Θέμης Λιβεριάδης, Διαπίστωση

Γιώργος Μίχας, Σαν ένα αγρίμι
(τραγούδι: Σωτηρία Λεονάρδου / δίσκος: Κλέφτες ονείρων (2005))

Διαπίστωση

Δεν κυνηγάς
Στέγνωσαν τα ρουθούνια σου
Κλαις που
Δεν μπορείς πια να δαγκώσεις
Ούτε ουρά έχεις
Πρέπει να δεχθώ
Πως έγινες άνθρωπος.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Advertisements

Θέμης Λιβεριάδης, Ταυτότητα

Μαρίζα Κωχ & Μιχάλης Φωτιάδης, Νέα Μενεμένη
(τραγούδι: Μαρίζα Κωχ / δίσκος: Άσε με να ταξιδέψω (1976))

Ταυτότητα

Πες μου το όνομα
Ποια είσαι
Δε θυμάμαι πια
Ιφιγένεια
Λέγαν’ Εκείνη
Πέθανε τυφλή στον πόλεμο
Δε θέλησε να δει τους νικητές.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Έκτακτο δελτίο καιρού

Έκτακτο δελτίο καιρού

Της Μαρίνας

Είναι κατακαλόκαιρο και καύσωνας
Όμως εγώ πάει καιρός
Που ύπνο δεν εχόρτασα
Σκεπάζομαι βαριά κουβέρτα
Ως πάνω απ’ το κεφάλι
Όπως στα δυστυχήματα
Ή στους φόνους
Νοιώθω να είναι σούρουπο
Με καταιγίδα και χιόνι
Καίει μια σόμπα πορσελάνης
Τρίζουνε ξύλα
Στο γενέθλιο σπίτι
Μπουμπουνίζουνε μπουριά
Αιμιλία Ιουλία
Μιλάνε χαμηλόφωνα και συνωμοτικά
Ένα μάτι πράσινο ανοιγοκλείνει
Βγαίνει σπασμένη η φωνή
Ο ήχος χάνεται
Η μελωδία όμως
Λάμπει στο παρκέ

Τότε με παίρνει
Αυτός που λέγεται μικρός
Με βυθίζει στ’ όνειρο
Που όλα είναι παγωμένα
Βλέπω τα άλογα να περιμένουν
Αδημονούν με τις οπλές τους
Στολισμένα με λοφία και μοβ κορδέλες
Ησυχάζω.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Οι δηλωσίες

Οι δηλωσίες

Μνήμη και του Γιώργου Πανάγου
που φορούσε ’κείνα τα μπορντό τα παπιγιόν

Τώρα που τα ρολόγια λένε
Πέντε και σαράντα πέντε
Αλλά η ώρα είναι έξι παρά τέταρτο
Ο Πατέρας πλύθηκε ξυρίσθηκε
Έβαλε 4711 και μπριγιαντίνη με φιλέ
Τον βλέπω μέσα απ’ τον υδράργυρο
Είναι κομμένος σκέπτομαι
Και είμαι στο Ντεπό
Στης θείας της Σμαρώς
Έχει τον καφέ στο μπρίκι
Και δένει τη γραβάτα
Είναι έτοιμος
Να βράσει το αυγό στον Αϊ-Στράτη
Και μετά θ’ αρχίσει
Να βάζει τις υπογραφές
Στη δήλωση και στ’ άλλα έγγραφα
Καταπώς ένας Διευθυντής
Που σέβεται τον εαυτό του

Στην ντουλάπα μου φωλιάζουν
Φίδια πολύχρωμα
Οι γυναίκες τα βλέπουν σαν γραβάτες
Και απορούν γιατί δεν τις φορώ.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Επι-τύμβιον

Στέλιος Βαμβακάρης & Πάνος Ηλιόπουλος, Η φαντασία στην εξουσία
(τραγούδι: Παύλος Σιδηρόπουλος / δίσκος: Ρομαντικοί παραβάτες – Η φαντασία στην εξουσία (1994))

Επι-τύμβιον

[Από την ενότητα Παρωδία (ή ραψωδία) για πολιτιστικούς φίλους]

Ήταν καλός κι ήταν γλυκός
Ο γαλλικός που άχνιζε
Μες στο Διευθυντήριο
Οι εξυπνάδες
Σχημάτιζαν ουρά και
Μπαίναν στη σειρά
Σε διαδρόμους και πρωτόκολλα
Ξανθές και καστανές
Της γραμματείας συμπληγάδες
Ορθοστατούσαν τις υπογραφές
Νότα-Νότα και ανοργασμικά
Όσο εσύ επάσχιζες την ολοκλήρωση
Σε κείνο το ανάκλιντρο της εξουσίας.

Από τη συλλογή Ποιήματα τροπικής παραίσθησης (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Παραίσθηση

Παραίσθηση

Γέμισε το δωμάτιο πυγολαμπίδες
Μετακινείς τα έπιπλα
Κλείνεις παράθυρα και πόρτα
Και τρέμεις
Να ’ρθει το ποίημα.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Ερωτικό

Ερωτικό

Πιο δυνατή από άγαλμα
Είσαι εγγύηση της μοναξιάς μου
Μεταχειρίζεσαι με σεβασμό την τρέλα
Σαν επαίτη τη λογική
Βάζεις στη χούφτα μου
Το κέρμα της ενοχής
Απόξυσες το έμβρυο πάθος
Κι απομακρύνεσαι με κίτρινα βήματα
Μου χάρισες ένα ψαλίδι
Για τις σελίδες που έρχονται
Μεταμορφώνεσαι σε Άγνωστη
Και οι καθρέφτες ανοίγουνε να σε δεχθούν
Όσοι φοβούνται τους καλύπτουν με λευκό πανί
Χτυπάν τα δόντια μου καθώς τα βήματα τυφλού
Με ρίγος αστραπής τρέμει ο ουρανός
Σε στάβλο μακρινό δουλεύει χρόνια ο πατέρας
Σκοτώνει τ’ άλογα
Με αφουγκράζεται
Γονατίζω για το φιλί στο χώμα

Εσύ
Υπερασπίζεσαι το άσυλό σου
Χρόνια και όρθιος στην πόρτα του ονείρου
Δε μου λες να κάτσω.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Αριστοτέλους και Προαιρεσίου

Αριστοτέλους και Προαιρεσίου

Φαίνεται πως κλείνει ο κύκλος
Το ακορντεόν της πρώτης γειτονιάς
Εκείνης με τις ακακίες
Ακούγεται τώρα εδώ
Κάτω από τις νεραντζιές
Η μελωδία ίδια
Για την Αγάπη πάντα και την Ωραία
Το παίζουνε όμως συχνά
Στους δρόμους στα ραδιόφωνα
Σε γάμους και πανηγύρια
Έτσι κατάντησε πια βαρετό
Και δεν το παίζει εκείνος ο τυφλός
Που κοίταζε τον ήλιο
Τώρα είναι σε χέρια ξένων
Με ψεύτικα τα δόντια τα χρυσά
Που προχωρούν αργά
Κάτω απ’ τις φυλλωσιές
Όπως στις κηδείες
Χθες βράδυ ήρθαν στον ύπνο
Οι φαλακροί γονείς
Με πίκρα και παράπονο
Δεν τους καλέσαμε στο γάμο
Είναι στενός ο κύκλος
Προσπάθησα να πω
Στένεψε πολύ τα τελευταία χρόνια
Και το χειρότερο
Είναι αυτός ο σκουπιδιάρης
Σαρώνει τα χαρτιά μου
Μαζί με τις προσκλήσεις.

Από τη συλλογή Η κηδεία του Εγώ (2005) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Ο θάνατος του ζώου

Ο θάνατος του ζώου

Μέχρις εδώ την έβγαλα
Σαν άλογο κούρσας
Κράτησα με τα δόντια
Τη φόρμα όπως αυτοί την εννοούν
Δεν έτρεχα όμως πάντα
Ίσως δε χρησιμοποιήθηκα όπως θα ’πρεπε
Ένοιωθα τη φροντίδα
Η τροφή ήταν ζυγισμένη
Αυτοί που με καβάλησαν
Χωρίς ιδιαίτερο βάρος
Τα άλλα ζώα
Έδειχναν κατανόηση
Άλλοτε φθόνο
Δε θα ’λεγα αγάπη
Ώσπου ήρθε το παϊτόνι
Ένας σταβλίτης με έσυρε παράμερα
Και με πετάλωσε
Κάρφωσε δηλαδή τα πόδια μου
Κι αυτό δεν έδινε πια πόνο
Στην πόρτα όμως
Διέκρινα τη σιλουέτα του Πατέρα
Με οίκτο τελετουργικό
Γέμιζε το περίστροφο.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης

Θέμης Λιβεριάδης, Εξομολόγηση

Άκης Πάνου, Θέλω να τα πω
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Θέλω να τα πω (1982))

Εξομολόγηση

Πάτερ… τρέμω σύψυχος.
Νομίζω πως είμαι στο Κλειδί της Αμαθείας. Επιπλέον δεν έχω ποτέ μου προβεί σε εξομολόγηση, εξόν από μια-δυο ερωτικές.
Δεν μου αρέσει η κοιλιά ούτε το λιγωμένο βλέμμα σου, αλλά θα προσπαθήσω.
Μου είπανε πως έχεις την χάριν Του.
Αυτοί που πρόλαβαν να με δουν είναι πια σιωπηλοί από καιρό κι απόμεινα με τους τυφλούς που ντύθηκαν εχθροί.
Δε νήστεψα το πάθος και ζήλεψα το φως των μακρινών μου.
Εμοίχευσα με την Ελευθερία και έκλεψα: πήρα απ’ το σεντούκι της Μάνας όλα τα ελαττώματα του Πατέρα.
Αμφισβητώ τους επερχόμενους. Μετά τον πόλεμο, κάθε βδομάδα σκοτώνω δύο φυσιογνωμιστές, έναν κατακρυψία και πολυάριθμους εκφωνητές.
Φοβάμαι πως χάνω ολοένα την Πίστη μου. Είναι στιγμές που βρίσκομαι σε ξέφραγο αμπέλι, κυκλωμένος από γαϊδούρια που έχουν δεμένα με σχοινί μόνο τα μπροστινά τους πόδια.
Αρνήθηκα τον Πέτρο όταν ελάλησε τρίτη φορά και υπήρξα ψευδομάρτυρας στη δίκη του Καραϊσκάκη.
Είμαι εξ αγχιστείας συγγενής με το όνειρο και ζιγκολό της γερασμένης Ομορφιάς. Παλαιότερα και επί χρόνια αυνανιζόμουν με τη σκέψη της.
Προχθές μπήκα σε μια φωτογραφία: δεν ήμουν μόνος, ούτε στην πλώρη. Καθόμουνα με τους πολλούς πίσω στην, πώς την λένε… πρύμνη, βλέποντας να μικραίνει ολοένα η Πατρίδα, ώσπου σηκώθηκα και βύθισα ιστό και θαλασσινή σημαία κάθετα στο μυαλό. Έμεινα έτσι καρφωμένος τρεις νύχτες και δυο μέρες. Ο καπετάνιος, λέει, περίμενε να «κόψει ο καιρός» για να με ταξιδέψει στο πιο εφήμερο νοσοκομείο κάποιας Σμύρνης.
Ξαναδιαβάζω τους αρχαίους για να σκουπίζω στωικά τον εμετό τον καθημερινό, προσπαθώντας να δεχθώ πως «μίσος δ’ εστίν δυνάμεως παράδειγμα, η δε φιλία ασθενείας δηλούμενον…»
Τελευταία, έκανα ένδεκα ασκήσεις ετοιμότητας, μα αν και εσύ νομίζεις πως δε φτάνουν, πες μου:

Να γράψω εκατό φορές πως τα αδέλφια μου είναι καλοί, αγγελικά πλασμένοι δεν είναι κωλοέλληνες.
Να ανέβω και να κατεβώ με τα γόνατα εβδομήντα επτά φορές τα μαρμαρένια τα σκαλιά μιας βίλας στην Ελάκη.
Να αποστηθίσω όλους τους στίχους του γεράσημου.
Να έκτιζα ξανά τον Παρθενώνα.

Παπά μου,
πάρε αυτό εδώ, για τους πτωχούς της ενορίας των πνευμάτων. Σ’ ευχαριστώ.
Ευχαριστώ. Είμαι πιο ήσυχος τώρα, ό,τι μου πεις.
Είμαι πιο ήσυχος. Έχω ησυχάσει και φιλώ το χέρι σου με τα βρόμικα νύχια.

Από τη συλλογή Ο θάνατος του ζώου, 1988-1996 (1997) του Θέμη Λιβεριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θέμης Λιβεριάδης