Κλείτος Κύρου, Η καμπή

Η καμπή

Ήταν άνθρωποι
Μιας αβέβαιης χαραυγής
Τους ποδοπάτησαν άγρια μίση
Σοφές πλεκτάνες όργανα μίσθαρνα
Τους δολοφόνησαν
Εν μέση οδώ

Προδομένη απ’ το χρόνο
Πλανάται η παρείσακτη μνήμη τους
Σε μετοχικά κεφάλαια
Τουριστικές επιχειρήσεις
Και σ’ επενδύσεις κατεξοχήν επωφελείς
Των ευελίκτων επιγόνων

Από τη συλλογή Κλειδάριθμοι (1963) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη ένατη

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Αν
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Ο επιβάτης (1981))

Κραυγή δέκατη ένατη

Απευθύνομαι πάλι σε σας ζητώ να μ’ ακούσετε
Για τελευταία φορά το ζητώ δε χωρεί αναβολή
Τώρα που είναι ακόμη καιρός τώρα που η μέρα
Αρχίζει πάλι και ξαναμικραίνει τώρα που κι αυτό
Το καλοκαίρι λιγοθυμάει μέσα στις χούφτες σας
Κι η κάθε λέξη γίνεται βαριά κι ασήκωτη

Σας προσφωνώ και πάλι με τα ίδια όπως τότε ψευδώνυμα
Τα ‘χετε ως κι αυτά λησμονήσει πάνε τόσα χρόνια
Πού να θυμάστε τώρα τις βραδινές συγκεντρώσεις
Τις ασκητικές σας μορφές κάτω από το σπασμένο φως
Πιστεύατε με φανατισμό θέσει και πράξει επιδοκιμάζατε
Υστερικά τον κάθε ομιλητή διεκδικούσατε την αποκατάσταση
Της φωτιάς της δικής σας φωτιάς που ζητούσε μια διέξοδο
Αναποδογυρίζοντας ουρανούς καταβροχθίζοντας κόκαλα

Δε θέλω να κουράσω τη μνήμη σας μικρό θα ‘ναι το όφελος
Μεγάλος ο κόπος ποιος τόλμησε ποτέ να ταράξει
Τον ύπνο της λάβας τώρα έχετε απομακρυνθεί απ’ το πεδίο βολής
Επαναπαύεσθε μακάρια πάνω στα τρόπαια των αστικών μαχών
Γυμνάζοντας αρνητικά τις αισθήσεις σας αποταμιεύοντας όνειρα
Κάθε μέρα γίνεσθε και πιο εκλεκτικοί αλλάζετε
Τις μάρκες των τσιγάρων αλλάζετε τα ρούχα σας αλλάζετε
Συνήθειες διασκεδάσεις κλίμα σπίτια και γυναίκες αλλάζετε
Τα δόντια σας και την καρδιά σας και τους λυγμούς
Ακόμη της καρδιάς σας τους αλλάζετε που δεν μπορώ
Να τους ξεχάσω γιατί με κυνηγούν κυκλοφορούν στο αίμα μου
Σαν ψάρια σκοτεινά που χάσαν τα νερά τους

Σας υπενθυμίζω πως για να φτάσετε στην αποθέωση
Θα πρέπει να ταπεινωθείτε πρώτα ν’ αρχίσετε από την τριβή
Που σιγοκαίει στα δάχτυλα σεις από φυσικού σας
Δεν ήσασταν αγέρωχοι όπως οι Άλλοι που ρουφήχτηκαν στη γη
Προτιμήσατε τη συναλλαγή απλώνοντας το χέρι στον ήλιο
Μείνατε στατικοί μέσα στο χρόνο αγάλματα του δισταγμού σας
Συνωστισμένοι μπρος στις εξόδους κινδύνου στην καμπή του δρόμου
Εκεί που χωρίσαμε οριστικά παρασυρμένοι από έξαλλα πλήθη

Μην απορείτε λοιπόν για τη σημερινή σας προκάλυψη
Μη διαστέλλετε τα έκθαμβα μάτια σας μπροστά
Στο άνοιγμα που μας χωρίζει το ξέρετε πως δεν μπορεί
Να κλείσει με σχήματα νεκρών πια περιπτύξεων
Σας κατηγορώ δίχως τύψη καμιά σεις οι ίδιοι
Επισπεύσατε τη μελλούμενη αναπόφευκτη πτώση σας

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλώ με σπασμένη φωνή δεν εκλιπαρώ
Τον οίκτο σας μέσα μου μιλούν χιλιάδες στόματα
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού

Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε
Η βροντή της η γενιά μου καταδιώχτηκε
Σα ληστής σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πέθαιναν
Στα νοσοκομεία κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά
Αποσπάσματα τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί κάπνιζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτή τη γη

Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώναν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα καταλάβαμε
Τη δύναμή μας και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους

Από τη συλλογή Κραυγές της νύχτας (1960) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Κάτι που έμεινε

Παντελής Θαλασσινός & Μάνος Ελευθερίου, Δεν έχω τίποτα δικό σου
(τραγούδι: Χριστίνα Μαραγκόζη / δίσκος: Απροσδόκητος ήλιος (2006))

Κάτι που έμεινε

Η ώριμη στιγμή του χωρισμού
Μας πρόφτασε βιαστικά
Φορέσαμε κι οι δυο από ένα χαμόγελο
Ελέγχαμε τις χειρονομίες μας
Και ξεφυλλίζαμε
Τις μέρες που θα ’ρθουν
Βέβαια
Ήταν άσχημο να το συλλογιστώ
Πως τα χέρια μου
Δεν θα τύλιγαν πια
Τις γραμμές του κορμιού της
Άνοιξε την τσάντα
Και μου επέστρεψε δυο βιβλία
Ένα κίτρινο πουκάμισο
Και μιαν αλυσίδα
Λοιπόν
Τώρα δεν έχω πια τίποτα δικό σου
Και συ νομίζω δεν έχεις τίποτα δικό μου

Δεν απάντησα
Μου έσφιξε τα χέρια
Κι απομακρύνθηκε

Δεν έχεις πια τίποτε δικό μου
Κι όμως
Τη θύμησή της
Τη δίπλωσα προσεχτικά
Και την κρατώ ακόμα

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγεμα

Χρήστος Λεοντής & Σώτια Τσώτου, Έρημο πουλί
(τραγούδι: Μαρινέλλα / δίσκος: 12 παρά 5 (1971))

Κυριακή απόγεμα

Παραθαλάσσιο κέντρο
Καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
Μουσική χειροκροτήματα
Ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
Τα παιδιά τρέχουν
Στη θάλασσα σέρνονται φώτα
Τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)

Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
Βραδιάζει
Οι εκδρομείς επιστρέφουν
Με λουλούδια
Με λιοκαμένα πρόσωπα
Χαρούμενοι
(Θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)

Άγγλοι αντιπαθητικοί
Ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
Μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
Οι δρόμοι αδειάζουν
Κορμιά κολλημένα στους τοίχους
Λαχανιασμένοι ψίθυροι
(Νιώθουμε ξένοι
Νιώθουμε μόνοι πολύ μόνοι)

Ποιος θα μας σώσει
Ποιος θα μας ξεκουράσει
Κατά πού να γυρίσουμε
(Είμαστε νικημένοι
Και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

Από τη συλλογή Αναζήτηση (1949) του Κλείτου Κύρου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Συντριβή

[Ενότητα Τρίγλυφο]

«… ο εντεταλμένος του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού επεσκέφθη χθες το Γερμανικόν νεκροταφείον ευρισκόμενον τρία χιλιόμετρα έξω της Θεσσαλονίκης και εξέφρασε τον θαυμασμόν του διά την απλότητα του κοιμητηρίου και τας καταπληκτικάς ευθυγραμμίας, τας οποίας σχηματίζουσιν αι πάλλευκοι πλάκες… εδήλωσεν όμως ότι το εις την είσοδον του νεκροταφείου ανεωχθέν «μπαρ» απετέλει μίαν αληθή παραφωνίαν ταράσσουσαν…»
(εφημερίδες)
Μάρτης 1945

Συντριβή

Της Αγγέλας

HELMUT W… γεννήθηκε στα 1922
Σκοτώθηκε στα 1944
Κείτεται τώρα ξαπλωμένος
Κι αγναντεύει τις ευθυγραμμίες
Που σχίζουν το κορμί του κάθετα
Νέος είκοσι δύο χρόνων
Και τα ξανθά του μαλλιά θα σπίθιζαν στον ήλιο
Και στα μάτια του τα γαλανά θα διάβηκεν η επιθυμία
Και θα δάκρυζε το χώμα κάτω απ’ τα στέρεά του πόδια
Και θα ’σερνε τη μνήμη της μακρινής του πατρίδας
Είκοσι δύο χρόνων
Και πλάι του
Εκατοντάδες άλλοι
Μελετούν τις ίδιες ευθυγραμμίες
Κι αναλογίζονται πως τα κουφάρια τους
Φκιαχτήκανε για σχήματα γεωμετρικά

HELMUT W… HELMUT W…
Είκοσι δύο χρόνων
Το βάζο της ζωής σου κομματιάστηκε
Μες στα νεανικά σου χέρια
Και πρόωρα μουσκέψανε
Τα χρυσαφένια σου όνειρα
Κι ούτε ποτέ φαντάστηκες πως ανελέητα θα σε πύρωναν
Οι σκληρές ηλιαχτίδες
Και το κορμί σου θα έσμιγε
Με τα θλιμμένα δειλινά
Με τα καρτερικά βελάσματα
Με τα τζιτζίκια
Με τις χλιαρές βροχές
Και με το γαλανό ουρανό
Κι ούτε ποτέ θα σκέφτηκες
Πως ένα μπαρ θα ορθώνονταν σιμά σου
Που θα μαστίγωνε τ’ αυτιά σου με τραγούδια
Και χάχανα Εγγλέζων μεθυσμένων

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Σημείωση του ποιητή για την ενότητα «Τρίγλυφο»:

Μια περιπλάνηση σ’ ένα γερμανικό στρατιωτικό νεκροταφείο. Βρισκόταν μισό περίπου χιλιόμετρο από την Πυλαία, ανηφορίζοντας για τον Χορτιάτη, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Εκεί θάβονταν αποκλειστικά νεκροί των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων. Με την αποχώρηση των Γερμανών (και με τη βοήθεια του ελληνικού δαιμονίου, θα έλεγα) λειτούργησε στην είσοδο του νεκροταφείου ένα πρόχειρο μπαρ που εξυπηρετούσε τους Βρετανούς στρατιώτες της περιοχής. Kraft durch Freude (Χαρά διά της εργασίας), πολιτιστικός οργανισμός με σκοπό την ψυχαγωγία του Γερμανού στρατιώτη.

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Πίστη

Πίστη

στον Θανάση Κωσταβάρα
που το ανακάλυψε

Ξέραμε πως θα ’ρχόταν μια μέρα
Που θα φιλιόμασταν όλοι στους δρόμους
Που οι παπαρούνες θα σαλεύαν ελεύθερες στον άνεμο
Που τα βράδια θα πέφταν αργά γεμάτα καλοσύνη

Κι όμως η πίστη ποτέ δεν ξεφτούσε
Τις κατάμαυρες νύχτες
Κλεισμένοι στα σπίτια μας
Ακούγαμε τις τουφεκιές στους δρόμους
Να τρυμπανίζουν την παρθένα ερημιά
Και τ’ άγουρα παλικάρια
Μπροστά στις μπούκες που θα ξερνούσαν το θάνατο
Τραγουδούσαν έχε γεια καημένε κόσμε
Και πασπαλίζαν τα πρόσωπά μας
Οι στάχτες της καμένης Κλεισούρας
Και οι οιμωγές του Χορτιάτη
Και χαρίζαμε τις ελπίδες μας
Στους αξούριστους άντρες
Που με τα κοντάκια τους χτίζαν τη λευτεριά
Και γράφαμε τότε την παράφορη οργή μας στους τοίχους

Έτσι
Ο ήλιος φαινόταν άρρωστος
Τα μικρά παιδιά δεν γελούσαν
Οι φάμπρικες στέκαν θλιμμένες
Όμως εμείς ξέραμε καλά
Πως θα έφτανε η μέρα εκείνη
Που ελεύθερες θα σάλευαν οι παπαρούνες στον άνεμο

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου [πρώτη δημοσίευση του ποιήματος στο περιοδικό Ελεύθερα Γράμματα, τ. 17/31.8.19145]

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Θύμηση

Μίκης Θεοδωράκης, Στα περβόλια
(ερμηνεία: Μίκης Θεοδωράκης / έργο: Το τραγούδι του νεκρού αδελφού (1962))

Θύμηση

στον Νίκο Κύρου
in memoriam

Μεσάνυχτα
Στιγμή τελεσίδικη μ’ επιθανάτιο ένδυμα
Ερημικοί πελάτες ανοίγουνε την πόρτα
Με πρόσωπα οργωμένα απ’ το χιονόνερο
Δυο γυαλισμένα όργανα
Ικετεύουνε τις διμοιρίες του ανέμου
Μ’ ένα πρωτάκουστο τραγούδι
Ζητιάνα της αγάπης…
Δίνουμε την εντύπωση σακατεμένου

(Αδερφέ
Ο έρωτας σπάταλα ξεχύνονταν από τ’ ακρώνυχά σου
Κι αμέτρητες φορές αποζήτησαν έναν αρσενικό σου σπασμό
Πώς μπόρεσες να πεθάνεις
Το ηχηρό τραγούδι σου δε θ’ αντηχεί
Στην τροχαλία των ημερών που θα προβάλλει
Ο κάμπος θα μένει πάντοτε αδιάφορος
Κι η τρίτη Ιουλίου δε θα λείψει απ’ το ημερολόγιο.
Πώς χώρεσες στο ύστατο κρεβάτι που έσκαψες μοναχός σου
Τάχα τι μπόρεσες να πεις στερνή φορά
Στο ωρίμασμα της μέρας)

Απομείναμε ψηλαφώντας τη φλούδα του ονείρου
Ήμασταν μόνοι
Τα τραπέζια εγκαταλείφθηκαν γύρω μας

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Σημείωση του Κλείτου Κύρου για το ποίημα:
Περαστικός από τη Λάρισα το χειμώνα του 1946, ήρθε ζωντανά στη μνήμη μου η εκτέλεση ενός ξαδέλφου μου από τους Γερμανούς που έγινε εκεί στις 3 Ιουλίου 1944.

Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Εισβολή

Εισβολή

Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της χώρας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόταν σσν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας

Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιον στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Ένα όνειρο

Ηλίας Ανδριόπουλος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Δειλινά στη Σπάρτη
(τραγούδι: Άλκηστη Πρωτοψάλτη / δίσκος: Γράμματα στον Μακρυγιάννη και άλλα λαϊκά (1979))

Ένα όνειρο
(Με στοιχεία ποιήματος)

Έγλειφε ο ξανθός αγέρας τα πανιά μας
Κι εμείς γλιστρούσαμε φεύγαμε
Πάνω στα τραχιά νερά
Κρύσταλλα κρέμονταν
Στα παλαμάρια στις αντένες και στα ξάρτια
Και όλο πλέαμε χωρίς σταματημό
Και ξαφνικά ορθώθηκε μπροστά μας
Ένα νησί πανύψηλο πεντακάθαρο κι απότομο
Με τρεις αρπάγες μυτερές
Με γλιστερές βουνοκορφές
Μ’ αισιοδοξία κι ελπίδες
Σκύψανε στο αυτί και μας εξήγησαν
Είναι η Πελοπόννησο
Κι εμείς πικρόχολοι πλέαμε
Κι ολοένα πλησιάζαμε
Το νησί που λεγόταν Πελοπόννησο
Μα βέβαια του Πέλοπα το νησί το νησί του Πέλοπα
Κάτι ξέρουμε κι εμείς από ιστορία
Και βρεθήκαμε στην πόλη
Περνούσαμε από τους υδάτινους δρόμους
Και βλέπαμε τα πεζούλια
Να τα σκεπάζει το κύμα
Ταξίδεψα στη Βενετία διηγόταν κάποιος ναύτης
Κι εμείς ανεβαίναμε τους δρόμους
Εκεί που σπίτια αγκαλιάζαν καρτερικά το νερό
Και γυναίκες κουβαλούσανε στάμνες
Και μαστέλα κι άντρας κανένας
Κι εξηγούσαν με χαμόγελο σαθρό
Οι γυναίκες οι κουρασμένες
Μην απορείτε
Είν’ ο χειμώνας ο σκληρός
Που μας αφάνισε έτσι
Τώρα οι άντρες μας κατάσαρκα φορούν
Φανέλες μάλλινες χοντρές
Και κλαιν και συλλογιούνται
Όμως την άνοιξη
Τα νερά είναι χλιαρά
Και περνούμε από μέσα τους
Και χαϊδεύουν τα πόδια μας τρυφερά

Κι όλο ανεβαίναμε το ρέμα
Να ’ρθετε και την άνοιξη να δείτε
Συνέχιζαν οι γυναίκες της Πελοπόννησος

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Θα ξαναγυρίσουμε

Σκόπελος
Πηγή: http://www.vangelisphotography.com

Θα ξαναγυρίσουμε

του Γιώργου

Θα ξαναγυρίσουμε
Όταν οι ελιές θα ντύνουν στο χρυσάφι τα γέρικα όνειρά τους
Όταν τα μελτέμια θα κινούν να χαϊδέψουν τις εφήμερες πεζολογίες του νησιού
Όταν δυο μάτια σκοπελίτικα θα φωτιστούν απ’ τη χαρά του γυρισμού
Τούτο το καλοκαίρι είτε το άλλο που θα ‘ρθει
Δεν έχει σημασία πότε
Κάποιο καλοκαίρι τέλος πάντων θα ξαναγυρίσουμε
Πιο δυνατοί πιο μεστωμένοι
Έχοντας συνοψίσει το νόημα της πρώτης προσπάθειας
Πειθαρχώντας στη νοσταλγία του Αιγαίου

Θα ξαναγυρίσουμε
Συνοδευόμενοι από γυναίκεια στήθια σ’ ενάντιον άνεμο
Κι από το βασιλιά το Στάφυλο με το αρχαίο σπαθί του
Ποιος θα βρεθεί να μας τον ιστορήσει
Πιο νέοι πιο ξανθοί πιο ακμαίοι
Χωρίς αυταπάτες μ’ αγκαλιές γιασεμιά
Να φυτέψουμε στου πελάγους τη ράχη
Τον σπόρο του έρωτά μας

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Μετουσίωση

Νίκος Παπάζογλου & Μιχάλης Πασιαρδής, Σάββατο
(τραγούδι: Νίκος Παπάζογλου / δίσκος: Όταν κινδυνεύεις παίξε την πουρούδα (1995))

Μετουσίωση

Τ’ αστέρια διαγράφαν το χαμό τους σε θριαμβικές τροχιές
Οι ψαράδες χτυπούσαν τη θάλασσα με τη λαπούτα
Σε οκνά διαστήματα
Ταράζοντας τα ψάρια
Η πανάρχαιη νύχτα ξεδίπλωνε τον αμείλιχτο πέπλο της
Η υδάτινη σιωπή που ενσαρκώναν τα φύκια
Ενίσχυε τη θέλησή μας

Κι ήμασταν εμείς που θραφήκαμε μόνο με παρελθόν
Αποδιώχναμε το μέλλον όμοια όπως διώχνουμε μια μέλισσα που πάει να μας κεντρίσει
Καταδικάζαμε τη μετάνοια
Λατρεύαμε την τομή της σελήνης με το κλωνάρι της ροδακινιάς
Βαραίναμε πιότερο ύστερα από μιαν ανώφελη και μάταιη συνουσία
Τρομάζαμε στη σκέψη ενός έρωτα μελλούμενου
Παραδεχόμασταν με θάρρος το ξεφάντωμα της συντριβής

Μπορεί να ξεφτίσει μια τέτοια μνήμη;
Σαββάτο βράδυ
Δεν μιλούσαμε
Φιλούσα μόνο τα χυτά σου μαλλιά

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Επιστροφή

Επιστροφή

«… qui ne pouvait pas
croire à la fin du voyage»

J. Supervielle

Το τέλος ενός ταξιδιού μοιάζει πάντοτε με προδοσία
Μοιάζει με τις φυλακισμένες αναμνήσεις
Πως ήμασταν κάποτε νέοι
Και πιάναμε το σφυγμό της γης
Και γέρναμε απρόσεχτα στα κάγκελα της νύχτας
Μια σύντομη εναλλαγή
Κάθε φορά και νέες γνωριμίες
Ξεχνιούνται γρήγορα σαν τις παλιές κινηματογραφικές ταινίες
Τα ξενοδοχεία σού γνέφουν ερεθιστικά
Και φωτίζονται τη νύχτα με υποσχέσεις
Ανηφορίζεις την ανησυχία σου
Και φτάνεις στα τελευταία περίπου σπίτια μιας επαρχιακής πολιτείας
Εκεί ανάβεις την προσδοκία σου
Και ταλαντεύεσαι ανάμεσα στις τρεις αδερφές
Τρεις αδερφές τριπλή χαρά συλλαβίζεις με θλίψη
Σου εξηγούν πως το χιόνι θα στρώσει
Μα οι ματιές αφήνουν αυλάκια πύρινα το κατόπι τους
Νιώθεις απύθμενα ρίγη καθώς το τζάκι γελάει
Σκέφτεσαι την αυγή θα ‘σαι φευγάτος
Κάθε άνθρωπος έστω και ο πιο άσημος θα προδοθεί κάποια μέρα
Πολύ πριν απ’ το σπασμό
Ύστερα από την προσφορά του κυκλάμινου
Κάποιος φίλος ψιθύριζε κλεφτά
Πως κάποτε ένα σούρουπο
Έκλαψε ασυλλόγιστα μες στο μουσείο
Μπροστά στον πίνακα ενός ανώνυμου του 14ου αιώνα
Δεν ξαφνιαστήκαμε
Θρηνήσαμε κι εμείς χειρότερα
Για ακατάληπτα σχήματα
Για μουσικές αγίνωτες
Για έρωτες που εκπληρώθηκαν και για έρωτες που δεν θα ξαναρθούν

Ένα ταξίδι τελείωσε
Τώρα
Στην κορφή του ήρεμου βουνού
Σταυρώθηκαν οι τριάντα μας πόθοι
Κι ολονυχτίς υφαίνουμε τον σάλαγο της φλύαρής μας μνήμης

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου

Κλείτος Κύρου, Αλλοίωση

Κώστας Λειβαδάς & Μάνος Ελευθερίου, Οι φίλοι μας
(τραγούδι: Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Χωρίς βαλίτσα και παλτό (2006))

Αλλοίωση

Ιδού εμείς
Νέοι κι όμως τόσο παράφωνα γερασμένοι
Με το λιοπύρι των εικοσιτεσσάρων χρόνων
Να ξεθυμαίνει στις ανοιχτές μας παλάμες
Κουρασμένοι μετανάστες σε ανήσυχες περιοχές

Μας λένε
Είναι που οι κοπέλες πάντοτε σας πρόσφεραν έρωτες παράταιρους
Τρομαχτικούς
Είναι που ζείτε μιαν άγονη εγκατάλειψη
Είναι που ακούσατε το εφιαλτικό εμβατήριο του αίματος
Είναι που λύθηκαν οι επίδεσμοι
Και κακοφόρμισαν οι αιχμάλωτες πληγές σας
Ποιος ξέρει

Αλλοτινές παραστάσεις
Πρόσωπα και σχήματα που χάθηκαν στις πτυχές τής μνήμης
Μορφές που διασχίζαν τη βρεγμένη άσφαλτο
Σελίδες σημαδεμένες με το νύχι
Κλειστά δωμάτια
Χρυσές φωταψίες
Ηδονικές συσπάσεις
Πού ταξιδεύετε

Πάνω μας πάντα ο ίδιος ουρανός
Σκεφτείτε

Μια μέρα που ίδρωναν οι μασχάλες τής γης
Κηδέψαμε τον πανώριο νεκρό
Σιμά στους πυράκανθους
Και στολίσαμε το ανύπαρκτο πτώμα του
Με λευκές συνοδείες κατάφωτων καραβιών
Που έκλεβαν κάποτε τ’ ατίθασα όνειρά μας

Και σήμερα στυγνοί θεατές
Σκύβουμε και θρηνούμε τον ωραίο ξανθό έφηβο
Που ως χτες ακόμη
Δυνάστευε την ύπαρξή μας

Από τη συλλογή Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής (1949) του Κλείτου Κύρου

Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κλείτος Κύρου