Μαρία Κουγιουμτζή, Στον ασβέστη

Στον ασβέστη

Χριστούγεννα 1952

Εκεί που ψιλόβρεχε εκεί ψιλοχιόνιζε. Περπατούσα στους λασπωμένους δρόμους κι η υγρασία με τρυπούσε. Λεπτό το σουρτούκο που φορούσα, έμπαζε από παντού και έτρεμα. Τα παπούτσια μου, τρία νούμερα μεγαλύτερα απ’ τα πόδια μου, μαούνες, μπαινόβγαιναν σε κάθε βήμα και πιτσιλούσαν τις γάμπες μου, ενώ το φουστάνι μου κρεμόταν ως τους αστραγάλους. Αποσούρια από παιδιά κάπως λιγότερο φτωχά από μένα. Έλεγα τα κάλαντα και η σοδειά μου δυο μανταρίνια, πεντέξι καρύδια και μερικές δεκάρες. Άρχισε να σκοτεινιάζει, τ’ όνειρο μου να μαζέψω λίγες δραχμές να πάρω ένα μαντίλι δώρο στη νουνά μου ναυαγούσε. Εκείνη ήρθε το πρωί και άφησε στο προσκεφάλι μου μια ωραία καινούργια πλάκα με το κοντύλι δεμένο πάνω της με κόκκινο κορδόνι. Τη λαχταρούσα αυτή την πλάκα, πρώτη μου χρονιά, στο σχολείο, είχα ως τώρα μια σπασμένη και παιδευόμουνα.

Βλάκα, μου είπε η μάνα μου, δε ζήτησες ένα ζευγάρι παπούτσια να ξεπεζέψεις απ’ αυτές τις μαούνες. Εσύ να μου πάρεις παπούτσια, είπα. Και πώς, αφού ο μπαμπακαμένος σου μας άφησε κι έφυγε, που να τον φέρουν τέσσερις και ξαπλωμένο. Εδώ δεν έχουμε ούτε μακαρόνια να βράσουμε για αύριο Χριστούγεννα, κοίτα να μάσεις κάνα φράγκο απ’ τα κάλαντα να πάρουμε το κατιτίς μας. Τα κάλαντα τα θέλω για το δώρο της νουνάς, είπα, δε σ’ τα δίνω. Θα τα δώκεις και θα πεις κι ένα τραγούδι, δε θέλει δώρα εκείνη, έχει τον άντρα της, ακούς, φεύγα τώρα από μπροστά μου.

Εκεί που τα σκεφτόμουνα αυτά και τα λογάριαζα –είχα χωθεί σ’ ένα σοκάκι πιο γλιτσιασμένο από τ’ άλλα, τόσο στενό που απλώνοντας τα χέρια έπιανες τους υγρούς τοίχους των εβραίικων σπιτιών που τ’ αντικρίζανε, δεν το ’πιανε ο ήλιος–, είδα δυο αγοράκια λίγο μεγαλύτερα από μένα να με κοιτούν σαν χάννοι. Πάντα με κορόιδευαν τ’ αγόρια για τα σουρτούκο που φορούσα, ανταρτόπληκτη με φωνάζανε, απ’ τις μανάδες τους θα τ’ άκουσαν, και πήρα θέση άμυνας. Κοίταζα τι κουσούρια να βρω για να ’μαι έτοιμη ν’ αντιμιλήσω. Είχαν δυο προσωπάκια ολοστρόγγυλα σαν φεγγαράκια. Ήταν συμμαζεμένα τα ρουχαλάκια τους, σωστά, καθαρά τα κοντά παντελονάκια τους, και τα σακάκια τους, χοντρούτσικα, φαινόντανε ζεστά.

Με πλησίασε το μεγαλύτερο, τόσο που σχεδόν με άγγιξε. Κοριτσάκι, θέλεις να ’ρθεις σπίτι μας να πεις τα κάλαντα, η μαμά μου θα σου δώκει ό,τι θέλεις. Σίμωσε και το μικρότερο και μ’ έπιασε απ’ το χέρι. Ζεστό το χεράκι του πάνω στο παγωμένο δικό μου. Είχανε τσέπες τα σακάκια τους, εμένα κρέμονταν ξηλωμένες. Το βλέμμα τους, η ντροπαλοσύνη που με κοίταζαν, το ζεστό χεράκι του μικρού, ξεθάρρεψα. Και πού είναι το σπίτι σας; ρώτησα. Να, εδώ κοντά, παραδίπλα, και με τράβηξαν αγκαλιαστά σχεδόν. Τ’ ακολούθησα προσέχοντας οι λάσπες που πετούσαν οι μαούνες μου μην τα λερώσουν.

Σταθήκαμε έξω από μιαν αυλή κι ως να σηκώσουν το μάνταλο, κοίταξα το σπίτι. Μικρό μα φαινότανε γερό –εμάς όλο έσταζε η σκεπή κι αγωνιζόμασταν με τις κατσαρόλες όταν έβρεχε–, με πράσινα παντζούρια στα παράθυρα και μια ξερή κληματαριά, σκέπαστρο απ’ τη μέσα πόρτα μέχρι την έξω. Ως ν’ ανοίξουν μ’ έτρωγε η ντροπή. Λες να με διώξει η μάνα τους, να με περάσει για ζητιάνα;

Μια κοντούλα φάνηκε σκουπίζοντας τα χέρια στην ποδιά της, είχε σουρουπώσει για καλά, μόλις την έβλεπα, όμως το φως από μέσα έπεφτε πάνω μου και κάτι περισσότερο έβλεπε σε μένα. Είχε ολοστρόγγυλο πρόσωπο σαν μαραμένο μήλο. Με κοίταξε με κάτι μάτια ορθάνοιχτα, έκανε ένα βήμα πίσω σαν να την έσπρωξε δυνατός αγέρας κι απόμεινε να με κοιτά. Ετοιμάστηκα να το σκάσω, μα καθώς εκείνη αναστέναξε κι έπιασε την καρδιά της, τ’ αγοράκια με σπρώξαν κατά μέσα. Η σόμπα έκαιγε, τα ξύλα τσιτσίριζαν κι η ζέστη με τύλιξε σαν ζεστή κουβέρτα. Σ’ ένα μικρό κουζινάκι ένας τέντζερης χοχλάκιζε κι η μυρωδιά απ’ την κότα που έβραζε μου έφερνε ζαλάδα. Η γυναικούλα μ’ έπιασε απ’ τους ώμους και με κάθισε στο ντιβάνι. Με κοίταζε και δάκρυα τρέχαν απ’ τα μάτια της, έπιανε το σαγόνι μου και γύριζε το κεφάλι μου μια κατά δω μια κατά κει, εγώ τα μάτια χαμηλωμένα. Χαίρεσαι, μαμά, που τη βρήκαμε και σ’ τη φέραμε; είπανε τα παιδάκια και κείνη αναστέναξε.

Δίπλα μου ήταν το τραπέζι, έβλεπα μόνο τα πόδια του, μην ντρέπεσαι, είπε η γυναίκα, έβαλε ένα πιάτο σούπα, φάε, είπε. Παρ’ όλη την ντροπή μου έφαγα. Ως μ’ έμαθε η μάνα μου, αργά αργά και με κλειστό το στόμα. Προσπάθησα να μη σκουπίσω τα χείλια στο μανίκι μου.

Η γυναικούλα πήγαινε κι ερχόταν. Μου έφερε ένα ζευγάρι κατακόκκινα παπούτσια, ήταν λίγο φθαρμένα μα μου ήρθαν ίσα ίσα. Ντρεπόμουν, κάλτσες δεν φορούσα και δυο ολόμαυροι χαλκάδες γύρω απ’ τα κότσια, σημάδια απ’ τη λάσπη καθώς πάλευε με τις μαούνες μου, μ’ ένα βρεγμένο πανί μου τα καθάρισε και μου ’βαλε ζεστές καλτσούλες κάτασπρες με κόκκινη μπορντούρα. Έφερε κάτι φουστανάκια μάλλινα και ένα παλτουδάκι κατακίτρινο, αυτό μου ήτανε λίγο φαρδύ αλλά κατάζεστο.

Όλα δικά σου, είπε, για σένα, πας σχολείο; Ναι; Θα ’ρθω μαζί σου να πω της μάνας σου να σ’ αφήνει να ‘ρχεσαι όταν σκολνάς να τρως σε μας, να κάνεις και τα μαθήματα σου, θα σε πηγαίνει σπίτι ο Νικολάκης. Το μεγαλύτερο αγοράκι ένευσε ναι.

Ξεθάρρεψα σιγά σιγά και σήκωσα το βλέμμα. Τα μάτια της γυναίκας φέγγανε, το πρόσωπό της ήταν ιδρωμένο, χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες, τα χείλια της σουρωμένα σαν να φασκιώνανε τα δόντια της. Μου φάνηκε σαν τον παλιό μπουφέ της μάνας μου το πρόσωπό της. Συρτάρια οι ρυτίδες της που κρύβαν πονεμένα μυστικά, κλειδωμένες απελπισίες. Τα μαλλιά τσουμαδιασμένα σαν να της τα τραβούσανε αυτές οι δυστυχίες και μαδήσανε, κρέμονταν αλλού μαύρα αλλού άσπρα, σαν τ’ αλατοπίπερο, χωρίς να τηνε νοστιμίζουνε καθόλου. Η μάνα μου δεν κοιμάται τις νύχτες, είπε το μεγαλύτερο παιδί, λες και κατάλαβε τις σκέψεις μου. Μόνο τα μάτια, όχι τα μάτια της, εκείνα βούλιαζαν στο φουσκωτό τους πάπλωμα της λύπης, αλλά το φως τους, γαλαζωπό κι αγγελικό, με τύλιγε και με ξετύλιγε, και πάλι με ξανατύλιγε σε αχνούς ζεστής αγάπης. Έπεφτε πάνω μου σαν το ζεστό νερό του μπάνιου και μ’ έπλενε, έπλενε την ψυχή μου, και στεκόταν απάνω μου όπως ποτέ δεν είχε καιρό να σταθεί της μάνας μου το βλέμμα, από τις έγνοιες για να με ταΐσει άφηνε ατάιστη την ψυχή μου. Υπήρχαν έπιπλα μέσα στο σπίτι, μα εγώ δεν τα ’βλεπα, το μόνο που με τράβηξε ήτανε μια τεράστια φωτογραφία κρεμασμένη στον τοίχο. Ένα κοριτσάκι στην ηλικία μου με κοίταζε χαμογελώντας.

Η αδελφούλα μας, είπε το μικρότερο παιδί, έπεσε πέρσι σ’ ένα λάκκο με ασβέστη και κάηκε. Της μοιάζεις.

Από τη συλλογή διηγημάτων Άγριο βελούδο (2008) της Μαρίας Κουγιουμτζή

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Μαρία Κουγιουμτζή

Advertisements

Μαρία Κουγιουμτζή, Σειρήνα

Σειρήνα

Μην την ακούς
έχει πανσέληνο η Σειρήνα μες στα μάτια της
θα βυθιστείς στην τρικυμία της φωνής της
Τα δίχτυα των χεριών της θα σ’ αρπάξουνε

κι ως να πεις χάνομαι
θα σ’ έχουν βάλει στο τηγάνι

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 23-24, Δεκέμβριος 2008).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Ο άγγελος

Ο άγγελος

Μες στο καζάνι ο άγγελος ψηνότανε
με πράσινες πιπεριές, κόκκινο μπούκοβο
πασπαλισμένος με κρασί μαδέρας
και λίγη χρυσαφιά μουστάρδα
στα φτερά του.
Καθώς μιλιά ανθρώπινη δεν γνώριζε
νόμιζε πως αν τραγουδούσε
θα ημέρευε το αγριεμένο πλήθος.
Και πράγματι, πιάνοντας το χορό
τρώγαν τα καφτερά
ζεστά κομμάτια του
γλείφοντας τα φτερά του
με τις λάγνες γλώσσες τους
και φτύνανε τα τρυφερά του
κόκαλα στο χώμα.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 23-24, Δεκέμβριος 2008).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Χορδή

Χορδή

Τυφλή χορδή
σφυγμός
στα μαύρα πλήκτρα των δακτύλων σου
που απορροφούσαν λέξεις
μέσα σε πράσινη σκιά
αιώρα φωνηέντων
σταγόνες θαλασσιάς βροχής
χειροκροτάει ο τσίγκος
από το άηχο τύμπανο
το δέρμα της φωνής σου
πλένει
τα κίτρινα γάντια μου
που σφίγγουν τον λαιμό σου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Σε προδώσαν

Σε προδώσαν

Δυο καστανές και δυο χρυσές
ουρίτσες απ’ τη φράντζα σου
γελούσαν
πάνω από τα μοβ γυαλιά σου
Αν ήτανε ζαχαρωτά
ή δηλητήριο
από δόντι οχιάς
τα μάτια σου,
δεν έβλεπα.

Οι κοφτεροί καρχαρίες των δοντιών σου
σε προδώσαν.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Όνειρο

Οδυσσέας Ελύτης & Ηλίας Ανδριόπουλος, Το τραγούδι του αρχιπελάγους
(τραγούδι: Άλκηστη Πρωτοψάλτη / δίσκος: Προσανατολισμοί (1984))

Όνειρο

Μες στη φωτογραφία του
κοιμάται ο νέος ναύτης
η άσπρη φορεσιά τού αφαιρεί το βάρος
θαρρείς λευκό και θαλασσί
μπαλόνι που υψώνεται
χαράζοντας μια φωτεινή γραμμή
στα μάτια της γυναίκας
π’ αγρυπνάει.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Να τον φοβάσαι

Να τον φοβάσαι

Να τον φοβάσαι
τον θυμό του Μένανδρου
κρατάει Καλάσνικοφ η οργή του.
Έχει ομήρους
μυστικά και λάθη σου
δεν θα διστάσει να τα εκτελέσει.

Γι’ αυτό στριπτίζ μην κάνουν
οι ανάγκες σου
το αλεξίσφαιρο γιλέκο
του εγώ τους να φορέσουν
πριγκίπισσες σιωπηλές κι αδιάφορες
από κοντά σου να περάσουν.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Μάνος Λοΐζος & Λευτέρης Παπαδόπουλος, Μη με ρωτάς
(τραγούδι: Μάνος Λοΐζος / δίσκος: Τραγούδια του δρόμου (1974))

Η ερώτηση που δεν μ’ αγαπούσε

Κανένα νέο; Ρώτησες.
Εξαρτάται πώς εννοεί κανείς το νέο.
Νέο μπορεί να είναι ότι επιτέλους τηλεφώνησες.
Μπορεί να είναι μια καινούρια σκέψη που έκανα για σένα
ή μια παλιά που την έκανα εκ νέου.
Μπορεί να είναι νέα η διάθεσή μου
ν’ ακούσω τη φωνή σου
ή η δική σου διάθεση που ρωτά: έχεις κάνα νέο;

Η ερώτησή σου απαντούσε
σ’ αυτό που μας ενώνει καθώς μας χωρίζει.
Είναι σα να με γύρευε εκεί που δεν ήμουν
κι εκεί που ήμουν δε με βρήκε.
Ίσως γιατί ερχόταν από κει που δεν ήσουν
ενώ, εκεί που ήσουν, η ερώτηση δεν υπήρχε.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πάροδος (τεύχος 14, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Καλιντρέη

Καλιντρέη

Την Καλιντρέη περιμένω εγώ, την Καλιντρέη,
την πιο σκληρή κι από τους μπάτσους
που φυλάγανε στην πόρτα.
Πιο αψιά, πιο σκύλα,
που σε δάγκωνε στο άψε σβήσε.
Όμως είχε δυο αστέρια
στον αριστερό της κόρφο
και μια χρυσή καδένα
στον γαλάζιο αφαλό της.
Όλα τα θέλω σου αμέσως τα αράδιαζε
σαν πιόνια και με χρυσό καρφί
μαγνήτιζε την ξυραφένια ακμή τους.

Θα δεις
ίχνη πάνινων φτερών
από ιπτάμενα πλοία,
άσπρη γαζέλα μες στο
κόκκινο παλτό της.

Θα πάρεις
το μαλαματένιο τόξο της
καθώς σφυρίζει στον αέρα
σχίζοντας τον αφρό από τα όνειρα
πριν καρφωθεί
στο σάρκινο ηχείο της καρδιάς σου.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Θάνος Μικρούτσικος & Οδυσσέας Ιωάννου, Κράτα λίγο ακόμα
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Θάλασσα στη σκάλα (1999))

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι

Εγώ μαχαίρωσα τον Κλύτη.
Τις γαλανές λίμνες των ματιών του
εγώ τις πάγωσα
να πατινάρετε άνετα μπορείτε.
Μη φοβάστε.
Είναι αμετάκλητα σκληρός ο πάγος
δε θα βυθιστείτε.

Όσα είδατε σ’ αυτόν,
κίτρινα φίδια τα φιλιά του,
φλογοβόλα όπλα,
τα χέρια πυρωμένες ξιφολόγχες,
τα πόδια να κλοτσούν
σαν άγρια άλογα,
όμως κυρίως η μιλιά του,
οξύ που τρέλαινε τις φρένες σας,
δεν θα τα ξαναδείτε.
Εγώ τ’ αφάνισα.

Ήμουν ένα σιωπηλό κορίτσι
και δεν πρόσεξε.
Είχε ξεχάσει
πως εγώ μεγάλωσα στους δρόμους.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Η έρημος

Μελίνα Τανάγρη, Έρημος (δίσκος: Μελίνα απ’ το μέλι (1989))

Η έρημος

Είναι η έρημος παράδεισος,
ανθίζουν σπάνια λουλούδια.
Άσπρα ελάφια
παίζουν μ’ άσπρους λύκους.
Μονόκεροι μ’ αμέθυστους φτερά πετάνε.
Ολόξανθες πεταλούδες ιππείς
στη ράχη κόκκινων πουλιών αλόγων.

Γελάς, και πέφτουν μαργαρίτες απ’ το γέλιο σου
κάνουν τα φύλλα τους βαρκούλες τα μυρμήγκια
κι οι μέλισσες τις σέρνουν με τ’ αγκίστρι τους
στο ζαλισμένο αέρα τσαϊράδα.
Μες στις αιώρες της δροσιάς
λικνίζονται της αχλαδιάς τα φύλλα,
κοιμάται πάνω τους η βελουδένια κάμπια,
ένα μαμούθ έσκυψε και τη φίλησε
κι έμεινε το μεταξωτό της χνούδι
σκουλαρίκι στο μεγάλο αυτί του.

Ο ήλιος που μήτε έδυε, μήτε ανέτειλε,
με τις χρυσές χορδές έπαιζε της κιθάρας του
και χόρευαν μεθυστικά τα πράσινα φιλιά της χλόης.

Έρχονται οι έρωτες σε διάφανα έλκηθρα
κρούουν με τύμπανα τ’ ατλάζι της ψυχής σου,
δεν σχίζεται, ηχεί.

Είναι επόμενο
να βλέπεις τόσα οράματα
αφού εξόριστη στην έρημο βαδίζεις.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Αλκίνοος

Αλκίνοος

Μη
τον μικρό μου φίλο τον Αλκίνοο
που τρώει με το δάχτυλο το μέλι,
βουίζουνε στον ουρανίσκο του οι μέλισσες,
το φιλντισένιο όστρακο
των κυανών ματιών του
ουρά χελιδονιού ψαλίδισε
περνώντας η σκιά της.
Μη,
έτσι ολόγυμνος π’ αποκοιμήθηκε
κάτω από της μουριάς τα φύλλα
και στάζουν οι χυμοί από τα μούρα της
σαν κοκκινάδια άσεμνα
στο τρυφερό του σώμα,
μην τον ξυπνάτε.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 77, Ιούνιος 2007).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Το γαλάζιο άλογο

Το γαλάζιο άλογο

Πες σ’ αυτό το γαλάζιο άλογο πως δεν υπάρχει.
Πως πρέπει να προσαρμοστεί στον σκούρο κόσμο.
Πάει ο καιρός που έπλεε στη θάλασσα
κοιμότανε στο πράσινο του χορταριού αιδοίο.
Πες του να σκύψει το κεφάλι για σφαγή
να φύγει από το πάρτι με τις αλεπούδες.
Έχει στεφάνι αγκαθωτό από συρμάτινη κραυγή
κολάρο να φορέσει
και με τα ξύλινα παπούτσια του
τον θάνατό του να κλοτσήσει.

Αργά αργά να ξεφλουδιστεί
απ’ τον γαλάζιο εαυτό του
και μ’ ένα χρώμα χωματί να γονατίσει.

Ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή

Μαρία Κουγιουμτζή, Παυσίλαος

Αγρίμια κι αγριμάκια μου (παραδοσιακό Κρήτης με τον Νίκο Ξυλούρη)

Παυσίλαος

Είναι αγρίμι ο Παυσίλαος
να τον φοβάσαι
σαν τσακμακόπετρες ανάβουν τα σπιρούνια του
πάνω στη γραφομηχανή όταν καλπάζει.
Το λάσο του πετάει
κι αιχμαλωτίζει απ’ το λαιμό
τα ρήματα και τις προθέσεις σου
και με τη μια τις παίρνει το κεφάλι.

Ανέκδοτο ποίημα της Μαρίας Κουγιουμτζή

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μαρία Κουγιουμτζή