Κατερίνα Καριζώνη, Το τέλος της Σταχτοπούτας

Το τέλος της Σταχτοπούτας

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
από τα δάση της οκτωβριανής επανάστασης
και πέθανε σ’ ένα εργοστάσιο ζάχαρης.

Θυμάσαι τα παλιά μας ποιήματα;
μιλούσαν αόριστα για τον θάνατό της.
Ωστόσο τα γοβάκια της έλιωναν αθόρυβα στη στάχτη
στο τζάκι κάτω απ’ το σταματημένο ρολόι
όπου κεντούσανε τις τουαλέτες του χορού
φόβοι-υπηρέτες και μέλισσες-εποχές.

Τώρα θα πεθάνουμε κι εμείς
πρόσφυγες ενός παράξενου Οκτώβρη
δίχως πατρίδα και χωρίς παραμονή
σ’ έναν παράνομο και κακοπληρωμένο αιώνα
κι ούτε μια νύξη για τη σταχτοπούτα-επανάσταση
μόνο λίγη άχνη ζάχαρη στα χείλη
κι ένα διαβατήριο με δυσανάγνωστο επάγγελμα.

Η Σταχτοπούτα ήταν κόρη μετανάστη
Τατιάνα, το πραγματικό της όνομα
φορούσε πάντα λαστιχένιες σόλες
για να ξεφεύγει από τους φύλακες στα σύνορα
κι από τα περιπολικά στα πεζοδρόμια.

Από το ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Advertisements

Κατερίνα Καριζώνη, Τα παπούτσια

Τα παπούτσια

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
παπούτσια μου
που με οδηγείτε πάντα στους γκρεμούς
σε λάθος δρόμους που βγάζουν στο σκοτάδι
σε σπίτια που ερήμωσαν μες στις φωτογραφίες τους.

Άσπλαχνα, μπερδεμένα μέσα στην πολυκοσμία
παπούτσια μου
φτιαγμένα μόνο για αποχωρισμούς
γι’ αυτούς που περιφέρονται δίχως ελπίδα
έξω απ’ τους χάρτες του καλοκαιριού.

Παπούτσια που δεν με πάτε πουθενά
παρά μονάχα σε πόλεις που απομακρύνονται
σε ανθρώπους που πεθαίνουν μόλις τους αγγίζεις
σε έρωτες που σβήνουν πριν να γεννηθούν.

Κι όμως σας είχα φορέσει κάποτε
σε ηλιόλουστες μέρες
σε διαδρομές κοντά στα κάστρα
της παράκτιας πόλης
κι άλλοτε πλάι στην κηλίδα της θάλασσας
κάτω απ’ τον ουρανό
κάποιας εφήμερης αγάπης.

Παλιά, λιωμένα απ’ τις πεζοπορίες
παπούτσια μου
που ονειρευτήκατε ταξίδια.

Από το ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Σαλονίκη

Σαλονίκη

Γύρισα
και τη βρήκα μουχλιασμένη
καθόταν σε μια τσιμεντένια πολυθρόνα
και κεντούσε
ένα τατουάζ με τις βελόνες της βροχής.

Άνοιξε σιγά σιγά το παλτό της
και τότε είδα
ένα φωτισμένο σπίτι
να πλέει στην ομίχλη.
Απ’ το παράθυρο είδα τη μητέρα
με άσπρη ρόμπα και γάντια από φώσφορο
να κάνει ενέσεις σε κάτι πεθαμένες φίλες της
την θεία Σούλα απ’ τη Στουτγάρδη
και τον Θόδωρο απ’ το Κάιρο
με μολυβί βαλίτσες
φορούσαν όλοι βυζαντινές κορόνες στο κεφάλι
και με κοίταζαν.

Ήρθα στη Σαλονίκη, σκέφτηκα αμέσως.
Τότε όρμηξαν πάνω μου κρώζοντας
κάτι μαύροι αγριόκυκνοι
και οι πολεμίστρες του Λευκού Πύργου
φάνηκαν στα κύτταρα.

Από το ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Δίλημμα

Δίλημμα

[Ενότητα Από τα ποιήματα της εφηβείας]

Δείξτε μου κάτι να ψάξω.

Κουρασμένη από την ευκολία
θλιμμένη απ’ τη σιγουριά
ζητώ λίγη κούραση
ζητώ λίγη αμφιβολία.

Δυστυχισμένοι
όσοι δεν δυστύχησαν.

Από το ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Βαβέλ

Βαβέλ

[Ενότητα Από τα ποιήματα της εφηβείας]

Μην την αγγίξεις
δεν βλέπεις πώς χορτάριασαν τα χέρια της
είναι η Βαβέλ.

Ένα σωρό γλώσσες μυστικές
αρχαίοι χρησμοί ανεκπλήρωτοι
χαραγμένοι στο δέρμα
γραφές ανερμήνευτες.

Μην την αγγίξεις
κάπου μακριά αγγελιοφόροι διαλαλούν τον χρησμό της
σε φωτεινές πολιτείες τού πόντου
τις νύχτες τον ακούς
όταν το φύλλωμα της δάφνης γλιστράει στους ώμους σου

τον ακούς μέσα απ’ τη μνήμη
και τρομάζεις
μήπως γκρεμίσεις κι εσύ μέσα στο σώμα αθόρυβα
και μείνουνε οι σκαλωσιές σου όρθιες στη νύχτα.

Είναι η Βαβέλ.

Τα μάτια σου την είδαν ν’ ανεβαίνει
με της αγωνίας το ανάστημα στον ήλιο
ανέβαινε και ηχούσε σαν εντολή.

Κάποτε ο άνθρωπος θέλει να μιλήσει στο Θεό
και χτίζει τη Βαβέλ
κάποτε θέλει να μιλήσει ο Θεός στον άνθρωπο
και την γκρεμίζει.

Από το ανθολόγιο Ρεσάλτο (2009) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα μοχθηρά βαπόρια

Τα μοχθηρά βαπόρια

Απ’ το πρωί με κυνηγάει
ένα χρυσό τσεκούρι
μια γιγάντια νερόκοτα γεννάει
αμέτρητα αυγά στον ουρανό
ραγίζουνε σιγά σιγά τα αυγά
βγαίνουν άγρια βαπόρια που μουγκρίζουν
χαρούμενοι ναύτες τα ταΐζουν ζάχαρη
κι άλλοι τα σπρώχνουν πάνω σε κορμούς
μέχρι τη θάλασσα
ένα ένα γλιστρούνε τα βαπόρια
και βουλιάζουν στο νερό
πνίγονται οι ναύτες
σκορπίζει η ύποπτη ζάχαρη στο κύμα
εκείνα τρων τον καπετάνιο
θυμωμένα στο βυθό
κι όμως, θυμάσαι;
σε είχα προειδοποιήσει από καιρό

μόνον η αγάπη σου μπορεί να τους διδάξει
τα ταξίδια.

Απ’ το πρωί
προσπαθώ να σου εξηγήσω
ότι μας έχει καταπιεί ένα βαπόρι.

Το συγκεκριμένο ποίημα της Κατερίνας Καριζώνη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό πάροδος (τεύχος 6, Ιούλιος 2005).

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Μνημόσυνο

Μνημόσυνο

Ένα άλογο έτρωγε
όλο το πρωί τον ουρανό
από μια οπή φαινόταν η νεκρή γιαγιά μου
φορούσε την παλιά χορταριασμένη ρόμπα της
κι έπλενε κάτι γιγάντια καζάνια
πάλι δουλειές έκανε η δύστυχη γιαγιά
δίπλα της έκλαιγε μια νεαρή Αγία
τα δάκρυα της γίνονταν μικρά χρυσόψαρα
εκείνη είχε βάλει ένα τηγάνι στη φωτιά
το λάδι τσίριζε
αλεύρωνε η γιαγιά μου τα χρυσόψαρα
και τα ’ριχνε στο λάδι
βογκούσαν στην αρχή
μετά ησύχαζαν
κι αρχίζανε να μιλούν με τις φωνές μας.

Τι κάνεις γιαγιά στον ουρανό; της φώναξα.
– Όλη τη μέρα τηγανίζω ψάρια
για να μαθαίνω νέα σας,
τη νύχτα
με το καμένο τηγανόλαδο
ανάβω τ’ άστρα.

Από τη συλλογή Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470 (2001) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το εγκαταλειμμένο παλάτι

Το εγκαταλειμμένο παλάτι

Κανείς δεν ξέρει για το εγκαταλειμμένο ανάκτορο
στήνεται κάθε φορά που πιάνει η βροχή
υγρό και φωταγωγημένο σαν παλιός πολυέλαιος
φέγγει για μια στιγμή πάνω απ’ την πόλη
βεγγαλικό από παγωμένα κρύσταλλα κι ατμούς
κι ύστερα σωριάζεται αθόρυβα
στη θάλασσα.

Κανείς δεν ξέρει
για τον στοιχειωμένο οικοδεσπότη του
ζει εδώ κι αιώνες μόνος
μέσα στις σταγόνες της βροχής
μαδώντας λυπημένος μια μακριά ανθισμένη βέργα
που πότε πότε μοιάζει να είναι η γραμμή του ορίζοντα.

Μια νύχτα που φυσούσε
χτύπησε την πόρτα
και μου ζήτησε
ένα μικρό φλιτζάνι δάκρυα.

Από τη συλλογή Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470 (2001) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα

Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα

[Ενότητα Τρεις ιστορίες με αγάλματα]

Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα στους τοίχους
άρχισαν πάλι ένα-ένα να ξυπνούν.

Χειρονομούν, συμπλέκονται, παλεύουν,
απ’ τον ασβέστη ξεπροβάλλει ένα χέρι
ένα μισοθαμένο πρόσωπο αναδύεται
κι άλλα κορμιά χωνεμένα ξεχωρίζουν
θέλουν να βγουν μα δεν μπορούν
αλλού είναι το πέρασμα, βαθύτερα,
εκεί, στο τραύμα που άφησε ο χρόνος
στο ρήγμα που άνοιξε κάποτε η αγάπη.

Αφήστε ήσυχα τ’ αγάλματα στους τοίχους
και μη ταράζετε τον μαγεμένο ύπνο τους
σκοτώνουν άμα τα ξυπνήσεις, έλεγες,
δεν ξέρουν άλλο τρόπο να υπάρχουν.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Τα παγόνια της μονής Βλατάδων

Μάνος Χατζιδάκις, Μια πόλη μαγική
(τραγούδι: Βασίλης Λέκκας / δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή αγορά (1986))

Τα παγόνια της μονής Βλατάδων

Τι γυρεύουν τα παγόνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων
και τι βλέπουν χρόνια τώρα
κοιτάζοντας από ψηλά την πόλη;

Εδώ οι ψυχές μας συνορεύουν με τη θάλασσα
κι οι πεθαμένοι ζουν ανάμεσά μας
ο ήλιος κατεβαίνει κάθε απόγευμα
λερώνοντας με τη σκουριά του τα νερά,
όταν νυχτώνει
λιγνοί καλόγεροι πάνω σε σκαλωσιές
ξύνουν το σύμπαν
για να φανεί η τοιχογραφία των αστεριών
ενώ άλλοι, ηγούμενοι,
με αρχαίους αστρολάβους και διαβήτες τρίποδους
χαράζουν σύμβολα ανεξήγητα
στους τοίχους του ουρανού.

Τι γυρεύουν τα παγόνια
στο προαύλιο της μονής Βλατάδων;
Τις μέρες παίζουν με τα στάσιμα νερά
μέσα σε γούρνες ραγισμένες
τις νύχτες πετούν το φτέρωμά τους
και γίνονται γυναίκες
φορούν φορέματα δίχως ραφές
και βέλα μαγεμένα
και κατεβαίνουν κουβεντιάζοντας στην πόλη.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Το φεγγάρι κι οι τρεις Άραβες

Το φεγγάρι κι οι τρεις Άραβες

Η σκάλα που ακουμπούσε στο φεγγάρι
τι απέγινε;
ποιος το ανάβει τώρα;
πώς ανεβαίνει;

Τρεις μικροί Άραβες ήρθανε στην αγορά.

Ο πρώτος ρώτησε την τιμή του φεγγαριού
ο δεύτερος ζήτησε να μάθει την απόσταση
ο τρίτος έψαχνε μια καμήλα μαγεμένη.

Όταν έπεσε το δειλινό
πέρασε ένας τυφλός γενίτσαρος
κι άναψε τις λάμπες των δρόμων.
Πριν φύγει
μ’ ένα παράξενο χαμόγελο
έδωσε φως και στο φεγγάρι.

Πέρα στο βάθος
έφεγγε μια σκάλα ασημένια
ψηλές γυναίκες ανεβαίναν
κουβαλώντας λάδι σε αρχαία αγγεία
κι άλλες με μαγεμένα φυσερά
φυσούσανε
να δυναμώσει το φως το φεγγαριού.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Οι τρεις πριγκίπισσες

Οι τρεις πριγκίπισσες

[Ενότητα Τρεις ιστορίες κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο]

Τρεις μικρές πριγκίπισσες
ντυμένες με το φως του φεγγαριού
έπαιζαν όλη νύχτα στο χορτάρι
ένα πηγάδι έφεγγε εκεί κοντά.

Σκύβει η μια πριγκίπισσα να πιει νερό
και το νερό γίνεται γάλα
σκύβει η δεύτερη
και το νερό γίνεται χρυσό
σκύβει η τρίτη, η μικρότερη
και το νερό γίνεται αθάνατο.

Περνούσε κι η αγάπη μου και δίψασε
σκύβει να πιει
και το νερό έγινε δάκρυ.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Μαρμάρινη ιστορία

Μαρμάρινη ιστορία

[Ενότητα Τρεις ιστορίες με αγάλματα]

Στην άκρη της πόλης υπάρχει μια εκκλησία
και στην αυλή της μισοθαμένη
μια στέρνα με νερό
στη μέση βυθισμένο ένα κομμάτι μάρμαρο
με μια επιγραφή
που δεν μπορώ να τη διαβάσω.

Τις νύχτες ερχόταν ένα σπασμένο άγαλμα
και μελετούσε την επιγραφή.
«Εδώ υπήρχε κάποτε μια πόρτα
που έβγαζε στον ουρανό»,
έτσι το άκουγα να λέει.

Το άγαλμα άφηνε τα ρούχα του
στα χόρτα να λουστεί
μια άμαξα μαρμάρινη περίμενε απ’ έξω.

Ένας στρατιώτης το πρόσεξε μια νύχτα
κάπνιζε απόμερα εκστατικός και κοίταζε
ως το πρωί το ένα του χέρι είχε γίνει πέτρινο
και κράταγε σφιχτά ένα κλειδί.

Από παντού ερχόταν ο φλοίσβος του αιώνα.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Ιστορία χωρίς όνομα

Γιώργος Χατζηνάσιος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Είσαι ποτάμι
(τραγούδι: Μαρινέλλα / δίσκος: Για σένα τον άγνωστο (1983))

Ιστορία χωρίς όνομα

Ήταν ένα ποτάμι κάποτε
που κοιμόταν στα χέρια σου
κι άλλοτε έφευγε σιωπηλό προς τη θάλασσα
αφήνοντας πίσω του
ένα φύλλο του φθινοπώρου.
Δεν ήξερα πως δίπλα στην καρδιά σου
χτυπούσε η καρδιά ενός ποταμού
πως ήσουν ποτάμι
πριν γίνεις η αγάπη μου
όπως εκείνα που κυλούν
πλάι στις σιδηροδρομικές γραμμές
που ενώνουν τις μεγάλες πρωτεύουσες
όπως η σιωπή τις μεγάλες σημασίες
κάτω απ’ τη μελαγχολική αυτοκρατορία της βροχής.

Ένα παιδί τρέχει πλάι στα τρένα που περνούν
γυρεύει κάποιο δικό του πρόσωπο
που ταξιδεύει.
Πάντοτε ταξιδεύουν οι αγαπημένοι μας
κι όταν ακόμη είναι κοντά μας ταξιδεύουν
μέσα στο φόβο μας μη χαθούν.

Πάντα μας ταξιδεύει η αγάπη.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη

Κατερίνα Καριζώνη, Η πρώτη φράση

Κώστας Χατζής & Σώτια Τσώτου, Σ’ αγαπώ
(τραγούδι: Μαρινέλλα & Κώστας Χατζής / πρώτη εκτέλεση στο δίσκο Ρεσιτάλ (1976))

Η πρώτη φράση

Την έβδομη μέρα της δημιουργίας
ήρθε μια γυναίκα
κρατώντας ένα κλουβί με καναρίνι
και το κρέμασε σ’ ένα ανθισμένο κλαδί του παραδείσου
ύστερα βάλθηκε να συγυρίζει
σκούπισε τα σκοτάδια από τα τζάμια τ’ ουρανού
τη λάσπη του κόσμου από τα υποδήματα των αγγέλων
έβαλε καπνό
στο ανοιγμένο πλευρό του άντρα
κι ένα περιδέραιο από δάκρυα
στο λαιμό της γυναίκας
τέλος μάζεψε όλες τις φωνές των λουλουδιών
και τις ακούμπησε στα χείλη τους.

Η πρώτη φράση που ακούστηκε στον κόσμο
ήταν «σ’ αγαπώ».

Από τότε πέρασαν αιώνες σιωπής.

Από τη συλλογή Τα παγόνια της μονής Βλατάδων (1992) της Κατερίνας Καριζώνη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Κατερίνα Καριζώνη