Γιώργος Θέμελης: Ηλιοσκόπιο, 2

Αφιέρωμα της ΕΡΤ1 στον Διονύσιο Σολωμό

Ηλιοσκόπιο

Σχεδιάσματα

2

Στοχάσου, το δίχως άλλο, μαζί με τα λόγια και τα κόκαλα τα ιερά των Ελλήνων και των Ανθρώπων, των όσων είχαν και τ’ άφησαν στα καταλύματα της Καρτερίας.
Αντέχουν τα κόκαλα. Στήνουν το ανάστημα. Στηρίζουν τη σκαλωσιά…

Θυμήσου το:

Απ’ τα κόκαλα βγαλμένη

μαζί με το:

Εκεί μέσα εκατοικούσες

Αντίς το:

Πικραμένη, εντροπαλή

να βάλεις:

Ακατάλυτη, πυκνή,

κλείνοντας με το:

Έλα πάλι, να σου πει.

Πρέπει να γίνει επιστροφή από το τότε στο τώρα, ωσάν Ανακομιδή ή Ανάκληση νεκρών, που δεν πεθάναν.
Αλλιώς δε θάβρεις πουθενά ψυχή να χτίσεις την κατοικία της. Οι ζώντες οι περιλειπόμενοι της Οικουμένης του αιώνα τούτου της Φτέρνας και της Γροθιάς, όπου το τεχνητό τριαντάφυλλο, το φονικό χαμόγελο, ανθούν στο ίδιο περιβόλι, δεν είναι κατοικήσιμοι.
Άλλος δεν έχει μάτια να φανεί· άλλος αναζητεί τα χαμένα του δάκρυα· άλλος αλλού το σώμα, αλλού η σκιά. Και δεν μπορούν ν’ ανταμωθούν ή ν’ αγαπήσουν.
Δεν έχουν το Λόγο, δεν έχουν το Θεό τους.
Και σκουντουφλούν, πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, γυρεύοντας το δίκιο τους μ’ απόκρυφα εγχειρίδια.
Ποιος ο φταίχτης, ποιος ο αδικημένος, κανείς δεν ξέρει. Και μάρτυρες δεν υπάρχουν. Ο καθείς και μάρτυρας του εαυτού του: μάρτυρας και καταδότης.
Και ποιος να βάλει το χέρι του ή το ζυγό του, ποιος Θεός!
Είναι ταμένοι από πριν. Για τούτο έρχονται και τίκτονται: για να πέσουν να πεθάνουν. Είναι φθινοπωρινοί.

Κι οι Ποιητές, ως να σηκώνουν πάνω τους το μίασμα μιας αμαρτίας κρυφής κι ανομολόγητης,
Αλλήθωροι, σημαδιακοί, με τo ’να μάτι κοιτάζοντας, με τ’ άλλο βλέποντας,
Δεν βρίσκουν άνθρωπο στον άνθρωπο να μιλήσουν, ψυχή στην ψυχή.
Οι δρόμοι αδειάζουν στο πέρασμά τους…

Ώσπου ν’ αλλάξει ο Καιρός, να το γυρίσει Μελτέμι, αυτό που το λένε Μπουκαδούρα, να προχωρήσει η πτήση των φτερών που πιάστηκαν στη Νηνεμία κι έπηξε το φως, και να βαθύνει η Ανασαιμιά.

Κόκαλα είναι όλα, τα εγκαταλειμμένα πίσω κόκαλα των πραγμάτων, σκόρπια παντού, εδώ κι εκεί, ξηρά, μα φυλάγοντας μέσα τους, άθραυστοι νάρθηκες, την παλιά κλεμμένη σπίθα την ακοίμητη.

Εφάρμοζε λοιπόν την Ανακομιδή και την Ανάκληση, ωσάν τελετή, ωσάν το Όγδοο Μυστήριο.

Τα κόκαλα, ξέρεις, ακούν, κι οι παλιοί νεκροί αποκρίνονται, όταν τους φωνάζεις με καθαρή φωνή και ακέραιη λέξη.
Τους μιλάς τη γλώσσα τους.
Κωφεύουν μονάχα στους τραυλούς, στους άγλωσσους λόγιους και στους κωφάλαλους.

Να προσέχεις πολύ την άρθρωση, και να βρίσκεις τη σωστή λέξη, την άμεση, την αναφωνητική, οπού ν’ ανακαλεί μεμιάς και ν’ ανασταίνει, γεμίζοντας την Απουσία.

Π.χ.

Ω τρακόσιοι! σηκωθείτε

Ή

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
Που ό,τι θέλεις ημπορείς,

Κράζοντας πίσω την Ψυχή με τ’ όνομά της: Ελευθερία, ν’ ακούσει.

Από το ποιητικό βιβλίο Ηλιοσκόπιο (1971) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (3)

Ars Poetica

3

Το ποίημα συγγενεύει με τη φωτιά

Όπως συγγενεύει το Ρόδο με τον Ουρανό, ο Χαρταετός
με τον Άνεμο
Και συ, το σώμα σου, με το ποτάμι.

Το σωστό Ποίημα, το αληθινό

Αυτό που έρχεται ανεβαίνοντας μέσ’ απ’ την Ποίηση
κι είναι καρπός της
Σπινθήρας που ξέφυγε απ’ την
πυρακτωμένη ουσία της μες σε μια έκρηξη

Πώς ανεβαίνει επάνω στα χείλη το φιλί βαθιά το στήθος σχίζοντας.

Για τούτο το Ποίημα φέγγει

Όπως τα σπάνια μετέωρα που ξαφνιάζουν τον ουρανό
και κάνουν νύχτα μέρα αλλάζοντας τα οπτικά
πεδία των ματιών.

Το Ποίημα κοιμάται μες στην πληρότητά του

Σαν τα νήπια που χόρτασαν το μητρικό τους γάλα
κι έγιναν πλήρη
Σπιθίζοντας ευφροσύνη κάτω από τα
βλέφαρά τους–

Κρύβοντας μέσα του την αναμμένη φλόγα του, το αίμα του,
Τη λάμψη του λάμποντας, λάμψη για λάμψη, στην ερημία.

Το Ποίημα πρέπει να το ξυπνάς

Σιγά σιγά, μην εκραγεί και σε γεμίσει εγκαύματα και
μείνεις ο σημαδιακός, ο καυστικά στιγματισμένος,
και σε πετροβολούν

Μπορεί να σ’ αναφλέξει όλον μεμιάς να καίγεσαι
και να καπνίζεις ως το τέλος,
ώσπου να γίνει η σάρκα σου φως

Πώς καίγεται και λιώνει η αναμμένη λαμπάδα και γίνεται δέηση.

Είναι σάρκα και σάρκα,
Σάρκα πυκνή
Και σάρκα ανάερη,
Εκθαμβωτική
Φως
Ως ιμάτιον

Αμφίεση Σκιών κι Ενσάρκωση Ασωμάτων.

Το Ποίημα σε ποιεί,
Δεν το ποιείς
Μην το παραβιάζεις.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (1)

Ars Poetica

1

Αν είναι κάτι το Ποίημα,
Είναι κάτι που δεν πιάνεται,
Όπως το νόμισμα ή το πουλί

Το Ποίημα σε παίρνει,
Δεν το παίρνεις
Μην το παραβιάζεις.

Το Ποίημα είναι σαν την Αγάπη,
Την Αγάπη την αναπάντεχη,
Όταν σου κόβει τη μιλιά,

Σαν την Αγάπη, σαν τη Μουσική

Μια συνοδεία παντοτινή,
Μια λάμψη ακαταθάμπτωτη

Σ’ ακολουθεί παντού το Ποίημα,
Σε σκοπεύει
Μην το παραβιάζεις.

Είναι κατάφωτο το Ποίημα

Αδιάρρηκτο, καθρεφτικό,
Σαν το αγλαό φεγγάρι
Όταν γεμίζει το δίσκο του

Το Ποίημα δεν είναι πράγμα σου,
το πράγμα είσαι συ

Σε βγάζει στο φως,
Σε φανερώνει
Μην το παραβιάζεις.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ars Poetica (2)

Ars Poetica

2

Αρέσκεται στο σκοτάδι το Ποίημα. Εκεί σπέρνεται ανοίγοντας μικρούς φεγγίτες, που μεγαλώνουν, μεγαλώνουν…

Το πολύ ηλιακό φως το εκτυφλωτικό το πληγώνει.
Γιατ’ είναι φως το Ποίημα, φως ενός άλλου φωτισμού, δυνατότητα ενός άλλου Ήλιου.

Η Ευδαιμονία του Χορτασμού και της Οικονομίας το αφήνει νηστικό. Σαν ένα ζώο λησμονημένο κι άχρηστο. Μη έχοντας δοκιμάσει το μαχαίρι της πείνας για ψωμί και φως, τη δίψα του στερεμένου ποταμού.

Η Ανυποψία των Κοντόφθαλμων και των Κοιμισμένων το αποφεύγει, έξω από τον ύπνο του δικαίου, έξω απ’ τ’ όνειρο, σαν ένα εφιαλτικό πουλί.

Όλα τα μάτια τ’ άγρυπνα στρέφουν προς το Ποίημα.

Από τη συλλογή Ars Poetica (1974) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Σόδομα και Γόμορρα


John Martin, The Destruction of Sodom and Gomorrah, 1852
(Laing Art Gallery, Newcastle upon Tyne)
Πηγή: wikipedia

Σόδομα και Γόμορρα

καὶ ἐγένετο, ἡνίκα ἐξήγαγον αὐτοὺς ἔξω καὶ εἶπαν· σῴζων σῷζε τὴν σεαυτοῦ ψυχήν· μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω, μηδὲ στῇς ἐν πάσῃ τῇ περιχώρῳ·…
Γένεσις (ΙΘ’ 17)

Άνθρωποι, όπως πάντα, οι άνθρωποι
—Δεν είναι χελιδόνια, θα μπορούσαν να γίνουν,
Δεν είναι Άγγελοι, θα μπορούσαν να γίνουν
και να μη φτάσουν, να κεραυνωθούν—
Ξεχνιούνται και αναπαύονται.

Μέσα τους ξεχνιούνται, να ξεχάσουν,
Ν’ αποκοιμίσουν την ψυχή τους,
Να μην πονεί,
Να κλείσει.

(Πληγή η ψυχή, πληγή κρυφή κι ολάνοιχτη, μια λόγχη στην πλευρά και μας κεντά —
Κανείς δεν μπορεί να γλιτώσει απ’ την ψυχή του.)

Κοιμούνται όσοι κοιμούνται,
Πνίγουν τα όνειρα και δε σπαρνούν
Φοβούνται μη ξυπνήσουν,
Έχουν το φόβο του φωτός.

Μπορείς ν’ ανάψεις έναν ήλιο να φέξει μες στα μεσάνυχτα
Και να σημάνεις σύναξη ψυχών, — νεκρών ψυχών,
Να βάλεις μια κραυγή, τρόμου κραυγή, να σηκωθούν:

—Σύγνεφα μαζεύονται στον ουρανό,
Σύγνεφα αλλόκοτα, τρομαχτικά,
Γεμάτα οργή —έρχεται η βροχή
Μια κίτρινη βροχή από φωτιά και θειάφι—

Όσοι κοιμούνται κοιμούνται.

Την ψυχή μονάχα κοίταζε και σώζε,
Την σεαυτού ψυχήν, τ’ άλλα μην τα κοιτάς,
Είναι όλα να καούν, τίποτα να μη μείνει.

(Στάχτη σύναζες,
Στάχτη σώριαζες,
Στάχτη στη στάχτη.)

Μην αργείς, μπροστά σου μόνο βλέπε,
όλο μπροστά
Κατά κει, που δείχνουν τα μηνύματα,
και δρόμο,
Μη σταθείς πουθενά, μὴ περιβλέψῃ εἰς τὰ ὀπίσω.

Από τη συλλογή Τα Βιβλικά (1975) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, [Είπα ν’ αφήσω…]

Είπα ν’ αφήσω αυτό το πεθαμένο σπίτι
Να πάω να κατοικήσω επάνω στη θάλασσα
Σκιές το κατοικούν ξεχασμένες φωνές
Εξαρθρωμένες κούκλες ανεβοκατεβαίνουν τις σκάλες

Το παράθυρο μένει γυμνό μέσα στη νύχτα
Όλα τα τζάμια έχουν πέσει
Κομμάτια από γυαλί πάνω στη σκόνη

Και μένω κι αγωνίζομαι να βρω τη σκιά μου
Ίχνος από παλιό λησμονημένον ήλιο

Από τη συλλογή Γυμνό παράθυρο (1945) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ερημία

Μάνος Χατζιδάκις, Ερημιά [Taki] (δίσκος: Never on Sunday (1960))

Ερημία

[Ενότητα Κινήσεις]

Έξω από μας πεθαίνουν τα πράγματα

Απ’ όπου περάσεις νύχτα, ακούς σαν ένα ψίθυρο
Να βγαίνει από τους δρόμους που δεν πάτησες,
Από τα σπίτια που δεν επισκέφθηκες,
Απ’ τα παράθυρα που δεν άνοιξες,
Απ’ τα ποτάμια που δεν έσκυψες να πιεις νερό,
Από τα πλοία που δεν ταξίδεψες.

Έξω από μας πεθαίνουν τα δέντρα που δεν γνωρίσαμε.

Ο άνεμος περνά από δάση αφανισμένα.
Πεθαίνουν τα ζώα από ανωνυμία και τα πουλιά από σιωπή.

Τα σώματα πεθαίνουν σιγά-σιγά από εγκατάλειψη.
Μαζί με τα παλιά μας φορέματα μες στα σεντούκια.
Πεθαίνουν τα χέρια, που δεν αγγίσαμε, από μοναξιά.
Τα όνειρα που δεν είδαμε, από στέρηση φωτός.

Έξω από μας αρχίζει η ερημία του θανάτου.

Από τη συλλογή Συνομιλίες (1953) του Γιώργου Θέμελη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου

Ανδρέας Κάλβος
(εκπομπή Εποχές και συγγραφείς της ΕΡΤ)

Ελεγείο μοναχικό του Ανδρέα Κάλβου

Λησμονημένος ταξιδευτής.

Οδοιπορώντας μες από νύχτες κι ασάλευτους ποταμούς
Ήρθες το φλογερό ξημέρωμα, που τ’ άναψαν
Μες στου χειμώνα την καρδιά εντάφια περιστέρια.

Πικρός κ’ αλύγιστος.

Μιλούσες μια γλώσσα κατάστικτη σαν τα σπασμένα μάρμαρα
Και δεν φορούσες παρά μονάχα μαύρα, το πένθος της μοναξιάς.

Αγνάντευες ψηλά τα ηώα κάγκελα και πήδαγε η καρδιά σου
Από κορφή σε κορυφή, από ένα βουνόν εις άλλο
Και γύρευε να πλήξει με κλαγγή γενναίου πουλιού τα σύγνεφα.

Καστάλιε κύκνε.

Μοναχικέ κι απρόσιτε μες στην κλειστή σου θλίψη,
Ποια οδύνη σού έσκαφτε το στήθος και τόκανε να ηχεί,
Όχι σαν ήχος λυπημένου αυλού, σαν πτερωτή βροντή.

(Θανάσιμε τοξότη, που σκοπεύεις μ’ εύστοχον χείρα.
Εραστή του καθαρού γαλάζιου και του ψηλού γκρεμού.
Άσε ν’ αγγίξω την καμπύλη σου σαν ένας βέβηλος
Κι ας μου καούν τα δάχτυλα κ’ η γλώσσα ας μου κοπεί.)

Δεν ήσουνα για να πατάς στη γη.
Να τριγυρνάς ήσουν μ’ αετούς και λέοντες στους κήπους των Πιερίδων
Εκεί που φέγγει ερατεινή η πρώτη αρχή της μέρας
Και που καπνός δεν έθλιψε ποτέ το γαλάζιο των αιθέρων.
Και να χτυπάς και να συντρίβεις μίαν προς μίαν της λύρας τις χορδές όλες
Και να ξυπνάει η Μούσα η Αρετή μες απ’ την κλίνη των ανέμων,
Αμάργαρη κι ολόγυμνη, και να σε παίρνει απάνω
Μέσα εις το χάος αμέτρητο των ουρανίων ερήμων.

***

Μυρτιά φέρνω και κλαδιά κυπαρίσσου.

Μα πού να βρω τον ίσκιο σου, την ταπεινή σου οθόνη,
Που σφιχτοκλεί της στάχτης σου εις ξένην γην τον ύπνο.

Ίσως να την επήρε ένας βοριάς και να την έχει γκόλφι,
Ίσως να την επήρε πίσω η γη σε πέτρινο κρεββάτι
Κάτω από τα ήσυχα, παγωμένα, πτερά της βαθιάς νύχτας,
Να μην ακούει τ’ αφρίζοντα ποτήρια μες σε καπνούς και φλόγας,
Τον βίαιο άνεμο που χτυπά και σχίζει τα παράθυρα.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Επίλογος από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»

Το αθάνατο ’21 και η ευθανασία της Ιστορίας
(εκπομπή Το κουμπί της Πανδώρας / ΝΕΤ, 24 Μαρτίου 2011)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Επίλογος

Τρία πουλιά λαλούσαν ψηλά στον ουρανό
Δημοτικό

Έρχονται νύχτες,
Που βιάζονται
Να γεννήσουν.

Έρχονται μέρες,
Που θέλουν ν’ αλλάξουν,
Και να φορέσουν
Αιώνες.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Αθανάσιος Διάκος

Αθανάσιος Διάκος: από την εκπομπή της ΕΤ3 Χώματα με ιστορία (αφήγηση: Ηλίας Μαμαλάκης)

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Αθανάσιος Διάκος

Παντού πετούν κ’ είν’ άφθαρτα, Αγγέλοι, τα φτερά σας
Σολωμός

Κλαίνε το σχήμα του σταυρού.
Κλαίνε το πιο γενναίο σπαθί που κόπηκε στα εφτά,
Το ροσμαρίνι και το έλατο των κορυφών που πάει μαύρος καπνός,
Φλέβες, κοπέλες, που θαρθούν ν’ αδειάσουνε τα δάκρυά τους.
Να μην το κρύψει η μάνα γη,
Πόχει τα δέντρα τ’ αλαφριά, τα ραγισμένα σπίτια,
Ψάρια που παίρνουνε φωνή, πέτρες πόχουν αγέρα,
Και τους αλαφροΐσκιωτους,
Τους πεθαμένους που μιλούν μες στα φαρδιά κιβούρια,
Πόχουν αηδόνια στα κλουβιά και μάτια κι αγναντεύουν.

Ποιος ξέρει πόσα χελιδόνια ξαπολύθηκαν κατά τις θάλασσες,
Να ρίξουν σπίθες στα νησιά και στα χαμένα πλοία.

Πόσα κρυφά καρδιοχτύπια έγιναν προσευχές και μίλησαν στους Αγγέλους,
Ν’ αφήσουν τον ύπνο τ’ ουρανού και να κατέβουν στη γη
Να ιδούν κάποια συγγενικά Τους πλάσματα πόσο φυλάνε το αίμα Τους,
Πόσο Τους έχουν ακριβούς, γραμμένους μες στη μοίρα τους.

Γίνονται φλόγες, γίνονται αναμμένες λαμπάδες και Τους φέγγουν.

***

«Απλός ήταν, — αποκρίθηκαν βαφτίζοντας τα φτερά Τους στην κάπνα, —
Όπως οι ξεκομμένες πέτρες που γεννάει η θάλασσα.
Είχε την καθαρή καρδιά των καινούριων νερών που δοκιμάζουν τη φωνή τους,
Τη ζώνη των κυπαρισσιών, που σκύβουν στους τάφους,
Την ευγένεια που σκαλίζει η υπομονή της βροχής πάνω στους κίονες,
Τα μάτια των μικρών παιδιών όταν φιλιούνται κάτ’ απ’ τα δέντρα,
Την ομορφιά των σαρκωμένων Ασωμάτων.»

***

Σήκωσε πάνω τον πάσσαλο στη ματωμένη φτερούγα
Και το μαχαίρι του γλίστρησε στην άκρη της καρδιάς.
Γύρισε κ’ είδε που άνθιζαν τριγύρω τα κλαδιά,
Τα χέρια που έγερναν νεκρά σα μαραμένα φύλλα,
Και δεν ακούστηκε μιλιά, δε σείστηκε κλωνάρι.

Χαιρέτησε το Χάρο κι αγνάντεψε τ’ άσπρα λουλούδια
Και τον καπνό που ανέβαινε να τόνε πάρει.

Τα μακρινά κοντάρια λύγισαν, που σώριαζαν τους ίσκιους των,
Τα γιαταγάνια ράγισαν, πούταν ζεστά κι αχνίζαν,
Τ’ άτια χλιμίντρισαν πικρά και τα βουνά βουρκώσαν
Κ’ οι παιδεμένοι σταυροί χαμήλωσαν τα φωτοστέφανά τους,
Σαν είδαν τους κορυδαλλούς π’ αγγίζανε τη γη
Και σκάλιζαν, μάδαγαν τα φτερά, ν’ ακούσουν κάτου τ’ αδέρφια,
Που πετρωμένα κείτονται, στοιχειώνουν τα γιοφύρια.
Σαν είδαν τον ήλιο που γύριζε το πρόσωπό του,
Τη θάλασσα να δέρνεται με τρία κούφια λιθάρια,
Και τα χλωμά τριαντάφυλλα να στάζουν μαύρο αίμα.

***

«Ας σημάνουν οι καμπάνες.
Ας σηκωθούν τ’ αγάλματα και τα ποτάμια ας σταματήσουν.
Ανεβείτε περιστέρια
Κράξτε τα χελιδόνια από τις άνοιξες και τους αϊτούς απ’ τις γαλάζιες χώρες,
Όλα τ’ αδέρφια, τα παιδιά της ανεμικής γενιάς,
Κ’ ελάτε να σηκώσουμε το νεκρό,
Ελάτε να τον κηδέψουμε σκορπίζοντας τη στάχτη που άφησε,
Να πληθύνει το φως και ν’ αλαφρύνει ο άνεμος…»

***

Στα τρία σκαλιά, στους τρεις ουρανούς, άναψαν όλα τα φώτα,
Άνοιξαν και φυλλομετρούν τους γύρους του αιώνιου Ρόδου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Διονύσιος Σολωμός & Γιάννης Μαρκόπουλος, Άκρα του τάφου σιωπή
(τραγούδι: Νίκος Ξυλούρης, Ηλίας Κλωναρίδης & Μικτή Χορωδία Πρεβέζης / δίσκος: Ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Ελεύθεροι πολιορκημένοι

Τριαντάφυλλα ’ναι θεϊκά στην κόλαση πεσμένα
Σολωμός

Θυμούνται και γράφουν μια βροχή,
Μια σκοτεινή βροχή που έπλεξε το σώμα του φεγγαριού σαν το λευκό μοσχάρι
Και τα κωδωνοστάσια έτρεμαν, γέρναν οι εκκλησιές.

Οι άνθρωποι δεν έβρισκαν γη να πατήσουν κ’ οι πεθαμένοι να κοιμηθούν.
Κι άρπαζαν χώμα, μάζευαν άσπρα κουρέλια να σκεπάσουν τη σάρκα
Και μαύρα μαντίλια να φυλάξουν τα τελευταία μαλλιά τους
Κ’ η όψη τους μεγάλωνε, μεγάλωνε από ένα χαμόγελο.

Τα παιδιά δε μπορούσαν να σηκωθούν, γιατ’ έχαναν τα μικρά τους μαχαίρια.
Τα κορίτσια ακολουθούσαν τα διάφανα χέρια τους και γίνονταν άφαντα.
Κ’ οι μάνες κατέβαιναν στα υπόγεια να βρουν φωτιά να κάψουν τα κρεβάτια τους
Να μη σαπίσουν,
Να μη ταξιδέψουν με τα νεκρά καράβια και τις κάσες στα μαύρα ξένα
Και σύρουν τα σεντόνια τους βρόμικα ζώα και τα πατήσουν.

Άνοιγαν χίλια βλέφαρα να κλείσουν την αγάπη,
Να κρύψουν τη στερνή χαρά που χτύπαε τα φτερά της
Ρίχνοντας δάφνες στα μαλλιά, μαλάματα στους κόρφους.

«Σκόρπα τη στάχτη σου, φωτιά, και ρίξε τον ανθό σου,
Να βάλουν άσπρα οι λεμονιές κ’ οι κούνιες να γεννήσουν,
Να στολιστούν τα μνήματα ν’ ανοίξουν παραθύρια,
Νάβρουν τα δάκρυα κατοικιά, τα περιστέρια πόρτες,
Κ’ η μάνα η μάνα η Δέσποινα να γιάνει τον καημό της.»

***

Ξάφνου μες στα χαράματα κρέμασε ο ουρανός την πούλια.

***

Περίμεναν,
Περίμεναν τ’ άσπρο μαντίλι της αμφιλύκης
Οι γυάλινες καμπάνες της Κυριακής,
Και τα σκαμμένα μάτια που άπλωσαν ν’ αγκαλιάσουν
Την πιο μεγάλη αυγή.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Καραϊσκάκης

Διονύσης Σαββόπουλος, Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη
(δίσκος: Το περιβόλι του τρελού (1969))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Καραϊσκάκης

Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος·
Εκείθ’ εβγήκε ανίκητος.

Σολωμός

Θυμούνται τα ξαφνιασμένα αγριοπερίστερα
Τον άγνωστο άνεμο που σηκώθηκε στο κλειστό περιβόλι
Κ’ έκαμε κάτω τα νερά να σπάσουν τα βιολιά
Κ’ έκαμε πάνω τα σήμαντρα να σβήσουν τ’ όνομά τους.

Το αγγελικό σχήμα ξεκούμπωσε την πανοπλία,
Το αγγελικό σχήμα ταράχτηκε κι άλλαξε τάξη
Κ’ η μαύρη νύχτα σκέπασε το μυστικό της.

***

Ποιος είδεν ήλιο σκοτεινό,
Πλατόνι να ματώνεται μ’ εφτά κομμένα ράμφη.
Ποιος είδε ζωντανό νεκρό να βγαίνει στο σεργιάνι.

Δεν ήταν καράβι του βοριά να τρώει πικρό χαλάζι.
Είχε το φόβο του νερού, του σκοταδιού τον τρόμο,
Είχε στο αίμα του το αίμα των γιασεμιών που κόπηκαν
Και μιαν απόκρυφη πληγή στη ρίζα της αγάπης.
Τον πόνο και τον κίνδυνο σπαθιού ξεγυμνωμένου.

Είχε έναν ίσκιο πίσω του σωματοφύλακα,
Έναν μεγάλον ίσκιο, που έγερνε πάνω στις πλάτες του,
Να του κρεμνάει τ’ άρματα, να του φυλάει τη δόξα,
Να του σελώνει τ’ άλογο, να βγαίνει καβαλάρης.
Να τονε λένε Χάροντα, να τονε λένε Αϊγιώργη,
Να τονε βλέπει η Λεφτεριά να ρίχνει τα φτερά της.

Τις νύχτες τον παράστεκαν αλύπητα κεριά.
Τις νύχτες χαροπάλευε να σώσει την ψυχή του,
Να σώσει το νεκρό κορμί που πήγαινε να λιώσει,
Που πήγαινε να σκεπαστεί το ασήκωτο φτερό του.

Μα σαν τον πρόφταινε η αυγή
Και σήκωνε την καταχνιά, σβούσε τ’ αχνά φαντάσματα,
Και σαν κεντούσε τη σκληρή μαύρη φοράδα του,
Που μύριζε το χώμα κ’ έσκαφτε να βρει γκρεμούς και λάκκους,
Σήκωνε το κεφάλι του ψηλά ψηλά μέσα στον άνεμο
Κι αγνάντευε τον ουρανό, μιλούσε με τον πληγωμένο του Άγγελο.

Τα δέντρα απλώναν την κρυφή χαρά τους και τον σκέπαζαν,
Τον κάναν αγαπητικό, του ανθίζαν τα μαλλιά,
Τούβαζαν πράσινη στολή και λουλουδένιο στόμα
Και τα κοράκια φεύγαν, σέρναν μακριά τη σκοτεινή μαυρίλα τους.
Στους λόφους φύτρωναν σταυροί, στα μάρμαρα ανεμώνες,
Και τα ποτάμια τα στεγνά θυμόντανε τη μάνα τους.

Ένα πουλί, ωραίο πουλί, χαμήλωνε τον ουρανό
Κι άπλωνε χιόνια, ζύγιαζε βροχές στους ματωμένους βράχους
Και κιλαϊδούσε κ’ έλεγε για ήλιους και φεγγάρια.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης: Προοίμιο (από την «Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες»)

Ένας αϊτός (τσάμικος)
(τραγούδι: Χρήστος Καρακώστας / δίσκος: Γιάννης Μαρκόπουλος: ρίζες (1980))

Συλλογή Ωδή για να θυμόμαστε τους ήρωες (1949) του Γιώργου Θέμελη

Πρέπει η γη να χαίρεται, πρέπει να καμαρώνει
Δημοτικό

Προοίμιο

Κρυφά το λένε τα πουλιά, κρυφά το λέν’ τ’ αηδόνια
Δημοτικό

Ας σταματήσει ο ήλιος

Ας γείρει πίσω μια στιγμή να ιδεί τ’ άλλο του πρόσωπο,
Τον άλλο ήλιο, που κυλάει στον κάτω κόσμο.

***

Δεν τραγουδώ τους γυρισμούς των καραβιών,
Τ’ αστέρια που κεντούν ηλιοτρόπια στη ζωή του καλοκαιριού.

Ούτε τα χελιδόνια που παν στον ουρανό,
Να πάρουν το αίμα μιας αυγής να βάψουν τα λουλούδια.

Ακούω τι λένε τα μεγάλα δέντρα,
Τι τραγουδούνε τα βουνά και γράφουν τ’ ακρογιάλια.

Κ’ η θάλασσα η πολύφωτη με τα λευκά μαντίλια.

Ακούνε κάτω τα όστρακα κι ανοίγουν τους φεγγίτες,
Ακούν τα ψάρια και θυμούνται τον άνεμο
Και θέλουν ν’ αλλάξουνε φτερά και να γίνουν κοπέλες.

Κ’ οι άνθρωποι που περπατούν στην γη παίρνουν βαθιάν ανάσα.

Νύχτα σελώνουν, νύχτα περνούν, και την αυγή σκορπάνε,
Νάβρουν τα πλουμιστά πουλιά και τις ψηλές γυναίκες,
Που φέγγουν στα προσκέφαλα τη νύχτα που κοιμούνται.

Φέγγουνε κι ονειρεύονται ένα μεγάλον έρωτα,
Ένα μεγάλο γιο.

Νάχει έναν ήλιο στα μαλλιά, καθρέφτη ένα φεγγάρι
Και τον αϊτό στο πρόσωπο να του φυλάει τον ύπνο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης

Γιώργος Θέμελης, Ακροτελεύτιος ύμνος

Συλλογή Ο γυρισμός (1948) του Γιώργου Θέμελη

Σχέδιο για μια λυρική εποποιία

Πόντον επ’ ατρύγετον δερκέσκετο δάκρυα λείβων
Οδύσσεια Ε 84

Έβδομη ραψωδία

Ακροτελεύτιος ύμνος

Κ’ εσύ αθάνατη, εσύ θεία,
που ό,τι θέλεις ημπορείς…

Διονύσιος Σολωμός

Πατώντας τάφους παλιούς και τάφους νιόσκαφτους

Τη συνοδεύουν σπασμένες πέτρες κ’ ένα πλήθος σκιές
Και μια βοή, ένας καπνός που βγαίνει από μεγάλα βάθη

Με το ματωμένο φουστάνι, το τρύπιο σώμα της παρουσίας
Με τη λεπίδα στα μαχαίρια της αυγής σαν την ακονισμένη αγάπη
Που σκοτώνει

***

«Τόπο» λέει η ματιά κόβοντας θάλασσα «τόπο»
Αγναντεύοντας τ’ αδύναμα περιστέρια που δεν μπορούν να σηκωθούν πολύ ψηλά
Κι αφήνουν άσπρους παραδαρμούς πάνω στους κίονες
Στα χιόνια των Καρυάτιδων που κρύβουν ωραίους αιώνες
Στους θείους λαιμούς οπού κρατούνε κάνιστρα αετών
Που ψάλλουν την εντέλεια κ’ υμνούν το φως μες σε γαλήνια τόξα
Δροσίζοντας πότε πότε το στήθος τους μες στους αφρούς του Αιγαίου
Για να πάρουν κουράγιο και να σηκώνουν τη διαύγεια

Και τα στιλπνά κοιμητήρια που κρύβουν ζωντανές αγάπες κι άφθαρτους έρωτες
Πεθαμένους μα αθάνατους, θαμμένους μα ξυπνητούς σ’ όλα τα φώτα
Και που αγαπούν την αξίνα βγάζοντας τα πουκάμισα των παρθένων
Το ίδιο όπως οι Σάτυροι με τους γενναίους φαλλούς μες στις σπηλιές των τάφων
Το ίδιο όπως οι λευκοί νυμφίοι που σέρνουν τις αναμμένες λαμπάδες των γάμων τους μέσα στις νύχτες
Και κλειούν τις πόρτες σ’ όλες τις άβγαλτες κοπέλες που δεν ξέρουν τι θα πει άνοιξη
Αθανασία κ’ υμέναιος, νυμφικές αμυγδαλιές και στέφανα κερένια
Κι όπως οι άγγελοι που παίρνουν σάρκα ντύνονται και κατεβαίνουν σκάλες
Για να μιλήσουν με τον άνθρωπο δοκιμάζοντας το ψωμί του
Για να του φανερώσουν κάποια μυστικά του απλώνοντας τη μοίρα του
Και βλέπουν θάλασσα, πίνουν χαμόγελο και ξεχάνουν
Θρόνους και γρύπες και φτερά και κρίνους αμάραντους

***

Καλά όλα θαυμαστά κ’ ευλογημένα τρεις φορές

Μα θέλουν να φάνε
Θέλουν να δώσουν μπόι για να μπορούν να περπατάνε
Να πάρουν αίμα βαθύ για να μπορεί να πλέει η καρδιά τους

***

Φεγγοβολή τού ελληνικού ουρανού

Που κούρσευες τις ματωμένες πεδιάδες κάνοντας τρία βήματα κ’ ένα μεγάλο τέταρτο
Περπάτησε και πάλι, κάνε το πέμπτο και γίνου θάλασσα
Πνίξε τα σάπια καράβια και τα τέρατα και μπήξε μια φωτιά
Που να πάει ντουμάνι, να καπνίσει ο θάνατος να σκάσει ο μαύρος ήσκιος
Και μπήξε μια φωνή και κράξε απ’ τις πέντε ηπείρους του καιρού τους πεθαμένους
Ναρθούν και να ζεστάνουν τα χέρια τους, να πιουν καπνό και να μιλήσουν όπως μιλούσαν
Απλά σταράτα με την καρδιά και με τα γένια τους
Κι ύστερα να μας πάρουν στα χέρια και να μας φιλήσουν
Να μας πουν την αγάπη και την περηφάνια, τον ύπνο και την ομορφιά
Να μας μάθουν πώς χτίζουν πώς σπέρνουνε παιδιά
Πώς πελεκούν το μάρμαρο για να πάρει μιλιά κι αγέρα
Πώς ανεβαίνουν στον ουρανό κι αγναντεύουν τον κόσμο

Κ’ ύστερα να σύρουν τις γυναίκες τους μες στα φαρδιά τους φορέματα
Για να μας γεννήσουν άλλη μια φορά μες σε βαθιά κρεβάτια

Αληθινούς

Θεσσαλονίκη, Φλεβάρης 1948

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Γ. Θέμελη Ποιήματα I (1969)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θέμελης