Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Χάρτινη σύναξη των ποιητών

Χάρτινη σύναξη των ποιητών

Μπορεί να είναι απλώς μια συντροφιά
αταίριαστη σε χρόνο και σε τόπο
– νοσταλγοί τού πάντοτε και φυσικά τού αλλού.
Μπορεί κι οι σημειώσεις που κράτησα
στο μάθημα ορθοφωνίας των καιρών
ή στο άλλο
της ορθής διαχείρισης απωλειών και τρόμου.

Ίσως κι η παρατήρηση της πιο βαθιάς ρωγμή
– ένα κρατς πιο δειλό κι άλλο ένα με θόρυβο
εκεί που λαμπυρίζει το υποσυνείδητο.

Μπορεί το ζητούμενο να ήταν τελικά
το λαχάνιασμα της αορτής
όπως όταν κάνεις ποδήλατο
σε κατηφόρα δίχως χέρια.

Ίσως πάλι και ένα θέατρο σκιών
με υπνοβάτες στα χαρακώματα
και αριστοκράτες ασκητές
στις παρυφές της λάμψης
με αδιευκρίνιστο ως τώρα φυσικά
αν έψαλλαν γαμήλιο εμβατήριο χαρωπό
ή τυπικά συνόδευαν μια νεκρική πομπή.

Ανεξάρτητα από τις συνθήκες που όρισαν
τη συνάντηση της συντροφιάς μ’ εμένα
εγώ τους βρήκα καθισμένους σε μία σκάλα
προορισμένη μόνο για καθόδους
και λίγο πριν βραδιάσει
τους άκουσα να συνομιλούν
για το πάθος
πέραν της γραφής.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Advertisements

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17

Υπαρχηγός στην οδό Κύπρου 17

Υπάρχει κάτι πάντοτε μέσα στις ιστορίες
που υποκινεί προσωρινά την υποψία.

Μια εκλογή αναπάντεχη
μια πλάτη γυρισμένη στο προαίσθημα
ή ας πούμε
ένα παρελθόν που δεν το έζησε κανείς
και τότε εύκολα μαντεύεις τα υπόλοιπα:

τι ελάχιστο διάστημα
ανάμεσα στο λείπουμε
και στο φριχτά πονούμε
πόσο αθώος τελικά
ο κόσμος που ορίζεται απ’ τον θάνατο∙
μια παρουσία έρωτα
–θαρρείς υπόδειγμα άνοιξης–
μια απληστία ουρανού στεφανωμένη χώμα
κι η μετρημένη έκταση πλέον
όλη δική σου.

Η ευπιστία φταίει προφανώς
και η εμπιστοσύνη
που έτσι ασυλλόγιστα
η οριζόντια γραμμή
για κάθετη σου μοιάζει.

Σαν τότε που φιλάσθενη
ή λόγω τιμωρίας
ανεβασμένη στο σκαμνάκι μου
έξω από το παράθυρο κρεμόμουν
για να κοιτάξω τα παιδιά
που παίζαν στην πρασιά.
Στη φαντασία μου μάλιστα
υπαρχηγός γινόμουν
κι αν τύχαινε καμιά φορά
κι οι άλλοι μάς κερδίζαν
την ήττα της ομάδας μου
χρεωνόμουν μυστικά.

Μισή μες στο δωμάτιο
μισή έξω απ’ το σπίτι
να λαχανιάζω ασάλευτη
να ιδρώνω παγωμένη
να κρύβομαι
να φαίνομαι
να κάνω πως θυμώνω

με ματωμένα γόνατα
και λίγο πριν νυχτώσει
κατάκοπη και καθαρή
να κλείνω τα παντζούρια
ν’ αλλάξω μοίρα ξαφνικά
απ’ το σκαμνάκι-ψέμα μου

να κατεβαίνω.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος

Υαλικός δεκαπεντασύλλαβος

Χρειάζεται μια επίσημη σιωπή
να εισβάλει μες στο σπίτι
σαν χιονοθύελλα ν’ απλωθεί
και να το κατακλύσει
να βυθιστούνε μέσα της
τα κάδρα, τα φωτιστικά
ν’ ακούγεται μόνον αυτή
κι ό,τι μαζί της φέρνει
–μια περιδίνηση άσκοπη
περιστρεφόμενου χορού
γυάλινης μπαλαρίνας
σε βελουδένια θήκη κοσμημάτων–

Μα η άμμος αναπάντεχα
έρχεται κάθε βράδυ
ντυμένη νήματα γυαλιού
είδωλα αλλοιωμένα
ρινίσματα παλιάς ζωής
φέγγουν μες στο σκοτάδι
που αμέσως σκοτεινιάζουνε
στενεύουν, δεν θυμίζουν
πέφτουνε γύρω μας βροχή
χιλιάδες ροκανίδια
μια πρώιμη εξοικείωση
μ’ αυτό το ξύλινο ένδυμα
που τελευταίο πρόκειται
να μας περιτυλίξει.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Των αγίων σωμάτων

Των αγίων σωμάτων

Στης νύχτας τα βαθύκοιλα
η ασφυξία των ανίδεων θηραμάτων…

Ένας ορίζοντας ορίων
που εκτείνονται
μια ντελικάτη ύφανση
ματιών σβησμένων σε όνειρο
και συλλαβών
που σπρώχνουν τους σφυγμούς
στο αποκορύφωμά τους.

Γαλήνια κι η παράδοση
των ύστατων αντιστάσεων
θαρρείς και θνήσκει η ψυχή
και μένει η σάρκα άχρονη
μες στη γυμνότητά της.

Άγια του σώματος σιγή
πόσους θανάτους διέσχισες
ντυμένη φως δαμασκηνί
προτού
σε βενετσιάνικους καθρέφτες
εισχωρήσεις…

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το χόρτο της επιστροφής

Το χόρτο της επιστροφής

Το χόρτο της επιστροφής
ήδη από την άνοιξη άρχισα να μασάω
–κι ας έστρεφα το βλέμμα μου
για να μη θυμηθώ, να μην επαναλάβω–
εκείνη αμεταμφίεστη εκεί
μια επιστολή-επανάληψη
που ερχόταν απ’ το παρελθόν
σαν εξοικείωση λυγμού
με το αναφιλητό του
σαν νόσος που ανησυχεί
μην έρθει η γιατρειά της.

Δεν ξέρω πια σε ποιον αριθμό
ούτε κι αν πρόκειται ποτέ
στ’ αλήθεια να σε συναντήσω.

Με φως τρισύλλαβων φιλιών
τους λυπημένους ώμους σου νοτίζω
για μιαν αγάπη αξόδευτη μιλώ
μα πώς να με πιστέψεις;
Είν’ ακατάπαυστο το βουητό
των ερειπίων στο στήθος.

Κρατήσου από το άγγιγμα
να σε τραβήξω πάνω
θυμήσου νέα άνθηση
από την ηδονή μου
υπάρχουν κι άλλοι κήποι εκεί
κι είναι οι φράχτες τους
σκοπίμως παραβιασμένοι.

Μεσάνυχτα, αγάπη μου
και στα πεδία των μαχών
φωτιές και φόβοι καταπαύουν
το σκούρο μπλε του λήθαργου
κάποτε ξεθωριάζει.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το σκιάχτρο ή πώς φτάσαμε ως εδώ

Το σκιάχτρο ή πώς φτάσαμε ως εδώ

Είχαν βλαστήσει από καιρό
οι καλοήθεις όγκοι της ευτέλειας…
Μια ιχνηλασία άκαρπη
πάνω από τέλματα αχανή
υπαίθρια κηρύγματα
και φρούτα που τ’ ανάθρεψαν
αυξητικές ορμόνες.

Τώρα
μας κυνηγούν οι μεσολαβητές
με τα κρυμμένα μάγια στο μανίκι…
Για μια στιγμή κάνουν ότι μας συμπονούν
για μια μοναδική στιγμή
τη σωτηρία των σωμάτων διακηρύσσουν
μα η συνέχεια άγνωστη
κι ανεξιχνίαστο προς το παρόν
μένει το πεπρωμένο
αφού ό,τι μετριέται
πάντα φαίνεται λειψό
κι ό,τι ονοματίζεται
ως απουσία υπάρχει…

– Τι μου ζητήσατε να κάνω, αγαπητέ;
Να γράψουμε στον πίνακα ένα παράδειγμα;
Να γράψουμε!
Να χρησιμοποιήσω και παραβολές;
Να αναφέρω και τις εξαιρέσεις;

Γράψτε λοιπόν:
Δασύνεται η αρπαγή
και οξύνεται το μίσος.

Παρακάτω:
Χειμωνιάζει.
Να μη βασίζεστε σ’ αυτούς
μονάχα στη συγκίνηση.
Και με την οικειότητα
λίγα τα πάρε δώσε
ούτε στα ελαφρυντικά
να προσμετράτε τις προθέσεις.

Και, τέλος, να προσθέσετε κι αυτό:
Αρκεί μια τόση δα παρέκκλιση
απ’ ό,τι λες προορισμό
μια ασυναίσθητη, ούτως ειπείν, αφηρημάδα
και καταρρέει σαν τράπουλα
το σκιάχτρο που προστάτευε
τους κήπους και τα όνειρα.

Ναι, ναι, το σκιάχτρο, αγαπητοί…
Σκόρπια τα ρούχα, τα καπέλα, τα άχυρα
μια συντριβή θριαμβευτική
αριστοκράτη θυρωρού
που έλαμπε σαν επαίτης…

Γεμίζει ο ουρανός μαύρα πουλιά
εκλείπει παντελώς η απειλή
χάνονται οριστικά και διά παντός
το φωτοστέφανο
κι η αντανάκλασή του.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το πρόσχημα

Το πρόσχημα

Ένα κορίτσι που σκύβει και αφαιρεί
το πετραδάκι απ’ το σανδάλι του
δεν είναι παρά ένα πρόσχημα

για να ανθήσουν οι σιωπές του φράχτη
να μεταμεληθεί ο θάνατος
για τη συγκομιδή του
μενεξεδένιες λέξεις να απλωθούν
να σκεπαστεί η άβυσσος.

Όπως και να ’χει
τα στάχυα πάντα θα είναι κίτρινα
το κόκκινο ποδήλατο θα διασχίζει αμέριμνο
τη λύπη του απογεύματος
κι η άνοιξη με το σημαδεμένο γόνατο
θα παίρνει τις κατηφοριές
να σκίσει τα χρεόγραφα
να φέξει με το αίμα της
το άναυδο της στάχτης των σωμάτων.

Κάπως έτσι προχωρημένα μεσάνυχτα
κυλάει ο υδράργυρος
ενώνονται τα θραύσματα ανίατων εποχών
ψιχαλίζει το νόημα της άλλης γραφής
πάνω από τα σεντόνια

που δεν κατατείνει ούτε προέρχεται
μα αέναα προεκτείνεται και διαγράφει
που δεν οικτίρει ούτε χλευάζει
μονάχα σβήνει και ακυρώνει
και διαγράφει και πετά
και τσαλακώνει και πετά
και σκίζει…

Για ν’ απομείνει μόνο αυτή.
Σαν δόξα ξημερώματος.
Η άχραντη
βελούδινη γυμνότητα.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Το νέο όνομα

Το νέο όνομα

Και άξαφνα κληθήκαμε
να βγούμε έξω απ’ τα λόγια
σαν να χωρίζαμε το σώμα μας
από τη λύπη που του αναλογούσε
σαν να αφήναμε να γλιστρήσει η μουσική
έξω από το λιμπρέτο
ν’ αρχίσει η άγρια μοιρασιά της θάλασσας
που απότομα τραβήχτηκε
και της στεριάς που μεγαλύνθηκε
να υποδεχτεί ξενιτεμένους.

Δεν έχω τίποτα να θυμηθώ
ανυπεράσπιστη
μέσα στις λέξεις περπατάω
κι οι στίχοι που μου δόθηκαν
ούτε ένα φόνο δεν εξιχνιάζουν
μόν’ άχραντοι κι ανεκλάλητοι
κοιτάζουν το μαρτύριο πίσω από το τζάμι
μπλέκουν τα ξένα κρίματα
με την ηχώ καινούριων ονομάτων.

Κάτι κακό δακρύζει μες στον κήπο
το περιστέρι αδύνατο
ν’ ανοίξει τα φτερά του
απόκρημνες σκιές
διαστέλλονται και εισχωρούν
και με το σχήμα που έλειψε
την τρικυμία της σάρκας αναβάλλουν.

Άλλος κανείς μαζί μ’ εμάς
μονάχα το φθινόπωρο
κι ό,τι εγγράφεται αθέατο εντός του
αθέατο σαν γνώση που δεν λέγεται
σαν έρωτας αμήχανος
έκπτωτος απ’ το μέλλον

γιατί
αν δεν βρεις το κέντρο σου
αν δεν μπορείς
την άθλια τούτη αποδοχή
να την εξασφαλίσεις

πώς τ’ όνομα που γράφεται
εντός σου να φωνάξεις
δίχως κουπί και άνεμο
να πλεύσεις στη γαλήνη;

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τα στάδια

Τα στάδια

Πρώτα
μια αδυναμία αντίληψης του προφανούς
Ή μάλλον όχι.
Πρώτα
εκ δεξιών η κόλαση
εξ ευωνύμων η περήφανη καρδιά
μες τους κρυμμένους δυναμίτες στις ραφές
στους μαύρους κύκλους των ματιών
στην αδιαφορία, στην απέχθεια.

Μετά
μια ηλικία παιδική πρόωρα γερασμένη
να εκσφενδονίζονται στο πρωινό
χάπια και παραπεμπτικά αντί για φρυγανιές
κι ευθύνες για την ασταθή ζωή, την αιωρούμενη
–ένας τερματικός σταθμός
όπου κανείς δεν κατεβαίνει–

Θα ήταν μάλλον βολικό να συνηθίζαμε
αλλά μας έσωσε η αφέλεια και η ασχετοσύνη
η αδυναμία δηλαδή να πράξουμε τα στοιχειώδη
χωρίς στο βάθος να σαλεύει μέσα μας
η άθλια επινόηση της προσδοκίας.

Ξέρετε
αυτή η σκόπιμα διαδεδομένη φήμη
περί επικείμενης αναψυχής
που ως ευλογία δωρεάν
όλοι ανεξαιρέτως δικαιούμαστε
μια αγάπη που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει…

Μια απάτη
μάλλον ήθελαν να πουν.

Μια απάτη
που πια δεν θα λιμοκτονεί
και δεν θα αρρωσταίνει.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Τα πρώτα συμπτώματα

Τα πρώτα συμπτώματα

Με μιαν υπερβολή σχεδόν ποιητική
εκ νέου οικοδομούσε τα εξαίσια
–πράξη και αδράνεια μαζί
πλοκή χωρίς κατεύθυνση–
και τότε του έφτανε
μια μόνο φράση μουσική
μικρές παγίδες στη βροχή να στήσει
ή ένα μοβ υπόκωφο
που μόλις αναπνέει
να καταστήσει συμπαγή
τα όρια του ύπνου…

Όσα ανοίκεια κατοικούσαν τη φωνή
τον εξανάγκαζαν
να προσποιείται τον αθάνατο.

Μετά η φωνή τού πρόσταζε:

Πρόσεχε τον υδράργυρο!
Μην τον πατήσεις!
Είναι κατάκτηση –των λίγων– η αιώρηση
κι αν γίνει αυτός ο στόχος σου
τότε η ώχρα
–που σαν τη λοίμωξη
σου ’χει προσβάλει την ψυχή–
θα θεραπεύεται απλά
μ’ ένα τροπάριο βυζαντινό.

Οι άλλοι
τη μακρινή καταγωγή της θλίψης του
ηθελημένα αγνοούσαν

ωστόσο υποπτεύονταν
μία ραγισματιά ανεπαίσθητη
που μάζευε με τον καιρό
το σκονισμένο άγημα των τύψεων
–μία προέλευση κατεξοχήν αβέβαιη
και άκρως διφορούμενη–
αλλά πληροφορίες βάσιμες
μάλλον δεν ήθελαν να έχουν.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Σχέδιο διάσωσης

Τον νυμφώνα σου βλέπω (τροπάριο της Μεγάλης Δευτέρας / ψάλλει ο Χαρίλαος Ταλιαδώρος)

Σχέδιο διάσωσης

Χτυπώ τον χρόνο για να μπω
τη γυάλινή του συγκατάθεση γυρεύω
μήπως στεριώσει τούτη τη φορά
η επιστροφή στην ξενιτιά
μα δεν αναγνωρίζω τ’ όνομά μου
ο αρχαίος τρόμος διέρχεται από τις αμυχές
κι αρνούμαι, αντιστέκομαι
το ρίγος να κατανοήσω
τυφλή κι αποχρωματισμένη
με την ηχώ γαμήλιων αποχαιρετισμών
κύκλους να κάνει γύρω μου
λες και το χάος ορίζεται
αν παρατηρηθεί.

Να ξεγλιστράς
αυτό μονάχα σώζει
φύλλα ευκάλυπτου να εισπνέεις
και σε υδάτινους ναούς
τις ρίζες σου ν’ απλώνεις

«τον νυμφώνα σου βλέπω…»

κι αν δεις να κλαίει το παιδί
κράτησε την ανάσα σου
τραγούδησέ του ημερομηνίες παλιές
βοήθα το απ’ την κορνίζα να κατέβει
βάλ’ το λέξεις αποδημητικές να συλλαβίσει
μην το ακούς

«και ένδυμα ουκ έχω ίνα εισέλθω εν αυτώ…»

οι πιθανότητες είναι αρκετές
–να του εξηγήσεις–
κάποιος να σε προλάβει και
πού πας νυχτιάτικα, μείνε εδώ, να πει
κι άλλωστε πόσο κρατάει η ζωή

αύριο χωριζόμαστε.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Στα ράφια δολιοφθορείς

Στα ράφια δολιοφθορείς

Έστω και χάρτινοι, θα μείνουμε εδώ
στο συνοικιακό βιβλιοπωλείο
με ασήκωτο το ελαφρύ χώμα του καιρού
να σκεπάζει τα λόγια μας.

Ματαιωμένοι και αδιευκρίνιστοι
τις άκρες των σελίδων θα τσακίζουμε
για να σφαδάζει το λευκό που αστόχησε
–που πάντα αστοχεί–
και μας σηκώνει απ’ το κρεβάτι αξημέρωτα
να βρούμε, λέει, τον ένοχο
και να τον καταδώσουμε
να ρίξουμε τους προβολείς
στους κατοικίδιους πάνθηρες
κι αν βέβαια αυτό είναι εφικτό
τα μάτια των ανήλικων
με γάζες να τα δέσουμε
αφού όσα τοπία και να δουν

πάλι ο καθένας γίνεται
αυτό που πάντοτε είναι.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Σελανίκ ΙΙ

Σελανίκ ΙΙ

Η πυρκαγιά

Η πόλη υπήρχε απλώς για να χαθεί
να αντικατασταθεί από την έννοιά της
όταν θα αποφάσιζαν
κάποιοι να την αφηγηθούν
και να την καταγράψουν.

Μια ομορφιά ατάραχη
που απογυμνώνει και εκπορθεί
πράξη ερωτική και απονενοημένη
σαγήνη που τρομοκρατεί
όπως η λέξη «λάμπα» στο σκοτάδι.

Ήμουν κι εγώ ένα απ’ αυτά
ήταν πολλά, ήμουν μικρή
κι όλα ήταν ξένα.
Κορίτσια με γαλάζιο νυχτικό
στις μύτες σηκωμένα
τις κάτω φράσεις του χρησμού
να προσπαθούν να φτάσουν.

Να γίνεσαι η επιστροφή
όταν η πυρκαγιά
θα σ’ απελευθερώνει
κι άλλοτε ευτέλεια μαγική
για ν’ αποσυντονίζεις.
Συνέργεια στην αιώρηση
και επίκληση σε πρώτο ενικό.

Άντε να ερμηνεύσεις!
Και να ’τανε μόνον αυτό;

Άχνιζε από μακριά κάποια παλιά πατρίδα
κι ας έμοιαζε αυτή εδώ
αγίασμα στα μάτια
–τρεις γουλιές νηστικός κάθε πρωί
να καταποντιστεί στα σωθικά
η κάψα του άλλου τόπου–

Και πώς αλλιώς;

Όταν η μυρωδιά σιμιγδαλιού
και η οσμή λεβάντας
χάνονται απ’ τα ρούχα σου
όταν πια δεν υπάρχεις
επινοείς την κόχη σου
–αρχιτεκτονική εξοντωτική–
μισός μέσα στα όρια
μισός στην έξοδο κινδύνου.

– Και πώς ευθύνεστε εσείς
για το κακό;

– Ήτανε Αύγουστος
την προηγουμένη του Σωτήρος
κόντευε τρεις το μεσημέρι…
Μέναμε τότε σε ένα σπίτι από μπαγδατί
κάπου στο Μεβλεβί Χανέ
πάνω από την Κολόμβου
κι εγώ απλώς λιμπίστηκα
τηγανιτές μελιτζάνες.
Παραμονές μεγάλης εορτής.
Πού να το φανταστώ…
Κάηκαν όλα!
Μέχρι κι ο Αϊ-Δημήτρης!

Έκτοτε
στην παραλία οι περιπατητές
βράδυ πρωί λυπούνται
μικραίνουν και συστρέφονται
σαν να διαβάζουν μια πληγή
κάπου πιο πάνω απ’ το στομάχι
και ύστερα
σε στάση προσευχής
στραμμένοι προς τα Κάστρα
ερήμους απαγγέλλουν δυνατά
για τους τροφίμους του Γεντί Κουλέ
και τους εκτελεστές τους.

Πράγματα ασήμαντα, φωσφορικά
που ξελογιάζουνε –όσο να πεις–
τους ξένους.

Η πολιτεία αυτή των ποιητών
με υαλικά στρωμένη
μπερδεύει επετείους και εορτές
δέντρα χριστουγεννιάτικα
στολίζει μες στο θέρος
και σημαιούλες χάρτινες
μοιράζει μες στο Πάσχα.

Είν’ η ρυμοτομία των ψυχών
εκείνο που την καθορίζει.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου: Σελανίκ Ι

Σελανίκ Ι

Μητέρα ανύμφευτη

Εκείνοι που ήρθαν έφερναν
κι από έναν αριθμό…
Για την ακρίβεια
τον κουβαλούσαν πάνω τους
τον είχανε συνέχεια μαζί τους
όχι όμως όπως ένα φυλαχτό
αλλά όπως ένας ανάπηρος
το κομμένο του πόδι.

Εμείς το ’64
που φτάσαμε σ’ αυτό απ’ το ’55
με τη γαλάζια σκόνη του διωγμού
να κάθεται στα ρούχα μας
να ασπρίζει την ψυχή μας.

Εμείς
δεν ήμασταν ποτέ
ό,τι κοιτούσε ο καθρέφτης
μα μία Πόλη που έψαχνε
πόλη να κατοικήσει
με Εγνατία, με Ντεπό
με Βασιλίσσης Όλγας
με Υπερώο θαλασσινό
για να σταθούν επάνω του
Καρέλλη και Πεντζίκης.

– Όμως
εγώ δεν έχω τόπο να σταθώ…

– Σας είπαμε
εδώ είναι πια ο τόπος.

– Δεν έχω…
Βυθιζόμαστε
μπαίνουν νερά
στ’ αμπάρια του μυαλού μου
κι η μπάντα του Παπάφειου
πότε το «Μέγαν εύρατο..»
πότε το «Υπερμάχω…»

Νερά, πολλά νερά…

Τα πρόσωπά μας άδειασαν
κάτω απ’ την πάχνη
που μας στεφανώνει
η αρμονία των ίσκιων μας
σκυφτή μες στην ομίχλη
κι ο έρως προς το έσχατον
κοινή καταγωγή μας

αλλά και οι κήποι…
μια αλληγορία ορίζοντα
που δεν γεωμετρείται
λιμάνι εν πλήρει κινήσει και σιωπή
Βαρδάρης που ιερουργεί
πόρνη που δεν μεταμελείται.

Τώρα
στην προκυμαία με τους γερανούς
πυροτεχνήματα συλλέγει και υγρασία
δίσκους 78 στροφών
παλαιά πορτρέτα ένδοξα
που χάσαν την κορνίζα
μοιράζει σε άγνωστους φιλιά
πολλά φιλιά

μα πιο συχνά στα σκοτεινά
βαμβάκι και ιώδιο
για τ’ ανοιγμένο τραύμα.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ραγισματιά

Ραγισματιά

Στάζουν αγρύπνια οι φωνές
που διεκδικούν
τα αιχμηρά παράκτια σκοτάδια
–ανάπαιστοι του ελλειπτικού
και του αποσιωπηθέντος
ίαμβοι της άρνησης
κρυστάλλινοι σαν μοίρα–

Θα γίνουν στίχοι κάποτε
οι ψίθυροι των έγκλειστων
στο ασκητικό κελί τους
η δυσανάγνωστη ομορφιά
που έχουν τα συντρίμμια
η άχρηστη βεβαιότητα
του εξαγνιστικού.

Μα τώρα
που ναυάγησαν και οι αλληγορίες
βλασταίνει φως εφήμερο
απ’ τις κοφτές ανάσες
–εύθρυπτο σαν το κέλυφος
γαλάζιων κοχυλιών–
τύψεις παράφωνες και δανεικές
ραγίζουν τη συγκίνηση
ψάχνουν σε βάλτους πράσινους
τα μισητά μονόκλ.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου

Ποιητές ανοιχτών θαλασσών ή ωκεανογραφία εσωτερικού χώρου

Και βέβαια
δεν διέπλευσαν τους ωκεανούς
ούτε συνέλεξαν ποτέ ιζήματα πυθμένα
μέχρι την ώρα που άκουσαν
για τις φθορίζουσες σκιές
που τις διεγείρει εύκολα η ακτινοβολία
για τη ναυτία των παλιρροιών
και των φυκιών τις επικίνδυνες ανθήσεις
για συσκευές που θύμιζαν
παλιό ρολόι κούκο
και που κατέγραφαν μ’ αυτές
τη στάθμη της αλήθειας

(χαλάνε τελευταία συνεχώς
κι άπατα μες στα ποιήματα
πηγαίνουνε τα λόγια)

και έκτοτε προσάραξαν
στο σπίτι τα ναυάγια
ένας σταθμός παρακολούθησης πλωτός
κατέλαβε τους χώρους εργασίας
κι οι δειγματοληψίες του αιωρούμενου κενού
μπήκαν στο μικροσκόπιο.

Τι είν’ αυτό
που επαίρεται και κλαίγεται συγχρόνως;
Τι σπινθηροβολεί κι αμφισβητεί
και στη βροχή τρομάζει;
Τι φλέγεται;
Τι ψεύδεται;
Τι διάτρητο κρυώνει
κι εμπρός μας συνωμοτικά
ρίχνει τα αντικλείδια
τα θαυμαστά να μας φανερωθούν
τα τρομερά να λάμψουν;

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Πλάνη πανσέληνη

Πλάνη πανσέληνη

Φεγγάρι
λάμψη μαύρου διαμαντιού
ή μήπως
αντανάκλαση θαμπής μελαγχολίας;

Ατλάζια του αμίλητου
φέγγουνε σαν αντίλαλος
στο αναγνωστήριο των βλεμμάτων
χαμένοι όρκοι, αγγίγματα
μια κλίμακα θαμβωτική
η άχρονη στιγμή ν’ ανεβοκατεβαίνει…

Να προλάβω όσα δεν έπραξα
να εξιλεωθώ και ν’ απολογηθώ
να αθωωθώ και να ξανααμαρτήσω
κάτω απ’ το φως σου το ανακριτικό
για μιαν αιωνιότητα να κλάψω

και έπειτα
σαν πυρετός που υποχωρεί
αργά να εγκαταλείψω
αφήνοντας ύστατο παραμιλητό
για τα άφεγγα που καραδοκούν
να μας εξουθενώσουν

για τα καπέλα που άδειασαν
αιφνίδια
απ’ τους λαγούς τους

για την πανσέληνη έκπληξη
τότε στους κήπους του πασά
εγώ…
με μαύρο φόρεμα
να απαγγέλλω ποιήματα
κι εσύ…
να πρωτοσυναντάς τη Σαλονίκη

κανείς δεν έμαθε ποτέ
πόση παραίτηση και πόσος δισταγμός
τους ερχομούς στεριώνουν
ποια απόγνωση αδάκρυτη
βραδιάζει την αγάπη
ή πόσα φεγγάρια από σίδερο
πρέπει να καταπιεί
κάπου στην Κίνα ο ποιητής
για να αυτοκτονήσει.

Μόνο οι εκ γενετής τυφλοί
και κάποιοι πρόσφατα νεκροί
θυμούνται πια
το μαύρο φως που κατοικεί
στο εκτυφλωτικό αίνιγμά σου∙
οι άλλοι εμείς
ίσως κάποιο προαίσθημα σκουριάς
και μια ανεπαίσθητη ενοχή
για το έγκλημα του έρωτα
που πλάνη στην πλάνη
ακούραστα επιμένει.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Παράπλευρες απώλειες

Gerardo Hernán Matos Rodríguez, La Cumparsita (1916)

Παράπλευρες απώλειες

Είναι φυλακισμένη μες στα πράγματα
σαν προδοσία σιωπηλή
η μεταμόρφωσή τους.

Μια αιχμαλωσία εκούσια
κουλουριασμένη επιμελώς
και φαινομενικά αδικαίωτη.
Μια ησυχία ύπουλη
που τη σφυροκοπούν οι ψίθυροι
της –όπου να ’ναι– έκρηξης.
Ένας συγκλονισμός
που ελάχιστοι αξιώνονται
κάποτε ν’ αντικρίσουν.

Πολλοί γίνονται για χατίρι του
ακόμη και συλλέκτες ρινισμάτων..
Ένας ιδιότυπος μοντελισμός
με πάσης φύσεως διλήμματα
του τύπου:
να συγχαρούμε τους νεκρούς
ή προτιμότερο να τους συλλυπηθούμε

ή ακόμα
πόσοι υπαινιγμοί αρκούν για μια κυριολεξία
και άλλα τέτοια ανήκουστα.

Και όλα αυτά
για έναν απλό συγκλονισμό
–απλό, που λέει ο λόγος–
γιατί, αν το καλοσκεφτείς
δεν θα την πεις και αναίμακτη
τη σύλληψη του ποιητή
που ελλείψει τέλους τραγικού
βάζει βελόνες γραμμοφώνου να τρυπούν
κατάστηθα την Κομπαρσίτα.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ομολογία

Ομολογία

Όχι, όχι
εγώ δεν ξεκίνησα για εκεί
ούτε για κάπου αλλού βεβαίως…
Όμως πώς να εξηγήσω
τα ανήκουστα και τα φαιδρά
τότε που τα φωνήεντα
αιφνίδια καταργήθηκαν
και σύμφωνα συριστικά
εγκαταστάθηκαν
φαρδιά πλατιά στο στήθος;

Να είσαι ήσυχος, μου έλεγαν
σχεδόν ψιθυριστά να κλαψουρίζεις
κι εμείς θα αναλάβουμε
διακριτικά να σε παρηγορούμε
σσσσσς, σσσσσς, σσσσσς…

Ύστερα εγώ θυμόμουν μία κυρία άγνωστη
που σπρώχναμε μαζί ένα άδειο καροτσάκι
– άφαντο από μέσα το μωρό
κι άλλωστε η βόλτα αυτή μάλλον δεν έγινε ποτέ
αφού μετά βρεθήκαμε δίχως εξάρτυση καμιά
πάνω στα κύματα να περπατάμε.
(Μπα, αποκλείεται να έγινε ποτέ
μάλλον θα το φαντάστηκα.)

Όμως μετά απ’ αυτό
τα σύμφωνα θαρρείς και μ’ εγκατέλειψαν
ή μάλλον μετακόμισαν
από το στήθος στο μυαλό
κι έτσι αρχίσαν οι φωνές
κανονικές φωνές που έκαναν προτάσεις
παίξ’ το όσο μπορείς αδιάφορος
όπως αν πήγαινες στο τελωνείο με λαθραία

Άκου στο τελωνείο με λαθραία!
Μα πώς; αναρωτιόμουν.
Άσε που εγώ συνήθιζα
χωρίς βαριές αποσκευές να ταξιδεύω…

Πού να κρυφτούν τα αβάσταχτα;
Κι αν πεις λεφτά για υπέρβαρο
πού θα ’βρισκα να δώσω;

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο μονόλογος του κλέφτη

Ο μονόλογος του κλέφτη

Εγώ είμαι αυτός που κρύβεται
πίσω απ’ την απουσία
τα βράδια ωστόσο κατοικώ
σ’ ένα χρυσωρυχείο.

Φοβάμαι το αιφνίδιο
τρέμω τα καλοκαίρια
μα πιότερο απ’ την ερημιά
η ασθένεια με πονά
των συμπτωμάτων.

Κλέβω χαρτονομίσματα
βιβλία διαβασμένα
κι από τα ρούχα ειδικά
αυτά που έχουν τσέπες.

Η απελπισία των χεριών
συχνά μ’ εξαναγκάζει
να μετατρέπομαι σε ηχώ
των άηχων βημάτων.

Των μεγαφώνων η σιγή
και η μελαγχολία
είναι απλώς η αφορμή
για τη λαθροχειρία.

Κυρίως νομίζω ευθύνεται
η σκοτεινή αγκαλιά μου.

Σας κλέβω μόνο την αφή
το άγγιγμα που αφήσατε
πάνω στις πορσελάνες
γιατί είν’ απόκρημνη η ζωή
δίχως το άλλο σώμα
και τελευταία πετάγομαι
κλαίω μέσα στον ύπνο.

Φιλάργυρος της αφαίρεσης
δανείζομαι το παρελθόν
γυρεύω οικογένεια
συλλέγω από απόγνωση
μεταξωτές αισθήσεις.

Κι όσο εγώ σώζομαι κρυφά
στις αμυχές της σάρκας
γίνεστε εσείς η υπογραφή
της άγραφης ζωής μου.

Γι’ αυτό σας λέω, πιστέψτε με:

Δεν είμαι κλέφτης, μα τυφλός
που βλέπει με τα χέρια…
Φάντασμα που ψαχουλεύει αμίλητο
να βρει δικαιολογίες
ν’ ακούσει γύρισμα κλειδιών
το άνοιγμα της πόρτας
ή μια προστακτική φωνή
να του φωνάζει

μείνε.

Από τη συλλογή Αφόρετα θαύματα (2017) της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου