Ώρα για το κουκούλι (Γιώργος Ιωάννου)

Ώρα για το κουκούλι

[…]

Πιστεύω πως χωρίς έρωτα ο άνθρωπος μπορεί να ζήσει μια χαρά. Ιδίως αν έχει δοκιμάσει την απάτη, μπορεί να μην αισθάνεται καθόλου την έλλειψή του. Αλλά χωρίς στοργή τα πράγματα είναι δύσκολα και ο κόσμος άδειος. Όταν υπάρχει στοργή, μπορεί να μην υπάρχει έρωτας – σου φαίνεται πως τίποτα δεν λείπει. Αν μάλιστα απ’ αυτό κινδυνεύει η στοργή επιβάλλεται έρωτας να μην υπάρχει. Πάντως το ίδιο πρόσωπο για να χαρίζει και τα δυο, μάλλον αποκλείεται. Γι’ αυτό συνήθως η στοργή αναπτύσσεται ανάμεσα σε πρόσωπα του ίδιου φύλου ή συγγενικά, όπου δεν ξεφυτρώνει κάθε τόσο το ερωτικό εμπόδιο. Εξάλλου, ούτε και συ ο ίδιος μπορείς να χαρίζεις και στοργή και έρωτα στο ίδιο πρόσωπο. Αν συμβαίνει να το νομίζεις αυτό, απλώς τυφλώνεσαι απ’ την επιθυμία και ξεγελάς τον εαυτό σου. Ίσως όμως να μην μπορούν να συνυπάρξουν μέσα σου, ούτε και στην περίπτωση που προέρχονται από διαφορετικά πρόσωπα. Ο έρωτας είναι ή μάλλον έχει καταντήσει καθαρή ιδιοτέλεια, ενώ η στοργή δεν αποβλέπει σε τίποτε τέτοιο.

[…]

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum

Advertisements

Γιώργος Ιωάννου, Τ’ όνειρο που θα ’ρθει

Ηλίας Ανδριόπουλος & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Τα ρεμπέτικά μας μες στη στράτα
(τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου / δίσκος: Λαϊκά προάστια (1980))

Τ’ όνειρο που θα ’ρθει

Δεν έχει πάλι ύπνο κι ακούει τα ρεμπέτικα
και τα σκυλιά που αγαπούν τους μεθυσμένους.
Έκλεισε κι ο μπακάλης που πουλάει κρασί.
Στα σπίτια περιμένουν οι γυναίκες.
Το τρένο πέρασε σφυρίζοντας∙ ο τελευταίος σεισμός.

Τ’ όνειρο που θα ’ρθει κι απόψε το φαντάζεται:
Λιθογραφίες της Γενοβέφας, μυρωδιές, κρασί
στο δρόμο της καρδιάς που τρίζει μες στην κούραση.
Ξανθά παιδιά που πήρε ο ύπνος με τα ρούχα τους,
καθώς περίμεναν τα βήματα του γυρισμού του.
Και δυο μεγάλα μάτια, μάτια υπομονής, μες στο σκοτάδι.

Από τη συλλογή Τα Χίλια Δέντρα (1963) του Γιώργου Ιωάννου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι (Γιώργος Ιωάννου)

Documentary on Fyodor Dostoyevsky‘s Crime and punishment
(ντοκιμαντέρ για το έργο «Έγκλημα και τιμωρία» (1866) του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι)

Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι

Τον ξέρετε μήπως τον Ρασκόλνικωφ;
Ευτυχισμένοι, ευτυχισμένοι· εγώ
τυχαία τον γνώρισα στο δρόμο.

Ίσως τον συναντήσω κι απόψε
στα λευκά σοκάκια μας
να χτυπάει το κουδούνι πάλι
καμιάς ξύλινης πόρτας

«Πώς πάνε τα μαθήματα;» Το μόνο.
Και τίποτε, μα τίποτε,
για το λεπτό μας ζήτημα.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Ίσως την αποπλύνει (Γιώργος Ιωάννου)

Ευανθία Ρεμπούτσικα, Καλοκαιρινή βροχή
(δίσκος: Μικρές ιστορίες (2000))

Ίσως την αποπλύνει

Μη φοβάσαι πια
την καλοκαιριάτικη βροχή
τις νύχτες που ξυπνάς
απ’ τον βαθύ των φύλλων ψίθυρο.

Κλείσε τα μάτια μόνο καλύτερα,
κι άνοιξε κείνη την καρδιά σου.

Ίσως την αποπλύνει η καταιγίδα.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Και χθες τη νύχτα (Γιώργος Ιωάννου)

Ελία Καζάν, Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν (1945)
(κινηματογραφική μεταφορά του ομότιτλου μυθιστορήματος της Μπέτι Σμιθ (1943))

Και χθες τη νύχτα

Μικρές οι νύχτες τώρα το καλοκαίρι·
οι φίλοι πάντα λίγοι κι ο έρωτας,
που εκτός αυτού δεν είναι πια για μας.

Διάβασμα μέχρι αργά· μορφές
που κλείστηκαν νωρίς μες στα ρομάντζα.
Ήρθε κρυφά και χθες τη νύχτα
η Φράνση Νόλαν από το Μπρούκλιν.

Όμως συγκρατήθηκα πάλι
και μόνο σαν πήρε να σβήνει:

«Φράνση», ψιθύρισα, «Φράνση,
έλα επιτέλους και στη ζωή μου.
Σε περιμένω τόσα χρόνια
και σε φαντάζομαι επίμονα.
Φράνση, έχασα πια την επαφή μου
με τις ματιές και τις καρδιές των ανθρώπων.»

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή (Γιώργος Ιωάννου)

Γιώργος Ζαμπέτας & Κώστας Πρετεντέρης, Πού πας χωρίς αγάπη
(ερμηνεία: Δούκισσα / δίσκος: Πού πας χωρίς αγάπη (1969))

Μ’ άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή

Στου καφενείου τα τζάμια
που έγλειφε η βροχή
σ’ αναπολούσε η ψυχή μου
περιμένοντας:

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
έτσι σαν ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Έλα,
και τα τσιγάρα ένα ένα τέλειωσαν,
κι η ώρα πέρασε πολύ μαζί με τη βροχή.
Του κόσμου τούτου η ερημιά,
που εσένα δε σ’ αγγίζει,
έρχεται.

Κι απόψε δε θα κοιμηθώ,
κι όπως θα μυρμηγκιάζουνε
τ’ άπειρα δευτερόλεφτα
πότε η βροχή θα με κυκλώνει
και πότε απ’ την καρδιά
το είδωλό του θα ξανάρχεται.

Στο μέτωπο ξανθά μαλλιά
άσπρη μουσαμαδιά μες στη βροχή
λευκό ανοιξιάτικο γαρίφαλο.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων (Γιώργος Ιωάννου)

Ευανθία Ρεμπούτσικα, Θάλασσα από ηλιοτρόπια
(δίσκος: Το αστέρι κι η ευχή (1998))

Τα ηλιοτρόπια των Εβραίων

Κάθε φορά που τρίζει η σκάλα μας,
«λες να ‘ναι αυτοί επιτέλους;» σκέφτομαι,
κι ύστερα φεύγω και με τις ώρες
κατακίτρινα ζωγραφίζω ηλιοτρόπια.

Όμως αύριο ώσπου να ξεχαστώ
στην αίθουσα αναμονής, το τραίνο
απ’ την Κρακόβια θα περιμένω.

Κι αργά τη νύχτα, όταν ίσως κατεβούν
ωχροί, σφίγγοντας τα δόντια·
«αργήσατε τόσο να μου γράψετε»
θα κάνω δήθεν αδιάφορα.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Τότε που έλειπα (Γιώργος Ιωάννου)

Τότε που έλειπα

Σαν επιστρέφω αργά στην κάμαρά μου,
ομίχλη φόβου πάντα με τυλίγει.
Όργια, λες, εγίναν θεία,
τότε που έλειπα στους δρόμους.

Κομμένα γόνατα – δεμένα χέρια
ξορκίζω τους καθρέφτες και θολώνουν.

Κάτι έχουν δει·
κάτι έχουν δει και που δε λέει
να πάρει τέλος, Θε μου.

Πια δε βαστώ.
Εδώ και χρόνια μες στα χέρια του με πλάθει.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

«Απαγορεύεται το πτύειν» (Γιώργος Ιωάννου)

Δήμος Μούτσης & Νίκος Γκάτσος, Κάποιο τρένο
(τραγούδι: Δήμητρα Γαλάνη / δίσκος: Ένα χαμόγελο (1969))

«Απαγορεύεται το πτύειν»

Λησμόνησε τους δρόμους της βροχής
το περιστέρι.

Φωνές αρσενικών,
χρυσές ματιές
– λαμπρές δικαιολογίες.

Όμως και στα μαλλιά
και μες στα μάτια μου
πλανιούνται στην αναμονή
τα μυστικά.

Αναμονή χωρίς
«Απαγορεύεται το πτύειν»
ή
«Αναχωρεί το τρένο των επτά»
και στο βαγόνι πάλι
απαγορεύεται κι απαγορεύεται το πτύειν!

Το πιο σπουδαίο πράγματι
σχόλιο των τοπίων.

Από τη συλλογή Ηλιοτρόπια (1954) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Τα Χίλια Δέντρα και άλλα ποιήματα (εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1973)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Ιωάννου

Ο Μπάτης (Γιώργος Ιωάννου)

Ο Μπάτης

Κάθε χρόνο, τη βραδιά της Αναστάσεως, σκύβω με κάποια πρόφαση και χαϊδεύω μυστικά το χορτάρι στον αυλόγυρο της Αγίας Σοφίας. Δεν έχω πει ακόμα σε κανένα τίποτε, κι ούτε, νομίζω, έχουν προσέξει πως τους παρασύρω όλο στο ίδιο σημείο. Μάλλον θα τους έχει γίνει συνήθεια κι αυτό. Παρόλο που δε μου ταιριάζει πια, φροντίζω να έχω πάντα μαζί μου ένα κόκκινο αυγό, που εννοώ να το τσουγκρίσω με όποιον τύχει κοντά μου. Και καθώς ρίχνω στη γη τα τσέφλια του, σκέφτομαι με κάποια χαρά, πως όταν φύγει ο κόσμος, ίσως ξαναρθεί ο φίλος μου ο Μπάτης να τα συναρμολογήσει κι αυτά, όπως έγινε κάποτε με όλες εκείνες τις άσεμνες φωτογραφίες.

Τις είχαμε βρει ξεσκισμένες σ’ αυτό το ίδιο μέρος και πράγμα τότε δεν παρουσίασε λιγότερες δυσκολίες. Σε πολλά κομμάτια εικονίζονταν μέλη γυμνά, που δεν τα ξέραμε ακόμα απ’ αλλού ή που δεν μπορούσαμε να τα φανταστούμε σε τόση αγριότητα. Εκτός αυτού όμως ήταν και οι μπλεγμένες στάσεις των προσώπων. Πήγαινες με την ιδέα πως ενώνεις μια φωτογραφία με δύο άτομα, οπότε σ’ ένα κομματάκι παρουσιαζόταν κάποιο πέμπτο πόδι ή κάτι άλλο υπεράριθμο και σου τα χαλνούσε όλα. Με λίγα λόγια δε μας βοηθούσαν καθόλου οι γνώσεις μας.

Ξαπλωμένοι μπρούμυτα στο χορτάρι είχαμε τόσο απορροφηθεί, ώστε, όταν χτύπησε το κουδούνι του συσσιτίου για τη δεύτερη βάρδια, δε θέλαμε να πάμε μέσα για φαγητό. Εν τέλει πήγα μονάχα εγώ στο συσσίτιο κι ο φίλος μου έμεινε κοντά στις φωτογραφίες. Το κακό ήταν πως το κήρυγμα μετά το φαγητό κράτησε πάρα πολύ εκείνη την ημέρα.

Πάντως τον βρήκα να τις έχει όλες έτοιμες απάνω στο χορτάρι, και να μάχεται με τον αγέρα να μην του τις σκορπίσει. Πρώτη φορά μου έβλεπα τέτοια συμπλέγματα. Ήταν πολύ βρόμικος ο κόσμος. Εκείνος όμως τον έβρισκε ωραίο, μου έδειχνε λεπτομέρειες και γελούσε. Όλα είχαν το όνομά τους και το ήξερε. Δεν ξέρω όμως τι θα ’λεγε τώρα, γιατί βέβαια όλα θα τα είχε δοκιμάσει. Καθώς φεύγαμε, έδωσε μια με το πόδι του και σκόρπισαν πάλι τα κομματάκια.

Την άλλη μέρα, που έλεγα να τα μαζέψω, δε βρήκαμε ίχνος. Κάποιος άλλος θα τα είχε πάρει. Γι’ αυτό μπήκαμε μέσα στην εκκλησία και κοιτάζαμε, ξαπλωμένοι ανάσκελα στις καρέκλες, την Ανάληψη στο ψηφιδωτό του τρούλου. Δύο άγγελοι πετώντας πλαγιαστά κρατάνε το Χριστό μέσα στη δοξαστική σφαίρα, που μου φάνηκε σαν ένα τεράστιο αυγό. Έβλεπα τους αγγέλους και θυμόμουν εμάς την προηγούμενη μέρα. Όχι πως θεωρούσα, έστω και τότε, τον εαυτό μου για άγγελο, αλλά για το φίλο μου το πίστευα αυτό. Είχε πολλά στοιχεία. Κομματάκι κομματάκι είναι καμωμένο κι αυτό, μου είπε στο τέλος. Ήταν φανερό πως σκεφτόταν τις φωτογραφίες. Κι εγώ για το ίδιο λυπόμουν, αλλά δεν ήθελα να το πω. Και όχι μονάχα τότε· ποτέ μου δεν τις ξέχασα. Πολλές οργιαστικές διηγήσεις μου μάλιστα, σ’ αυτές κυρίως τις έχω στηρίξει, κι ας έχω δει πλήθος άλλες εν τω μεταξύ.

Από καιρό σε καιρό σκέφτομαι: αυτός που τις ξέσκισε μέσα στον αυλόγυρο της εκκλησίας δεν μπορεί να έκανε από το φόβο της έρευνας την πράξη. Ήταν προχωρημένη Κατοχή τότε, και από κάθε τι άλλο μπορούσες να κινδυνέψεις, αν το ’βρισκαν απάνω σου, όχι όμως και από άσεμνες φωτογραφίες. Η λογική μού λέει, πως θα τις χάλασε μάλλον από φόβο μήπως τις βρει καμιά μάνα του στις τσέπες του ή από θρησκευτική κρίση. Εγώ πάντως θέλω να πιστεύω πως από μετάνοια έγιναν όλα.

Ύστερα από λίγες μέρες εξαφανίστηκε ο Μπάτης κι απ’ το φαγητό και από το σχολείο. Είπαν πως ήταν άρρωστος, ενώ εγώ έμαθα πως τον είχανε πιάσει. Ένα πρωί με περίμενε κάποιος έξω απ’ το σχολείο. Τη νύχτα είχαν εκτελέσει το φίλο μου μπροστά στο σπίτι του για παραδειγματισμό της γειτονιάς. Ο Ερυθρός Σταυρός τον είχε μαζέψει.

Πήγαμε στο νεκροτομείο να τον βρούμε. Εδώ κι αν ήταν οι κομματιασμένοι άνθρωποι κι οι αγγέλοι. Το τι είδαν τα μάτια μου εκεί δεν πρόκειται ποτέ μου να το πω. Εξάλλου δεν το πιστεύω. Κατόπι έγινα ένα με τη γη κι έτσι δε με πήρανε χαμπάρι. Φοβάμαι όμως πως δε χρειαζόταν και τόσο κρύψιμο από μέρους μου· αυτοί ξέρουν ποιους σκοτώνουν.

Έχω υποφέρει απ’ τα φτηνά λογοπαίγνια και δε μ’ αρέσει να κάνω τέτοια ούτε στον εαυτό μου τον ίδιο. Παρόλα ταύτα πετιέμαι αυτόματα, όταν τα καλοκαιρινά απογεύματα φυσάει απ’ τη θάλασσα ένας αέρας, που όλοι τον βρίσκουν δροσερό και λένε αναστενάζοντας το όνομά του.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum

Για ένα φιλότιμο (Γιώργος Ιωάννου)

Για ένα φιλότιμο

Τα κοπάνησα στην καντίνα απόψε. Και δεν πρέπει καθόλου να πίνω, γιατί πολλά λέω και κάνω συνήθως. Μέθυσα απαίσια με ανιζέτα – μοιάζει κάπως με το δικό μας το ούζο αυτό το σπίρτο. Κακά μαντάτα πάλι· κυρίως απ’ τον εαυτό μου.

Αλλά κι αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει. Αμέσως μόλις μπήκα, γύρω μου σχηματίστηκε μια παρέα. Με κερνούσαν συνέχεια και με κανένα τρόπο δε μ’ άφηναν να τους κεράσω. Ζηλεύω πολύ αυτές τις συντροφιές. Έχω χάσει άδικα των αδίκων τα χρόνια μου με κείνους τους άνοστους λογοτέχνες. Τα παιδιά αυτά μ’ αγαπούν, το παραδέχομαι. Η αγάπη τους όμως είναι ίδια με κείνη, που έχουμε για τον καλόβολο συνταξιδιώτη. Κορυφώνεται κατά το μέσο του ταξιδιού, για ν’ αρχίσει να σιγοσβήνει όσο τελειώνουν τα χιλιόμετρα. Στο τέλος μπορεί να μην πούμε ούτε αντίο. Όποιος έχει μιλήσει τα περισσότερα και τα ειλικρινέστερα είναι ο χαμένος. Το ‘χω υπόψη μου αυτό το παιχνίδι, κι όμως θέλω με όλη μου την καρδιά να ξαναμιλήσω.

Έχω την υποψία πως σ’ όλο αυτό το διάστημα καθόταν στο απέναντι τραπέζι αυτός που πρόκειται να γίνει φίλος μου. Έπινε δήθεν αδιάφορα, μα εγώ ξέρω πως το μάτι του και το αυτί του ήταν εδώ σε μένα. Να δούμε ποιος απ’ τους δυο μας θα προσπέσει. Πάντως θα βουρλιζόμαστε έτσι για πολύ καιρό. Είναι βαρύς από μυστικά κι αυτός· το διαισθάνομαι· και θα πρέπει να σκέφτεται ολοένα το ίδιο πράγμα. Θα δοκιμάσω κι αυτουνού την αντοχή με αποκαλύψεις και θα δούμε. Μ’ αυτή τη μέθοδο έχω χάσει όλους τους ανθρώπους μου σιγά σιγά. Ο πιο στενός μου φίλος, πάντως, πήγε τελευταία για γάμο.

Η ανιζέτα είναι αψιά, ιδίως όταν την ανακατεύεις με μπύρα. Τίποτα δεν εξαλείφεται, κακά τα ψέματα. Μ’ ένα γρόσι στο τζιουμπόξ άρχισαν τα ζεϊμπέκικα του Μητσάκη:

Όσο βαριά είν’ τα σίδερα…

Κάποιος χορεύει κα μάλιστα καλά. Αγαπάει, λένε, απελπισμένα ένα ανήλικο.

Κάποιος με παρατηρεί, με σκέφτεται δυνατά, νιώθω σα βάρος. Άναψαν κιόλας οι ιστορίες για το πώς ξεγλίστρησε ο καθένας μας απ’ την όλο στοργή πατρίδα.

Στο μώλο ο γερανός αρπάζει με τις δαγκάνες του βράχους και τους ξαναβυθίζει στο πέλαγος. Είναι φορτωμένοι απολιθώματα ψαριών και οστράκων. Δεν είναι ανάγκη να ‘σαι σοφός για να καταλάβεις τι έχει συμβεί. Οι πέτρες είναι βέβαια κατά μας· απ’ το πέλαγο και πέρα αρχίζει, θαρρείς, η πατρίδα. Ο γερανός με το φωτάκι του συνεχίζει να στρέφεται· μια προς εμάς, μια κατά τη θάλασσα, και κει χαμηλώνει. Έτσι, μου φαίνεται, θ’ αρπάξει και μένα καμιά μέρα.

Μια τέτοια νύχτα γλυκιάς χαράς θα τρέξω κατά το μώλο. Μέσα στο μεθύσι μου και στην άφθαρτη ακόμα εκτίμηση των φίλων. Όταν με ξαναβρούνε θα με σηκώσουνε στους ώμους τους. Εδώ ευτυχώς δεν υπάρχουν νεκροθάφτες. Ο φιλαράκος μου ο δύτης θα μ’ έχει βγάλει απ’ τη θάλασσα. Όλα τα έχω προβλέψει. Με τρέφει η απελπισία· αυτό το χαλάρωμα είναι που φοβάμαι.

Ο Νταντίνης πλαγιάζει απόψε, κινδύνεψε πάλι τη ζωή του. Τον ζητούσα στο μώλο, μόλις βγήκα απ’ τα γραφεία. Μου είπαν πως ζαλιζόταν όταν ανέβηκε απ’ τη θάλασσα. Ξαναφόρεσε το φόρεμα και βυθίστηκε, όσο να συνέλθει. Με υποδέχτηκε στην κάμαρά του με γέλια και φωνές. Εγώ στη θέση του θα ήμουν ράκος, σκεπτόμενος κυρίως το μέλλον. Μ’ έφαγαν πολλά πράγματα, δεν ξέρω ποιον άτιμο να πρωτοδείρω. Παρατηρημένο τέλος πάντων· κάθε βράδυ έχω νέες αφορμές για ποτό και απανωτά τσιγάρα.

Ένα σφουγγάρι, μου είπε, έβλεπε· ριζωμένο όμως πιο βαθιά απ’ ό,τι συνήθως κατεβαίνει. Αν και ήξερε καλά τον κίνδυνο, δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τ’ αφήσει. Αμολήθηκε, κι αμέσως ένιωσε να μουδιάζει ολόκληρος. Το ξερίζωσε εντούτοις· κι ούτε ξέρει με τι χέρια το κατόρθωσε αυτό.

Μαύρο και γλιστερό σαν πάθος, κείτονταν σ’ ένα πανέρι το σφουγγάρι. Θα γίνει όμορφο κι αυτό στον ήλιο και στον αέρα.

Και γιατί το ‘κανες αυτό; Αφού κανένας απολύτως δε σ’ έβλεπε, γιατί το ‘κανες; του φώναξα.

Μα, για ένα φιλότιμο, απάντησε ήσυχα. Και κατόπι πρόσθεσε με σημασία: Εσύ τι ξέρεις απ’ αυτά· εσένα τα γράμματα σ’ έχουνε άσκημα δαμάσει.

Από τη συλλογή πεζογραφημάτων Για ένα φιλότιμο (1964) του Γιώργου Ιωάννου

Πηγή: Translatum

Γιώργος Ιωάννου & Νίκος Μαμαγκάκης, Ουτιδανός

Ουτιδανός

Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Ερωτικός λόγος [Έρως ανίκατε] (2008) 

Γελούνε γύρω
για κορόιδο μ’ έχουνε εμένα
εμένα τον ουτιδανό τον άσχημο
εσύ με νοιάζεις
τον τιποτένιο τον φριχτό και τον απαίσιο
γελούνε γύρω
αχ θέλω να τ’ ακούσω απ’ το στόμα σου
μια γεύση κι εγώ να ‘χω απ’ το μαρτύριο

Εσύ με νοιάζεις
θά ‘ρθεις κάποτε
εσύ με νοιάζεις
μπορώ να περιμένω
χρόνους άπειρους
εσύ με νοιάζεις

Γελούνε γύρω
για κορόιδο μ’ έχουνε εμένα
μα εγώ τραβάω στις λεωφόρους
σαν αόμματος
γελούνε γύρω
ζέστα βαριά ανακαλύπτω μέσα μου
και εισχωρώ μες στης καρδιάς τη χόβολη

Εσύ με νοιάζεις
θά ‘ρθεις κάποτε
εσύ με νοιάζεις
μπορώ να περιμένω
χρόνους άπειρους
εσύ με νοιάζεις

Γιώργος Ιωάννου & Νίκος Μαμαγκάκης, Ομίχλη

Ομίχλη

Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Ερωτικός λόγος [Έρως ανίκατε] (2008)

Στο λιμάνι κάτω
έπεσε ομίχλη
περπατώ σκυμμένος
βρίσκομαι στα ίχνη
στο λιμάνι κάτω
σφύριγμα σειρήνας
οι σκιές των πλοίων
κράξιμο των γλάρων
τζάμια καφενείων

Τίποτα δε βλέπω
στην ψυχή μου μέσα
ήθελα να έχεις
λίγη ακόμα μπέσα
τίποτα δε βλέπω
τι θαρρείς θα γίνει
και ως πού θα πάει
η ομίχλη τούτη
όλους θα μας φάει

Έλα το κατόπι
προχωράμε πέρα
έχουμε ελπίδες
κι αύριο είναι μέρα
έλα το κατόπι
οι φωνές των Κάπων
ήχος τροχαλίας
κάλλιο να με φάει
άσπρος καρχαρίας

Τι φωνάζεις πάλι
κόρναρε και πέρνα
θα τα κοπανήσω
πάλι στην ταβέρνα

Γιώργος Ιωάννου & Νίκος Μαμαγκάκης, Το περιθώριο

Το περιθώριο

Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Ερωτικός λόγος [Έρως ανίκατε] (2008) 

Πού να πήγες επιτέλους
σ’ έχασα απ’ το στρατό
τότε δίστασα για λίγο
τώρα όμως σε ζητώ

Ρώτησα και στο χωριό σου
το παραμεθόριο
μου ‘πανε πως από χρόνια
ζεις στο περιθώριο

Πού γυρίζεις, πού τραβιέσαι
σ’ έχασα απ’ το στρατό
να σ’ αναζητήσω, λέω
απ’ τον Ερυθρό Σταυρό

Τόσο ξέρουν τόσο λένε
τόσο νιώθουν τη ζωή
βόδια μπαίνουν βόδια βγαίνουν
και μηδέν διαγωγή

Έλεγα πως θα καυχιούνται
που σε είχαν γείτονα
αχ ας σ’ έβλεπα για λίγο
στη στιγμή θα γλίτωνα

Πού γυρίζεις, πού τραβιέσαι
σ’ έχασα απ’ το στρατό
να σ’ αναζητήσω, λέω
απ’ τον Ερυθρό Σταυρό

Μες στο ντάλα καλοκαίρι
με το διαβατήριο
θα βγω απ’ την Ειδομένη
με απλό εισιτήριο

Ίσως δε θα με γνωρίσεις
δε σε ξέρω πού σε είδα
φύγε, μην ξαναγυρίσεις
θα μας δει η Γερμανίδα

Πού γυρίζεις, πού τραβιέσαι
σ’ έχασα απ’ το στρατό
να σ’ αναζητήσω, λέω
απ’ τον Ερυθρό Σταυρό

Γιώργος Ιωάννου & Νίκος Μαμαγκάκης, Στα αρχαία

Στα αρχαία

Ποίηση: Γιώργος Ιωάννου
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης
Τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας
Δίσκος: Ερωτικός λόγος [Έρως ανίκατε] (2008)

Μέσα στα αρχαία
πήγαμε παρέα
πήγαμε, πήγαμε
να τη βρούμε, φως μου
τη χαρά του κόσμου
να τη βρούμε, φως μου
πήγαμε, πήγαμε

Φύλακες, τουρίστες
τις κορδέλες λύσ’ τες
φύλακες, φύλακες
έχει εδώ γρασίδι
κι ένα μαύρο φίδι
κι ένα μαύρο φίδι
φύλακες, φύλακες

Κάτσαμε στο λάκκο
φύγε, φιλαράκο
φίλε μου, φίλε μου
έχουμε να πούμε
ύστερα θα πιούμε
έχουμε να πούμε
φίλε μου, φίλε μου

Μη γελάς μ’ εμένα
είμαι μια παρθένα
μη γελάς, μη γελάς
έσπασα το βάζο
τώρα αναστενάζω
τώρα αναστενάζω
μη γελάς, μη γελάς

Τρέχα για φαντάρο
για φωτιά, τσιγάρο
φίλε μου, για φωτιά
δε σ’ αντέχω τώρα
ζήτα του την ώρα
δε σ’ αντέχω τώρα
μη γελάς, μη γελάς

Οι βλακείες τέρμα
πλέον ούτε κέρμα
μη γελάς, μη γελάς
δε ζητώ αγάπη
σα να είναι χάδι
δε ζητώ αγάπη
δε ζητώ, δε ζητώ