Χλόη Κουτσουμπέλη, Το φεγγάρι

Το φεγγάρι

Το ήξερα πως ήταν από τυρί. Μαλακό τυρί με τρύπες. Βέβαια εγώ δεν ήμουν ποντίκι, αλλά όπως έλεγε η μητέρα, φανατική τυροφάγος, έτσι σιγά σιγά θα ροκάνιζα όλο το παρελθόν μου. Το πείραμα ήταν το εξής. Έπαιρναν μια παιδική φωτογραφία για παράδειγμα μ’ εμένα στην αγκαλιά του μπαμπά μου και την τοποθετούσαν με photoshop πάνω στο φεγγάρι, στη συνέχεια σου την έδειχναν κι εσύ υπέθετες πρώτον ότι είχες έναν μπαμπά που δεν φοβόταν τη σωματική επαφή, δεύτερον ότι είχες έναν μπαμπά και τρίτον ότι εσύ με τον μπαμπά σου αγκαλιά είχατε βρεθεί κάποτε στο φεγγάρι. Εγώ όπως πάντα ανταποκρίθηκα θετικά στο πείραμα των ψυχολόγων, ίσως γιατί είμαι ένα μαλακό τυρί με τρύπες από τότε που μας εγκατέλειψε η μητέρα. Η μνήμη, όπως και το τυρί, αλλοιώνεται εύκολα, λεν οι ψυχολόγοι. Μπορείς να παραποιήσεις τις αναμνήσεις, να ξαναγράψεις από την αρχή τον ουρανό. Έτσι θυμήθηκα με κάθε λεπτομέρεια. Εμένα και τον μπαμπά μου στο φεγγάρι. Αγκαλιά.
Ο μπαμπάς μου μύριζε στρατιωτική στολή. Βουλιάζαμε συνέχεια και το σεληνιακό έδαφος μας απορροφούσε.
Τα δυο σώματά μας αγκαλιά σχημάτιζαν ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Είπαμε να παραποιήσεις τις αναμνήσεις, είπε ο ψυχολόγος, όχι όμως και τόσο πολύ.
Εσύ προσποιείσαι αγάπη.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Advertisements

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το σώμα της γυναίκας Ύψιλον

Το σώμα της γυναίκας Ύψιλον

Το σώμα της είχε πολλά μάτια
–ένα μισόκλειστο κάτω απ’ τη μασχάλη
και δύο ορθάνοιχτα χωρίς βλεφαρίδες στις πατούσες–
κι ελάχιστα χείλη
που σημαίνει ότι κατασκόπευε συνέχεια
και φιλούσε με το σταγονόμετρο.
Παρ’ όλα αυτά, θα ήταν φυσιολογικό,
αν δεν είχε μνήμη προβοσκίδα.
[Ως γνωστόν κάθε σώμα έχει μνήμη.]
Το δικό της θυμόταν το ανέγγιχτο.
Τις ημερομηνίες θανάτου, ενώ ξεχνούσε τα γενέθλια.
Τους φίλους που έχασε,
και όχι τους εραστές που κέρδισε.
Αναμφίβολα είχε ύπουλο σώμα.
Κρυβόταν τις νύχτες
κάτω απ’ τα χρυσάνθεμα,
κυνηγούσε βατράχους με κορόνα στη λιμνούλα,
γρύλιζε μες στα νούφαρα.
Το κλείδωνε συνέχεια στην ντουλάπα
τόσο που ξεθώριασε απελπιστικά.
Στο τέλος το φορούσε μόνο Κυριακές.
Μια μέρα το είδε να γεμίζει στόματα.
Έτρωγαν με βουλιμία τον χρόνο.
Ασύμφορο, γιατί θα τον κατάπιναν ολόκληρο.
Όταν έγινε πενήντα εφτά το αντάλλαξε.
Μ’ ένα ζευγάρι κόκκινες γαλότσες.
Για να γράφει ζεστά ποιήματα.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ

Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό
το μελάνι θα ’χει πια στεγνώσει,
η ζάχαρη θα ’χει μουχλιάσει,
ένα σύκο θα σαπίζει
στο κρεβάτι.
Σε μια γαβάθα θα βρεις υπολείμματα τροφής.

Στην πραγματικότητα δεν ξέρω
αν θα το έχω γράψει εγώ
ή κάποια άλλη
με όνομα παράξενο όπως
Αδελαΐδα, Εριφύλη ή Περσεφόνη.

Αγαπημένε,
ήσουν απελπιστικά αθώος,
ανυπεράσπιστα ένοχος,
τις νύχτες ζωγράφιζες ελάφια,
έκλαιγες μετά καθώς τα σκότωνες,
γέμιζαν σκάγια τα σεντόνια.
Μια μέρα ενώ σου ετοίμαζα καφέ
είδα μες στο φλιτζάνι ένα δέντρο.
Τότε κατάλαβα πως έπρεπε να χαθώ στο δάσος.

Αγαπημένε,
όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
τι άραγε θα έχει απομείνει από μας σ’ αυτήν τη γη;
Σκόνη στα δάχτυλα κάποιου θεού που θα φυσήξει.

Ξένε, όταν διαβάσεις το σημείωμα αυτό,
θα γίνεις λαθραναγνώστης.
Κανίβαλος θα τραφείς από τη σάρκα μιας αγάπης.
Θα σου θυμίσει μια δική σου.
Καμία σχέση.

Ποτέ μην εμπιστεύεσαι αυτούς
που αφήνουν σημειώματα.
Εννιά στις δέκα φορές επινοούν.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το ραντεβού στην Καμάρα

Το ραντεβού στην Καμάρα

Είχαμε δώσει ραντεβού.
[Η σχέση εξαιρετικά βραχύβια.
Στα δεκαοχτώ χρόνια ρώτησες πώς με λένε.
Σου απάντησα ειλικρινά «δεν ξέρω»,
αφού ποιος στ’ αλήθεια γνωρίζει ποτέ τ’ όνομα.]
Βρεθήκαμε Καμάρα.
Εκείνη την ημέρα
ο Λευκός Πύργος έμοιαζε καμηλοπάρδαλη,
καπνοί έζωναν την πόλη,
κάπου μακριά μύριζε πυρκαγιά,
στα εβραϊκά νεκροταφεία έκλεβαν τις πλάκες,
φορούσες ένα κίτρινο αστέρι
κι εγώ μια στολή παλιού ιππότη.
Η χιλιετηρίδα είχε ήδη λήξει.
Η Αριστοτέλους άχνιζε περιστέρια.
Τα κάστρα συνοφρυώνονταν δασιά.
Μια ταβέρνα στην Άνω Πόλη
παρέμεινε ακόμη ανοιχτή για μας.
Είναι το τέλος του κόσμου, είπες.
Στον γυρισμό με φίλησες στο στόμα.
Στο ραντεβού που δώσαμε Καμάρα,
εσύ ποτέ δεν ήρθες,
κι εγώ ποτέ δεν έφθασα ολόκληρη.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Πρόλογος

Πρόλογος

Με λένε Τζέιν. Τζέιν Μποντ.
Από τότε που τυφλώθηκε ο εργοδότης
παίρνω επίδομα ανεργίας
για παραστρατημένες γκουβερνάντες.
Στους άγριους βάλτους του Θόρνφιλντ
αποκαΐδια,
παραμορφωμένες πεταλούδες
στα δέντρα.
Κρατώ ομπρέλα.
Γεννήθηκα το 1846.
Γράφω ακόμα.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Πρωινή σύναξη στην κουζίνα

Πρωινή σύναξη στην κουζίνα

Κόρακας κοράκου μάτι βγάζει,
μαύρα φτερά πάνω στον πάγκο.
Το ψέμα πάλι,
που ως γνωστόν έχει κοντά ποδάρια,
αλευρώνεται πρόβατο φίλος
για να κρύψει τον λύκο από κάτω
η θλίψη, όμως, αχ! η θλίψη
έχει βάλει το κεφάλι της στον φούρνο
προσφέρει τα χέρια της κουλούρια
μαζί με τον καφέ παρηγοριάς.
Η ελπίδα γυαλίζει τα ποτηράκια του κονιάκ
σαν κάποιος να επρόκειτο,
όσο για τον γνωστό Γιάννη,
λίγες μέρες πριν τα γενέθλια,
μόνος του κερνά και μόνος πίνει.
Τα αυγά της γειτόνισσας
αισθητά πάντα πιο μεγάλα
τσιτσιρίζουνε με μπέικον.
Στη Μόσχα, αδελφές μου, στη Μόσχα,
ενθαρρύνει το ένα το άλλο
μέσα στο τηγάνι.
Έτσι φουσκώνει το πρωί Κυριακής,
αρχή Νοέμβρη, μες στο σπίτι της,
σε σβόλους μες στην κατσαρόλα.

Πάλι έκαψες τη μέρα σου,
λέει η γιαγιά που μπαίνει στην κουζίνα
με ένα πανέρι μήλα
που φιλοξενούν οικόσιτο σκουλήκι,
αφού όπως όλοι ξέρουμε,
το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ποίημα ποιητικής

Ποίημα ποιητικής

Εκ των υστέρων σκέφτομαι
το τελευταίο βράδυ στην ταράτσα,
που μια παρέα αγγέλων
πλαταγίζαμε δαιμονικά φτερά
και ξεπλέναμε τις πληγές με ουίσκι,
τα ντραμς των αστεριών
και γυμνό σαλιγκάρι
άφηνε κλωστές στον ουρανό,
ενώ την ίδια ώρα σ’ άλλη πόλη,
σε κρεβάτι νοσοκομείου,
μια ποιήτρια ετοίμαζε την τελευταία της πτήση.
Και θυμήθηκα πως ξαφνικά
το ποτήρι έσπασε μισοφέγγαρο
χωρίς να χυθεί το αλκοόλ.
Και νιώσαμε όλοι τη γεύση του αίματος στα χείλη.
Και κάποιος είπε
έναν μόνο στίχο να προλάβουμε ν’ αρθρώσουμε
πριν μας καταπιεί σκοτάδι.
Και σιδερώσαμε κολλαριστή όλοι μαζί τη νύχτα.
Έτσι, φίλοι μου, γράφονται τα ποιήματα
τις σκοτεινές νύχτες του καλοκαιριού στο Πήλιο.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Ομφάλιος λώρος

Ομφάλιος λώρος

Όταν από ένα σώμα βγαίνει ένα άλλο σώμα,
μες απ’ την αρχέγονη λάσπη και το αίμα,
η πρώτη χελώνα απ’ το νερό,
το νέο πλάσμα που αποκαλείται γιος
περπατάει στην αρχή στα τέσσερα,
χορεύει με το κεφάλι του στο χώμα,
αναπνέει χωρίς βράγχια,
ολοκληρώνεται στην απουσία του,
πατάει γερά στα πήλινά του πόδια.

Τότε μόνο καταλαβαίνεις
πόσο απαραίτητα είναι τα χειρουργικά εργαλεία
στην αγάπη.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Όλη η αλήθεια σχετικά με την προδοσία

Όλη η αλήθεια σχετικά με την προδοσία

Σπάνια έχει αντικείμενο και σχεδόν ποτέ της υποκείμενο.
Αφού η ίδια η ύπαρξή μας εμπεριέχει την παγίδα.
Κάποιος ρίχνει εμάς τους ίδιους
ζάρια στο τραπέζι.
Η ζωή μάς προετοιμάζει για πουτίγκα
και μας σερβίρει χελωνόσουπα.
Είστε αγριόχηνες, μας λεν,
εσείς ορίζετε τη μοίρα,
για καλό και για κακό όμως
μην πετάτε τις νύχτες γύρω απ’ το φεγγάρι.
Πολλοί μετεωρίτες έχουν πυρακτωθεί από ανυπακοή.
Μια μέρα πάνω σε μαξιλάρι από βελούδο
κάποιος μας απονέμει ένα κλειδί.
Νομίζουμε μεγάλη πύλη,
αλλά το μόνο που ανοίγει
είναι δοχείο από σανδαλόξυλο
στα μέτρα του κορμιού μας.
Γι’ αυτό σου λέω, Μαρία,
σήμερα που έχει ήλιο
άπλωσε τα δάκρυά σου
μπουγάδα να στεγνώσουν.
Κανείς θνητός
δεν πέθανε ποτέ
από θνησιγενές φιλί.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οικογενειακή παράδοση

Οικογενειακή παράδοση

Ήρθε χθες βράδυ στ’ όνειρό μου η γιαγιά.
Με κλαδωτή ποδιά και γάντια πλαστικά.
Ήξερε για τις νυχτερινές μου έρευνες.
Κάθε πρωί επέστρεφα με λιωμένα τα παπούτσια.
Όμως πουθενά δεν έβρισκα
γυναίκα πιο κουτή από μένα.
Συναντούσα γυναίκες που προσπαθούσαν
ν’ ανεβάσουν το φεγγάρι
απ’ το πηγάδι με σχοινιά,
άλλες που για να φορέσουν το φουστάνι
πηδούσαν μέσα στην ντουλάπα,
και κάποιες που έκλαιγαν προκαταβολικά
για τη βαλσαμωμένη τίγρη-χρόνο
που θα τις καταβρόχθιζε.
Καμιά όμως δεν ήταν τόσο κουτή
που να ζυμώνει χωρίς σταφίδες σταφιδόψωμα,
να διαβάζει τηλεγραφήματα
στα ψίχουλα του ψωμιού
και να πιστεύει πως κάποτε μ’ αγάπησες.
Είναι κληρονομικό μας, λέει η γιαγιά.
Καμιά στην οικογένεια δεν είχε υψηλό δείκτη ευφυΐας.
Είχε κλεφτεί με κάποιον που δεν γνώριζε,
εγκαταλείποντας άντρα και παιδιά.
«Κάνω όμως τέλεια κουλουράκια», είπε
κι έβγαλε απ’ τον φούρνο
ξεροψημένα μωρά από αλεύρι
που δάγκωσε με λαιμαργία.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι φήμες και άλλα άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα

Οι φήμες και άλλα άγνωστα ιπτάμενα αντικείμενα

Κάποιος είπε σε κάποιον
που είπε σε κάποιον άλλο
ότι οι κάργες τρελαίνονται το βράδυ
–γι’ αυτό πρέπει
να τους δένεις τα μάτια
με τυφλό μαντίλι–
ένα όχι τρέχει πιο αργά
από ένα σαλιγκάρι,
για να αγαπήσεις πεταλούδα
πρέπει πρώτα ν’ αποδεχτείς την κάμπια.
Κάποιος είπε σε κάποιον
και αυτός συναίνεσε με ζέση
πως τα κοάλα είναι υπερτιμημένα
και το καλύτερο κατοικίδιο είναι
η αυτολύπηση,
με την προϋπόθεση
τη γυρνάς ανάποδα
όταν βήχει.
Κάποιος είπε σε κάποιον
κι αυτός στον φίλο του
πως μια μέρα,
μια στιγμή,
κάποτε μ’ αγάπησες.

Μα ξέρεις τώρα
πόσο μοιάζει η φήμη με τη σκόνη
ή τους υδρογονάνθρακες.
Κάποιος είπε κάποτε σε κάποιον
ότι ο καλύτερος τρόπος
να ψιθυρίσεις
κάτι αυστηρά προσωπικό
είναι να το φωνάξεις σε χωνί
στο μέσον της πλατείας
και, κάπως έτσι,
κάποιος, κάπου, κάποτε,
έγραψε τον πρώτο στίχο.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι τρεις Λάζαροι

Οι τρεις Λάζαροι

Τότε μίλησε η Πρώτη Λάζαρος:
«Το νυφικό μου ήταν από αλεύρι και με ανέστησε πάνω σ’ έναν πάγκο στην κουζίνα. Ήταν, μου είπε, ο ταχυδρόμος. Χτύπησε όμως μόνο μια φορά. Ύστερα δεν τηλεφώνησε ξανά. Έμαθα πως κάποιος αργότερα τον φίλησε στο στόμα, αλλά εγώ είχα ήδη προδοθεί». «Εμένα πάλι», πήρε τον λόγο η Δεύτερη, «όλο με φώναζε, Δεύρο έξω, Δεύρο έξω, μα όταν βγήκα απ’ τα εσώρουχα, αυτός απέστρεψε το βλέμμα. Δεν είμαι, είπε, και Θεός να παραβλέπω το ελάττωμα. Σε ήθελα πιο αδύνατη». «Εγώ τι να πω», είπε τότε η Τρίτη, που την ονόμαζαν Βραχύβια. «Μου έλεγε πως είμαι η Μοίρα του, Κλωθώ με αποκαλούσε, Γυναίκα Λάζαρος του έλεγα είναι τ’ όνομά μου, δεν μπορώ, μου είπε τότε, δεν το βλέπεις, δεν μπορώ να σ’ αναστήσω, όταν ένα κομμάτι μου λαχταράει τόσο να πεθάνει».

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι τρεις εραστές

Οι τρεις εραστές

I. Ιούλιος Βερν

Αστρονόμος και αστρομέτρης
με νόμιζε αστερισμό.
Κάναμε μαζί τον γύρο του κόσμου
σ’ ογδόντα νύχτες μ’ αερόστατο.
Λευκός γάμος.
«Φιλέα, Φιλέα Φογκ,
ποιο είναι τελικά το στοίχημα;»
φώναζε τις νύχτες στο κρεβάτι.
Όταν για να συντονίσουμε ρολόγια,
«τι ώρα είναι;» κάποτε με ρώτησε,
«ώρα να γίνω καπνός», του απάντησα
και καταδύθηκα είκοσι χιλιάδες λεύγες
στον πυρήνα μου.
«Είσαι σκέτη λογοτεχνία»,
μου πέταξε τότε θυμωμένα.

II. Κάρολ Λιούις

Μου φορούσε λευκά καλτσάκια,
με φωτογράφιζε γυμνή,
έπεφτα στη μαύρη τρύπα του φακού.
Σεισωλαγεμ αν ωλεθ νεδ.
Δεν θέλω να μεγαλώσεις, έλεγε συνέχεια.
Φοβάσαι τον χρόνο; τον ρωτούσα.
Είναι λαγός, μου απαντούσε.
Δεν τον προλαβαίνω.
Τα βράδια παίζαμε κροκέ με φασιανούς
και τρώγαμε μικρά γουρουνόπουλα μωρά.
Μαζί του αυξομειωνόμουνα συνέχεια
γι’ αυτό έραβα και ξαναέραβα κουμπιά
κι άλλαζα φερμουάρ.
Μια μέρα κατάλαβα ότι για να ενηλικιωθώ
έπρεπε να σπάσω τον καθρέφτη του.
Φάε με, πιες με, φώναξε απεγνωσμένα
από μία όχθη του γυαλιού,
αλλά εγώ στην άλλη ήδη
έτρωγα μανιταρόσουπα
και κάπνιζα πίπα με μια κάμπια.

III. Φραντς Κάφκα

Φορούσε ολόσωμες σκιές μέχρι το γόνατο.
Μου υποσχέθηκε γάμο δι’ αντιπροσώπου.
Μου έγραφε κιτρινισμένα γράμματα.
Αγαπημένη Μίλενα, με προσφωνούσε.
Ειλικρινά δικός σου, ο μικρός σου Φραντς.
Κάθε πρωί ξέπλενα τα μάτια μου,
έσταζαν πηχτό μελάνι μες στη σκάφη.
Ήταν συνέχεια υπόδικος,
διάδικος και δικαστής ταυτόχρονα
σε μία δίκη με κατηγορούμενο
πάντα τον εαυτό του.
Δικαστική πλάνη, μουρμούριζε συνέχεια.
Γιατί πάντα ανεξάρτητα από την έκβαση,
οι ένορκοι τον καταδίκαζαν
σε κατ’ οίκον περιορισμό,
σ’ έναν πύργο χωρίς ασανσέρ.
Κάποτε σε μια επιστολή εσώκλεισε σκαθάρι.
Αγάπησέ το. Είναι η ζωή μου, μου έγραψε.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι τρεις αδελφές Μέντοουζ

Οι τρεις αδελφές Μέντοουζ

Κοιτάμε και οι τρεις μας τον φακό.
Ο ανεμοστρόβιλος αργεί.
Τα κόκκινα γοβάκια γυαλισμένα.
Η μαμά με μία ρόμπα
και σταγόνες ιδρώτα
στο πανωχείλι της,
έφυγε μ’ έναν πλασιέ,
μια ζεστή μέρα του καλοκαιριού
που αναστέναζαν βαριά τα στάχυα.
Δεν αγόρασε ποτέ ηλεκτρική σκούπα
γι’ αυτό σφουγγαρίζουμε το πάτωμα.
Σε λίγο το σκοτάδι θα πέσει,
τα ρακούν θα μας περικυκλώσουν,
τα σκυλιά θ’ αρχίσουν να αλυχτούν,
μαύρη σκιά θα βάψει
τα σφραγισμένα βλέφαρα της νύχτας.
Κάπου κοντά στο βενζινάδικο
ένα ξανθό αγόρι χωρίς μάτια
σ’ ένα φτηνό μοτέλ
θα γυαλίζει ένα πιστόλι.
Αύριο το πρωί ο δρόμος θα τον φέρει
απ’ το σπίτι μας.
Θα ζητήσει ένα ποτήρι γάλα.
Λευκό στεφάνι γύρω από το στόμα.
Θα μας κοιτάξει παράξενα.
Θα μας φωτογραφίσει.
Από τη φωτογραφία θα λείπουμε και οι τρεις
– αφού δεν θα μεγαλώσουμε ποτέ.

Από τη συλλογή Το σημείωμα της οδού Ντεσπερέ (2018) της Χλόης Κουτσουμπέλη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Χλόη Κουτσουμπέλη