Θανάσης Γεωργιάδης, Από πρωίας

Μάνος Χατζιδάκις & Μιχάλης Μπουρμπούλης, Μυρίζει ο κόσμος γιασεμί
(τραγούδι: Στέλιος Μαρκετάκης / δίσκος: Για την Ελένη (1978))

Από πρωίας

οικειοποιήσου το γιασεμί και σώπα

χρώματα ζαφοράς στον αέρα και το
ποτήρι σου
μη λες δυνατά τ’ όνομά μου
θα χαθούν
όταν ξαφνιαστεί το αόρατο πουλί
στον ώμο σου

τι άλλο να πω πρωί πρωί
ξύπνησα λίγο πριν μ’ ένα ποίημα
στο στόμα

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Advertisements

Θανάσης Γεωργιάδης, Υποψία Θεοφανείας

Υποψία Θεοφανείας

μέσ’ απ’ τα κυπαρίσσια τον είδα πέρ’ απ’ αυτά
στον σκιασμένο τοίχο ίσκιο πάνω απ’ τον ίσκιο

φωνή σωτήρια αηδονιού ήχησε τότε
και σήμερα ακόμα ηχεί φωνή πολλών υδάτων

κάτω στη ρεματιά μισοκρυμμένο σχήμα του
ζωντανού θεού

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Τοπίο άδηλο

Τοπίο άδηλο

είναι ανάμεσά σου και ανάμεσά σου
ψυχή που ματώνει τους καθρέφτες και δε φαίνεται
σαν είδωλο υβριστικό μιας φευγαλέας στιγμής
όπως τη νύχτα ξαφνικά κλείνουν τα μάτια τους τ’ άστρα
κι εσύ το πρώην ιοβόλο στόμα φωνασκείς

«τα πουλιά τα πουλιά στο νότο
ποιος ερημώνει το βορρά ποιος
περιγράφει με το φτερό τον μαύρον ήλιο
τα πουλιά τα πουλιά στο νότο»

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Αμάρτυρος

Αμάρτυρος

δεν έχει αντιρρήσεις δε γνωρίζει
γράφει πολλά μόνον αυτό
σε άχρηστα κατάστιχα γράφει
θυμάται αναμασάει
κι όταν ακούγεται καμιά βουή
του έξω κόσμου τότε μοναχά
δε λέει να τελειώσει ο φόβος του

ποιος θα του δείξει τον κομμένο του
λαιμό

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Στο τριπλό σκοτάδι

Στο τριπλό σκοτάδι

κάθομαι εδώ ανοίγω το πρώτο σκέλος της νύχτας
στροβίλισμα του τελευταίου ανέμου
απέναντι στο πρόσωπό μου
και το προσεχτικό κορίτσι
«το μαύρο τρίγωνό σου είναι ο θάνατος»
της είπα – είμαι

η νύχτα γενικώς είν’ επικίνδυνη

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Τα δέοντα

Τα δέοντα

ό,τι καλό κατόρθωσα αν κατόρθωσα από σένα
εκπορεύεται αν ταιριάζω ψελλίζοντας
τον ύμνο αν πρότερος ακολουθώ ύστερος
πάντοτε σαν να μην είμαι εκεί στους άλλους
ανθρώπους ανάμεσα (ακούω δεν ξεχωρίζω λόγια)
στους άλλους ανθρώπους ανάμεσα ανακαλύπτω
ανίκανος τη σοφία σου ξανά μονάχα αυτό

σαν τύμπανο ολοστρόγγυλο που στήνει αυτί
και την ανάσα του ανασαίνει

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Εν ακαρεί

Εν ακαρεί

στον Μανόλη Ξεξάκη

Κανοναρχούσα τα κύματα της θέρμης με δάχτυλα ανοιχτά
πολλά ξεγλιστρούσαν απ’ την εξουσία μου κι άδειαζαν
στους ταμάρισκους το λευκό τους χιόνι,
κατακαλόκαιρο εξαντλώντας τον χρόνο.

Περνούσε ο καιρός σαν ένα φορτηγό που αγκομαχάει
κι η πίσω πόρτα μόνη διέξοδος — τα όνειρα
άλλαζαν συνεχώς αμοιβάδες κάλπαζαν άλογα
και πέθαιναν μονάχα οι άνθρωποι προτού καν τελειώσουν
τη ζωή τους.

Όπως αγαπιούνται οι οχιές με μια θανάσιμη έξαψη
άρχιζαν πάντα χωρίς να τελειώνουν τίποτε
μηδένιζαν τον έρωτα με μια αδηφάγο τάση
κανείς δεν τις καταλάβαινε — μήτε εγώ.

Ο θάνατος είναι το μόνο μυστήριο που ξέρω.

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Η κατ’ εξοχήν (3)

Η κατ’ εξοχήν

εξ Ενετών όθεν γένος ημιόνων αγροτεράων
Ιλιάδα Β 856

3

μ’ αρέσει η Βενετία (είχες πει) τα σαπισμένα κτήρια
που ανθοβολούν πάνω σ’ αβέβαιες ρίζες
θόλοι κανάλια όψεις προσόψεις η στενωπός των
Ελλήνων εδώ
εκεί δρακοντοκτόνος ο Αϊ-Γιώργης
ό,τι προκύπτει μετά την ανάσταση πριν την
ανάληψη ό,τι προκύπτει

δε γνώριζες όμως πολλά τη σημασία που έχει ένα ρήγμα π.χ.
της μνήμης πώς ο Αμμώνιος Ταχάρκα έγινε Ετέαρχος
την ποικιλία των φθόγγων αποδίδοντας σε ένα μέγα άλφα
πως πριν απ’ την Ενετική είχε πεθάνει ο Πυλαιμένης προ
των πυλών της Τροίας
βοσκός στον Άδη με άλματα γεφύρωνε πλήθος ευθείες σκέψεις
τους Ενετούς απ’ τον Παρθένιο με τ’ άγρια μουλάρια προβοδώντας

ούτ’ οι λωτοί βοηθούνε να ξεχάσεις σήμερα

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, [συναριθμημένος τώρα…]

συναριθμημένος τώρα ένας απ’ τον λαό μου
βυθίζομαι ολοένα στο χώμα της πατρίδας
στοιβάζονται γύρω μου συνεχώς κρυμμένα και φανερά
όπλα που δεν ξέρω τ’ όνομά τους
πέρα κατά το άσπρο διάστημα κόλλησε η ανατολή
αραχνιασμένη
ο ίσκιος μου μπαίνει και βγαίνει στον ήλιο
αγνοώντας την καμπυλότητα του χρόνου
κοντά μου στα τσαλιά σούρνονται οι απρόσωποι
εχθροί από το ίδιο γένος
και πέφτει απάνω μου διαρκώς δεν καίει δροσερό πέφτει
επί αιώνες
φως ιλαρό της άγιας δόξας του λαού μου

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Ωδή Πέμπτη (Α’)

Ωδή Πέμπτη

ανάγκη μεγάλων γνωμών και διανοιών
ίσα και τα ρήματα τίκτειν

Αριστοφάνης (Βάτραχοι, 1058)

Α’

Θα φθάσω αύριο πέρ’ απ’ τη λάβδα ραψωδία στον τόπο των Γρηίκων
οιονεί σπέρματα και αρχάς λαβών
έχιδνα κι υβριστής με άσπρα χέρια
αλύπητος χαλκός και νηπενθής στα μέσα μου φωτιά
πρόσθε δε λέων, όπισθεν δράκων, μέσση δε χίμαιρα.
Ιάνθη θα είναι τότε η δύση και το βασίλεμα του ήλιου ένδοξος καιρός
αφήνοντας στους πλαταμώνες τη ράτσα μου φυλή ονείρων
η νύχτα ξοδεμένη κι η μέρα στο κατώφλι του Θεού.
Τι κι αν η Σπειώ η Σαώ η Κελάηδω τι;
η Φέρουσα κι η Δυναμένη στον τέλειο ποταμό άκρη στην άκρη.
Θα φθάσω λοιπόν με τη φυλή μου ένα
γυρίζοντας από τους ανθεμούντες στους δαφνούντες ονομάζοντας ανεμίζοντας
στον χώρο του Μολώχ στα ενδιαιτήματα του Πλούτου τα φλάμπουρά μου,
κι η Λυχνιδός ιλλυρίς, οι Δαρδανιάται
λησταί υπό ληστών προσαγορεύονται
οι Σκούποι σκούπα (ποιος τους θέλει;)
κι ο ξένος άπιστος ο ξένος άπυστος ο ξένος άπειστος.

Εντούτοις μάρτυς μου η επιστήμη δεν μίσησα κανένα,
την επανάσταση εναντιοδρομία είπα όταν οι λευκοί
τον μέγαν ήλιο ονειδίζαν και τη λαμπρή σελήνη.
Με την αντοχή και τη δύναμη ξεχώρισα έπειτα αρσενικούς και θηλυκούς
λίθους, σπλαχνικότερος από πολλούς εν αγάπη πλάγιασα με τα βουνά
υποσχόμενος μόνον ό,τι μπορούσα, μειλίχιος συνεχώς, μειλίχιος εξ αρχής∙
ήμερον γαρ το των Ελλήνων γένος και φιλάνθρωπον.

Δεν ήξερα τότε την ευτέλεια των στιγμών δώρο πικρότατο
ό,τι περνάει όσο περνάει πάντα
τα όρη κατεβαίνοντας προς τα πεδία όπου
θάλασσες κυανού το σφρίγος των υακίνθων
προς την αιώνια μητέρα οδεύοντας, κι η ποίηση ήταν το γεγονός
πριν μάθω μέσα στο γυαλί του κόσμου να κοιτάζω.
Ποίηση της τορείας εν πορεία τού λόγου έργα και κατορθώματα του νου σπασμωδικά.
Έπινα έπληττα πηγές καλά νερά θολά ποτάμια, έπλεα τότε
θάλασσες σκοτεινές το ρίγος των υακίνθων
ωσότου ο Μάιος καλομηνάς μάθαινε στα λουλούδια ν’ ανθίζουν συνάζοντας τίς
εκζητήσεις ανομοίων φρονημάτων∙
καθώς ο χαλκός ο άργυρος καθώς ανταγωνίζονταν,
Δύσωρον όρος Ακτή Διείς Διάται.
Τ’ απανθίσματα βλασφημίες σε υπερόφρυα τόξα που τολμούσαν.
Φωνή φωνάζοντας, Αυτός ο ρυθμός! αυτή η τάξις:
παραμονή της αφθαρσίας όπου το Βοίον κι η Βοιωτία
συν τεχνική σοφία και δύναμις παρεκτική κιθάριζαν.
Το πρόσωπο ενός Μυκηναίου χωροδεσπότη μελοποιού ήταν όταν
ο οφθαλμός να βλέπει τ’ αυτί ν’ ακούει
και το καθόλου της ζωής μετέχοντας μηδέν εις τα καθέκαστα∙ σμικρός ο κόσμος.

Παρόν ζωής η σάρκα τότε, λαμπάδα του πυρός και πυρ
περνούσε πετούσε πάνω από ζυγούς, ευθύ τζιτζίκι. Πόποι ποπό, πόποι ποπό,
η πρώην Πρασιάς η τέως Τέως
μέχρι που τον Ακταίωνα είδα να κυνηγούν οι σκύλοι
Λυγκεύς ο Αύσων, Βαλίος ο Αλαμανός, Βορής ο Κέλτης
και όσοι τρεις φορές μονάχα στη ζωή τους λούζονται αμέτοχοι στα λουτρά της εντός θαλάσσης.
Τους είπα τότε, Ξέρετε να λέτε ψέματα πολλά μ’ αλήθειες όμοια,
τους είπα, Οι χρεοφειλέτες σκότωσαν τον δανειστή
πριν την επιτολή τού ταυρικού αστέρος θήτα και
μετά το Ρήγιον το Κοτρόνε τον Υδρούντα, όπου ο Μεσάπιος λέων φτύνει τα δόντια του, φτου πτωξ, φτου πτωξ!

Πώς μέσα στα εσπερινά δάση το βράδυ εισβαίνει ο φόβος, λέω
(μην απελπίζετε το δέον δέος),
του μελανού ακολουθία μαύρο φως
και τα ποτάμια πάνε υπόγεια, ο Ελικών
ακούγονται του «Κόσμου» φληναφήματα και των «Καιρών της Κυριακής» νομίσματα, παραχαράκτες.
«Νύχτα στον Δνείπερο, φεγγάρι» λέω τότε, Αρχίπ Ιβάνοβιτς,
και τα χρωστούμενα ποιος θα πληρώσει;
Μέλλοντα ταύτα, άνθρωποι, φωνάζω τα ονόματά τους∙
Λουκούμων ο Δημαράτου εκ Περουγίας, ο τόπος το Παλλάντιον ότι
μάτια χυμένα μυαλά διότι
η γαρ πλάνη καθ’ αυτήν μεν ουκ επιδείκνυται,
ίνα μη γυμνωθείσα γένηται κατάφωρος
πιθανώ δε περιβλήματι πανούργως κοσμουμένη
και αυτής της αληθείας αληθεστέραν εαυτήν παρέχει φαίνεσθαι
δια της έξωθεν φαντασίας τοις απειροτέροις.

Από τη συλλογή Ωδές [Α’-ΙΣΤ’] (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Ωδή Τέταρτη (απόσπασμα)

Ωδή Τέταρτη (απόσπασμα)

Κυανό
σκοτεινό σκοτεινότερο
κι από το αίμα παντού αιματώνεις κυανό
με το είδος στο χρώμα του άκρατου οίνου
όψη ευδία θαλασσί θαλασσινό ουρανί ουράνιο
κυανό χίμαιρα του Χριστόδουλου μετά την Πάτμο
όρος σπηλιά εκεί
μανδύας ελληνικός τα φύλλα τρυγούνται
κάτω τους ευημερείς ιοβόλο ω αμέθυστε της γλυσίνας
κυανό βιολί του δρυοκολάπτη τερέτισμα

Κυανό
σκοτεινό σκοτεινότερο
πίσω από το χρυσάφι του μεγάλου μόσχου
στον πεδίον Δίηρα μπροστά και πάλι
στον καλαμιώνα του Τίγρη από την ακροποταμιά
ως τον αιθέρα δήθεν μαβί και ιοβαφές ή σύσκιο
στον μαύρο κύκλο της παπαρούνας και το φτερό
του ιπτάμενου μονάρχη και το φτερό ριπίδιο
της κίσσας ύφασμα πτίλωμα και τάνυσμα ανυμέναιο τότε
που ιριδίζουν τα ποτάμια μελανά
ω χρώμα στρώμα των θαλασσίων ρευμάτων
πέτασμα της θεότητος προσωπίδα

Κυανό σημαίνει σηκώνω νεκρά σώματα
κυανό σημαίνει στρέφω το βλέμμα κυκλοτερώς
κυανό σημαίνει είμαι αδιάβατος
και λέξεις: όχλος όρθιος έκβασις υπερβολή ηγεμόνας
ο ηγεμόνας δε φοράει κυανό ένδυμα πέδιλα κοκκοβαφή δορυφορείται
ο ηγεμόνας δεν κοιτάζει στα βουνά την ώρα τη γαλανή
μονάχα έρχεται μονάχα φεύγει, σάπφειροι στα χέρια του
σκοτεινόν αίμα των άλλων διάθεση βαθυκύανη
τη νύχτα συντεταγμένοι φέρονται
λίθοι σημάδια φανερών οδών αλαλαγμοί ολολυγμοί
ήχοι των φόνων μελανοί και κούφοι
φυλακές που αγρυπνούνε την πυκνότητα του μαύρου
αναπολώντας θερία ανίδωτα το ορεινό λεοντάρι
στίλβει μες στο σκοτάδι η χαίτη του και είναι
το κυανό σκοτεινό σκοτεινότερο

Ξανά η φυγή των ιππέων ο Ανδρόνικος
πριν τον πατέρα του πατέρα του αψηφήσει
η Πόλη μία ένδεια ανοίκεια χρωμάτων
η Αθήνα κατά τον Υμηττό πρώην θυμαρίσια
οι συνοδείες της θάλασσας ακατονόμαστες

Κυανό είναι βάρβαροι της δύσης με μάτια κενά υπερβόρειοι
λαλούνε γλώσσες σκοτεινές όπως τα μάτια ματιά τους
κοιτάζουν πράγματα σκοτεινά ονειρεύονται σαν τον ουρανό ουρανίσκο τους
όπου αστράφτει η πυρά καίγοντας αφανίζονται μόνο
στρατοπεδεύουν άλλοι αναμφίβολα Έλληνες ανθρωπινότεροι

[…]

Από τη συλλογή ωδές 1-4 (1991) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Ωδή Τρίτη (απόσπασμα)

Ωδή Τρίτη (απόσπασμα)

Φωνή ανέμου απ’ τη μεγάλη πύλη και τα δύο λιοντάρια ακέφαλα αφουγκράζονται.
Χαράζει στης ανατολής τον ματωμένο δρόμο, αιθρία και ο πολεμιστής ν’ αναστηθεί θέλει.
Από τη ρίζα του κάστρου δείχνει η αγάπη μας ως ψηλά στο βουνό τοίχο λειψό μετά τοίχο∙
ξέσκεπο αίσθημα, και καρδιές κουρνιαχτός.

Βλέποντας κατά το θυμάρι, δίνη ρόδινη, και το θυμίαμα αναπεπταμένο των νοήσεων,
βλέποντας προς την πεδιάδα με τους ασβολερούς γήλοφους και το καψαλισμένο χορτάρι.
Ανάμεσα από τον πρώτο αέρα στροφοδινείται και στον δεύτερο χάνεται πριαπικός
βλαστός της άνοιξης, πρόσκαιρη ελπίδα και αποκάλυψη, εννεάκρουνο δάκρυ μυστικής πηγής.
Δεν προχωρούν προς τον ανήφορο οι πέτρες μήτε κατηφορίζουν∙ το δαιμόνιο έντομο τις πετρώνει.
Και θέση που τη θέση απαγορεύει, χορτάρι δεμάτι και χερόβολο, θέση αρμαθιά∙
τα συναγμένα βότσαλα και οι νεκροί από κάτω προς την Περσεία βυθίζοντας ολοένα.

Τέτοια γη δεν έχει ελπίδα.

Πινακίδα ανέφερε τ’ όνομά σου λησμονημένο.
Ο φαιόχρωμος βράχος τη θεωρούσε διπλός,
και τα πουλιά την είχανε ξεχάσει.
Τέφρα μόνη συζυγία, τέφρα δίψα παλιά, τέφρα ανασκολοπισμένο πάθος
Οι πεταλούδες του χειμώνα έλιωσαν πολλούς καιρούς ποτίζοντας το φλισκούνι∙
κι ήταν αληθινότερο από ποίημα.
Τα μάτια σου κοίταζαν την ίδια εκστατική κορυφή λήγοντας∙
προς το βουητό των ζεφύρων αναθωρούσε η απόγειος αύρα ανεξίκακη.

[…]

Από τη συλλογή ωδές 1-4 (1991) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης: Ωδή Δεύτερη (των αντιστίξεων), Α’

Ωδή Δεύτερη (των αντιστίξεων)

Α’

Ας ονομάσω εύκαιρο τον άνεμο.

Άτονα αισθήματα και τι να οικοδομήσεις πάθος∙
τα μέσα σου του πονηρού οι συφερτικές ρετσέτες.

Πάντοτε επιστρέφει το κακό.

Την πολιτεία λέω των θαυμάτων κι ονομάζω
τα προσωνύμια του κακού εκτενώς.
Με το καμένο λιθάρι του καλοκαιριού και την ξερή αγριάδα
το τάλαντο μιας δυναστείας αόρατης φυραίνει.
Τραβήξτε το σεντόνι απ’ το πρόσωπο του πεθαμένου.

Ύστερα σου μιλώ ξανά:
Πάρε μια πέτρα, πέταξ’ την στο άσωστο πηγάδι
για να ξαφνίσει τους ζωντανούς ο κρότος της
τους άλλους κρότους να ξυπνήσει.

Ας ονομάσω πάλιν εύκαιρο τον άνεμο.

Από τη συλλογή ωδές 1-4 (1991) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Ωδή Πρώτη (απόσπασμα)

Ωδή Πρώτη (απόσπασμα)

Εγώ, ο Αθανάσιος Γεωργιάδης, έρχομαι, δεξί φτερό αποθαμένου αγγέλου
από την άλλη Ελλάδα ψυχή προβαίνω και του αργύρου το γενέθλιο χώμα
με τα εξαίσια μέλη μου μεγαλωμένα σωστά τη χλόη της ευεργεσία ζωντανή μετά στη μνήμη
αποκαλύπτοντας πικρά τα θέσμια δεσμά και τις εικόνες των στερεών θαυμάτων πρώτη προς τον ουρανό φλόγα.

Μου αρέσει η νύχτα και γνωρίζω περισσότερα∙ την ηρεμία του κομπασμένου, το δάγκωμα της λύπης
ό,τι προστίθεται στη σκοτεινιά κι απ’ την ημέρα περισσεύει.
Καλεί μέσα στα δάση η ομορφιά, ακμή αρχαία, μέχρι το τώρα πρόσφατο που ανακαινίζει
όψη απ’ το χρόνο άθικτη και πνεύμα αειθαλές.

Εγώ, ο Αθανάσιος Γεωργιάδης, έρχομαι απ’ το μαύρο πόντο
η μάνα μου με γέννησε πέρ’ απ’ το μαύρο πόντο
ναύκληρος ποντισμένου καραβιού και του προσώπου μου κλειστά τα φύλλα
τα μάτια μου λευκό το μέταλλο της Σίδης. Έρχομαι
με τον απήγανο σείοντας την αυλαία του βορρά, με το βορρά αποκλείοντας τ’ αηδόνια.

[Σύμπαντα νοητά και κόσμοι ανέφικτοι πρώτη σιωπή του αιωνίου
μες στην ποιότητα πλέω σημείο γεωμετρικό ο γυμνός.]

Φύλλο της δάφνης φύλλο της ζωής που σύρει έλκοντας και το κλαδί
της λεύκας, η ευτυχία στιγμή∙ μια πόρτα στο φως νοείται.
Ό,τι έφτανε άλλοτε άκουσμα απ’ τον κοντινό λόφο δυσοίωνο
έλεγχος των στοιχείων, σφαδάζοντας τα όπλα και το δάσος φράγμα.
Τι ήμουν; πρόγονος και παιδί μαζί, φύλλο μετά τη γέννηση σαν τη σκιά της φωτιάς.

Γυρίζοντας απ’ τις αισθήσεις πού θα κατοικούσα;

Ήμουν το τελευταίο σπίτι.

Προς την ένδοξη καθαρότητα του νερού, τα διχασμένα φαράγγια στις αγκωνιές της πέτρας πήγαινα
κι άρπαζα τους νεκρούς από το χώμα στην αγκαλιά μου.
Λοξός άγγελος ορμήνευε τα λόγια μου κι άφωνη αγρυπνούσε γυναίκα∙
με το στυγερό νερό εξαχνισμένο φαρμάκωνε τα δωμάτια, σκιασμένοι πια δρόμοι και καράβια που χαίρονταν.
Ήταν εκεί τα φύλλα του προσώπου μου σαν βράχος των πεδιάδων που αιχμαλώτιζε τις πόλεις
με τον κόρο της ψυχής ήμουν εκεί, ήταν (παιάνας και κελαηδούσαν αηδόνια)
μόνος με κύματα γλαυκού νερού και το κυμαινόμενο φως στις συστοιχίες των ανέμων. Τώρα

Εγώ ο Αθανάσιος Γεωργιάδης πύραυνος σαστισμένος έρχομαι
ακίνητος συν τον ορίζοντα, μάτια ερευνητικά στο σκονισμένο δρόμο
το πρόσωπό σου αγνώριστο από την κούραση, το πρόσωπό μου∙
και τρεμουλιάζει η γη.

Με το σίδερο στο νου να καίει φωτιά η ώρα.

[…]

Από τη συλλογή ωδές 1-4 (1991) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης

Θανάσης Γεωργιάδης, Εν σμικρῷ

Εν σμικρῷ

θέλει το αδιόρατο επιδέξια νόηση
σαν βρέφος είναι
απαιτεί να συλληφθεί πρώτα
και έπειτα να υπάρξει
από τον εαυτό του σ’ άλλο ον
στο νου

αποποιήσου τα μεγάλα
δίχως τα μικρά δε θα τα βρεις
ποτέ
χωρίς εσένα θα υπάρχουν

Από τη συλλογή τα στάσιμα (2007) του Θανάση Γεωργιάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Θανάσης Γεωργιάδης