Χλόη Κουτσουμπέλη, Το μυστικό γράμμα του Νίκου Καββαδία

Το μυστικό γράμμα του Νίκου Καββαδία

Θεανώ, δώρο του θεού μου, κοριτσάκι.
Ατμός απ’ το φουγάρο τα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Όσο πιο μακριά σου φεύγω, τόσο πιο κοντά μου φτάνεις.
Η λευκή παλάμη ανθίζει στο μαξιλάρι.
Στους αφρούς των κυμάτων
κορμιά ακέφαλα, σε βιτρίνες στα λιμάνια
στιγμιαία εκσπερμάτιση όπως η καρίνα σκίζει το νερό.
Όχι, δεν φαίνεται στην τρικυμία ο καλός ο καπετάνιος.
Η νηνεμία είναι η δοκιμασία.
Μες στον ύπνο κάθε βράδυ,
να πλάθεται το σώμα σου στο σχήμα του δικού μου
να εμφιαλώνω την άγρια θάλασσα
να γράφω σε φθαρμένη πολυθρόνα,
ενώ μικροί κλώνοι
που άλλοι φορούν το κεφάλι σου
κι άλλοι το δικό μου
ως καρχαρίες θα κυκλώνουν.
Αλίμονο.
Στα Ελευσίνιά σου κλήθηκα ακάθαρτος.
Στη Βυζαντινή σου εκκλησία, ψάλτης άφωνος.
Φιλέας Φογκ χωρίς ρολόι,
έκαμα τον γύρο του κορμιού σου σ’ ογδόντα μέρες,
όμως την τελευταία στιγμή το ιστιοφόρο έγειρε
κι έχυσα όλο τον κουβά με τον χρόνο στο κατάστρωμα.
Καλύτερα.
Αφού όλοι γνωρίζουν
ότι οι ποιητές αγνοούν κανόνες ναυσιπλοΐας
και το σπίτι τους συγκρούεται πάντα τελικά με το παγόβουνο.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το αυγό του Κώστα Κρυστάλλη

Το αυγό του Κώστα Κρυστάλλη

Νωρίς με περικύκλωσαν του Άδη οι σκιές.
Ορφάνεψα στα δώδεκα.
Η μητριά όπως σε κέρινο ομοίωμα
μου έμπηγε λόγια βελόνες κάθε μέρα.
Στο αίμα μου, όπως και στων αδελφών,
επωαζόταν το φθισικό αυγό.
Από μικρό μια μαύρη ομίχλη με τριγύριζε
με ακολουθούσε σαν πρόβατο της στάνης,
νωπά σημάδια άφηνε στους τοίχους.
Τον κόκκινό τους χάρτη ακολούθησα
κι έφτασα στην Αθήνα.
Μα η ηπειρώτικη λαλιά μου παραξένευε,
ξένος στους ξένους ξένιζα ξενιτεμένος,
κι ας μου ’δωκαν εύφημες μνείες κι επαίνους.
Στο τυπογραφείο το αντιμόνιο
έθρεψε το μικρό πουλί
που εκκολάφτηκε στο στήθος,
με τα αιχμηρά του νύχια με γρατζούνιζε,
έβηχα αίμα.
Δεν έζησα πολύ·
αγάπησα μόνο σ’ ένα διήγημά μου μια δασκάλα,
μόχθησα, προδόθηκα, μ’ αρνήθηκαν πολλοί.
Όμως τώρα πετώ περήφανα
στων στίχων μου τις ράχες,
αφού στο τέλος έγινα
αυτό που πάντα πόθησα:
σταυραετός στο άπειρο.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Τα κουλουράκια της Σύλβιας Πλαθ

Τα κουλουράκια της Σύλβιας Πλαθ

Ονομάζομαι Βικτώρια Λούκας*.
Εκείνη την ημέρα
έψησα κουλουράκια μπίρας.
Η συνταγή είναι απλή,
πολύ πιο εύκολο από το να γράψεις ένα ποίημα:
δύο αυγά στο αλεύρι
λίγη μαύρη μπίρα απ’ το χθεσινό ποτήρι
ζυμώνω και πλάθω ανθρωπάκια
– τι κάνει για ένα παιδικό χαμόγελο μια μάνα.
Φυσικά το επόμενο λογικό βήμα
ήταν να βάλω το κεφάλι μου στον φούρνο
θυσία στον Κανίβαλο θεό που με κατατρέχει τόσα χρόνια.
Εκ των υστέρων διαπίστωσα ότι τα κουλουράκια ήταν ακέφαλα.
Τα παιδιά μου δεν χαμογέλασαν.
Και το ψευδώνυμό μου δεν ξεγέλασε κανέναν.
Επιπλέον κάποιοι προσπάθησαν να αφαιρέσουν
το επίθετο Χιουγκς απ’ την ταφόπετρα.
Καλύτερα όμως να έσβηναν το Σύλβια.
Αφού κάθε ερωτευμένη γυναίκα αφανίζεται
όταν την προδίδει ο αγαπημένος άντρας.

* Βικτώρια Λούκας ήταν το ψευδώνυμο της Σύλβιας Πλαθ η οποία, πριν αυτοκτονήσει, ετοίμασε πρωινό για τα παιδιά της.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι πτηνόμορφες αδελφές του Λόρδου Μπάιρον

Οι πτηνόμορφες αδελφές του Λόρδου Μπάιρον

Οι αδελφές μου είναι δύο.
Τις νύχτες
κρώζουν δαιμονισμένα.
Οι αδελφές μου είναι τριακόσιες εξήντα πέντε·
μία για κάθε εφιάλτη του χρόνου.
Το κορμί τους το πιο λείο στυπόχαρτο
ο κονδυλοφόρος μου αιχμηρός
σφουγγίζω το μελάνι
στο ξανθό χνούδι των ποδιών
όταν μπαίνω στην απαγορευμένη τους ρωγμή
αγκιστρώνω στα σωθικά τους ποιήματα
θα γεννήσουν μικρά τέρατα βολβούς
με έξι δάχτυλα που θα γράφουν ταυτόχρονα.
Η μία ζει σε βάρος της άλλης –
όταν η μία γεμίζει, η άλλη αδειάζει·
όταν η μία ξεσκίζει, η άλλη ράβει.
Οι αδελφές μου είναι δύο:
Η εξής μία.
Τη λένε Αυγούστα.
Αδελφή και Ερωμένη μαζί.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ο Τζακ και η φασολιά

Ο Τζακ και η φασολιά

Είχα μια ευτυχισμένη
παιδική ηλικία.
Παίζαμε διάφορα παιχνίδια.
Το παιχνίδι της σιωπής με τη μαμά
όταν ήταν κλειδωμένη στην ντουλάπα
με μελανιές σ’ όλο το κορμί
παρίστανε την πεθαμένη,
κυνηγητό πάνω στη στέγη
όταν γύριζε πιωμένος ο πατέρας,
τυφλόμυγα με τους πλασιέ
που μου έκλειναν τα μάτια με μαντίλι.
Το παιχνίδι της πείνας
όταν τρώγαμε τη σούπα με τα ανύπαρκτα γογγύλια.
Μία μέρα στη σκοτεινή αποθήκη
ένας άγνωστος μου πρόσφερε φασόλι.
Ποτέ δεν φύτρωσε απ’ αυτό μια φασολιά.
Ούτε είδα ποτέ χήνες χρυσές
μόνο κουάκερ με μουχλιασμένο γάλα.
Με λένε Τζακ.
Είμαι ο γίγαντας που δεν μεγάλωσε ποτέ.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ο λόγος του Ιούδα

Ο λόγος του Ιούδα

Ούτε ζηλωτής ούτε ζηλιάρης.
Πόσοι αλήθεια διακήρυξαν την αγάπη τους για σένα.
Όμως ο ένας βάφτηκε στο αίμα ενός κόκορα
κι ύστερα λαλούσε τρεις φορές
με γλώσσα ματωμένη.
Άλλος στον δρόμο για τη Δαμασκό
εκ των υστέρων θυμήθηκε την πίστη του.
Άλλοι έπλεκαν αμέριμνοι τα δίχτυα
ενώ οι στρατιώτες σού έμπηγαν καρφιά
κι οι γυναίκες έκλαιγαν με αναφιλητά
αλλά μετά τις απορρόφησε η ζωή,
το σπίτι, οι φροντίδες, τα παιδιά.
Κανείς όμως
τόσο μαύρα, τόσο βελούδινα, τόσο βαθιά,
τόσο παράφορα κρυφά
σαν εμένα δεν σ’ αγάπησε,
ώστε να γίνει πιόνι στο προαποφασισμένο σχέδιο
να υποστεί την πύρινη σφραγίδα στο μέτωπο
να κρεμαστεί ψόφιο κούτσουρο στο δέντρο.

Ναι, Κύριε, σε πρόδωσα,
μα μόνο γιατί η προδοσία
ήταν η ουσία της αγάπης μου.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Μαθήματα χειροτεχνίας

Μαθήματα χειροτεχνίας

Όχι, δεν είναι ο χρόνος ο καλύτερος γιατρός.
Το χώμα είναι.
Γιατί δεν καταβροχθίζει, απορροφά.
Είχαμε κι οι τέσσερις
τα μπροστινά μας δόντια κοφτερά
τα βυθίζαμε ο ένας στον λαιμό του άλλου
και ρουφούσαμε.
Όταν οι δύο χάθηκαν κι η μητέρα ξέχασε
άρχισα κι εγώ να εκτελώ ασκήσεις λήθης
να συμπληρώνω αρκτικόλεξα
με λάθος τα ονόματα των εκλιπόντων.
Έτσι τώρα ευτυχώς δεν θυμάμαι πια.
Μηδενικά τα επίπεδα του πόνου.
Κάποιες νύχτες μόνο πετάγομαι επάνω ξαφνικά.
Μηχανικά φορώ λευκή ποδιά
ανασύρω υλικά χειροτεχνίας.
Σε πάνινη σακούλα με φακή
στερεώνω έναν γλόμπο
με το πρόσωπο του αδελφού
τα μάτια δύο κομμάτια αλουμινόχαρτο,
σε στριφογυριστή πετσέτα
τυλίγω μια γλυκοπατάτα
με μαχαίρι χαράζω
την κρύα όψη του μπαμπά
τα φρύδια δύο κούφια μακαρόνια.

Ύστερα πέφτω και ξανακοιμάμαι.
Αγκαλιά με τους αγαπημένους.

Όχι, δεν είναι ο χρόνος ο ύπουλος εχθρός.
Η μνήμη είναι.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Μάθημα δημιουργικής μοναξιάς

Μάθημα δημιουργικής μοναξιάς

Όταν ο κύριος Μπρουκς επινόησε την κυρία Μπρουκς
χάρηκε πολύ.
Θα γέμιζε επιτέλους τα διάκενα των στίχων του.
Θα έπιναν μαζί το τσάι κάθε βράδυ.
Η κυρία Μπρουκς θα άπλωνε το μετάξι της φούστας της
στη γραμματοσειρά Tahoma 12
και θα έβρεχε το μαντιλάκι της στο μελάνι του εκτυπωτή.
Σε μια άλλη γωνιά της σφαίρας χιόνιζε απ’ το πρωί.
Η κυρία Μπρουκς έπινε ζεστή σοκολάτα και χαμογελούσε.
Είχε μόλις επινοήσει τον κύριο Μπρουκς,
που ήταν συγγραφέας, υπέφερε από αϋπνία,
κολλούσε γραμματόσημα στον ουρανό,
φορούσε λευκό κοστούμι με κόκκινα κουμπιά,
κι είχε το ένα χέρι βουτηγμένο σε γλυκό κεράσι.
Ίσως όμως η αυταρέσκειά της να μετριαζόταν
αν γνώριζε
πως την ίδια ώρα κάποιος καθισμένος σε γραφείο,
την πρώτη μέρα του φθινόπωρου,
ενώ έξω στάλαζε αργά ο χρόνος,
είχε μόλις επινοήσει και τους δυο
κι ακόμα ένιωθε μισός.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Καταρράκτης

Καταρράκτης

Ονομάζομαι Άννι Έντσον Τέιλορ.
Το 1901 έκλεισα τα εξήντα τρία.
Επέζησα από έναν καταρράκτη,
έναν γάμο, δύο κηδείες, τρεις εραστές.
Η ζωή μου βαρέλι που κατρακυλά.
Ο άντρας μου παρέμεινε για μένα ένας ξένος.
Φορούσε μακριά σώβρακα
κι έσβηνε το κερί το βράδυ.
Όσο για μένα τις νύχτες ταξίδευα πολύ.
Το πρωί η νυχτικιά μου πάντα λασπωμένη.
Ένα βράδυ ξύπνησα σ’ άλλο κρεβάτι.
Μέσα στον ύπνο, βλέπετε,
μπερδεύει κανείς τις διευθύνσεις.
Ποια είμαι δεν έμαθα ποτέ.
Στον τάφο μου ας γράψουν:
Άννι Έντσον Τέιλορ
Η μόνη πραγματική συγκίνηση
που ένιωσε ποτέ
ήταν όταν έπεσε στους Καταρράκτες.
Κι όταν έγραψε το πρώτο της ποίημα.

Από τη συλλογή Η γυμνή μοναξιά του ποιητή Όμικρον (2021) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη