Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 3 (8)

Κατάλογοι. 3 (8)

[…]
Το αίμα είναι ο προορισμός της γαλήνης,
το αίμα είναι ο ανθρωπώδης προορισμός.
Η γαλήνη δεν είναι ανθρωπώδης.
Το κεφάλι συντρίβεται στα πλακάκια, το σπέρμα βγαίνει σα δέσμη από ξυράφια
και κόβει τη σάρκα εκεί που πονά περισσότερο,
πολύ μέσα, στο πολύ τού μέσα, στο πιο πολύ.
Η ανθρωπώδης απειλή, τα άγουρα ρόδια, γιατί το κακό είναι ανθρωπώδες,
γιατί τίποτα πιο πάνω από τον άνθρωπο,
γιατί ο άνθρωπος είναι η ανθρωπωδία του άλλου ανθρώπου
και απ’ αυτό δεν υπάρχει γλιτωμός.
Το ταξίδι συνεχίζεται με αλλεπάλληλες σφαγές.
Οι στάσεις εν είδει τιμωρίας.
Το ανθρωπώδες σκυφτό, βουβό και ανήμπορο,
μονάχο σαν το έγκλημά του, μονάχο σαν τις προφάσεις του,
σαν τις προθέσεις του, σαν τις ορμές και τα τινάγματά του,
μονάχο το ανθρωπώδες σαν ανθρωπώδες,
υπάκουο, αντιστρεψόδικο, βαθύτατα αφουγκραστικό και παθομανές
το πολύχορδο
το ασθενικό το ιόπληκτο το ανάποδο
το αιωνίως ανάποδο,
το ανθρωπώδες δονούμενο από το άλλο ύψος
από το ύψος του άλλου
προσκυνώντας το, εικονίζοντάς το, τον καπνό του προσφέροντας,
μέσα στην αδιάλειπτη αποκάλυψη του λάθους και της αποτυχίας,
υποταγμένο, δεμένο, οχιάζοντας ποτέ και ναιόμενο αέναα,
κρεμασμένο από το μεσαίο δέντρο του κήπου
και τα παιδιά από κάτω με καλάμια να το κεντρίζουν
χαράζοντας στη φτέρνα του τα ανομήματά του σαν κραυγές μετανοούντων,
ματώνοντας την εφησυχασμένη σάρκα του, σαρκάζοντας τους σπασμούς του,
αδειάζοντας το αίμα του μέχρι κάτω στα χόρτα και στα λουλούδια,
πίνοντας το χώμα το αίμα του, με τις φωνές των παιδιών
που χαλάνε τον κόσμο,
τα καλάμια μέσα στα αίματα, το ανθρωπώδες μετέωρο σαν ανθρωπώδες
και το αίμα του σαν κρεμάλα,
το κάλεσμα μέσα από τα χόρτα και το αίμα σαν προορισμός της γαλήνης,
η λαγνεία μέσα από τα χόρτα,
το ανθρωπώδες μονάχο, σαν το αίμα του, σαν τον προορισμό του.
Γιατί το ανθρωπώδες δεν έχει γαλήνη. Το ανθρωπώδες
είναι ο προορισμός του ανθρώπου
και η γαλήνη ο προορισμός του αίματος.
Δεν υπάρχει γλιτωμός απ’ αυτό.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 3 (4)

Κατάλογοι. 3 (4)

[…]
Η άλλη, ήσυχη νύχτα.
Σώμα που εξευτελίζεται πρώτα με λόγια, με τ’ όνομά του,
με τα ονόματα των γεννητόρων του, με την ιερότητα της μοναξιάς του,
σέρνεται ύστερα στα χόρτα, τα ρούχα εκλιπαρούν, τα παπούτσια
ανατριχιάζουν, κοιτάζουν γλυκά χαμογελώντας
κι ανατριχιάζουν, το σώμα
ματώνεται, φωνάζει, φωνάζει,
χωρίς ν’ ακούγεται,
χωρίς στην ήσυχη νύχτα ν’ ακούγεται, φοβάται και φωνάζει,
το άλλο σώμα διογκώνεται, πρήζεται, βγάζει λέπια, γωνίες, λακτίζει, οξύνεται,
αίμα που τρέχει, πόδια που τρέχουν, φωνάζοντας σαν αίμα,
τα ήρεμα σκοτεινά δέντρα, η ουδετερότητα των δέντρων.
Και από κάτω η ανθρωπωδία μόνη και άπλετη
σαν αφάνταστο φωτεινό μετάξι που κατεβαίνει μέσα στα κόκαλα
ράβοντας τα μικρά σώματα με το σώμα που δέρνει το άλλο σώμα
με ανθρωπωδία,
και οι γυναίκες από γύρω να κοιτάνε και να πλέκουν
περνώντας τις βελόνες μέσα στη σάρκα που φωνάζει χωρίς ν’ ακούγεται.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 3 (2)

Κατάλογοι. 3 (2)

[…]
Μια άλλη νύχτα.
Πάλι χόρτα.
Ένα ξέφρενο κυνηγητό, άγρια χτυπήματα στα κέντρα του σώματος,
χωρίς λόγο, θανάσιμα ίσως, ο άνθρωπος σαν άνθρωπος,
πιστός στον άνθρωπο,
χτυπήματα ανθρωπώδη, ανθρωπώδεις κλοτσιές, ανθρωπώδεις νυχιές.
Όλα στον άνθρωπο είναι ανθρωπώδη, ο άνθρωπος είναι ανθρωπώδης.
Ο άνθρωπος και τίποτε άλλο.
Ο άνθρωπος είναι η δικαιοσύνη του θεού.
Η πρώτη νύχτα. Το μυαλό
δεν μπορεί ακόμα να πιάσει τις δύο άκρες της κλωστής που κεραυνώνεται,
η άλλη νύχτα όμως είναι μέσα στην πρώτη νύχτα,
τα ίδια δέντρα, η ίδια ησυχία μες στα μεγάλα σκοτεινά δέντρα,
η ίδια λαγνεία, η έλξη,
το αίμα είναι πάντα εκεί, το πάντα αίμα,
ένα αφάνταστο μετάξι αρωματισμένο, κατεβαίνει χρυσοκόκκινο
μέσα από τη σμίλη της ψυχής του ουρανού των αντανακλάσεων,
λικνίζεται γύρω απ’ τα μικρά σώματα με την άγνοια του σπέρματος,
με την άγνοια της σφαγιαστικής αιχμής του σπέρματος,
γυναίκες που είναι η ζωή,
γυναίκες που η ζωή χωρίς αυτές αφαιρείται,
μέσα στο αφάνταστο μετάξι που λικνίζεται κατεβαίνοντας αρωματισμένο,
μέσα στη δροσιά της θάλασσας των δέντρων,
στη μυρωδιά του τριμμένου χόρτου,
στο ίδιο χόρτο επάνω η μία άκρη, στο ίδιο χόρτο και η άλλη
της κλωστής που πάει να σπάσει κεραυνωμένη,
σώματα μικρά με την άγνοια της σημασίας του χρυσοκόκκινου λικνίσματος,
γυναίκες
που δε θα πεθάνουν ποτέ αλλά που αυτές θα πεθάνουν
για να διαψευστεί η πανάρχαια πίστη.
Οι γυναίκες.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (8)

Κατάλογοι. 2 (8)

[…]
Κανείς δε θα γλιτώσει από τον διωγμό του λάθους
γιατί το λάθος είναι ο διωγμός
κι ο διωγμός η κατεύθυνση του ανθρώπου.
Κανείς δε θα γλιτώσει απ’ την κατεύθυνση του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος είναι η κατεύθυνση του ανθρώπου
κι αυτό δεν έχει παρηγοριά. Καθετί που έρχεται,
δε φέρνει την παρηγοριά, φέρνει την κατεύθυνση του ανθρώπου,
και ο άνθρωπος δε θα γλιτώσει ποτέ απ’ τον άνθρωπο.
Γιατί ο άνθρωπος είναι το λάθος του ανθρώπου.
Όποιος επιχειρήσει να βγει απ’ το λάθος,
θα εισχωρήσει βαθύτερα μέσα στο λάθος,
κι όποιος επιχειρήσει να διώξει το λάθος,
θα διώξει τον άνθρωπο εισχωρώντας βαθύτερα μέσα στον άνθρωπο.
Γιατί όποιος επιχειρήσει να βγει απ’ το λάθος,
θα διώξει τον εαυτό του στο πρόσωπο του άλλου,
μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
από πλανήτη σε πλανήτη.

Δάση του ανθρώπινου μυαλού πριν γίνετε μαύρη πέτρα,
εξιστορείστε τώρα εσείς
τη στάχτη του πάθους
που δέχτηκε την απαγόρευση σε μια αυτογνωσία.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (6)

Κατάλογοι. 2 (6)

[…]
Όπως μια γυναίκα
που χαρά δεν έγλειψε ποτέ το κορμί της
και χορτασμός κανένας του πόθου δεν αγρίεψε στο κέντρο των εντέρων της,
γυναίκα που όλο το μέλι της ματιάς της έγινε,
με τους αιώνες,
κόμπρα που φτύνει το δηλητήριο απ’ την κρυφή ουρά της
και χαϊδεύει με τη διχάλα της γλώσσας,
όπως αυτή που δεν έχασε ποτέ το κορμί της σε άλλη αγκαλιά,
κλείστηκε η ίδια μέσα στο κορμί της και το ’κλεισε στον εαυτό της
και έζησε λατρεύοντας με κραυγές σφαγιασμένης χίμαιρας
τα οράματα που έπλαθε αντλώντας τα από τα αρχαία φύλλα των γραφών,
και μαράθηκε και ξεράθηκε και στάχτισε
και σκότωσε με το τσεκούρι του μυαλού της
και ξαφνικά πέφτει,
όπως ξαφνικά πέφτει μια γυναίκα,
η μισή πλευρά του κορμιού της πέφτει
και παίρνει εκδίκηση για το άλλο μισό,
μόνη πέφτει, μόνο σαν πάθος κυνηγημένο μέσα στο ίδιο του το πάθος,
και τότε υψώνεται ο Χρόνος, ανορθώνεται, αναρριχάται
και δοξάζεται το πάθος μετά τον κατατρεγμό
μέσα στο χιόνι και στις βρισιές του ουρανού,
υπερνικώντας τη φρίκη του ματωμένου φαντάσματος
που βγαίνει σα σιωπηλή ρομφαία μέσ’ απ’ τη χύτρα όπου έλιωσε το πτώμα του.
Τι μένει από έναν άνθρωπο;
Όσα και να ζήσει ένας άνθρωπος,
τι μένει από έναν άνθρωπο;
Κι όχι τόσο αυτά που αφήνει πίσω του,
όσο αυτό που παίρνει μαζί του.
Τι παίρνει μαζί του ένας άνθρωπος
όταν τ’ αφήνει όλα πίσω του;
Ακόμα κι εκείνος που βγήκε απ’ τον κύκλο του πάθους
και κοίταξε μέσα στον κύκλο
το ακαταπόνητο αλληλοσπάραγμα των άπληστων ψυχοφάγων. Τι μένει
από έναν άνθρωπο όταν τ’ αφήνει όλα πίσω του
και δεν παίρνει τίποτα μαζί του;
Η μεταβίβαση του πάθους από άνθρωπο σε άνθρωπο
και η αποδοχή του πάθους. Ή η αποστροφή του.
Όπως μια γυναίκα που το αποστράφηκε
και ενθρονίστηκε ο Χρόνος επάνω στο μνήμα της.

Η αυτοκρατορική ενθρόνιση του Χρόνου
είναι το τέλος του ανθρώπου
έξω απ’ τον κύκλο του πάθους
και μέσα στον κύκλο της στέψης του Χρόνου.
Ο Χρόνος είναι το πάθος του ανθρώπου
και διώκεται μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
γιατί ο άνθρωπος δεν θέλει να είναι το πάθος,
και το πάθος που είναι, ασθμαίνοντας το διώκει στον άλλο.
Όπως μια γυναίκα
που καταδίωξε το πάθος μέσα στο πάθος
και αλώθηκε.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 1 (6)

Γιώργος Καζαντζής & Γιάννης Τσατσόπουλος, Μυστικό
(τραγούδι: Ανδρέας Καρακότας / δίσκος: Μπάρκο ψυχής (1999))

Κατάλογοι. 1 (6)

[…]

Α, πότε θα σταματήσει αυτό το λαχάνιασμα,
το ατέλειωτο πέρασμα ατέλειωτων συνόρων, πότε θα τελεστεί
το άγγιγμα της ακάθεκτης ροής του λόγου,
να μην κρύβεσαι πίσω απ’ την καρδιά σου,
να μην κλειδώνεσαι έξω απ’ την πόρτα σου, να μην αποφεύγεις
τη θέρμη της άλικης ουσίας σου, να παραδίνεσαι, να δέχεσαι,
να δέχεσαι να πεθάνεις από την πείνα χορτασμένος κι αχόρταγος
από την καταβύθιση στο στόμα της πείνας σου,
φορώντας χωρίς ντροπή τους ιλίγγους σου, δείχνοντας τα ματωμένα χέρια
από αλογάριαστα εγκλήματα τελειωμένα μέσα στο ενδοκρανιακό αλώνι,
πότε επιτέλους θα γίνεις άνθρωπος;
Πότε επιτέλους θα γίνεις άνθρωπος;

Ο άνθρωπος είναι το κλείσιμο του κύκλου του ανθρώπου.
Δεν προλαβαίνουν οι άνθρωποι. Η ζωή,
έλεγε εκείνος ο ανώνυμος που είχε γυρίσει απ’ όλες τις εκστρατείες,
δε μας αφήνει να φτάσουμε η ζωή αυτό που ξεκινάμε.
Το φτάνουμε έξω από τη ζωή. Κι αυτό είναι η ζωή.
Γιατί η ζωή είναι παράλειψη.
Ο άνθρωπος αρχίζει πέρα από τη ζωή και πέρα από το θάνατο.
Κι αυτό είναι ο άνθρωπος. Γιατί ο άνθρωπος είναι παράλειψη.

[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (4)

Δημήτρης Λάγιος, Τι πάθος
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ερωτική πρόβα (1991))

Κατάλογοι. 2 (4)

Γιατί η ζωή είναι πάθος απαγορευμένο, εξαγριωμένο απ’ τις δορυώσεις,
κυνηγημένο μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
από χώρα σε χώρα,
μπερδεύοντας τα σύνορα που σα σύρματα μπλέκονται στα πόδια του,
με τα μαλλιά απ’ τον ιδρώτα κολλημένα
στο μέτωπο, στον τράχηλο, στους κροτάφους,
με μια κορυφωμένη πίκρα στο στόμα,
με το αίμα να θέλει να πεταχτεί μέσα από τους διεσταλμένους πόρους,
πεισματικά εμπνευσμένο από την καταδίκη του,
μεταρσιωμένο από τον ίλιγγο της δυστυχίας του,
από τη μέθη του ίδιου του τού αίματος,
βλέποντας εκτυφλωτικά οράματα μέσα στη σκοτεινή περιδίνηση του φόβου του,
με την ακαταμάχητη γονιμότητα της καταδιωγμένης κοιλιάς του,
πάθος ακάλυπτο, ουρλιάζοντας, χωρίς στρώμα, εκτεθειμένο, βρίζοντας,
μέρα νύχτα βρίζοντας, βρίζοντας σαν αφόδευση θεών,
αρπάζοντας και μην τίποτα πιάνοντας,
οργασμένο από τον μαγνητισμό της υπέρβασης των όρων,
πάθος με τη δική του θεολογία
και δικούς του τρόπους εξαϋλώσεων
του χλωράνθιου, του δοξαίσθητου σώματος,
του λατρευτικού, του μυραιώνιου,
που σαλεύει γλυκά και ξιφιαία σαν μάταιος έρωτας
και σαν αίμα της μνήμης σε φλογισμένο κρόταφο, πάθος
που ζει λιμασμένο,
σα δαρμένο σκυλί των τεκέδων, σαν άρρωστη γάτα των μπορντέλων,
εξομοιωμένο με το αβυσσαλέο κενό
που είναι η άλλη όψη της πληρότητας και των ανεξάντλητων εικόνων,
αινιγματικό, άλυτο, απόρθητο, ακατάβλητο, μυστικοπαθές και δημοφάγο,
δοσμένο στο μαρτύριο της ανέγερση του ανείπωτου και του απρόσιτου,
με τα βυζιά του καμένα, τη μήτρα του κλεμμένη, τη γλώσσα φαγωμένη,
όλες τις αισθήσεις μαντρωμένες
κι όλες τις διαισθήσεις οξυμένες στο έπακρο,
στο έπακρο όλες τις διαισθήσεις,
όλες οι διαισθήσεις οξυμένες στο έπακρο.
Εν όψει του καταιγισμού των προφητειών.
Εν όψει της ανατολής των νέων ιερέων.
Για ν’ ακούσουν οι συναθροίσεις τον λόγο
και να δοξάσουν το όνομα τού μέχρι τότε ακατονόμαστου.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (3)

Χρήστος Θηβαίος, Πρώτη ώρα (δίσκος: Μόνο νερό στη ρίζα (2003))

Κατάλογοι. 2 (3)

Πρέπει να συντριβεί η δύναμη του ανθρώπου.
Πρέπει να συντριβεί ανηλεώς. Το έλεος ας επακολουθήσει.
Ας πρώτα όμως συντριβεί ανηλεώς.
Πρέπει ο άνθρωπος να χάσει,
να δει τον εαυτό του να ρίχνει τα ζάρια
και να πιάνει περισσότερα ο άλλος,
ο άλλος να πιάνει περισσότερα,
και τότε να σηκωθεί
και να τα δώσει όλα και να μείνει
μόνο με τα κόκαλά του, μόνο με τα κόκαλά του,
μόνο με τα κόκαλά του,
και να ξανακουμπήσει το άδειο χέρι του στο χώμα
και να ξανανιώσει τη δύναμη του χώματος
πιο μεγάλη απ’ τη δική του
που δε θα είναι πια δύναμη
αλλά παραδοχή μιας άλλης.
Πρέπει ο άνθρωπος να συντριβεί
και να πεινάσει όσο δεν πείνασε ποτέ
για να διατηρήσει το νέο χορτασμό του
που θα διατηρεί την πείνα του ατόφια.
Γιατί ο άνθρωπος είναι προς συντριβήν
κι αυτό δεν ξεχνιέται.
Όση νιότη κι αν κοσμεί τα κόκαλα.

Μα τώρα ο λόγος για έναν έρωτα.

Πάθος παράνομο, ντυμένο στα κουρέλια, τα πόδια ανήμπορα να τρέξουν άλλο,
όλο το σώμα πληγωμένο από τ’ αγκάθια,
τα χέρια εξουσιασμένα απ’ το πείσμα των νεύρων και των κλειδώσεων,
πάθος λαχανιασμένο, μελανιασμένο,
αναζητώντας κρυψώνες μέσα στα φτερά των εντόμων,
μέσα στις κοιλιές των ερπετών,
στα δαιδαλώδη πετάγματα των πουλιών, στις μυθικές αποδημίες τους,
μες στους καρπούς και μέσα στους κορμούς,
στη σιωπή του χόρτου, στην απόκοσμη απομόνωση της ρίζας,
πάθος που χαράζει τη γραμμή του για ν’ αφήνει το σημάδι του
και τα ’χει όλα εναντίον του και είναι εναντίον όλων
και λέει τ’ όνομά του και πνίγεται μες στ’ όνομά του και δεν υποχωρεί
και φτάνει ως εκεί που φτάνει το τέλος εκείνου που το κυνηγάει,
για ν’ αρχίσει από κει τη δική του ζωή,
ζωή μιας άλλης ζωής που τίποτε δεν κυνηγάει.

Το πάθος που,
όταν χτίστηκε ο κόσμος αυτός,
παραμερίστηκε ως άλλου κόσμου.
Από σήμερα,
ό,τι ο κόσμος αυτός αρνείται,
είναι ζωή.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (2)

Κατάλογοι. 2 (2)

[…]

Πάθος κατατρεγμένο, κυνηγημένο μέσα στη λάσπη και στα βρεμένα δέντρα,
από χωριό σε χωριό,
κυκλωμένο από κοφτερή πέτρα,
με τις κάλτσες ξεσχισμένες από τ’ αγκάθια και τις άγριες ρίζες,
σάρκα μωλωπισμένη, αβάσταχτα τυραννισμένη
από τα μαστιγώματα των σκέψεων και τα γαυγίσματα της καρδιάς,
κατεβαίνοντας απόκρημνες χαράδρες, ρεματιές, ρουμάνια,
γλιστερά βράχια, ανήλιαγα φαράγγια, ράχες σαν ανθρώπινες πλάτες,
πάθος απαγορευμένο που δέχτηκε την απαγόρευση σαν μια αυτογνωσία
και στάθηκε εκεί απ’ όπου κοιτάζοντας
αναπτύσσεται το μιασμένο καβάλο των νόμων.

Πρέπει να χτυπηθεί η γέννα στη ρίζα της
για να γεννηθεί μια νέα γέννα.
Πρέπει να ανατραπεί η παρούσα πίστη
για το μέσα του κρανίου
ώστε να μετατραπεί η τρύπα των βόθρων
σε μήτρα θαυμάτων, σε ρήτρα εξαγνιστικών δραμάτων, σε κόσμο κοσμημένο αλλιώς.
Σε κόσμο κοσμημένο αλλιώς.
Αυτός ο άνθρωπος είναι ακόμα εκτός κόσμου.
Όποιος σήμερα είναι εκτός κόσμου,
αυτός ανήκει στον μέλλοντα κόσμο,
σ’ αυτόν που θα ’ρθει ανατρέποντας με κλάματα και πένθη,
φέρνοντας και την ανατροπή του.
Γιατί σε κάθε κόσμο υπάρχει πάντα
ένας άνθρωπος που είναι εκτός κόσμου.
Όποιος σήμερα είναι εκτός κόσμου,
αυτός μόνο θα μιλήσει για ν’ ακουστεί απ’ όλους,
θα μιλήσει όπως δε μίλησε ποτέ κανείς.
Όποιος σήμερα είναι εκτός κόσμου,
αυτός θα δοξαστεί και θα κερδίσει την άλλη όραση
που μόνη αυτή σώζει
από το εκτελεστικό θέαμα των ανθρώπων.
Πρέπει να χτυπηθεί στη ρίζα η ίδια η ζωή
για να γεννηθεί μια νέα ζωή.
Η ζωή είναι προς ζωήν θανάτου.
Γιατί η ζωή
κυνηγά σαν πάθος απαγορευμένο τη ζωή,
με βίτσες, λογχοφόρους και συντάγματα ιππέων,
συμμορίες εκτραχηλισμένων αλητών,
φυλάκων και αξιωματούχων
που κρατούν στα χέρια τους γερά τα ψίχουλα
της εξουσίας που ανήκει σε άλλους,
με πολύπλοκες παγίδες,
εξοντωτικές διαπομπεύσεις, εξευτελισμούς και ορκισμένο μίσος,
από χωριό σε χωριό,
δεν την αφήνει να πιει από κανένα πηγάδι,
μαντρώνει τα δέντρα, ξαμολά τα σκυλιά της
δείχνοντάς την απ’ όλες τις μεριές με το δάχτυλο,
σπέρνοντας μέσα της την τύψη
και τον αξερίζωτο τρόμο του φαντάσματος με το άσβηστο αίμα επάνω του,
εξαπολύει όλο τον ευπρεπή πληθυσμό
που δεν ξέρει από ζωή
και που την κυνηγά σα θάνατο.
Η ζωή είναι προς ζωήν του θανάτου,
αυτή όμως η ζωή, αυτή που κυνηγά τη ζωή,
αυτή που δεν αφήνει σε ησυχία τη ζωή και την απαγορεύει,
αυτήν που δέχτηκε την απαγόρευση σαν μια αυτογνωσία.
Ένα σαρωτικό τρεχαλητό πίσω απ’ το κατατρεγμένο πάθος,
από ξηρά και θάλασσα, σμήνη πολυκέφαλων αερικών να οργώνουν τα ύψη,
εκστρατευτικές επιχειρήσεις απ’ όλες τις μονιές της γης,
σκάβοντας τις ερήμους, ισοπεδώνοντας τις κορυφές,
λειαίνοντας τα δάση, ζεύοντας τους λαούς με τον εκτραχηλισμό,
Να χτυπηθεί ο εχθρός ίσια στο κέντρο της αναπαραγωγής του,
στην καρδιά της ανακύκλισης του σπέρματός του,
εκεί που είναι γλυκιά η μυρωδιά της βαθιάς μασχάλης,
εκεί που τα λόγια του έρωτα σπέρνονται σα σώματα στο σώμα,
εκεί που τρώγεται ο άνθρωπος από αγάπη,
εκεί που η επίπεδη εικόνα του μυαλού γκρεμίζεται
και βασιλεύει η θέα των πύρινων σωματώσεων,
Να διαμελιστεί, να αποτεφρωθεί, να σκορπιστεί
στις ριπές των ανέμων που αναστατώνουν τους ωκεανούς,
αλλά ποιος κοίταξε μέσα του,
οι ίδιος μέσα του, και είπε  Το δέχομαι;
Ποιος τόλμησε ν’ ακούσει την άφατη σιγαλιά,
την ανήκουστη απουσία που κάνει τόσο ελλιπείς τις παρουσίες;

[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 2 (1)

Κατάλογοι. 2 (1)

Ο ακατάλυτος θρόνος
για την αυτοκρατορική στέψη του Χρόνου.
Διηγήσεις μεγάλων καταστροφών από λεηλατημένα στόματα,
μ’ ένα μυαλό που δεν αντέχει την ίδια την ουσία του
και αναζητά την αφήγηση πέρα απ’ την αφήγηση,
την αναπαράσταση πέρα από την επανάληψη,
την ενσάρκωση πέρα από τη σάρκα,
εκεί που καταλήγει κάθε περιπλάνηση και κάθε διέξοδος,
στο τέλος της ανθισμένης μέθης και στην αρχή της εξιστόρησης του γήρατος.
Η αγιάτρευτη νοσταλγία του παρελθόντος για το παρόν,
έτσι θ’ ανοίξει ο νέος κύκλος.
Όποιος δεν έχει βρει τη φωνή του,
ας αφήσει πίσω ξεκλείδωτη την πόρτα του σπιτιού του
κι ας χύσει όλο το αίμα του για να τη βρει
σε μαχαιροβγάλτες δρόμους, σε ολέθρια σκέλια,
σε φτυσιές και σε βόθρους,
ας χάσει τ’ όνομά του, την τιμή του και τη θέση του στο ιερατείο
κι ας χύσει όλο το αίμα του για να τη βρει,
γιατί μόνον η φωνή αυτή δε θα τον χλευάσει τη μέρα του απολογισμού,
αυτή θα σταθεί δίπλα στον ίλιγγο της ακοής του
και θα κατευνάσει το σπαρτάρισμα του αποτυχημένου σώματος,
μόνον αυτή,
γιατί κάθε λέξη τώρα πρέπει να λέγεται
με τη συνειδητή απόφαση της εγκληματικής ενέργειας
που σχεδιάστηκε με παράφρονη τελειότητα
από την πρώτη μέρα που σχηματίστηκε το στόμα μέσα στη μήτρα.
Για την αποκατάσταση εκείνου που δεν υπήρξε ακόμα
αλλά που θα υπάρξει αλλιώς,
επειδή το θέλει η ανάγκη,
επειδή το θέλει αυτή.
Κάθε λέξη πρέπει να γράφεται
εφοδιασμένη τώρα με τον αλάθητο μηχανισμό πυροδοτήσεως
ώστε να μην υπάρχει στο τέλος καμιά αμφιβολία
ότι ακόμα κι οι πιο ανήμπορες ψυχές,
οι πιο εξαμβλωμένες,
εκείνες που σέρνονται μ’ όλα τα κόκαλά τους συντριμμένα
και το σαρκίο τους σαν το κρανίο νεκρού
που του έχουν πλύνει προ αιώνων με θάλασσα όσα αφήνει πίσω του ο θάνατος,
θα φτύσουν το δηλητηριώδες αίμα τους
μέσα στις άγιες γούρνες του γένους
για την επίτευξη του οξύτερου κακού επί γης.
Έτσι θα γράφεται κάθε λέξη.
Μετά θ’ αρχίσουν οι ύμνοι, οι χοροί μέσα στα πέπλα,
οι γλειφικές ενώσεις επάνω στα μαλακά κρεβάτια με τη θέα στη μαύρη κοπριά,
το ζωντάνεμα των παγωμένων τοίχων,
τα κουλουριάσματα των βλαστήσεων του εφιάλτη μέσα στα μαξιλάρια,
η δόξα, τα επινίκια και η αθάνατη μουσική.
Έτσι θα λέγεται κάθε λέξη –
ανυπέρβλητη πλεκτάνη τού τώρα.
Όλοι οι πόνοι αθροισμένοι σαν τυφλές πεταλούδες
μέσα σ’ ένα μόνο σώμα που χτυπιέται πάνω στην άγρια κουβέρτα.
Δόντια μπηγμένα σα δόντια λύκου
εκεί που αναβλύζει η μνήμη σταλάζοντας γλυκά
όπως στον ύπνο μέσα το σάλιο στο προσκέφαλο.

Μα τώρα ο λόγος για έναν έρωτα.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 1 (Α’ αντίφαση)

Κατάλογοι. 1 (Α’ αντίφαση)

Το μοναδικό παιδί στον κόσμο είν’ εκείνο που διαψεύδει συνεχώς και με κάθε τρόπο την ελπίδα που έχει στηρίξει σ’ αυτό η ανθρωπότητα. Κάθε πρωί, σηκώνεται κι αρχίζει να χτίζει έναν κόσμο χειρότερο απ’ τον πραγματικό, και κάθε πρωί, ο καινούριος κόσμος του είναι χειρότερος απ’ τον κόσμο της προηγούμενης μέρας, που κάθε φορά ήταν όλο και χειρότερος απ’ τον πραγματικό. Του δίνει τόση χαρά αυτό που κάνει, το ενθουσιάζει τόσο πολύ, γελάει τόσο πολύ με τα καθημερινά του απροσδόκητα και λαμπρά αποτελέσματα, ώστε δε φοβάται μην εξαντληθεί καμιά μέρα η απύθμενη μαύρη φαντασία του. Είναι το μοναδικό παιδί στον κόσμο επειδή διαψεύδει τις ελπίδες που στηρίζει σ’ αυτό ο κόσμος. Και το παιδί θα γίνει πιο παιδί από κάθε άλλη φορά όταν ο χειρότερος κόσμος, που θα έχει χτίσει, θα αντικαταστήσει τον πραγματικό σε όλη του την έκταση. Τότε δε θα είναι πια παιδί γιατί θα έχει εκπληρώσει τον μοναδικό προορισμό του.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 1 (7)

Μάνος Χατζιδάκις & Θρασύβουλος Σταύρου, Ένας μύθος
(τραγούδι: Νάνα Μούσχουρη & Γιώργος Μούτσιος / ηχογράφηση του 1961 που συμπεριλήφθηκε στον δίσκο Μάνος Χατζιδάκις: 25 σπάνιες ερμηνείες, 1955-1965, Νο. 2 (1984))

Κατάλογοι. 1 (7)

[…]

Μέσα στην ησυχία, μέσα στη γαλήνη των χόρτων που γλυκαίνουν το μυαλό μου,
με τον κύκλο των δέντρων γύρω απ’ το κεφάλι,
συνεπαρμένος από το γεωμετρικό χορό της μέλισσας και της χρυσής σκιάς της,
διασχίζοντας το γάλα που τρέχει ανυπέρβλητα σα κραυγή δημιουργίας
από τ’ αρσενικό μαστάρι της πιο γόνιμης αγελάδας,
με αμέτρητους στρατούς στα δεξιά μου
και αλαλάζοντες λαούς στ’ αριστερά μου
σα να μου είναι γραφτό να σταυρωθώ για να σωθεί
με τον δικό μου θάνατο η φαντασία,
την ώρα που αναγορεύεται ο μύθος μέσα στο μενεξεδένιο σούρουπο,
με τις πρωτεύουσες αραδιασμένες στο υπερώο της ερήμου,
φωνές στρατηγών από χαλασμένα μεγάφωνα,
δήμιοι με τσαντίρια ζουληγμένα μέσα στις παλάμες τους, σατραπείες,
αναίσχυντα προεδρικά ταξίδια,
ένα ποιητικός θρίαμβος, μια νέα γλώσσα της μουσικής, η ανθρώπινη καρδιά
σα λιωμένη σόλα, το ανθρώπινο μυαλό σαν απογοητευτική κληρονομιά,
το ανθρώπινο σώμα σαν ειμαρμένη, ο έρωτας
σαν εκλαΐκευση των εννεάδων,
τα εσόμενα σαν μια εκκένωση έπειτα από κτηνώδες φαγοπότι, η χαρά
σαν αποτυχημένη αυτοκτονία, τα ρήματα φαεινίζομαι, λογιάζομαι,
γονιούμαι, ανατολίζομαι, πνευμαρπάζομαι, ποθαλώνομαι,
σπερματίζομαι, άδομαι,
οι λέξεις κοχλιασμός, ενοχίαση, υλάνωση,
μηχετόρα,
οντοφονία,
οφθαλμισμός,
έγχαση, πνευματέμεση, γλωσσάφεση,
κορμισμός,
η Πολυνησία της ανομολόγητης περιπέτειας, η σκόνη
και η προσευχή μέσα στη σκόνη και η αγωνία μέσα στη σκόνη,
το άνοιγμα των τάφων, τα στόματα και η υγρή στάχτη μέσα στα στόματα,
τα όνειρα και τα εγκλήματα ανθρώπου τεσσάρων ημερών,
η Πυραμίδα του Πόνου, το Διάδημα της Οδύνης, η Αυτοκράτειρα των Σπασμών,
τοπίο μεταθανάτιας ακριβείας,
τα πλήθη γονατισμένα εμπρός σ’ ένα νάνο
που τους μετρά τις δυναστείες Ανατολής και Δύσης βγάζοντάς τες
μέσα από το κατουρημένο βρακί του,
κι εγώ, τρέχοντας,
τρέχοντας φοβισμένος, με τα δόντια της πολύτροπης ύαινας
καρφωμένα στην πλάτη μου, πέφτοντας,
χωρίς απόγονο, χωρίς κρηπίδωμα, χωρίς πατρώνυμο, ούτε ανώνυμος,
λιγότερος απ’ όλα τα έντομα, λιγότερος απ’ τη σκιά του βαρκάρη
επάνω στη διάθλαση του θαλάσσιου μόχθου του, λιγότερος
από όλο τον κόσμο μα τον κόσμο ποθώντας ολόκληρο
για να σβήσω μέσα στον κόσμο και να γίνω όπως θα ήμουν
αν δεν είχα σταθεί απέναντι στον κόσμο σαν εικόνα του,
οι γλώσσες η μία μέσα στην άλλη και μέσα από την άλλη,
το ταπεινό στόμα του προφήτη που κοκκινίζει σαν άβγαλτο κορίτσι,
το τριπλό κεφάλι της ήρεμης ύαινας στεφανωμένο
με τα τριαντάφυλλα της μεταμέλειας
και τα κρίνα της τήξεως των πάγων,
το ξύπνημα της αφής μου των αοράτων,
το φρένιασμα της πυρέσσουσας φαντασίας
ώσπου να σκορπιστεί η στάχτη μου στη θάλασσα εκείνη που με ξέβρασε,
διαλέγω τη μεγαλύτερη φωτιά και πέφτω μέσα,
πέφτω μέσα στη μεγαλύτερη φωτιά,
εξανεμίζοντας τα μεταξωτά πασούμια
για να γεμίσει ξανά ο κόσμος από τη θεά
και από τους ύμνους που πρέπει να γράφονται γι’ αυτήν.
Και
είδα το ανήμπορο χέρι
να εξαϋλώνεται,
να αρπάζει το μαγνητικό πεδίο σύσσωμο και να το στύβει σε μελάνι
επάνω σ’ ένα άγραφο χαρτί που σπαρταρούσε
σα μήτρα ζώου ετοιμόγεννου. Άκουσα τη ριζική κραυγή
στο κέντρο της Εικόνας
και ένιωσα στο απροσπέλαστο κράσπεδο του βάθους μου
τη Σύλληψη του κόσμου όπως την εύχεται το άπληστο μάτι του πόθου.

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 1 (5)

Κατάλογοι. 1 (5)

[…]

Μα θα ’ρθουν, ω, θα ’ρθουν, τα χρόνια των παράνομων ενώσεων,
των αδιανόητων προσμίξεων,
των ανατρεπτικών συναντήσεων με την απόλυτη μεγαλοπρέπεια,
θα ’ρθουν τα χρόνια που το απαγορευμένο ρήμα θα γίνεται πράξη
έξω από τα όνειρα, η Κίνα θα λέγεται Ινδίες, η Άμφισσα
θα είναι το μπορντέλο της Θεσσαλονίκης κι αυτή θα γίνει ο προθάλαμος
της θέωσης και εξαΰλωσης όλων των νεκρών από πνιγμό
μέσα στο ίδιο τους το σπέρμα,
η Αφρική θα έχει ξεχειλίσει όλες τις κρεβατοκάμαρες,
η υπέρβαση των επιθυμιών θα δει εντέλει σα μεγάλη χαρά το φως του ήλιου,
η Παναγία θα κατεβαίνει από το εικόνισμα και θα σηκώνει
τα φουστάνια της στο εκκλησίασμα που θα τη λατρεύει
πλημμυρίζοντας τα σπλάχνα της
με όλη τη γύρη όλων των χωριατόπαιδων της υφηλίου, το δέρμα
θα βρίσκεται σε συνεχή και ακατάβλητο πυρετό
από την ακατάσχετη εξομολόγηση του φυλακισμένου αίματος,
η ηθική θα είναι άλλης τάξεως,
θα είναι άλλης τάξεως η ηθική,
όπως θα είναι και οι γυναίκες τίμιες μετά την ατιμία,
και οι άνδρες ανδρείοι μετά την ανανδρία,
και οι ποιητές θα γράφουν όπως στη διάρκεια εγκλήματος
ή όπως όταν ξαφνικά ο άνθρωπος,
με μια γήινη περιστροφή, υπερπηδά όλον το φόβο του ανθρώπου
και φεύγει προς την περιοχή εκείνη
όπου τα πράγματα κοιτάζονται και λέγονται αλλιώς,
όπου υπάρχει μια νύχτα πιο σκοτεινή απ’ τη νύχτα,
και η πολιτεία θα δοξάζει τα θηρία της, ο θάνατος θα είναι μια υπόθεση
που θ’ ανεβάζει την ψυχή σε κλιμακώσεις σεισμικών εντάσεων φρίκης
μέσα στην κουνουπιέρα της απελπισίας, στην πιο δυσβάσταχτη γαλήνη,
με τα παπούτσια πεταμένα όπου να ’ναι,
τα ημιτελή χαρτιά σκορπισμένα, τα ρούχα πατημένα,
τα μυστικά περασμένα σε ξένα χέρια και ξένες ανάσες,
με το κρεβάτι ξέστρωτο, το σώμα παραδομένο γυμνό και ανυπεράσπιστο
στα βλέμματα των άλλων που ακόμα δεν έχουν πεθάνει,
με τους λεκέδες στα σεντόνια από τα σάλια και τους σπασμούς των εντέρων,
την πυρετική αναπαράσταση ναοτικής κουρτίνας
που αγριεύει την αγρύπνια ενός βρέφους,
το κεφάλι ριγμένο προς τα πίσω, η άναρθρη λευκότητα
του τεντωμένου λαιμού,
τα άδεια εντόσθια, τα άδεια γάγγλια, τα άδεια μάτια,
ο χορός της πεταλούδας μέσα στο ιλιγγιώδες τύμπανο της ακοής,
το ανείπωτο ρίγισμα του πρώτου στίχου,
η τραγικότητα του πόθου, η τραγικότητα του πόθου,
η τραγικότητα του τέλους του πόθου,
το ακατάλυτο μουγκρητό μέσα από στόμα σα στόμα ανάποδο λύκου που καίγεται,
και ο πελώριος καθρέφτης που γκρεμίζεται κάθετος μέσα στη θάλασσα –
διαθλάται σε χίλιους κόσμους
και βγάζει όλο το μέσα έξω σαν ψυχή που αδειάζει όλη σε μια άλλη ψυχή
και πέφτει τελειωτική
και αλλοπαρμένη μέσα στη νοσταλγία της δυστυχίας που την έτρεφε
ως το τέλος.
Γιατί η δυστυχία είναι αποτροπή του τέλους
και η νοσταλγία της συναίσθηση του τέλους των καρπών.
Η δυστυχία είναι η ανήκουστη επιβεβαίωση
του μυστικού τρόπου που μέλλεται να ειπωθεί το άρρητο εν καιρώ και τόπω
μέσα σ’ ερωτικό κλάμα και σπασμούς σώματος που λύνεται.
Γιατί η δυστυχία είναι η ανείπωτη απάντηση στην αμετροέπεια της ύλης.

[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 1 (4)

Κατάλογοι. 1 (4)

[…]

Να ξεριζώσουν πρέπει όλοι τα μάγουλα, να θυσιάσουν τα χέρια και το σάλιο,
να γλείψουν μ’ ανεπανόρθωτες μετάνοιες τα σάβανα των θυμάτων,
να ζητήσουν έλεος για τους σκορπιούς που οργιάζουν μες στα στόματα,
να ασκηθούν στον τρόμο της αδυναμίας και στην πύρινη πλάκα της παραδοχής,
να λατρέψουν την ταπεινότητα του χόρτου,
να δεηθούν στην αλήθεια των εσωτερικών μαστιγώσεων,
να ομολογήσουν το λάθος της λύσσας των δοντιών και
να δοκιμαστούν από την ένταση της αποτυχίας και
να περάσουν από τα μαρτύρια των ατελεύτητων ενατενίσεων του τέλους και
να ανοιχτούν να ανοιχτούν ν’ ανοιχτούν
σα σφάγια στο άκουσμα των νέων μαθημάτων. Το μάθημα του χάους,
του μηδενός και του βλέμματος, το μάθημα της υποταγής και της προσφοράς,
το μάθημα της ανάγνωσης των κινήσεων της καρδιάς και του μυαλού
επάνω στην παραπλανητική διάταξη του προσώπου,
το μάθημα της πολύτροπης τρυφερότητας, το μάθημα
του αναγκαιότατου πόνου, του θεοφιλέστατου πόνου, του προοριστικού,
το μάθημα της εξάσκησης στην ερημιά και την απόγνωση,
το μάθημα του θανάτου τους.
Αλλά πριν,
ικανοί να επωμίζονται το φορτίο του σώματος,
πρέπει να τα δουν όλα.
Να δουν τον άντρα να σκοτώνει σαν άντρας τη γυναίκα
πριν και μετά τη συσσάρκωση,
τη γυναίκα να κουλουριάζεται μέσα στην κάλτσα του άντρα
σφίγγοντας στα σπλάχνα της τον σπόρο που την έκανε γυναίκα.
Να δουν την εξαγρίωση των σεντονιών
που πνίγουν μέσα στον ύπνο του τον κάτοχο όλης της ύλης
για να ισορροπήσουν στην καρδιά του
αυτό που έχει μ’ αυτό που έπρεπε να χάσει για να κερδίσει το θάνατο.
Να δουν τις λέξεις, Να δουν τις λέξεις, να τις δουν
να γίνονται πολυκέφαλα καρφιά μέσα στην κοιλιά εκείνων
που τις προφέρουν με κομπασμό ακατονόμαστο
για ν’ ανοίξουν το νέο κύκλο της σοδειάς τους με το τέλος του παλιού,
τα κομμένα κεφάλια κάτω από τα μαξιλάρια,
τις πεταμένες γλώσσες μέσα στα ποτήρια, τα ψαλιδισμένα αυτιά
ανάμεσα στις σελίδες των ακριβών βιβλίων με τους ουράνιους στίχους,
τα ψυγεία με τα ξεριζωμένα εντόσθια, τις ψυχές
να τις τρων σαν ψίχουλα τα μυρμήγκια με το σιδερένιο στομάχι,
Και το αίμα να τρέχει σα ν’ άνοιξαν οι στέρνες της καρδιάς
επάνω στο γραμμόφωνο με την αχόρταγη φωνή της καταδίκης
και να τη λούζει σα φόρεμα αγάλματος γυμνού καινούριας ειδωλολατρίας,
τη Γνώση να μαδιέται μες στις τζέπες
ανάμεσα σε προφυλακτικά, τσαλακωμένα πενηντάρικα, λίγδα εσωρούχων
και μπόχα άπλυτων γεννητικών οργάνων,
τις παράγκες με τα στοιβαγμένα πτώματα των φιλοσόφων
μετά από εξαντλητικές ανακρίσεις, διαπομπεύσεις, αποσαρκώσεις
μπροστά σε συναθροίσεις πληθυσμών
που εκστασιάζονται από το έρεβος,
τις καταδικαστικές αποφάσεις για όσους ερωτεύονται παράφορα,
τη χαρωπή κονκάρδα της ξεκοιλιασμένης, της παλουκωμένης και
εγκεφαλοσυντριμμένης δυσευτυχίας τής με τα βγαλμένα μάτια,
της με την κομμένη γλώσσα, της με τα πριονισμένα δάχτυλα, της
με τα πυρωμένα σύρματα μέσα στ’ αυτιά, της με τις σφυριές
σ’ όλα τα κόκαλα, της με το πέρασμα και ξαναπέρασμα και ξανά
μέσα από τα περιστρεφόμενα ξυράφια που αλέθουν όλο το αγλάωμα της σάρκας
αφήνοντας για τα σκυλιά των άπορων δρόμων τα σπασμένα σαγόνια,
να δουν.
Να δουν την αδυναμία του χεριού ν’ αγγίξει ένα άλλο χέρι
που τίποτε στον κόσμο δεν έχει πιο κοντά του,
τον εφιάλτη που φυτρώνει σα δέντρο ενοράσεως
στη γυμνή κοιλάδα των δακρύων της ζωής μας,
το σάπισμα του σώματος, το σώπασμα της μουσικής, τη διάψευση της ελπίδας,
το νύχτωμα της ομορφιάς, το θρίαμβο της αποτυχίας,
το τέλος των πύρινων επικλήσεων του έρωτα,
την καταξίωση της υπεροψίας,
την επικράτηση του αίσχους, την ενθρόνιση του αίσχους,
τη βασιλική στέψη του αίσχους
μ’ αληθινή πορφύρα και δάφνινο στεφάνι
από ατόφιο χρυσάφι και κάθετο φως,
περίπλοκο νεφρίτη γύρω από το λαιμό και ζώνη
από κραυγές αξεδιάλυτων θηρίων,
και τη σιωπή των διαστημικών εκτάσεων που μας προσμένουν
όπως προσμένει ο μάντης την επιτέλεση της μαντείας,
την κυκλική κίνηση την αέναη γύρω από την ξέφρενη μαϊμού
που κατουρά ηδονισμένη το εικόνισμα της Αναστάσεως του Κυρίου,
τα εγκαίνια της Χιλιετηρίδος των Κοπράνων,
την ποίηση να χάνεις τις αλληγορίες και τις κυριολεξίες
και το κάλλος το μονογενές να το χορταίνουν μόνο τα φίδια
με το διαπεραστικότερο σφύριγμα και τη διχάλα ανάμεσα στα φρύδια,
και την αγάπη να διαψεύδεται, την αγάπη να φρενολύνεται,
την αγάπη να κοψοαιμάσσεται με λύσσα,
την αγάπη να βορβοροτρέφεται, να κοπρανοχορταίνει, να ξερατώνεται,
να αποπατοδίνεται, να κρατικοδέρνεται, να μωροφτύνεται,
να εγκορμιάζεται,
να γλωσσομιαίνεται,
να πελμώνεται, να ερπετιάζεται, να τετραποδώνεται, να παλαμώνεται
ξανά και ξανά και από γενεά σε γενεά και από ύψος σε άλλο ύψος,
να στραβισμώνεται, να παρακρουσιάζεται, να σεισμίζεται,
να απωλειώνεται μέσα σ’ οχεντρικές κοιλότητες,
να μορφάζεται ως γυναικείο στόμα με τρεις σειρές χειλιών,
ως πέμπτο πόδι του αλόγου και ως ουρά που ξεφυτρώνει απ’ το στήθος
της νυφίτσας της ανύμφευτης και της ξεπατωμένης απ’ τα συνάνθρωπα δόκανα,

[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης