Γιάννης Καρατζόγλου, Δρόμοι παλιοί

Δρόμοι παλιοί

Ακούστε αυτό που έχω να σας πω: αν σας μιλάω συνεχώς με άρθρα σε περιοδικά κι εφημερίδες με ηλεκτρονικά μηνύματα και λόγους μακροσκελείς στις συντροφιές για τα σβησμένα φουγάρα της πόλης και τα κλειστά της εργοστάσια για δρόμους που μετονομάστηκαν πλατείες που διανοίχτηκαν και νέα σχέδια παραλίας και κέντρου πόλης για σπίτια που γκρεμίστηκαν εν μία νυκτί για να χτιστούνε μεγαθήρια τετράγωνα τέρατα τσιμέντου και να περάσουν νέες λεωφόροι για τύπους των δρόμων τη Ρωσίδα τη Μάρω την κατσιβέλα τον Μιχαήλ τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου το παλιό γήπεδο μπάσκετ τον φιστικά με το κόκκινο πρόσωπο στις κερκίδες τα τραμ και τις σκαλομαρίες το Καραβάν-Σαράι το Αλκαζάρ τα υπόγεια σφαιριστήρια τα ζαχαροπλαστεία που μας μάζευαν τον Αλέξη που έφευγε συνεχώς μέχρι να φύγει οριστικά…

Είναι τα νιάτα μου που νοσταλγώ που φύγανε ανεπιστρεπτί και με βασανίζουν στον ύπνο και στο ξύπνιο, τα χρόνια που πέρασαν σαν νεράκι σαν ρυάκι και οδηγήσανε στο τώρα το τέλος κι εγώ τυφλός ήμουν και ανέβλεψα πως τώρα, στο τέλος, ζω μ’ αυτά μ’ αυτά που τώρα δεν υπάρχουν πια παρά μόνον σαν θολές φωτογραφίες στη μνήμη όμως μ’ αυτά αναπνέω…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Advertisements

Γιάννης Καρατζόγλου, Στην κεκαυμένη ζώνη

Στην κεκαυμένη ζώνη

Σε γνώρισα ως οικονομικός μετανάστης του Βορρά.
Ζήσαμε πέντε μύθους-χρόνια στην κεκαυμένη ζώνη της Αθήνας
στους δρόμους, τα δρομάκια, τις γωνιές κι όλες τις ρούγες
εσύ ένα σχολείο γεωγραφίας κι εγώ ένας μαθητής επιμελής
σε αμέτρητες πλατείες γειτονιές και μυστικά σοκάκια.

Όταν σιγά-σιγά θα σβήσει ο έρωτάς μας
και το νέο θα γίνει αντιληπτό στους ουράνιους θεούς
θά ’ρθει ένας άγγελος και θα μαζέψει όλα τα μέρη που αγαπήσαμε
τα μέρη που μας έκρυψαν, τα μέρη που φωλιάσαμε
τις αγιογραφίες του Κόντογλου στον Αϊ-Νικόλα στα Πατήσια
τη Δραπετσώνα, Κοκκινιά Επίδαυρο Καμίνια
το στέκι του Κόλια, ταβέρνες της Φιλαδέλφειας, πλατείας Παπαδιαμάντη
εκείνο το ατέλειωτο πήγαινε-έλα στο κορδόνι της Αχαρνών
τα καλαμάκια των Αλβανών, τους Πολωνούς της γειτονιάς μας
τον κουρέα κυρ-Παναγιώτη, τον Σαρίφ τον επιπλά, τη Βέρα απ’ το Ελμπασάν

και θα μοιράσει τα μέρη μας αυτά σε νέους οικονομικούς μετανάστες.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο χρόνος

Ο χρόνος

Ο χρόνος είναι χρήμα
Ο χρόνος είναι κλίμα
Ο χρόνος είναι σήμα
Ο χρόνος είναι κύμα
Ο χρόνος είναι σχήμα
Ο χρόνος είναι μνήμα
Ο χρόνος είναι ποίημα…

Σαν μανιασμένοι λύκοι χύμηξαν οι χιλιάδες αγανακτισμένοι διαδηλωτές προς τη Μεγάλη Πλατεία. Κρατώντας στα χέρια τους σφιχτά κασμάδες, σφυριά, σκεπάρνια, τσεκούρια, αυτοσχέδιους κόφτες, πριόνια, βαριοπούλες και καλέμια, συγκεντρώθηκαν γύρω απ’ το κατάλευκο μνημείο κι άρχισαν να το τεμαχίζουν όπως-όπως αποσπώντας μικρά και μεγάλα τεμάχια απ’ το σώμα του και φεύγανε κρατώντας ο καθένας το δικό του μικρό ή μεγαλύτερο κομμάτι μάρμαρο.

Στο μεταξύ κατέφθασαν οι κάμερες των τηλεοπτικών συνεργείων κι όσο περνούσε η ώρα οι διαδηλωτές πληθαίνανε ενώ στις μικρές πόλεις των επαρχιών οι τηλεθεατές παρακολουθούσαν εκστατικοί και με φθόνο. Πηγές της αντιπολίτευσης προέβησαν σε δηλώσεις που ανάγκασαν τον Υπουργό Τάξεως και Πειθαρχίας να κάνει ανακοινώσεις, τονίζοντας ότι η αστυνομία δεν θα επέμβει διότι προτιμά μερικά σπασμένα μάρμαρα από ένα σπασμένο κεφάλι.

Πέρασαν τρεις ώρες και ανάμεσα στους καπνούς των καπνογόνων οι αμερόληπτες κάμερες κατέγραψαν την εικόνα του τι είχε απομείνει: μόνον η μεταλλική βάση του αγάλματος και η μπρούτζινη επιγραφή επάνω της με τον τίτλο του μνημείου που έγραφε «ΧΡΟΝΟΣ».

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Χρονοδιαφυγή

Χρονοδιαφυγή

Μετράει από δω, μετράει από κει, τα νούμερα δεν του βγαίνουν. Κάτι πρέπει να κάνει επειγόντως. Αν έσβηνε μερικές γιορτές, ας πούμε Θεοφάνεια, δεύτερη μέρα του Πάσχα, της Παναγίας, Καθαρή Δευτέρα, Αγίου Πνεύματος; Μπα, δεν κερδίζει πολλά. Αν έσβηνε κάτι μήνες αδιάφορους, Φεβρουάριο, Μάρτιο, Νοέμβριο; Λίγο καλύτερα τώρα… Αν πάλι παρέκαμπτε κάτι άχρωμους παραθερισμούς, τις εθνικές επετείους, τα καλοκαιρινά φεστιβάλ, κάτι βαρετές συνάξεις με παλιούς συμμαθητές; Πρέπει να μελετήσει πώς θα καταχωνιάσει κι άλλες μέρες. Υπολογίζει, κοντά στις εκατό.
Πλησιάζει η ημερομηνία υποβολής της Χρονολογικής Δήλωσης, βιώνει αδιέξοδες ώρες και δεν έχει καταλήξει πόσο χρόνο θα αποκρύψει, τι βεβαιώσεις θα καταστρέψει, τι κωδικούς θα μπερδέψει, πώς θα χρονοδιαφύγει έστω και για λίγο καιρό από τον μέγα Έφορο του Ουρανού.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Οικονομικός μετανάστης

Οικονομικός μετανάστης

Όταν κατέβαινε με το σαράβαλο αυτοκίνητό του ως οικονομικός μετανάστης στην Αθήνα, αγόρασε απ’ την κοιλάδα των Τεμπών στο πάρκινγκ της Αγίας Παρασκευής δύο γουρουνάκια κουμπαράδες χρώματος ροζ με κατακόκκινα μαγουλάκια κι έβαζε κάθε τόσο τα ψιλά που του περίσσευαν για τις χειρότερες μέρες.

Τα επόμενα Χριστούγεννα που επέστρεφε Αθήνα αγόρασε άλλα δύο γουρουνάκια και τον άλλο χρόνο κι άλλα δύο. Σύνολο έξι.

Όταν την τέταρτη χρονιά οι χειρότερες μέρες ήρθαν, είπε να ανοίξει τους κουμπαράδες και να μετρήσει τα λεφτά. Όταν τα καταμέτρησε, διαπίστωσε ότι αυτά του έφταναν μόνο να αγοράσει μια Δημουλά, έναν Μέσκο, μια Μαρία Κουγιουμτζή και με τα υπόλοιπα μισό βιβλίο της Καρυστιάνη.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τηλεφωνικοί θάλαμοι

Τηλεφωνικοί θάλαμοι

Χρόνια πριν, κατέβαινα στον άνυδρο δρόμο να αντλήσω φωνή απ’ την ηχώ σου γεμάτος ενοχές τα τυραννικά μεσημέρια εκείνα, σφάλιζα την πόρτα στον μαρμάρινο τηλεφωνικό θάλαμο του ΟΤΕ να μην ξεφύγει ούτε φθόγγος λόγου μυστικού απ’ τις χαραματιές του κόσμου μας.

Χρόνια μετά τα πάθη εκείνα τα άγια, δεν έχει πια κλειστούς θαλάμους ασφαλείς στα πεζοδρόμια της αγάπης μόνον κουβούκλια από πλαστικό που ευτελίζουν τον κρυφό λόγο αφήνοντας ανοιχτές τις λέξεις τις ένοχες –μα τόσο μοναδικές– στους περίεργους εχθρούς της σιωπής.

Κι ακόμα, πεζοδρόμια-τηλέφωνα που κινούνται μαζί με το σώμα και τον λόγο και μαρτυρούν τα πάντα, ασύστολα, σε αδιάφορους διαβάτες…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Λέγαμε «τα καλά τα λόγια»

Λέγαμε «τα καλά τα λόγια»

Γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου περίμενα με λαχτάρα να έρθει η βραδιά με τα «καλά τα λόγια». Ήτανε τότε που με έπαιρνε ο πατέρας στα γόνατά του για να «τα πούμε», να μου διηγηθεί δηλαδή πώς θα ξεκινήσουμε το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων για να πάμε στον «Πετεινό», το κατάστημα με τα χρωματιστά παιδικά παιχνίδια για να διαλέξουμε το δώρο του Νέου Έτους. Δηλαδή το δώρο μου. Σαν να λέμε, ένα ξύλινο αυτοκινητάκι ή ένα ανατρεπόμενο ή κάποιο αλογάκι. Όταν ερχόταν η παραμονή, κατεβαίναμε στην Ίωνος Δραγούμη, φτάναμε στον «Πετεινό» κι εγώ εκστασιαζόμουνα απ’ το πλήθος και την γκάμα των παιχνιδιών της βιτρίνας. Όταν μπαίναμε στο μαγαζί, διάλεγα συνήθως κάτι εντυπωσιακό, ογκώδες και φασαριατζίδικο, άρα κάτι σχετικά ακριβό. Σε ένα μεγάλο κουτί ο πατέρας το έκρυβε κάτω από το δεντράκι. Παραμονή πρωτοχρονιάς κοιμόμουνα νωρίς. Οι γονείς μου βγαίνανε για ρεβεγιόν στη Λέσχη Τραπεζικών και επέστρεφαν μετά τον καινούριο χρόνο. Μόλις γύριζαν σπίτι, ο πατέρας έκανε το «ποδαρικό», έσπαγε στην πόρτα το ρόδι, έριχνε με δύναμη στο πάτωμα μια πέτρα κι έχυνε στην είσοδο νερό από ένα μπρούτζινο τάσι. Το πρωί ανοίγαμε τα δώρα. Απογοήτευση: το δώρο μου ήτανε συνήθως διαφορετικό από αυτό που είχα διαλέξει, ήτανε εκείνο που ανταποκρίνονταν στα ισχνά βαλάντια της οικογένειας. Το μεσημέρι πηγαίναμε επίσκεψη στη γιαγιά Μαργιορίτσα για να κόψουμε τη βασιλόπιτα και να φάμε τους λαχανοντολμάδες του εθίμου. Στον δρόμο ο πατέρας αγόραζε τη «Μακεδονία» για να δει τους αριθμούς του Λαχείου Συντακτών που κερδίζανε. Ποτέ δεν κέρδισε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά μου φαίνεται πως ήταν ηλιόλουστες οι Πρωτοχρονιές των χρόνων εκείνων, όμως πολύ κρύες, παγωμένες. Η καρδιά ζέσταινε κατά το τέλος του Γενάρη όταν ερχόταν το δέμα του θείου Σαράντη απ’ την Αμερική με τα μεκανό ή τα κουρδιστά τανκς που βγάζανε φωτίτσες τα πυροβόλα τους και τα πλαστικά στρατιωτάκια με τους Ινδιάνους και τους καουμπόηδες. Έτσι ξεκίναγε ο νέος χρόνος κι η πόλη χλωμή, βουβή, κρυσταλλιασμένη περίμενε την άνοιξη κι εγώ το Πάσχα για καινούρια παπούτσια…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Μετά την καταστροφή

Μετά την καταστροφή

Μετά την Καταστροφή η οικογένεια σκόρπισε. Ένα ολόκληρο κλαδί της πήγε Αμερική μεριά. Εκεί και πάλι έσπασε. Άλλοι για Σικάγο, άλλοι Ντιτρόιτ και μερικοί στη Φιλαδέλφεια. Κανείς τους δεν επέστρεψε ποτέ στην άγνωστη πατρίδα Ελλάδα, ελάχιστοι πήραν το υπερωκεάνιον και ήρθανε λίγες φορές σαν περιηγητές, μετά τον Πόλεμο. Έφερναν στους εδώ συγγενείς τους κάλτσες νάιλον, μαγιό πολύχρωμα με Χαβανέζες, πλαστικά πορτοφόλια και στους άνδρες ρολόγια με μπαταρία. Βγαίνανε φωτογραφίες με τους εντόπιους συγγενείς και φίλους κι έπαιρναν τα φιλμ μαζί τους να τα εμφανίσουν στην Αμερική για σιγουριά. Επέστρεφαν πίσω μετανιωμένοι που πήγαν στην Ελλάδα, εδώ τους έλειπαν τα πάντα: το πλαστικό χρήμα, το κέτσαπ, το σκατς, οι λιμουζίνες τους, το άις κριμ σόντα και πολλά άλλα. Μετά από καιρό ταχυδρομούσαν τις φωτογραφίες με αφιέρωση. Ούτε στην Αμερική βλεπόντουσαν ποτέ, Σικάγο-Ντιτρόιτ ήταν, λέει, μεγάλη απόσταση.

Τώρα ο θείος Ραφαήλ, ο δικηγόρος, η θεία Θέκλα, ο θείος Ιορδάνης είναι βεβαίως φευγάτοι από χρόνια. Τα παιδιά τους ούτε τα γνωρίσαμε παρά μόνον σε χρωματιστές φωτογραφίες βγαλμένες στον Νιαγάρα ή σε πλούσια εξοχικά. Κι αυτά όμως τώρα –αν ζούνε– θα είναι εις τας δυσμάς. Τα παιδιά των παιδιών τους, γνήσιοι Αμερικάνοι πια, ούτε που θα γνωρίζουν κατά πού πέφτει η Σμύρνη, τι σημαίνουν οι λέξεις Μαγνησία, Αξάρι, Κιρκαγάτς, τι παίχτηκε στο Αφιόν Καραχισάρ… Κοντεύει αιώνας πλέον. Όσοι παρέμειναν Ελλάδα αποδήμησαν και αυτοί και οι διηγήσεις τους. Ακόμα κι εγώ κουράστηκα να βλέπω τις νύχτες τον Κιορ Μπεχλιβάν να μπαίνει στο χωριό με τη μεγάλη του χατζάρα, φεύγω σιγά-σιγά κι εγώ, η εθνοκάθαρση του αιώνα επέτυχε απολύτως…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Συνταξιούχος ποιητής

Συνταξιούχος ποιητής

Απ’ το πρωί η ζωή τραβάει την κατηφόρα.
Στις δέκα ο ταχυδρόμος φέρνει νέους λογαριασμούς
ρυθμίσεις, κοινοποιήσεις, αποδείξεις, παρατάσεις
απλήρωτες κάρτες τραπεζών, ευγενικές υπενθυμίσεις…
Κι όλο προσθέτει εκείνος, αφαιρεί, διαιρεί, δεν πολλαπλασιάζει
βλέπει αμυδρά ειδήσεις ολέθρου και καταστροφής
κουρέλι πια το βράδυ πέφτει στο κρεβάτι εξαντλημένος.

Γύρω στις δύο η ώρα τη νύχτα μπουμπουνίζει το μυαλό
συνθέτει ραψωδίες, ανακαλύπτει λέξεις, ταιριάζει στίχους
βρίσκει καινούρια ομοιοκατάληκτα, συνώνυμα, ομόηχα
φτιάχνει ιστορίες νέες, παλιές ανασυνθέτει, τις ενώνει
σχεδιάζει κεφάλαια, πίνακες περιεχομένων, κολοφώνες
επιγράμματα, ελεγείες, δακτυλικά πεντάμετρα οργής
που όταν χαράζει ο ήλιος οι ήχοι γίνονται πνοή κι αιθέρας…

Κι εκεί κατά τις οκτώ που πετιέται απ’ το κρεβάτι
κάτι θυμάται αμυδρά, κάτι ακαταλαβίστικους ήχους της νύχτας
ασύνδετους και χωρίς νόημα που προσπαθεί να συνενώσει
να τους επιδαψιλεύσει ειρμό και κίνηση, πλην ματαίως.
Η μνήμη είναι πάντα νυχτερινή.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Στατιστική ελπίς

Στατιστική ελπίς

Πρωί-πρωί ξυπνάει χωρίς άγχη και με συνείδηση ήσυχη.
Πίνει καφέ ευλαβικά έχοντας απέναντί του τηλεόραση
ακούει ειδήσεις απ’ τις πρωινές εκπομπές, τα λόγια, τις αναγγελίες,
παθιάζεται ακόμα –αν και λιγότερο- με τους πολιτικούς και τα κανάλια…

Πάει αργότερα στην τράπεζα, κοιτάζει αν μπήκε η σύνταξη του μήνα
βλέπει αγγελτήρια κηδειών, «ετών 86», και σκέφτεται στατιστικά
μετράει τα χρόνια κι υπολογίζει δεκαέξι επί τρακόσια εξήντα πέντε…
Μετά βλέπει άλλο, «ετών 80», κι αρχίζει νέο πολλαπλασιασμό
με πιο μικρό γινόμενο. Κάποια γινόμενα είναι τριψήφια.
Θυμάται τον καθηγητή του κι αναρωτιέται αν η μεταβλητή είναι τυχαία
ποια η τυπική απόκλισις, το διάστημα εμπιστοσύνης, η ανάλυση της διαπσποράς
η κανονικότητα της κατανομής, ο συντελεστής συσχέτισης…

Αυτός, που μέχρι προχτές την πέτρα έσφιγγε σε κομματάκια
αυτός που έζησε τόσες χιλιάδες μέρες, που ερωτεύτηκε, αγόρασε, πούλησε
υπόγραψε, ταξίδεψε, γέλασε, πικράθηκε, κρύωσε, ζεστάθηκε, γέννησε
υπολογίζει τώρα με γινόμενα και ιστογράμματα την πιθανότητα του τέλους.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Έστω αποκλειστικά χειμώνες

Έστω αποκλειστικά χειμώνες

Μισώ τους χειμώνες, έλεγε παλιά,
δεν το μπορώ το κρύο, τον ουρανό γεμάτο σύννεφα,
δεν αντέχω τους πάγους και τα χιόνια.
Αχ, να μην υπήρχανε χειμώνες στη ζωή μου…

Και μια στιγμή, στους ύστερους χρόνους
πιάνει τον εαυτό του να υπολογίζει, να μετράει
πόσους μόνον χειμώνες θα δεχότανε από τούδε
χωρίς καλοκαίρια ούτε φθινόπωρα ούτε ανοίξεις.

Έστω αποκλειστικά παγερούς χειμώνες…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τα φτερά της ωμοπλάτης

Η συλλογή «Εγγραφές κλεισίματος» του Γιάννη Καρατζόγλου είναι ολοκαίνουρια, για την ακρίβεια μυρίζει ακόμη τυπογραφείο μιας και εκδόθηκε μόλις πριν 15 μέρες από τον θεσσαλονικιώτικο εκδοτικό οίκο Ρώμη.

Πέρασαν κιόλας 8 χρόνια από το τελευταίο βιβλίο του ποιητή που ήταν η σύνοψη μιας ποιητικής διαδρομής 45 ετών (1964-2009) και είχε κυκλοφορήσει το φθινόπωρο του 2009 από τις εκδόσεις Ίκαρος με τον τίτλο «Πηγαίος κώδικας».

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι σπουδές και η επαγγελματική σταδιοδρομία του οικονομολόγου Γιάννη Καρατζόγλου δίνουν το έναυσμα για έναν τίτλο συλλογής βασισμένο σε χρηματοοικονομικούς όρους. Έχουν προηγηθεί οι συλλογές «Αποσβέσεις» (1987) και «Αποτελέσματα χρήσεως» (2006). Ακόμη και σε ενότητες των βιβλίων του χρησιμοποιεί παρεμφερείς όρους, όπως και συχνά σ’ αυτά καθαυτά τα γραπτά του. Όπως είχε πει κάποτε ο φιλόλογος καθηγητής του ΑΠΘ Πάνος Πίστας (ποιητής Π. Σωτηρίου), η χρήση αυτής της τεχνοκρατικής ορολογίας συμβάλλει στην εξισορρόπηση του συναισθήματος με την πραγματικότητα ώστε όταν περισσεύει το συναίσθημα οι στίχοι να μη γίνονται μελό και παράλληλα βοηθά τον ποιητή να ξεπεράσει την αμηχανία του όταν περιγράφει δύσκολες στιγμές για τον ίδιο ή για όλους μας προσγειώνοντας μας στην απτή πραγματικότητα των αριθμών.

Πέρασαν, λοιπόν, 8 χρόνια από το προηγούμενο βιβλίο του Γιάννη όσα και τα δύσκολα χρόνια για τον τόπο μας. Στο διάστημα αυτό ο ποιητής μεγάλωσε όπως όλοι μας, ζορίστηκε από κάθε άποψη όπως όλοι μας, μαύρισε και μαυρίζει η ψυχή του καθημερινά όπως όλων μας με όσα συμβαίνουν στη χώρα μας και στην εγγύς Ανατολή και όλα αυτά τα αποτυπώνει στα νέα του ποιήματα.

Δεν είναι καθόλου χαρωπά και ανέμελα τα γραπτά αυτής της συλλογής. Θα έλεγα ότι αποτυπώνουν αρκετά γλαφυρά και ενίοτε αιχμηρά τον ζόφο και το χάος της εποχής μας όσον αφορά την κοινωνική διάσταση των πραγμάτων αφενός και αφετέρου τη νοσταλγία για τα νιάτα και το παράπονο για τη ζωή που κυλάει και φεύγει τόσο γρήγορα, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβουμε, και τη θλίψη για τα γηρατειά που όλους μας σοκάρουν και μας τρομάζουν και δεν ξέρουμε πώς να τα διαχειριστούμε.

Βρίσκω τα κοινωνικά ποιήματα της συλλογής (περί προσφύγων και οικονομικής κρίσης) εξαιρετικά. Και χαίρομαι που ο Γιάννης Καρατζόγλου καταπιάστηκε με τα θέματα αυτά και τα αποτύπωσε ως έχουν για να ξέρουν οι επόμενες γενιές τι συνέβαινε στην Ελλάδα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα (πράγμα που περιέργως αποφεύγουν να κάνουν οι περισσότεροι ποιητές στις μέρες μας και μου δίνουν την αίσθηση πως ζουν σε άλλη χώρα κι άλλον πλανήτη).

Βρίσκω τα προσωπικά ποιήματα της συλλογής ενδιαφέροντα και ορισμένα πολύ ευρηματικά (όπως το πρώτο ποίημα της συλλογής που παραθέτω παρακάτω). Έχω όμως ορισμένες ενστάσεις όσον αφορά την πολλή μαυρίλα ενόψει της τρίτης ηλικίας γιατί, όπως είπα στον ίδιο τον ποιητή, δεν είναι δα υπεραιωνόβιος ήδη. Ας συγκρατηθεί, επομένως, κι ας γράψει για τα ίδια θέματα ξανά μετά από μια δεκαετία και βάλε.

Δεν θα πω περισσότερα γιατί πάντα προτιμώ να αφήνω τους ποιητές να μιλάνε μέσω των γραπτών τους. Οπότε τις επόμενες μέρες σε πρώτο πλάνο θα περάσουν τα νέα ποιήματα του Γιάννη Καρατζόγλου.

Θα κλείσω αυτόν τον πρόλογο λέγοντας μονάχα ότι η ποίηση του Καρατζόγλου είναι για μένα σαν το παλιό καλό κρασί. Ο τρόπος γραφής του με κάνει από παλιά να νιώθω ότι πλέω σε ασφαλή νερά όπου η γλώσσα και ο ρυθμός ρέουν αβίαστα και όπου ο ποιητής είναι ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας που μου μιλάει με αμεσότητα και σαφήνεια για ό,τι έζησα, ζω ή θα ζήσω κι εγώ. Κάπως σαν να παίζουμε τάβλι μαζί και πίνουμε τον καφέ μας και λέμε ο ένας στον άλλο τον καημό μας. Αυτός ο τρόπος γραφής έχει γνήσιο άρωμα Θεσσαλονίκης (π.χ. Αναγνωστάκη και Διαγωνίου) και πάντα μου άρεσε όχι μόνο λόγω της καταγωγής μου αλλά και λόγω της πάγιας άποψής μου ότι ποιητής και αναγνώστης πρέπει να γίνονται μια παρέα και να δένονται γιατί αλλιώς η ποίηση χάνει την ουσία της και γίνεται αέρας κοπανιστός. Και από αέρα κοπανιστό χορτάσαμε πια και στην τέχνη και σε κάθε άλλο τομέα της σύγχρονης Ελλάδας.

Καλωσορίζω, λοιπόν, αυτή τη νέα συλλογή του Γιάννη Καρατζόγλου με πολλή χαρά και συγκίνηση. Γιατί τα παιδιά των ποιητών της Θεσσαλονίκης, δηλαδή τα βιβλία τους, τα έχω και λίγο σαν δικά μου παιδιά, ιδίως αν είναι τόσο προκομμένα όσο οι «Εγγραφές κλεισίματος». 🙂

Τα φτερά της ωμοπλάτης

Όσο γερνάει κάνει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που υποδεικνύουν οι γιατροί.

Καπνίζει σαν φουγάρο, πίνει ούζα και τσίπουρα βουστροφηδόν
τραβάει τις νύχτες ως το χάραμα διαβάζοντας αδηφάγες διηγήσεις
δεν περπατάει το καθημερινό χιλιόμετρο, δεν ανεβαίνει σκάλες με τα πόδια
τους μετρητές χοληστερίνης, πίεσης, σακχάρου αγνοεί…

Όσο παλιώνει πράττει το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό που λέει η λογική.

Θυμάται τα πρόσφατα, δεν προσφεύγει στα παλιά,
τα καλοκαίρια αγνοεί
απολαμβάνει τη βροχή, το χιόνι, τις λασπουριές και τους ανέμους
ακούει τραγούδια με γερασμένους τραγουδιστές της εποχής του
ξοδεύει άναρχα όσα του απομείνανε, οι καταθέσεις του τελειώνουν
δεν ασχολείται με διαθήκες, ψιλές κυριότητες και επικαρπίες…

Όσο γερνάει καλυτερεύει η υγεία μέσα του, εκτός από κάτι πόνους
στις κλειδώσεις της ωμοπλάτης, δεν είναι τίποτα του είπαν οι γιατροί
είναι που φύονται φτερά, λιγάκι ακόμα θα πονάς μέχρι να μεγαλώσουν
αλλά τη μέρα εκείνη θα πετάξεις άνετα με μεγάλες απλωτές…

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ελληνική ιστορία

Βάσω Αλαγιάννη & Μανώλης Ρασούλης, Αχ Ελλάδα
(τραγούδι: Νίκος Παπάζογλου / δίσκος: Αλκυονίδες μέρες (2005))

Ελληνική ιστορία

[Ενότητα Σε κατάσταση πολιορκίας]

Ελιά, ελιά, κόντρα στον κερασφόρο.
Οίκαδε. Πρόσφυγγες…

Γιατί χαίρεται ο κόσμος και χαμογελάει, πατέρα;
Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια.

Ζήτω το ΕΑΜ, ζήτω το ΕΛΑΣ.
Πας μη Εαμίτης, Γκεσταπίτης.
Ανασυγκρότησις… Κύπρος – Ένωσις…

Έναν λοχία… Έναν λοχία επιτέλους…
Ελλάς των Ελλήνων Χριστιανών…
ΝΑΤΟ – ΣΙΑ – Προδοσία

Αλλαγή, αλλαγή, λαϊκή συμμετοχή.
Νέα τζάκια.
Η Μακεδονία είναι ελληνική…

Εκσυγχρονισμός. Επανίδρυση.

Ελλάδα της Τασκένδης, Ελλάδα της Πλατείας Σκεντέρμπεη
Ελλάδα των Εξαρχείων και των Σαράντα Εκκλησιών
της ξενιτιάς, του Ντίσελντορφ και του Ντιτρόιτ
με κώδικες μικροαστικούς πορεύεται στο επέκεινα
ντυμένη για αιώνες εμπράγματα όνειρα…

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Πηγαίος κώδικας (2009) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τέλος Αυγούστου

Τέλος Αυγούστου

[Ενότητα Διαβατήριος έρωτας]

Τέλος Αυγούστου και το φεγγάρι του απολογητικό,
που λέει, όσοι πρόλαβαν ενθύμια σπείραν,
και τώρα μνήμη.

Τέλος Αυγούστου η καρδιά μαύρο λιθάρι
τα τσίπουρα θα βγουν στον νέο τρύγο
από σταφύλια μαύρα.

Τέλος Αυγούστου τα τραγούδια έχουν πια σωθεί
οι αναμονές δεν έχουν τίποτα να δουν
πλην του χειμώνα.

Τέλος Αυγούστου μας φορτώσαν σαν σακιά
με μια μπουκιά κατάστρωμα κι άλλοι αμπάρι
στη μαύρη Ελλάδα.

Τέλος Αυγούστου πάντα κλαίγανε οι μάνες γοερά
για τα τσιφλίκια και τα σύκα της πατρίδας
για τους χαμένους.

Τέλος Αυγούστου μ’ άφησες και μπήκα φυλακή
χρόνους οκτώ σε κάτεργα εκδίκησης
χωρίς αγάπη.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Σκαλομαρία στη μνήμη


Γιάννης Σταύρου, Διαγώνιος 1954 (Θεσσαλονίκη, 130 Χ 160 εκ., λάδι σε καμβά)
Πηγή: το ιστολόγιο του Θεσσαλονικιού ζωγράφου

Σκαλομαρία στη μνήμη

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Μία η ώρα Κυριακή είχε κοκκινίσει στο φούρνο το ψητό.
Δυο φράγκα ψηστικά ένα η «Μακεδονία» ρέστα από τάλιρο δικά του
κατέβηκε δυο δυο τις σκάλες για να προκάνει το ταψί
να πει στο μεταξύ ένα γεια στον Γιάγια, στον Καλαμπαλίκη.
Τρέχοντας στο λιθόστρωτο γιατί θα άρχιζε του Μαμάκη η εκπομπή
σήμερα θα ’χε Πεγκ, καρδούλα μου με τη Λαμπέτη.

Όλη η χωμάτινη πλατεία λουζόταν φως και ακινησία
η Κόκκινη Εκκλησία σχόλασε νωρίς χωρίς βαφτίσια.
Κόκκινος Σεπτέμβρης της πόλης μας γλυκός, Κυριακή κοντή γιορτή,
το βράδυ θα παγαίναμε όλοι Έκθεση είχε πει ο πατέρας.

Πενήντα χρόνια αργότερα ποιητής μεσήλικας ανασύρει γεύσεις
οσμές ανάσες και τοπία άλλης εποχής που έρχονται και φεύγουν
σαν τραμ ορμητικά της Εγνατίας σε μια σκαλομαρία στη μνήμη.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου: Τώρα, μαζεύει λέξεις

Τώρα, μαζεύει λέξεις

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Για να εκφράσει το κενό, τώρα μαζεύει λέξεις.

Ψάχνει σε πάπυρους παλιούς, σε ξεχασμένα αρχεία,
σε άριες, σε ορατόρια και πινακοθήκες
να βρει τη λέξη την πιο στενή, την πιο λιτή,
τη λιγότερο φωτεινή, την άλλη μια ιδέα πιο μπεζ,
την παραπέρα που την έχουν στην παλιά Ελλάδα
εκείνη που κάποτε αγκάλιασε, την πιο αχρησιμοποίητη,
λέξεις σχισμένες λέξεις σαν κουβάρια, εργονομικές

και μ’ όλες αυτές να μιλήσει για το τίποτε που τον περιβάλλει.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Το λεξικό


Πηγή: inspireddaybyday.blogspot.com

Το λεξικό

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Αυτό το ξεχαρβαλωμένο λεξικό δεν πετιέται, κόρη μου,
το κουβαλούσα όλα αυτά τα χρόνια μες στο μαύρο χιόνι
για να μου αποδίδει στα αγγλικά την τέλεια μοναξιά,
τα σαββατόβραδα βουνά που μόνος εκφωνούσα
σπάνια ουρλιαχτά κραυγάζοντας προς άγνωστες κορφές
κι αυτές καλόγνωμες μου ανταπέδιδαν αρώματα
πορτοκαλιών και κίτρων απ’ τις ευσπλαχνικές χαράδρες
ή όταν βάδιζα στην άμμο σε σιωπηλές ακρογιαλιές
ίχνη ταιριάζοντας πάνω σε άγνωστα βήματα για να περάσει η ώρα.

Αυτό το μαύρο διαλυμένο λεξικάκι θα σου αφήσω, κόρη μου,
κι όταν θα φύγω οι υπογραμμισμένες λέξεις του
θα σου θυμίζουνε τις δύσμορφες τις ώρες του πατέρα.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Ο ποιητής κι ο διευθυντής

Ο ποιητής κι ο διευθυντής

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Δεν είναι ο ίδιος πια για τους παλιούς του φίλους
ή μήπως είναι, αλλά παρατημένος σαν τους ανάπηρους πολέμου
που όλο ζητούν κάτι, ενοχλητικά, σαν να το δικαιούνται.

Άλλαξε οικογένεια, συνήθειες και ντυσίματα
χτένισμα στα μαλλιά, τηλέφωνα και διευθύνσεις
μένει σε γειτονιές απίθανες, στα παλιά στέκια δεν συχνάζει
χρόνια και χρόνια δεν έστελνε κάρτες και χαιρετίσματα
έρχονταν κι έφευγαν γιορτές κι ούτε μια υπόμνηση
αν ζει, αν πέθανε, τι γράφει ή αν στέρεψε.

Στο μεταξύ άλλοι γινόντουσαν πατέρες, άλλοι πεθεροί,
καθηγητές, εκδότες, βουλευτές και συγγραφείς
κι ο λόγος του ο καλός, χαμένος όπως τα χρόνια του.

Χρόνια του τίποτε, νωθρά μέσα στην κίνησή τους
χρόνια κούφια, αλκοολικά σε μια οθόνη απέναντι
με τσούλες να του τρων το βιος και να παράγει αδιάλειπτα
χρήματα μετοχές και σπίτια κι αυτοκίνητα και καταθέσεις
για να τα τρώνε πάλι.

Και τώρα έρχεται να ξαναζητήσει τα χνώτα τους
να μπει ξανά στους χώρους και τα σαλόνια τους
να παρεισφρήσει ξαφνικά στη σκέψη και το λόγο τους
να παίξει με τους όρους τους παλιούς, τους ξεχασμένους.

Έχασε όμως. Όσοι μπορούσαν να τον ξαναβάλουν στο παιχνίδι αποδήμησαν
στο στρώμα που άπλωσε εκεί πια θα κοιμηθεί ως την ανάσταση
από τον σπόρο τον μεταλλαγμένο που έσπειρε
μεταλλαγμένη πραγματικότητα τώρα θερίζει
χωμένος ως τα μπούνια στο μικρόκοσμό του ο διευθυντής
που ήταν ποιητής των ασημάντων ο ποιητής που ήταν
διευθυντής του μηδενός.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Βιογραφικό επαγγελματικής χρήσεως

Βιογραφικό επαγγελματικής χρήσεως

[Ενότητα Κατάθεσις προθεσμίας]

Πληροφορίες ανούσιες η περιουσία του: θερμοκρασίες πρότυπες,
βαθμοί βρασμού, τριβές ολίσθησης, στροφές εκκεντροφόρων,
γεννήτριες, κλώστριες, προγνέστριες, κλίβανοι ανοπτήσεως,
άχρηστες γνώσεις διατάγματα που ανακάλεσε ο καιρός
ταξίδια σε χώρες που αλλάξανε όνομα ιδεολογίες κυρίαρχους
ξενοδοχεία λευκά στη μέση του τίποτα συσκέψεις αμφίσημα λόγια
κουβέντες για το κενό σχέδια ισολογισμούς αποσβέσεις
κόστος, κόστος, κέρδος, αποδόσεις, κυλιόμενοι τάπητες
ένσφαιροι τριβείς, άδειες λειτουργίας, πυροπροστασίας,
αιωρούμενες κλίμακες, συνημίτονα, καολίνες, υαλώματα…

Κοντά στην αποστράτευση κοιτάζει πάλι στην αρχή
γυρίζει πίσω γράφει βιογραφικά πιο ελαφρά και πιο ευφάνταστα
ψάχνει τους τελευταίους διαθέσιμους εργοδότες προβάλλει
αρετές υπαρκτές επιτεύγματα ανύπαρκτα αναφέρει
τζίρους ημερομηνίες αιτίες ξένες γλώσσες απολύσεις
διακυμάνσεις, καμπύλες, εξισώσεις μιας ζωής.

Τριάντα χρόνια έκανε πιο πλούσιους τους άλλους.
Αυτό πουλούσε πάντα… Μια πολυθρόνα μια ζωή,
που έκρυβε λόγια ήξερε νόμους βολικούς πιο πρακτικές
διατάξεις πουλώντας ακριβά και αγοράζοντας φτηνά
ελπίδες κι εξουσίες δοτές δίκτυα διανομής μερισματαποδείξεις.

Αυτό που τόσα χρόνια έδινε λοιπόν, τώρα πια δεν πουλιέται.
Νέοι καιροί: βγήκανε μάγκες πιο καπάτσοι στο μεϊντάνι
για λίγα δίφραγκα πουλάν τη μάνα τους την αδελφή τους
κάνουνε πιο βαθιά τους τεμενάδες – αυτός γεμάτος οστεόφυτα
αρνητική καμπύλη κόστους προς απόδοση, έχει και γνώμη.
Βουνό οι γνώσεις που θα πάρει μαζί του εκεί ψηλά
που μάζεψε εκατομμύρια σελίδες σε ανήλιαγα καλοκαίρια
τώρα που κανένας δεν τις χρειάζεται.

Για πείτε του λοιπόν, εσείς που όλα τα ξέρετε
τους κώδικες τις εγκυκλίους κι όλα τα γραμμένα
τι κάνουνε τα άλογα όταν αυτά γεράσουν;

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Γιάννης Καρατζόγλου, Τα δάση καίγονται

Τα δάση καίγονται

[Ενότητα Διαβατήριος έρωτας]

Κοντεύει να καταργηθεί κι αυτό το καλοκαίρι∙
μετρώντας το σε τραγούδια, φτάνει η ώρα των ρεμπέτικων
μετρώντας το σε άμμο, τα βήματά μας λιώνουν
μετρώντας το σε αγάπη, καίγεται σαν δάσος.

Όμως τα τραγούδια στομώνουν∙ η άμμος θύμα
ανεύθυνης αμμοληψίας∙ η αγάπη έχει ανάγκη
επιβραδυντικά υγρά.

Τα δάση καίγονται σαν την αγάπη μας,
κι εσύ, ανάμεσα στους άλλους, αμέτοχος θεατής.

Από τη συλλογή Αποτελέσματα χρήσεως (2006) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου