγκέντρωσαν έξω από τα σπίτια,
σε χώμα φτηνό όπου κάνουν κεραμίδια,
προσχώσεις που κομματιάζονται από τενάγη
γεμάτες αγκάθια σκουριασμένους τενεκέδες
ψοφίμια, σκελετούς, ριχμένα σκουπίδια
κοντά στα εργοστάσια και τα σφαγεία.
Ένας που δοκίμασε να φύγει τελειώθηκε στα καλάμια.
Ίσαμε την πρώτη βροχή, όλος ο τόπος,
μπροστά στη θάλασσα, άντικρυ στα βουνά,
ήταν σπαρμένος πόδια, χέρια, ματωμένα κομμάτια.
Ένας κηπουρός φύλαξε στο εικονοστάσι ένα κρανίο,
κόκαλο κιτρινισμένο και λίγα μαλλιά.
Η μαυροφόρα ρίχνει λουλούδια στους τάφους.
«Ποιο έτυχε τάχα απάνω στον Κώστα·
δεν ξέρω τη σειρά του στον κοινό τάφο.»
Κρατώντας την ανθοδέσμη θάρρεψε πως τον αγκάλιαζε.
Σκότωσαν κι ένα νέο φοιτητή με τον αδελφό του.
Σκότωσαν και τον Κοσμά τον κάλφα στο κουρείο.
Σκότωσαν πενήντα στις δυο Ιουλίου.
Σαρανταέξι την πρώτη Μαρτίου στη Μίκρα.
Δίχως διαδικασία παίρνουν και εκτελούν,
απ’ το συγκεντρωμένο πλήθος στις φυλακές
διαλέγουν τους πιστούς στην καλύτερη αύριο,
απ’ τη μοναξιά των κελιών μαζεμένοι κοινώνησαν.
Μαζί μας ήταν κι ένας παπάς που σκοτώθηκε.
Πεθαίνοντας ο Κώστας σ’ όλων το νου δικαιώθηκε.
Εκείνη που τον αγαπούσε σαν να παρηγοριέται.
Μέσα στη δικαιοσύνη τον βρίσκει σαν έννοια
«Όμως δε βρίσκω» λέει «το ζεστό του χέρι».
Δεν ξέρω τι να αποκριθώ στον καημό της στέρησης
Της καθαρίζω το μέτωπο απ’ το αίμα και τα χώματα,
«άσε τα παράπονα και κοίταξε να δουλέψεις» της λέω.
Έχω στο νου μου ότι δουλεύοντας ο άνθρωπος,
μπορεί να κάνει από ξύλο ένα χέρι τεχνητό,
να το εκθέσει στον κόσμο και να πάρει ζωή.
Μέσα στην απορία της η φτωχιά γυναίκα,
διατηρεί ένα κομμάτι που βρήκε δάκτυλο με το νύχι.
Κι ο σκοτωμένος τρομαχτικός για κάθε αίσθημα
το πρόσωπο δεμένο μ’ επιδέσμους σα με φασκιές,
το κορμί όλο τρύπες, κουρέλια τα ρούχα,
έρχεται, κάθεται στον καναπέ όπως συνήθιζε.
Επιστρέφει στη γυναίκα του τα γράμματά της
βαμμένα απ’ το αίμα πο’ ’χυσε η καρδιά του
λέει πως με τα χέρια δεμένα βάρεσε
κατακέφαλα το δυνάστη χαρούμενος,
χαρούμενη να ’ναι, μαύρα να μη ντυθεί.
Μα η Φτωχιά μην αντέχοντας σηκώνεται,
πέφτει απάνω στο νεκρό, που χάνεται,
με το θρήνο απ’ όλες τις γενιές
όταν κηδεύουν της ομορφιάς του το κορύφωμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Φιλολογικά Χρονικά» (τεύχος 42, 1η Ιουνίου 1946).

Πηγή: Ανθολογία Η ελληνική ποίηση, τόμος Δ’ [Νεωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου] (εκδ. Σοκόλη, Αθήνα, 2000 / επιμέλεια Αλέξανδρου Αργυρίου)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Χρώμα και ουσία

Χάρις Αλεξίου, Προσευχή (δίσκος: Οδός Νεφέλης ’88 (1995))

Χρώμα και ουσία

Παλάμη του δημιουργού είν’ ο Ήλιος,
πλαγιάζοντας, ταυτόχρονα παραμένει ξύπνιος,
κι εξισορροπεί την αλήθεια του σχήματος,
τους βυθούς με τα υπερύψηλα.
Εκεί, ανάμεσα στις δυο ποιότητες των αποστάσεων,
τανιέται η ζωή και το δάσος,
το γυμνό σώμα της γης και οι στέγες,
οι ορισμοί της φύσης και του άνθρωπου,
η νομοτέλεια των κάστρων και οι πτυχές των αιώνων.

Ψαράς, μαθητεύοντας στη σιωπή,
αγρεύω την υπομονή
στων νερών τ’ ανακάτωμα,
και κοιτώντας τα σύννεφα
υποπτεύομαι την φωτιά της καρδιάς,
που θερμαίνει τη χύτρα γεμάτη
γάλα των κοπαδιών.

Χτες βράδυ, όπως κάθε φορά,
που εξαντλώντας τους αριθμούς,
αρθρώνω την προσευχή μου.

(4 Ιουνίου 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σχήμα

Γιώργος Σεφέρης & Μίκης Θεοδωράκης, Λίγο ακόμα
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / έργο: Επιφάνια Αβέρωφ (1970))

Σχήμα

Συ που ’χεις φτερά
και η αδυναμία τα κατάλυσε
τα έκανε και σπάσανε
τώρα υπόμενε την πίκρα
δεχόμενος τα σβησμένα όνειρα
κατάλαβε πως από την αδυναμία σου
δημιούργησες την παρεξήγηση.
Συ που ονειρεύτηκες να ’σαι
καθρέφτης καθαρός
της φωτεινής χάρης του ήλιου
να ’ναι μια στάλα που τον ήλιο αντανακλά
και απ’ αυτόν μετά λιώνει και σβήνει
Μάη και Γιούνη το φεγγάρι τ’ ολόγιομο
δυο μήνες περάσαν δίχως να το χαρείς.
Μπόρεσε τουλάχιστο καλύτερος να γίνεις
νικώντας τον πόνο που σε τρώει
σαράκι καθημερινό
που σε μακραίνει απ’ ό,τι είσαι.

(Ιούλιος 1930)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Στους περιπατητές του έρωτα

Στους περιπατητές του έρωτα

στο Γιώργη Κιτσόπουλο

Δεν ξέρω αν πρέπει ν’ αρχίσω με τα κορίτσια ή τα σπίτια.
Σ’ ό,τι θέλω να πω τοπογραφία κι αίσθημα καταλήγουν στο θαύμα.
Το θαύμα αισθητοποιεί μορφές απ’ όσες δεν βλέπουμε,
ανοίγοντας τα μάτια μόνο για τα εφήμερα της ανάγκης και μάταια.

Με το σούρουπο η κόρη καθισμένη στην άσπρη πέτρα,
όπου τώρα το καινούριο σπίτι δίχως κουφώματα κι επίχρισμα,
αγαπώντας πολύ, καθώς δε θα ’μενε να παντρευτεί στη γης,
στον ουρανό σαν σύννεφο σκορπούσε πέρ’ απ’ τα πρόσκαιρα.

Για σας μιλώ εραστές που βγαίνοντας στην ανθισμένη εξοχή,
ακολουθάτε τον δρόμο τον παλιό που η κοινή χρήση εγκατέλειψε.
Σεις ξέρετε πόσο μακριά, πάν’ απ’ όλη της πόλης την έκταση,
μας ταξιδεύει έν’ αρμονικό προς τα γύρω χρώμα εμφάνισης.

Ούτε καν σαν ποιότητα εμφανούς χρώματος, στη μνήμη,
της άλλης κοπέλας της φίλης πώμεινε κι αποκαταστάθηκε,
περισώζεται η πεθαμένη κι αποδίδεται στη σκιά,
η αρχαία επίμονη φήμη για την καλλονή της.

Ούτε καν ο τάφος της με το σταυρό είναι σ’ αυτή τη γη.
Ξενιτεμένη αποχωρίστηκε εντελώς την τακτικιά της θέση,
όπου πολύχρωμα φτωχά χαμόσπιτα και κήποι ανέρπουν,
όπου βαδίζοντας γεμίζετε τις αγκαλιές σας κρίνα.

Ακούστε, στο κάθε χτύπημα πρέπει ν’ αρχίσουμε ν’ ανοίγουμε την πόρτα.
Στοιχειώνει και μένει ακατοίκητο το σπίτι αλλιώς.
Τα θαυμάσια φανερώνονται στα σπλάχνα της γης άμα ανοίγονται.
Αγίων εικόνες σκοτεινές που εις Κύριον απεδήμησαν.

Παρόμοια εικόνα ανευρέθη κάτω απ’ την άσπρη πέτρα,
όταν ησύχασε, απ’ τους μυστηριώδεις νυκτερινούς λιθοβολισμούς
η περιοικία, όπου περιδιαβάζετε αγκαλιασμένοι, με πόθο.
Κρατώντας σαν άπλερο πουλί θερμά το χέρι της αγαπημένης.

(1951)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Σκάφος μέγα

Σκάφος μέγα

Η συνείδηση του Πατρός,
σκάφος μεγάλων μεταφορών,
κουβαλά ολάκερο βουνό,
βλάστηση, στην Αγιά Σοφιά.

Από τους εξώστες ψηλά,
ασήμια και κρύσταλλα,
το προσκαλούν φωνές,
δροσιά μιας άλλης χαράς.

Γλιτωμένες απ’ τον όλεθρο,
οικοδομής πενταώροφης,
πέτρες αδειάζει πελεκητές,
στο αραξοβόλι πυρίμαχες.

Πεντέπεντε τα χέρια,
πέντε και πέντε τις ζυγιάζουν,
πέντε και πέντε επακριβώς,
πέτρες πεντέπεντε.

Πέρ’ από κάθε πόνο,
μαρτυρίες χαράς η σοδειά,
φτάνει ίσαμε τον Πατριάρχη,
δεκάξι του μηνός Ιουνίου.

Χρυσό το ραβδί του ευλογεί,
όλου του βίου τη δύναμη,
εν ονόματι του Πατρός,
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος.

(1980)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Πουλιά του νερού

Πουλιά του νερού

Ολόκληρης της γαμήλιας μαρμαρωμένης πομπής,
τους άγονους λίθους η βροχή χλώρανε με ελπίδες.
Αναστημένη στο ποτάμι πάει η πεντάμορφ’ η νύμφη.
Τα μάτια της πέρ’ από τα δάκρυα τα ταξίδευ’ η ροή.

Σαν ψυχή που γεννιέται κατεβαίνει από ψηλά το νερό.
Γεμίζει γούρνες με καλάμια τριγυρισμένες και χόρτα.
Κατηφοριάζει σκάβοντας ματωμένες πληγές στη γη.
Γάργαρο κυλά της νύμφης πλένοντας τα χέρια.

Το ένα χέρι με τ’ άλλο αποκαθιστούν τη σχέση,
στους μαχαλάδες που το γκρεμισμένο γεφύρι διέζευξε.
Ζωντανή λαχτάρα μέσα στο νερό το χέρι,
σαν φύλλο δέντρου ταξιδεύει νάβρει τ’ όμοιό του,

ανάμεσα σε πολιτείες και ερημιές έως το στόμα,
που φιλά την ανοιχτή έως τ’ αντίπερα θάλασσα,
τη λευκή κραυγή τ’ ουρανού στην ώρα της δοκιμασίας,
που μεταβάλλει σε κοπάδι πουλιά όλο το ψίκι.

(1939)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Περιμένω

Περιμένω

Περιμένω
ανθοτρυγώ δεν σαπίζω
από πίσω
μέριμνα των ελπίδων
αφίες εμέ κοντά
ν’ αναχωρήσω να καθίσω.
Ευτυχισμένη
ράμφος αετού εμορφιά
φτερά
μέτωπο και τα μάτια,
ώρα της μνήμης
με πλοίο επιστρέφω
στο πέλαγος
στη ζωή.

(14 Οκτωβρίου 1937)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης

Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Όρθρος

Όρθρος

Μη φοβόσαστε που ξημερώνει,
έχουμε την καλή ελπίδα στην καρδιά μας.
Ας είναι οι δρόμοι έρημοι από ανθρώπους,
θ’ ακουστούν όλες οι φωνές της ημέρας.

Μην αναστενάζεις που ο μόχθος έχει πολλές ώρες,
το κάθε βάρος τ’ αλαφρώνει η συντροφιά,
ένα μάτι που προβάλλει απ’ τη συννεφιά,
η καλή ελπίδα πο’ ’χουμε στην καρδιά.

Ακούς πώς πάλλεται σαν καμπάν’ από φως,
διώχνοντας τα σκοτεινά φαντάσματα,
προσκαλώντας τον εργάτη στην οικοδομή,
η καλή ελπίδα που ’ναι στην καρδιά.

Τρέξτε πρόθυμα με το δίχτυ της ζωής,
στη θάλασσα με τις λαχτάρες που σιωπούν,
κάτι από τον ήλιο π’ αναλιώνει στα νερά,
θ’ ανέβει απάνω η ελπίδα της καρδιάς.

(περιοδικό «Μορφές», 1950)

Από τη συλλογή Ποιήματα (Παλαιοντολογικά) (1988) του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης