Δημήτρης Καλοκύρης, Μελανθίας επιτύμβιο (8)

[Ενότητα Μελανθίας επιτύμβιο]

8

Το σκοτάδι Αιγόκερως
ηπειρώτης ποιμένας∙

αν λέγεσαι Μαρία γύρνα αριστερά:
μια στριγκλιά πορτοκάλι
θα σου ραγίσει απότομα τον τοίχο.

Μήπως τεντώνει μέσα σου το αίμα σαν συρμάτινο;

Η γαστέρα σου θα ’ναι που μαγειρεύει το αύριο
με αλάτι και κλάματα απεγνωσμένα.

Μαύρο φύλλο ελλέβορο
στην κουζίνα κοντά απαραίτητο
και σαν πάχνη χειμέρια
του αχάριστου λέξεις
θα τελειώσουν για χάρη σου καταγής.

Στο λαιμό, αν ευκολύνεσαι,
θα κρεμάσεις ζιρκόνιο, σ’ εξορκίζω,
γιατί ο φόβος σπέρνει κόλλυβα
κι η πίκρα σκουριασμένα δαχτυλίδια.

Αν βροντή ξημερώματα ακούσεις
αντιδικίες ξαναέρχονται στα μέρη μας
και άρον άρον εγκαταλείπουν τη χώρα
οι γραμματείς.

Όσα βήματα κάνεις αυτή τη στιγμή
τόσες οι αμαρτίες των προγόνων σου
που σβήνονται.

Μείνε τώρα ακίνητη
και μην ξαπλώσεις χτενισμένη επ’ ουδενί∙

τα στριφτά φιλιά του Δεκεμβρίου
να φοβάσαι όπως θα ’ρχονται
από τα δόντια του αγγέλου το εικόνισμα
που γυμνή σε σταυρώνει το βλέμμα του
και στο σπασμό σε παρασέρνει με χαρές.

Στα πολλά τα φώτα το μάτι τυφλώνεται
και τα λόγια αφόρητα στο βάθος τους θολώνουν.

Όλα γίνονται από ένα κι από τα πάντα τίποτα.

– Και ποιος ο Κόσμος;

Ο κόσμος είναι δεντράκι κατασκότεινο
ζωγραφισμένο σ’ ένα μαύρο δάσος
που στα κλαδιά του μανταρίνι
δε φυτρώνει ή κάστανο
παρά νύχτες μονάχα σταχτοπράσινες
και πολύφυλλες σιωπές.

Από τη συλλογή Το βιβλίο της Μελανθίας (2006) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Advertisements

Δημήτρης Καλοκύρης, Είτε παίδες

Μάνος Χατζιδάκις, Παίδες (δίσκος: Μάνος Χατζιδάκις 2000 μ.Χ. (1999))

Είτε παίδες

Ώστε ανεβήκαμε, θέλεις να πεις, στην πεντηκόντορο!
Στο καράβι του Φιλοκτήτη με το έκπληκτο μάτι στο έμβολο
σαν τα εξαγριωμένα βλέφαρα που ζωγραφίζουν στα πολεμικά
για να φοβούνται τις τουρμπίνες τα πουλιά
όταν ξεχύνονται προς τα ύψη του θέρους
έντρομα στα φυλλώματα των πρωινών ευκαλύπτων
διαβάζοντας την αλφάβητο του φωτός

Αττικοί μελανίες κελάδοντες
στα πανιά βοιωτίες ομίχλης
ορύγματα σαρωνικά
θερμαϊκοί πτωχολέοντες
στο λασίθι του καιρού
ανεμώνες της Κίχλης.

Ώστε ανεβήκαμε οριστικά στην πεντηκόντορο!
Στο κωπήλατο εύδρομο του φυλλόδεντρου Ορφέα
που πέταξε το σκουφί της εφηβείας ανατολικά
ν’ ανθίσει η άμμος κατά ριπάς με αμπέλια ψευδάργυρα
και κάθισαν να τα τρυγήσουν αγραυλούντες οι διώκτες του
στοχαστικά στη ζωφόρο του απείρου ριζωμένοι.

Κυνός Κεφαλαί, Αιγός Ποταμοί
Αρκτούρος, Πελασγία, Αρετούσα
εδάφη χαμένα, υγροί αριθμοί
μια κρυφή ρυμοτομία που αγνοούσα.

Αυτή είναι, λοιπόν, η πεντηκόντορος;
Το καράβι των έξι χρωμάτων που εξαντλήσαμε
στου καθρέφτη τις αχανείς Μελανησίες
ποντισμένοι στη νάφθα του νερού
στα περίστροφα ηλιοτρόπια μηδαμινών γραμμάτων;

(Πότε τα κίτρινα πυκνά θα κυανείς
άλλοτε μέσα σου θα ερυθρώ και θα τυρβάζω
και πότε πάλι μόνη θα πορτοκαλείς
στο φλογερό σου θαλασσί να σε πλαγιάζω)

Φυτολογία της γλώσσας όπως πάντα –θα μου πεις–
διάλεκτοι που εγκλιματίζονται
σε μια λιμνούλα βλέμματος οξειδωμένη
με δροσερά γαλακτώματα
καύματα υπεριώδη
ένα πάθος υδράργυρο
και κάτι ακραίες, δαίμονες ιδέες:

σ’ ένα πλωτό οπωροφόρο εξαπτέρυγο
με μια θεόρατη μηλιά μελανόμορφη για κατάρτι
γεμάτη κρότους και αόρατες τροχοπέδες
με σημαίες ανύπαρκτες ενός άκαρπου θρύλου
στο σκάφος των σημαιοφόρων φλεγόμενοι ουραγοί
είτε παίδες!

Μιλάς για το καράβι του Υμεναίου και του Γρανικού
των εμπορίων και των αρωμάτων
των κάτω κήπων και των νικηφόρων ουρανών
της Οδησσού, της Μάλτας και της Ροδεσίας

Νησιά του Πάσχα και των εθνικών μας εορτών
όπου υπηρέτησες ναύκληρος
ερασιτέχνης του Μουσείου θερμαστής
Βάσκο ντα Γκάμα της Ηδονησίας.

Αν αρρωστήσει παιδί με αρχαιότερο όνομα
θα το βαφτίσεις στα μαύρα Σαρακηνό ή Βικτώρια
προτού αλλάξει τους τριάντα γαλαξίες του στο στόμα.
Ότι αλλιώς θα μαθαίνει τα νεώρια
των ονείρων μεγαλώνοντας από στήθους.

Ώστε ανεβήκαμε στην κατάφωτη πεντηκόντορο!
Με φωνές συγγενών και ποτήρια υψωμένα
απαγγέλλοντας κατηγορίες για το παρελθόν
και με αντιφάσεις τριποδίζοντας του μέλλοντος τη χλεύη
μια ζωή μισθωμένος μες στου χρόνου την τρόπιδα
όπως μυρίζεται ο σκύλος τη φευγαλέα ανάμνηση
όπως σκυλεύει τις πρωτεύουσες η νεότητα
κι όπως αφομοιώνονται οι απόστρατοι στις επαρχίες της οθόνης.

Βιογραφίες ληξιπρόθεσμες
δάνειες σκέψεις, υπερημερίες
έντοκες αναλήψεις και υπαπαντές
παίρνοντας προκαταβολή
ακόμη και από τον οβολό του Αχέροντα.
Λόγια που θησαυρίζεις καταχρηστικά
ρευστοποιώντας ρήματα σε μηνιαίες δόσεις.

Μα τι λέω;
Ως πότε θα σ’ εξορίζουν σε τόπους τυραννικούς
και με τους νόμους νικημένων αγίων θα καταθέτεις
στις Τράπεζες της Πίστεως τις λυρικές επιταγές σου;

Οι πεινασμένοι του Θεού ψυχές ονειρεύονται
και οι θεοδόλειχοι ψίχουλα λάμψης.

Στο πλοίο αυτό, τουλάχιστον, δεν ξεχωρίζουν πια
τους ποιητές σε εθνικούς και χριστιανίζοντες.

Και φαντάσου σιωπηλά να ξετυλίγονται
από την αρτηρία της Ιστορίας ένα ένα
τα θηρία των ουρανίων και να σταυρώνονται
τα ζώδια στη λάμψη του νερού
και να πλευρίζουμε μια Γαία σαρδόνια αύριο
σε μια χώρα αλλιώτικη φθάνοντας:
μια Ελλάδα με τρία Λάμδα.

Ένας στόλος χελάνδια, δρόμωνες
τρικάταρτα, ναρκαλιευτικά ή καραβέλες
φρεγάτες, πετρελαιοφόρα, καταδρομικά
η «Έλλη», ο «Βαλκανικός», ο «Βασιλεύς Αλέξανδρος», η «Απληστία»
ολόκληρο το πλόιμο των ναυαγίων
δρουγγάριοι και πληρώματα
ναυτολογημένα με συμφωνίες ημιτελείς
ορκισμένοι σε αλλόκοτα λάβαρα
να ποτίσουν στη γλώσσα τους, τάχα, την οικουμένη…

Πικραλίδα απ’ τον Πάνορμο
παραμεθόριο μακεδονήσι
μ’ ένα αιθέριο σκότος χαμηλά
γλεύκος του μαραθώνα ποικιλόθερμο
της ήβης μυρωμένο κυπαρίσσι.

Άκου τα παραγγέλματα:

Πηδάλιο στον καιρό!
Πτέρωσον!
Το ιστίο στα φώτα!
Πτέρωσον.

Πλέουμε στη Μεσόγειο της ηλικίας.

[1997]

Από το ποίημα Είτε παίδες (1997) του Δημήτρη Καλοκύρη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Άτρακτος (2004) (1997) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το ανθρώπινο κτήνος

Το ανθρώπινο κτήνος

1

Η ζωοφιλία είναι μία εύλογη πράξη
μισανθρωπίας.

2 [ενώ]

Η καλύτερη απόδειξη της αγάπης προς τα ζώα
είναι οι ανθρωποθυσίες.

Από τη συλλογή Η Αργοναυτική εκστρατεία (1996) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Λευκά είδη

Φοίβος Δεληβοριάς, Η Bossa Nova του Ησαΐα (δίσκος: Η ζωή μόνο έτσι είναι ωραία (1995))

Λευκά είδη

Αφήνεις το σκοτάδι χλιαρό
να διαδραματίζεται αυτόνομο στα χείλη σου.

*

Η αλληγορία ενός σεληνιακού τοπίου
μέσα της.

*

Στα δόντια γυαλικά του ευκάλυπτου.
Παγωμένες μυρσίνες.

*

Φρούτα μαύρα, έως τότε μαρμάρινα.

*

Σιγά σιγά εμφανίζεσαι
σαν στιγμιαία φωτογραφία:
κομμάτια φως στα δέντρα.

[1967]

Από τη συλλογή Η Αργοναυτική εκστρατεία (1996) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Ανακαλύψεις

Ανακαλύψεις

1
Η Κόλαση είναι οι (Γ)άλλοι.

2
Η ιστορία του πολιτισμού
είναι μια αλληλουχία μεταφράσεων.

3
Η Τέχνη περιίπταται στις αγορές

4
Ο λόγος υπάρχει για να εξαργυρώνει τη σιωπή.

5
Ο μύθος
εκφράζει τις αναγωγές της απρόσωπης Ιστορίας
σε προσωπικό γεγονός.

6
Η ζωή, ως λογοτεχνικό είδος,
απαρτίζεται κυρίως από αστραπιαίες
μεταφορές.

7
Ο Θεός
είναι απλώς
το πρόσχημα της μοναξιάς.

Από τη συλλογή Η Αργοναυτική εκστρατεία (1996) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Ωδή στον εικοστό αιώνα

Αφροδίτη Μάνου, Βαβέλ (δίσκος: Πού πας καραβάκι με τέτοιο καιρό (1994))

Ωδή στον εικοστό αιώνα

Α’

Είμαστε, βέβαια, οι αρχαιότητες του μέλλοντος.
Και από ένα μέλλον που διαγράφεται απρόσμενα ερημικό
σε μαγνητικές καταιγίδες διάσπαρτο που θα σβήνουν
λέξη προς λέξη, εν ριπή, τα συντάγματα του Νόμου,

Μια γυναίκα κοιτάζω απόμακρη να γελά στις οθόνες

σ’ ένα γέλιο ανατέλλοντας ένρινο, σχεδόν παράφορα στιλπνό
με τάματα κατάφορτη ψηφιακά
στις ερχόμενες να με ξεναγεί μουσικές αρχαιότητες.

Μια γυναίκα βαμμένη με αόρατα χρώματα:

Φωνή λευκή, σαν υγρασία και τροχαία προσπεράσματα
σε αρτηρίες ενός αίματος τεχνητά φλογισμένου
διάχυτη στα αφρισμένα οξύποτα, εριστική
με νυχιές και σπινθήρες σαρώνοντας τις ακραίες κινήσεις
σε κρυστάλλους υφάλμυρους
του ιδρώτα αρδεύοντας τα υπέρυθρα χείλη
το αχόρταγο βλέμμα του αθέατου εραστή
στο τοξικό της –έφηβο– βυθίζοντας χελιδόνι,

Μια γυναίκα ντυμένη αστραπιαία αρώματα:

Ψευδεπίγραφο κόσμημα, χωρίς γένος και γλώσσα,
φωτοβόρο παράδοξο, υπερήχων νεφέλη
στην κυψέλη του μέλλοντος χρυσαλλίδα ηλέκτρα
να ροκανίζει ρυθμικά το κεράσι της νύχτας
και τα πάμφωτα έγκατα των δικτύων αλιεύει
του σπασμού το μετάξι –σαν δροσερό βεγγαλικό
ανάβοντας τον Ευαγγελισμό του άλλου αιώνα.

Μια γυναίκα αφημένη σε αόριστα σώματα.

Από τη συλλογή ΕπέΚινα (1996) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Χρώματα του υγρού ζώου (I)

Χρώματα του υγρού ζώου (I)

Με κέρματα που αντηχούν σαν συζυγίες αστερισμών
(αν γίνεται να φανταστείς συναλλαγές
με αστρολάβους και πυξίδες
στα χρηματιστήρια)
εξαγοράζεις μια νύχτα στο αργυρό της σεντόνι∙

κι όπως λύνει την εύκρατη ζώνη της
να σε πάρει στη Γη του Πυρός που ανατέλλει
αναγνωρίζεις να βρέχουν το σώμα της πόλης
αρτηρίες ανέμων
μυριάδες κεραίες αναδεύοντας νήματα
μιας πυκνής επουράνιας υφαντουργίας
που τυλίγει τα υπέρογκα μέγαρα
τις φαιές χειροποίητες συμπληγάδες.

Κάποιας μορφής ελληνικά στις Δυτικές Ινδίες.

Ο Αρπακτίας, ο Λευκόνοτος Αργέστης,
καιροί της Ανταρκτίδας
στα παγωμένα ιδιώματα των Παταγόνων
στρυμονίες, ανεμόβροχα, ζέφυροι
κεκαυμένοι βοριάδες θροΐζοντας
ρούμι της Γουιάνας, μπαρούτι, γουταπέρκα
οροσειρές λιπαρά περιττώματα
των πουλιών γουανό ή κακάο,
ξύλο πολύτιμο μπακάμι βραζιλιάνικο
κοχλάζοντας να βάψει τα ιστία των κατακτητών,
καταιγίδες από τα δάση της Αμαζονίας:

Οι πνοές της Ιππολύτης και της Πενθεσίλειας
από τον Σκάμανδρο ν’ αναταράζουνε τον Ορινόκο.

Από τη συλλογή Χρώματα του υγρού ζώου (1990) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν

John Lennon & Paul McCartney, Come together (by The Beatles)

Προς τον ίδιον υιόν Ρωμανόν

Αν φυλάξεις σκοπιά, νύχτα Φεβρουαρίου
στις υπώρειες της Ροδόπης
οπλίζοντας σε κάθε ψίθυρο

ή μ’ ένα ρίγος στο θρόισμα του χόρτου
πετάγεσαι απ’ ’τον λήθαργο –
κοίταξε να αποστηθίζεις διαδρομές:

πως οδηγείς σε άγνωστες τοποθεσίες
με την έξαψη του ενόχου που αθωώνεται,
πως παλεύεις επιδέξια το φόβο
δαγκώνοντας τα χείλη με υπομονή,
πως αναλώνεσαι μέσα στο φως
όπως ο αργυρός κομήτης του Ξέρξη,
πως κολυμπάς πάνω από τα όρη της Γαδειρικής
στα καταποντισμένα ομόκεντρα βασίλεια του Αμφήρη,
πως βρίσκεις συγγενείς μας σε τόπους απόμακρους
κι έχουν ανοίξει στιλβωτήρια, τυπογραφεία
σε καλούν στο τραπέζι τους, σε κερνούν, τραγουδάνε
και σε παίρνουν παράμερα
να σου δείξουν το κτίριο εμπιστευτικά
που υψώθηκε τρία μέτρα πάνω απ’ το έδαφος
κινημένο, όπως λέγεται, από τις δεήσεις του πλήθους
για πρώτη φορά όταν εκτελέστηκε ο Τσε
και τελευταία στην αγρυπνία για τον Λένον∙

και ν’ αφήνεσαι σ’ ένα μέλλον απροσδιόριστο
τα θεμέλια έστω της γέφυρας ότι ψάχνεις,
κοντά σ’ εκείνο το αχαμνό δεντράκι
που ακόμα ψηλώνει στο Μπρούκλιν,
πως κατεβαίνεις στα υπόγεια δίκτυα
να διαβάσεις μηνύματα για αυτονομιστές ή εξωγήινους
πάνω σ’ αλουμινένια βαγόνια,
πως αντέχεις ανάμεσα σε αλλόκοτα πρόσωπα
σε αλλοτροπικές μορφές απελπισίας
πως ανεβαίνεις ξανά
στην άλγεβρα του ερυθρού φθινόπωρου:

η πολιτεία∙ άλυτη εξίσωση πολλών αγνώστων.

*

Δεν ξέρω να σου πω παρακάτω
πώς θα είμαστε τάχατε αύριο
αν θα σκοτίζεται κανένας για το τι έχουμε κάνει
ή καν αν θα συνεχίζουμε
να λεηλατούμε το λόγο
μία προς μία τις αποκλεισμένες συλλαβές
απ’ την τραχεία του ζώου ανακαλώντας
ούτε αν μάθουμε ποτέ ποιος και γιατί
ξετύλιξε τα νήματα
πού πρωτοπάτησαν οι Καστιλιάνοι
πού ξημερώνονταν οι Ολλανδοί
από πού μπήκαν οι Εγγλέζοι
και από πού, κυρίως, έφυγαν
αλλά και ποιοι σηκώνουν αδιάκοπα στους ώμους τους
διακόσιους τόννους σφυρήλατο χαλκό

το Υπερωκεάνιο της Ελευθερίας

με λάβαρα, τρομπέτες και βεγγαλικά
ένα ξέφρενο λίμπο μες στα πλήθη χορεύοντας
στην Πέμπτη Λεωφόρο του Άδη.

1989-1990

Από τη συλλογή Χρώματα του υγρού ζώου (1990) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, [Αλλά και ο τίγρης, ακούω…]

Μάνος Χατζιδάκις & Γιάγκος Αραβαντινός: Ήρθε βοριάς, ήρθε νοτιάς
(τραγούδι: Ηλίας Λιούγκος & Μάνος Χατζιδάκις / δίσκος: Ο Μάνος Χατζιδάκις στη Ρωμαϊκή Αγορά (1986))

[Ενότητα XVIII. Πώς γίνεσαι όμως αόρατος; Η ιλαρή ιστορία των απογείων.]

Αλλά και ο τίγρης, ακούω,
είναι ζώο που ευφραίνεται
στα πεδινά της Ινδικής.

Κάτω από τα δασύφυλλα, μυρεψικά αετόξυλα
βαδίζει στη χλόη και αφουγκράζεται
το τρίξιμο του τροχού
στους θυσάνους ανάμεσα
των αιμοφόρων αγγείων
του αμέριμνου περαστικού
Κυρίου Θεόφιλου Κάνθερ
που περιφέρεται βαθμοφόρος και ενδεής
θηρεύοντας ορεκτικές μαϊμούδες,

και ιχνηλατεί στο νου του φέρνοντας
ο Περιηγητής
την παράξενη διήγηση
της ανήλικης, τότε, συζύγου του
ότι στα μέρη της υπήρχαν εντολές
από την εποχή των δεσποτάτων
να μη χτενίζεται γυναίκα
έξω από το σπίτι της
γιατί σηκώνεται νοτιάς
και με το φύσημα αλλάζουν
τα πρόσωπα των περαστικών
και οι εκδοχές της αλήθειας.

Από τη συλλογή Ο κακός αέρας (1988) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το ασήμαντο νόμισμα

Το ασήμαντο νόμισμα

Σε θυμάμαι να μπαίνεις με οργή
παραμερίζοντας με το χέρι
τις οθόνες της χαλκογραφίας
και να κόβεις τα περάσματα αγέρωχα
τινάζοντας με τη λεπίδα μια παράξενη αστραπή
που χαμήλωνε τρίζοντας τα δίκαια
στα πλευρά των ανθρώπων.
Ύστερα πάλι να ανάβεις απότομα
και μες στις λάμψεις να σου ξεμακραίνει ο κόσμος
κοιτώντας τις σημαίες να ζυγιάζονται στο φως
κι αδειάζοντας αργά αργά μες απ’ το βλέμμα σου
το βουητό και τις ανάσες των ταγμάτων.

Και σε θυμάμαι να ξεμένεις παγωμένος
κι ολομόναχος
πεσμένος στο άσπρο φύλλο
γεμίζοντας το στήθος σου
μ’ ό,τι απόμενε κάθε φορά
από το λιγοστό κενό σου στον αέρα
κι από μέσα σου λέγοντας:
να μην είναι ούτε και τούτη η φορά η τελευταία

ώσπου ήταν. Και άφησες ξαγρυπνώντας τον Λέοντα
να χαράξει το γένος σου στα θηρία της μοίρας
τα χαμένα κοιτάσματα (το λαχνό της γενιάς μου)
να τυπώσει στην όψη σου το ασήμαντο νόμισμα
που γυρίζω στα δάχτυλα ένα ένα μετρώντας
τα λεπτά που μονάχα σ’ απόμειναν
στο ρολόι να χάσεις του κέρδους,
εδώ πέρα που κάθομαι στα σκαλιά και μαζεύω
μες στο τάσι τα κέρματα
των νοημάτων που μ’ ελεούσαν τόσα χρόνια οι άλλοι,
ίσως ο τελευταίος που σε προκαλώ
στη γλώσσα αυτή που τελειώνει
κι ελπίζω κάπου να συναντηθούμε
στα πεζοδρόμια της ιστορίας τελικά,
να καθίσεις στο πλάι μου και ν’ απλώσεις το χέρι
να μαζεύουμε αμίλητοι τα τριζόνια του λόγου
–συλλαβές και οράματα–
μυστικέ Μαρκομπότζαρη,
στρατηγέ των Ελλήνων.

1981

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το αρχικό θεώρημα

Το αρχικό θεώρημα

Ανάλαφρη, ακίνητη ανάμεσ’ απ’ τις φυλλωσιές
πίσω από τα κλωνάρια και τα τριαντάφυλλα
στέκεται στο μπαλκόνι να κοιτάξει χαμηλά
την πολιτεία που ανάβει την πλεξίδα της στα φώτα,
κάθεται λίγο, να μου πει καπνίζοντας για τα παλιά
τις αγρυπνίες στις ακτές της Σιθωνίας

–ένα τετράδιο ανοιγμένο στα νερά
εκείνων των καιρών–

κι ένας αέρας αναδεύει στα μαλλιά
φερμένος πέρα από τα τοπία του Χορτιάτη
μες στο χλιαρό οινόπνευμα που αποστάζει ρυθμικά
στις έλικες και στις καμπύλες του μυαλού
όπου ανθίζει σιγανά το φλογισμένο χορταράκι
της σελήνης.

Έβλεπα κάτι στίγματα παράξενα στα χέρια της
κάτι χαρτιά κακογραμμένα, με πορείες, αριθμούς,
σχεδιαγράμματα στον τόπο του κενού
αντιδικώντας με τις συζυγίες των σωμάτων.

Κι ήθελα να κρατήσω ανερμήνευτα
τα σχήματα που χάραζε ανασαίνοντας
πάνω στο μαξιλάρι με το νύχι:
κάτι κατάρτια που ανεβαίνουν κατακόρυφα
στους κεντημένους κήπους των νοημάτων
και σημειώνω τα ψηφία με το μήνυμα
σε κώδικα συλλαβικό
για φίλους νοητούς, που ανταμώνουν κάθε τόσο μυστικά
στους φωταγωγημένους διαδρόμους των ονείρων.

Μια σιωπηλή αναμέτρηση στα σκοινιά της ψυχής.

Κι ίσως να είναι αυτό εδώ
το αρχικό θεώρημα
κι η μυστική του απόδειξη ταυτόχρονα
στην παρουσία των άλλων,

κάτι που ξεκινάει απαλά
να διαγράφει τις περιπολίες των ανθρώπων
πάνω στο μαύρο δαχτυλίδι του Θεού
κι είναι γραμμένο για μια ζωντανή γυναίκα τελικά
που ερμηνεύει από την κόψη τον αιώνα μου
ανοίγοντας τα σκέλη
του διαβήτη και ορίζοντας
τις μοίρες που συντάσσουν τη ζωή
στα μυθικά σημεία που χωρίζεται
από τη μήτρα των αγγέλων ο αριθμός
και καθορίζει μες στη ρίζα του
τη στάχτη.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα σκοτεινά σημεία των ματιών

Τα σκοτεινά σημεία των ματιών

Πάλι η γλώσσα τριγυρνάει μες στο αίμα της∙
να ελευθερώσει τα νερά
από του νεραντζιού τη μυροφόρα δωρεά∙
να ψάξει τις συναγωγές, τις ευκαιρίες.

Επειδή σήμερα
που η αμοιβή του λόγου είναι ο νόμος
και η αιτία του ανθρώπου που σωπαίνει
είναι η σιωπή,
γαντζώνεται η ζωή σου απελπισμένη στο σημάδι αυτό
γιατί άλλο τίποτα στον κόσμο δε θυμάται
έξω από τούτο το συλλαβικό περβόλι
όπου σκαλίζεις με το νου ψιθυριστά
και στα κλωνάρια της μηλιάς ανθίζουνε τα λόγια
που απλώνουν τις ακίδες τους απότομα στο φως
ως την κατάμαυρη, υπνωτισμένη πεταλούδα
των ματιών σου.

Ο κόσμος βέβαια είναι πια τώρα αλλιώς,
κι η γλώσσα σου ξεντύνεται
από του καθενός τα δόντια περασμένη∙
μα ακόμα κι αν του σχεδιάζει, όπως λένε,
ο λόγος
μέσα του τα υφαντά του απείρου
έτσι γοργά
που ούτε καν προφταίνει να διαλέξει τη στιγμή
ανάμεσα στο νήμα και τους κόμπους που το δένουν
εντέλει………..τι νομίζεις είναι ο ποιητής;
κανείς που ξενυχτάει αγναντεύοντας οράματα
ή ένας έμπορος
που γέρνει προς τα πίσω την καρέκλα του
και χάφτει μύγες περιμένοντας
να του ’ρθει χρυσοφόρα η μοίρα
με τα ρούχα του πελάτη;

Τόποι της παρουσίας σου ερημικοί
αφημένοι στους Κέλτες και τους Κατελάνους
που διαβαίνουν αρδεύοντας με μελάνι το χώμα

–μια σιωπηλή καβαλαρία που ξημέρωσε
παιδεύοντας το παράξενο κορμί της Καλυψώς,
στα κατώγια της Κίρκης–

και σχηματίζει τους αιωρισμούς της μαντικής
τις όχθες και τις ξαφνικές στροφές του Αξιού
με τα στολίδια και τα επιρρήματα
τα σύνεργα του ταπεινού και του ανάξιου,
που διαρκώς τα ανεξιχνίαστα επινοεί
στις αχειροποίητες εικόνες, του ύπνου.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η προκυμαία

C.P. Cavafy, Ithaca
(recitation by Sean Connery, music by Vangelis (2004))

Η προκυμαία

Μες στους συλλογισμούς ανεβαίνει ο τοίχος
δεμένος μ’ ένα φύλλωμα
που μυρίζει σκουριά και κατράμι.
Το νερό χαρακώνει τον ασβέστη
ανάμεσα από τις κλειδώσεις του Αιγαίου.
Μια γυναίκα τυλίγει το σώμα της με τον αγέρα
και στρίβει τρέχοντας προς τα καράβια.

Η νύχτα περιπλέκει την απελπισία.

Ανάμεσα από τα παράσιτα και τους πειρατικούς
τις ξαφνικές διακοπές και τα ραδιοκύματα
έρχεται από μακριά
στο δέκτη που περιπολεί και ανιχνεύει το νόμο
με μια φωνή βραχνή
και παραμορφωμένη από τις λυχνίες
κάπου από την ορεινή πλευρά του γαλαξία
ελκόμενος στο πάθος και καταπατώντας το θάνατο
καθώς καρφώνεται στ’ αστραφτερά καρφιά
της Ιστορίας

ο ποιητής
Κωνσταντίνος Καβάφης.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (III)

Η ερμηνεία των μάγων (III)

Κι άσ’ την να ζει σ’ ένα σοκάκι και να ονειρεύεται
ένα πλεχτό που το Σαββατοκύριακο θα τελειώσει
ένα λουσάτο νυφικό, πολύχρωμα λαμπιόνια,
τη βέρα, αιωνίως να της εξαργυρώνει το δάχτυλο
το καντηλάκι να διανυκτερεύει στα εικονίσματα
για τον νυμφίο του αντίπερα κόσμου
ένα ακριβό μυρωδικό
για να εξουδετερώνει τον ιδρώτα της
στις γόνιμες ολονυκτίες του Απριλίου
και την απέραντη και τρυφερή της ερημιά
που θα ποτίζει στο ζυμάρι,
το κονιάκ και τα μπαχαρικά

τη μαύρη κότα των Χριστουγέννων.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (II)

Η ερμηνεία των μάγων (II)

Μύθοι των μάγων και των μυστικών.
Κατασκευές των αριθμών και της αστρολογίας
για να σκορπά το αίμα του αλέκτορα
στα βυσσινιά θεμέλια της αυτοκρατορίας:
χρυσάφι,
να πλημμυρίζει αργά αργά το σώμα
και ν’ ανταλλάσσει τα επιτόκια της ζωής
με τη δικαιοσύνη που το ξεπληρώνει
λιβάνι,
για να φωλιάζει σαν τη γλώσσα στη φωτιά
και να μεταμορφώνει το κενό
σε ζωογόνο αιτία
και σμύρνα,
μέσα στα έγκατα της ηδονής
ένα πικρό βοτάνι
για να δαγκώνεται το στήθος του θανάτου πιο βαθιά
με τον σπασμό της ξαφνικής ελευθερίας.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Η ερμηνεία των μάγων (I)

Η ερμηνεία των μάγων (I)

Δουλεύει κάθε νύχτα ευλαβικά
τα ηδονικά σκηνώματα
απάνω στο αμόνι των σωμάτων,
με αγυρτείες και γητέματα
τινάζοντας εδώ κι εκεί τη μαύρη χαίτη
και με το βλέμμα να σου συννεφιάζει το μυαλό
όπως διπλώνει ωραία το ρούχο
πάνω στο καπνισμένο ασήμι
και χωρίζει λιγάκι τα γόνατα
για ν’ ακουμπήσει το μηνίσκο δεξιά.
Την κοιτάς που κουρνιάζει περήφανα
στο Κριάρι ανάμεσα και στο κέρας του Ταύρου
ποντάροντας στα κρυπτικά αρώματα
που αναδεύει στην πυρακτωμένη σάρκα

καθώς ένας σκοπός
που ξέμεινε αργά έξω απ’ το τείχος
στρώμα μιας αιγύπτιας
γύρισε μεθυσμένος τα χαράματα
κι άνοιξε τις ανατολικές πύλες
να περάσει ο θεός.

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πέρασμα

Το πέρασμα

Η λιγνή καμπύλη του μετώπου
καθώς ο μήνας μπαίνει ένοπλος
τεντώνοντας το στόρι
στη βρεμένη αχτίδα
του ήλιου,
που λέει,
και βλέποντας
ο μήνας ένοπλος – στρατιώτης το σχήμα
που τινάζεται ο νους μες στο φύλλο
και ότι σπαράζει∙
κι ο μήνας ήταν ένοπλος στρατιώτης
και περνούσες το φεγγάρι
κατεβαίνοντας

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Ελένη

Ελένη

Τώρα, ανοίγει την πορεία
στην παγωμένη νύχτα.

Κάποτε
όπως γυρνάει ο άξονας της υγρασίας τον κόσμο
και η λεπίδα διασχίζει τη σάρκα της σελήνης
απ’ τον κρατήρα του Αρταξέρξη
μέχρι τη θάλασσα της Ιωνίας,

σαν ασημένια Χάρλεϊ που βυθίζεται
απ’ τις ταινίες στις αστραπές
και διανύει την άσφαλτο
ως τον πυθμένα του ηλιακού σημείου

(να πλημμυρίσει το χειμώνα η τροχιά
της μελανής σημαίας του Νοέμβρη)

Κάποτε
που ο λόγος κι η σιωπή
αντιδικούν πεισματικά το νόημα
απ’ τον ερημικό νυμφώνα της Ελέπτολης
ως την ελλειπτική του Δία –όποιος και να ’ναι–

και σταματά η διαδικασία της φθοράς
για να φανούν μες στο σκοτάδι καθώς έρχονται
και βγαίνουν κατακόκκινα στο αιθυλένιο και στο θειάφι
τα κινητά σημάδια της νύχτας

(κι ανάβουν και σκορπίζονται σφυρίζοντας
βαθιά, μέσα στην ορατή φύση της απελπισίας)

Κάποτε
που το χέρι ξαγρυπνά
και τριγυρίζει στην ακρόπολη αόρατο
μέσα στο ανθισμένο θερμοκήπιο της Κόρης 683
να σαρκωθεί ο νόμος στο μετάξι

όπως ο ύπνος ξεπηδάει απ’ τα σκεπάσματα
και χάνεται μες στις κεραίες και τις κουζίνες
στα μαγαζιά με τα πολύχρωμα υφάσματα
τα ενθύμια από τους μυστικούς πολέμους

(τις γυάλες με τις μέντες και το μαντολάτο
τα κομμωτήρια και τα μηχανουργεία) τότε

Ο έρωτας,
γυρίζει κι αντιστρέφει την πορεία του κενού
τη ζωντανή λεπίδα του θανάτου
που ταξιδεύει νύχτα μέρα σιωπηλά
στα σκοτεινά εδάφη των αγγείων

και του ανταποδίδει βήμα βήμα τη διαδρομή
στα ερειπωμένα δώματα της Λακεδαιμονίας
με τις μεταλλικές κινήσεις της πυξίδας που γυρνά

από τη νικητήρια εορτή
στο σύμπαν.

Κλείνει τα μάτια της
βάνει το ράδιο δυνατά
τυλίγεται στο αλουμίνιο και τη βενζίνα
κοιτάει βαθιά στο φωτισμένο πίνακα
παραβιάζει ήρεμα
τα όρια και τα σήματα των ανθρώπων,
πατάει το γκάζι και ξεχύνεται
βαθιά, στην πυρωμένη σάρκα της σελήνης

κάπου ανάμεσα στο ροκ
και στο χαμένο πια παιχνίδι των αγίων.

1979

Από τη συλλογή Η προκυμαία (1984) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Τα φανταστικά φουγάρα

Lluis Llach & Πάνος Φαλάρας, Όλα τα ’χει ο μπαξές
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (1978))

Τα φανταστικά φουγάρα

Παραμορφώσεις σ’ ένα ζώο στις εξορίες του νερού.

Μπαίνοντας το νερό στα κατώφλια και στις βιτρίνες της αγοράς, καθώς αστράφτουν τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, το άλλο, που έρχεται ένα σκυλί και προσπερνά, ανάμεσα στη ναυμαχία, ύστερα που ουρλιάζει ξαφνικά μια άλλη πλατεία, όπως χτυπιέται με τα μέγαρα το φως μέσα στο δρόμο.

Και πώς ξεφεύγεις τώρα τούτες τις φωτιές, που δε θα χαμηλώσουνε ποτέ, η τεχνική των μαχαιριών με το τραπέζι άβαφτο κι απάνω το χοντρό προσευχητάρι –χειμώνας στο άλλο τοπίο, που δε θα γίνει να το δει, πως από τούτο το κελί δεν έχει μείνει πέρασμα,

δάσος γεμάτο γλάρους ξαφνικά, χωρίς αιτία.

Κλωνάρι τα φουγάρα, με αρώματα του πεύκου και του ανυπόμονου θανάτου τα αρώματα, χωράφια, σπίτια, στάβλοι και καπηλειά όπως τις γυάλες με το χιόνι
με παγωμένα τα κεντήματα πάνω στο κίτρινο κλαδάκι του μυαλού, ένα παράξενο φυτό, που γύρισε το λαμπερό σημείο δεξιά, σαν τη χωρίστρα κοριτσιού που γέρνει από ώρες στους γιατρούς και που αρχίζει να νυχτώνει–

Ένα παράξενο φυτό που τριγυρνάει όλη τη μέρα έξω απ’ το σπίτι∙ κάτι που φαίνεται φωνή που τελειώνει σιγανά μες στον καπνό και που σε φτάνει, για μια στιγμή σιωπή απέραντη, για μια στιγμή, κι απάνω οι φιάμολες! φανάρια, κόρνες, διαταγές, φρούτα της αγοράς, καρότσια και σακούλες και Σειρήνες καρφιτσωμένες στις σκιές, σαν ξεραμένα έντομα στη σάλα καλογέρων που ξεγυμνώσαν τα ποδάρια και πλευρίζουν μανιασμένοι στο παράθυρο: οι εικόνες.

Ο νυχτοφύλακας που γράφει για να μην αποκοιμηθεί, πώς αποβιβαστήκανε χαράματα στην Πάτμο, βουίζοντας το ράδιο κουβέντες και απόμακρες χειρονομίες –μοιάζει να τελειώσανε πολλά καθώς γυρίζω, μέσα σε ώρες που ’χουν πια τελειώσει, και με προσπερνούν, μαζί με τις φορές που δεν αρχίνησαν ακόμη, ήχος του νυχτοφύλακα από φωνές μιανής που πέθαινε στο άλλο σπίτι, ένα κουτάκι με φωτογραφίες, θυμητάρια από βαφτίσια, γάμους συγγενών, αρραβώνες που μια φορά ήθελα,

τώρα,
κάπου εδώ ήτανε κάτι που δεν είναι πια, ένας συλλογισμός κενός που γέμισε σιγά σιγά με πολυθρόνες και με βάζα και ταπετσαρίες, το σπίτι όλο ένα πέρασμα στην άκρη του ματιού απ’ τα χαμηλωμένα φώτα και τα κάδρα, ο ύπνος λίγος που απομένει, μια καντήλα με παχιά βελούδα του λαδιού στ’ απανωχείλι, κομμένη σαν και σήμερα, καποιανού άγιου, μεριές μεριές να τρέχει να ξεχύνεται στ’ άσπρα σεντόνια, στα χαλιά, μέσα στα σπίτια και στις αγορές και τις βιτρίνες με τα θαλασσινά φαινόμενα στις τζαμαρίες, κι εκατομμύρια φανταστικά πηχτά πουλιά μ’ ένα τεράστιο κουρέλι μαύρο στις δαγκάνες –οι άγιοι, και τα ξωτικά, σειρήνες άγιες και Παναγιές πλατύτερες και στους πυκνούς καπνούς και τις στριγκλιές, οι κουστωδίες.
Μ’ αποφεύγουν τα πρόσωπα που περιμένω στο μύθο–

ένα δεντράκι ασβεστωμένο ως τα μισά, παίρνει τις φλόγες και σηκώνεται ψηλά, οι φωτογράφοι τα μαζεύουνε και φεύγουν, σαν τα ποντίκια, που θα πει, πως καβαλήσαν οι σπαθάριοι κι οι λογοθέτες το καράβι και πως σηκώσανε τα χέρια πάνω στα φτερά, στα ψέματα και στις αλήθειες για τους άλλους, για τη βουή που ξαναπάει και φέρνει βόλτες, πάλι μέσα στην ίδια φυλακή, στο σπίτι που έρχεται, για ν’ αποκοιμηθώ και να μείνω.

Και κάνει να γεμίσει αυτό το ζώο, τις σημαίες, τις αυλές και τα σταματημένα τροχοφόρα στους ιπποδρόμους και τα στάδια και τους στρατώνες, και βγάζει έξω την αγρύπνια στο λουρί πρωί πρωί, που σου ξεσήκωνε όλη τη νύχτα τις φωνές μες στους καπνούς, την παγωνιά και την αιτία, σα δυο φανταστικά φουγάρα ανεμίζοντας στο φως, θεόρατα ανοιγμένα μες στο βράδυ, καθώς κατηφορίζουν μες στα σύννεφα οι φρουρές, κι αστραποβολημένο πέφτει μες από τη νύχτα, μια για πάντα, το φεγγάρι.

Από τη συλλογή Τα φανταστικά φουγάρα (1977) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης

Δημήτρης Καλοκύρης, Το πλοίο

Το πλοίο

Ο Μάης γύρισε στο πλάι αγριεύοντας∙ το ψάρι αντανακλώντας το λιοπύρι. Η λάμα ξεσηκώθηκε σαν έντομο.
Να βρέξει!

Κόβω μια βόλτα στο γιαλό: που έστησε τα βήματά μου ο ύπνος και στάζει το αφιόνι από το μάρμαρο, χύνεται κομματιάζοντας σ’ ανατολίτικο και πλουμιστό σαντούρι, σαπίζοντας στη στέγη και στα μπράτσα τους…

Αλλοπαρμένος ο περαματάρης, βιαστικός, τραβώντας το τοπίο στο κρικέλι του ίσκιου και πλανιέται, ό,τι και να γενεί θα ξημερώσει, λέει.
Λέει
_______________________________________________________________________

Τώρα μέσα στη χύτρα τα κομμάτια του, σηκώνεται να σβήσει την ένταση του τόξου μες στο ψάρι, λοξεύει το φανάρι με το ένδυμα βαρύ νερό γι’ αυτά τα μάτια στο σκοτάδι, –Ό,τι μου κατεβαίνει κάνω, λογαριασμό δε δίνω κανενός! Γυρνάει. Απλώνουν οι ξανθιές φτερούγες της, σφίγγει τ’ αστραφτερό τοπίο στη μασχάλη, ψάχνει το φουντωμένο της κορμί, ούτε θα βρέξει ούτε τίποτα∙ φωνάζει κάτι για τα χιόνια, σέρνει φωνή και στο παιδί, φέρε τ’ αλάτι, κόψε το ψωμί, βίρα το φοβερό μου μεροκάματο.

Τράβηξε το τοπίο με το κίτρινο απ’ τον ώμο, αγριεύει,
ο Μάης γύρισε στο πλάι το κατάρτι του, ξέπλενε τα στρωσίδια στο πηγάδι, στραφήκαν στο φανάρι τα εγκαύματα, ο Μάης ξαναγύρισε στο πλάι,

Από τη συλλογή Το νόμισμα ή η παραβολή του φεγγαριού (1973) του Δημήτρη Καλοκύρη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Καλοκύρης