Ανέστης Ευαγγέλου, Ωραία που λάμπει

Ωραία που λάμπει

[Ενότητα Το πανδοχείο]

Ωραία που λάμπει σήμερα ο ήλιος.
Σημαίες κυματίζουν στα μπαλκόνια,
ακούγονται εμβατήρια, κι ο κόσμος
ξεχύθηκε έξω πάλι, εαρινός.
Το βράδυ
μετά από την παρέλαση, τους λόγους,
στη φωταγωγημένη πόλη μας θα μας δεχτούν
(τι εκλεκτά φαγιά, τι μουσικές, τι λάμψη!)
χαμογελώντας, μ’ όλα τους τα επιτελεία, οι Αρχηγοί,
κι ως το πρωί στους δρόμους θα κρατεί ο χορός.

Όμως εγώ
που ξόδεψα τα χρόνια μου, νύχτες ατέλειωτες,
ολόμονος να μελετώ πίσω από την επίσημη
των λόγων εκδοχή τι αναδεύεται κάθε φορά,
ν’ αποκρυπτογραφώ χαμόγελα και στάσεις,
εγώ
που ήδη τους βλέπω να τρέχουνε στα ενδότερα
και τα χέρια, χαιρέκακα, να τρίβουν,
τα κέρδη λογαριάζοντας με τους σοφούς τους υπολογιστές
σε χάρτες σκυμμένοι, σε διαγράμματα και σε καμπύλες
αλάνθαστες, και να τσουγκρίζουν τα ποτήρια–

εγώ σας εξορκίζω, φίλοι μου, τη νύχτα
αυτή μη γελαστεί κανείς και ξεκινήσει
κανείς πια να μην πάει στη γιορτή παρά
να μαζευτούμε όλοι μαζί, σαν ένας άνθρωπος,
να δούμε τι μπορεί να γίνει με τους Αρχηγούς,
μ’ όλους, χωρίς εξαίρεση, τους Αρχηγούς,
γιατί ακονίζουν κιόλας τα μαχαίρια, αδέλφια μου,
και νευρικά τα ρολόγια τους κοιτάζουν,
–λάμπουν παράξενα τα μάτια τους, σημαδιακά–
γιατί, άλλη μια φορά, μας ετοιμάζουν για σφαγείο.

Από τη συλλογή Απογύμνωση (1979) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Το χιόνι

Το χιόνι

[Ενότητα Το χιόνι (1987-1990)]

Στον Κρίτωνα Ζωάκο

Χιονίζει πάλι σήμερα.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.
Θυμάμαι
ένα πρωί, σαν ήμασταν παιδιά –χαράματα ήταν
κι έτσι και τότε χιόνιζε– βγαίνω στον κήπο
και βρίσκω τ’ αδερφάκι μου.
Είχε ανοίξει
μια τρύπα μες στο χιόνι κι είχε μπει
μέσα κι έπαιζ’ εκεί με τ’ αρκουδάκι του.
Τι κάνεις
εδώ, του λέω, μονάχος, δεν κρυώνεις;

Δεν θα ξαναγυρίσω σπίτι σας, άκουσα τη φωνή του
οδυνηρά αινιγματική, γεμάτη πείσμα
και μια κακία που δε θα λησμονήσω
–κι έλαμπαν στο μισόφωτο τα ωραία του μάτια,
για ν’ απομείνει εκεί στους άθλιους πάγους
για ν’ απομείνει εκεί ανεξήγητα
παρ’ όλες έκτοτε τις συνεχείς εκκλήσεις μου.

Τη μέρα εκείνη μίσησα το χιόνι
κι ορθός, σε στάση προσοχής, μπρος στ’ αδερφάκι μου
ορκίστηκα να το πολεμώ μέχρι θανάτου.

Αυτά ήτανε τα πρώτα μου μαθήματα
πολύ προτού μάθω την αλφαβήτα.
Αργότερα,
όσο ο καιρός περνούσε κι ένιωθα
να μου έχει δωρηθεί από τους θεούς
της ομιλίας η χάρη, είναι γνωστό το χιόνι
πως όχι μόνο το κατάγγειλα με χίλιους τρόπους
παρά πως του αφιέρωσα για να το στιγματίσω
τις πιο παράφορες, πιο ρωμαλέες στροφές της ποίησής μου.

Σήμερα ωστόσο,
μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο
των πρώτων παιδικών μου χρόνων,
χιονίζει πάλι.
Απ’ το παράθυρό μου
βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών
σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα.

Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει
με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη
τις πράξεις και τις παραλείψεις μας
τις χαρές και τις λύπες μας
τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας
τους έρωτες
τις φιλίες
τα λάθη μας και τις εξάρσεις.

Κατευνάζει την αλαζονεία∙
διδάσκει την ισότητα∙
χορηγεί την ειρήνη.

Χιόνι της Ευσπλαχνίας –όχι της Ορφάνιας.
Χιόνι της Συγκατάβασης –όχι της Τιμωρίας.

Χιόνι της μυστικής αγάπης πια.

Από τη συλλογή Το χιόνι και η ερήμωση (χειρόγραφα – 1994) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Ο Ιησούς εγκαταλείπει τον πατέρα του

Βρήκα χτες βράδυ το Χριστό,
ρακένδυτο, σε μια γωνιά να ζητιανεύει.

Ήταν ισχνός και κάτωχρος, μες στο δριμύ
ψύχος του φετινού χειμώνα, αξύριστος,
τα δόντια του χτυπούσαν, βήχας φριχτός
του ξέσκιζεν αλύπητα το στήθος.

Καθίσαμε σ’ ένα παγκάκι κι έβγαλα
κονιάκ από το πανωφόρι μου και του έδωσα.

Μάλωσα με το γέρο μου, αδελφέ μου,
τα βρόντηξα όλα κι όπως όπως τώρα
στου λιμανιού τα στέκια αυτά τη βγάζω,
μου είπε και μου ζήτησε τσιγάρο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Το φεγγάρι

Το φεγγάρι

Πότε θα κουραστείς και θα με λησμονήσεις;
ρώτησα το φεγγάρι.
Δεν τιμωρήθηκα αρκετά;
Άλλος δεν είναι
που όμοια να σε προκάλεσε για ν’ αποσπάσει
την προσοχή και τα χτυπήματά σου;

Δεν θα σου ξαναρίξω πέτρες –σου τ’ ορκίζομαι
θα είμαι καλό παιδί
και θα κοιτάζω μόνο τα μαθήματά μου.

Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους, είπε αργά
και βαθιά λυπημένο το φεγγάρι,
εσύ έχεις αίμα φεγγαρίσιο
εσένα πάντοτε θα σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Υπεραστική συνδιάλεξη

Υπεραστική συνδιάλεξη

Εχτές το βράδυ μου τηλεφώνησε
ο πατέρας μου.
Στείλε μου μερικά
πενηνταράκια ούζο, μου είπε,
και καναδυό κούτες τσιγάρα
σέρτικα, να κάθουμαι τα βράδια
να σας συλλογιέμαι.
Και –να μην
το ξεχάσω– και πεντέξι δίσκους
φωνογράφου μ’ εκείνα τα παλιά, ξέρεις,
ποντιακά τραγούδια, τα λυπητερά.

Εδώ στα ξένα δύσκολα περνούν οι μέρες
και πού να βρεις τσιγάρα, ούζο και τραγούδια
της πατρίδας, στα μαγαζάκια τ’ ουρανού.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Χέρια

Χέρια

Χέρια του έρωτα ανυπόμονα, όλα
να τα γνωρίσουνε, για ν’ απομείνουνε και πάλι άδεια

χέρια που υψώνονται γροθιές σε διαδήλωση, ενωμένα
και φεύγει νικημένη η μοναξιά

χέρια που με τα νύχια χάραξαν στους υγρούς τοίχους
των φυλακών ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ Ή ΘΑΝΑΤΟΣ και τώρα
εγγράφουν κέρδη και ζημίες σε λογιστικά βιβλία

χέρια των νηπίων σπαραχτικά γιατί όταν
μεγαλώσουν θα γίνουν χέρια συναλλαγής
και χέρια
άπρακτα των ανθρώπων όταν αμίλητοι
κάνουνε το σταυρό τους ή βγάζουν το καπέλο τους
μπροστά στο μυστηριακό και το αναπότρεπτο.

Από τη συλλογή Η επίσκεψη και άλλα ποιήματα (1987) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Έλα να καούμε

Έλα να καούμε

[Ενότητα Στο καμίνι]

Έλα να καούμε
να γίνουμε παρανάλωμα
να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις–

είκοσι χρόνια περίμενα τη στιγμή αυτή
είκοσι χρόνια χωρίς να το ξέρω ετοιμαζόμουν
χρόνια της πέτρας όμως στα ενδότερα
καιόμενος με σιγανή φωτιά,
κι εσύ να περιμένεις από τα γεννοφάσκια σου,
πιο πίσω ακόμα, από τη μήτρα της μάνας σου,
σε κρύα δωμάτια, άξενα, λησμονημένη,
και να ’χεις γίνει έλασμα ως τον παροξυσμό–

έλα να καούμε λοιπόν,
ακόμα πιο ψηλά, ακόμα λίγο,
να μπούμε μέσα στην καρδιά του ήλιου
να γίνουμε παρανάλωμα
να σε καταστρέψω και να με καταστρέψεις –
αλλιώς δεν είναι δυνατόν να γίνει

Από τη συλλογή Το διάλειμμα (1976) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Θηρίο αγαπημένο

Θηρίο αγαπημένο

[Από την ενότητα Το κακό παιχνίδι]

Θηρίο αγαπημένο, πόσα χρόνια
περάσαμε μαζί, τι νύχτες
και τι αυγές, τι μεσημέρια,
τι απόβραδα.
Τι αίμα ήπιες,
θηρίο μου, τι σάρκα έφαγες,
τι σπλάχνα σπάραξες ζεστά,
αχόρταγο πάντοτε και διψασμένο,
ακόρεστο–
κι εγώ ο τρελός ακόμα σ’ αγαπώ.

Από τη συλλογή Αφαίμαξη, ’66-’70 (1971) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Αυτά

Αυτά

[Ενότητα Στο καμίνι]

Αυτά τα μάτια, έτσι καθώς
αδιόρατα σου χαμογελούν και σε ανακρίνουν
εισδύοντας από τις αφύλαχτες ρωγμές στα ενδότερα,
λάμποντας εκτυφλωτικά,
αυτά τα μάτια είναι μαγνήτες καταστροφικοί–
μια μέρα θα σε κάψουν.

Ετούτα τα μαλλιά, έτσι όπως
μέσα τους χάνεσαι μεθώντας απ’ την ευωδιά,
εισπνέοντας άπληστα, ως την τρέλα, το φαρμάκι τους,
και στο λαιμό σου τυλίγονται βαλσαμικά
και σε ναρκώνουν,
ετούτα τα μαλλιά είναι πλοκάμια-
μια μέρα θα σε πνίξουν.

Αυτά τα χέρια, έτσι καθώς
απαλά περπατούν επάνω στο κορμί σου
και τρυφερά σου κλείνουν μία μία τις πληγές,
αδιάκοπα, κιόλας, ταξιδεύοντας στον ύπνο σου, τυραννικά,
και καθώς κύμα πονετικό, της άνοιξης, σε νανουρίζουν–
θα ’ρθει μια μέρα που θα σε σκοτώσουν.

Αυτά τα μάτια, αυτά τα μαλλιά, κι αυτά τα χέρια.

Από τη συλλογή Το διάλειμμα (1976) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Ο έφηβος άνεμος

Ο έφηβος άνεμος

[Ενότητα Στο καμίνι]

Καθώς ο έφηβος άνεμος σηκώνεται τη νύχτα
και στη λεύκα μπαίνει βαθιά πλάι στο ποτάμι
κι εκείνη ανατριχιάζει σύγκορμη και σειούνται
όλα μεμιάς τα φύλλα της κι αναριγούν
κι οι πιο κρυφές της ρίζες–
όμοια
μπήκα και βγήκα μέσα σου νυχτερινός,
ακούραστος,
κι αναριγήσανε τα πιο βαθιά σου φύλλα.

Από τη συλλογή Το διάλειμμα (1976) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου

Ανέστης Ευαγγέλου, Η εξήγηση

Η εξήγηση

[Ενότητα Το κακό παιχνίδι]

Όλοι την αποστρέφονται τη νύχτα, τη φοβούνται.
Έχει παγίδες ύπουλες, ρουφήχτρες σιωπηλές,
τη νύχτα βγαίνουν πεινασμένα, άγρια θηρία,
– λάμπουν μες στο σκοτάδι τ’ άσπρα δόντια τους –
και στις γωνίες συνωμοτούν σκοτεινοί δολοφόνοι.

Η νύχτα είναι αμείλικτη, δεν έχει έλεος,
σου βγάζει ένα-ένα αλύπητα τα προσωπεία,
συντρίβει όλες τις αυταπάτες της ημέρας,
είναι τρομακτικός καθρέφτης, δεν ξεφεύγεις.

Να γιατί κυνηγούν τους ποιητές – παιδιά της νύχτας
παράνομα, προκλητικά –
γιατί τους στέλνουν στα νησιά,
τους κάνουν πλύση εγκεφάλου,
κι όταν πια κουραστούν – γιατί ως γνωστόν
οι ποιητές είναι αγύριστα κεφάλια –
τους εκτελούν.

Από τη συλλογή Αφαίμαξη, ’66-’70 (1971) του Ανέστη Ευαγγέλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ανέστης Ευαγγέλου