Αναστάσης Βιστωνίτης, Οι επιζώντες

Οι επιζώντες

[Ενότητα Ημερολόγια 1971-1982]

Ξερή, αφανισμένη πεδιάδα.
Άσπρος ουρανός και το φως αρμενίζοντας
μέσ’ απ’ τα φύλλα φεύγει για τα δυτικά.

Ήρθατε και δεν σας γνωρίσαμε.
Με το φόβο και την αναμονή,
με τη στενή καρδιά μας.

Ακούμε τον ήχο του ανέμου,
τον αντίλαλο του χρόνου στο βουβό παρόν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η εσωτερική εξορία [ποίηση 1971-1995] (2005) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Advertisements

Αναστάσης Βιστωνίτης, Millenium

Millenium

Πρώτη νύχτα του χρόνου.
Φέγγει η βροχή στο μεταλλείο
και σαν σβησμένη μαγνητοταινία ξετυλίγεται η σιωπή.

Απόψε δεν θ’ ακουστεί το χτύπημα στην πόρτα
και δεν ξέρει κανείς
αν στάζει αίμα, σκοτάδι ή παριζιάνικο άρωμα
πάνω στους απολογισμούς,
τους ισολογισμούς
και τις εκθέσεις πεπραγμένων.

Το πολύ πολύ να υψωθεί ένας μονόλιθος
μέσα στον κυβερνοχώρο,
και προτού χαράξει η αυγή
κάτι σαν υποψία να περάσει
από το ξύλινο μάτι του φρουρού
εκείνη ακριβώς τη στιγμή
όπου για ένα δευτερόλεπτο
ξεχνάς ποιος ήσουν και ποιος έγινες.

Κανείς δεν κατάφερε να μάθει τη γραμματική του φωτός,
την αρχιτεκτονική των ειδώλων καθώς προσπερνούν
γέφυρες, αυτοκίνητα, νερά του αέρα,
θραύσματα της ερήμου που σκεπάζουν με χρυσόσκονη
πάρκα φασματικά
και τριαντάφυλλα μαρμαρωμένα στον πάγο και το χιόνι.

Έτσι λοιπόν:
από το σημείο μηδέν στο έτος μηδέν.

Με την πυξίδα κολλημένη πάντα στον Βορρά
και τις εικόνες σου βορά του ανέμου,
τη σιδερένια ταυτότητα κρεμασμένη απ’ το λαιμό,
τις πεταλούδες τής βροχής
να πέφτουν νεκρές μπροστά στο τζάμι.

Κόκκινη στάχτη∙
γκρίζα φωτιά.

Είναι αργά, Κασσάνδρα.

Από τη συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο (2004) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Αφιέρωση

Αφιέρωση

Τη στιγμή που ξυπνά το σαξόφωνο
αρχίζει να χιονίζει στον ιστό της αράχνης,
να σκοτεινιάζει το περίστροφο στο υπόγειο,
να φέγγει ο χιτώνας του λεγεωνάριου
και το σκουριασμένο άστρο του στρατηγού
ανάμεσα στα οστά της δόξας και του φόνου.

Τότε πέφτουν ριπές τα χαλίκια της βροχής
μαστιγώνοντας τις προτομές στα πάρκα
και τις καμπάνες
που εδώ κι έναν αιώνα έχουνε σιγήσει.

Τότε κι εγώ, πατέρα,
γίνομαι ο καθρέφτης του ίσκιου σου
μιλώντας με την παλιά ομπρέλα
που την κρατάς ανοιχτή
απ’ τον καιρό ακόμη του τελευταίου πολέμου.

Από τη συλλογή Ο ήλιος στην τάφρο (2004) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Το τέλος του χρόνου

Το τέλος του χρόνου

Εκατομμύρια τόνοι καμένο καύσιμο
για τα βιβλία, για τις στατιστικές και την Κλειώ,
την αγέλαστη βασίλισσα του παπύρου.

Σε μερικούς αιώνες θα ’χουμε γεμίσει τον Γαλαξία
με είδωλα αόμματα και αόρατα ταμ ταμ.

Ίσως κάποια μέρα ο χρόνος
να μην είναι πλέον μια υπόθεση
και κάποιος να διατυπώσει τον ορισμό του,
να ξεσκονίσει ξεχασμένα θεωρήματα
στέλνοντας τη μισή Ιστορία στην Προϊστορία∙
να εφεύρει ξανά τη φύση,
δημιουργώντας μιαν αλλόκοτη πανίδα
από μαγνητικά τέρατα και φωσφορούχα κατοικίδια∙
να στήσει έναν καινούριο Ζωδιακό
με κεραίες, καμπάνες και φτερωτά αστρόπλοια,
προβλέποντας το τέλος του τέλους ή απλούστερα
να βρει τον μαθηματικό τύπο της μνήμης και της λήθης,
να μαρμαρώσει τη ροή,
να κάνει ορατή την τέταρτη διάσταση.

Μου φτάνει η παραλία∙
το σύννεφο που κόβει τη Σελήνη∙
το φόρεμά της πάνω στα νερά∙
ο τρούλος τ’ ουρανού – κι απόψε γεμάτος
με ασημένια ιδεογράμματα∙
ο καταπέλτης των άστρων.

Το συγκεκριμένο ποίημα του Αναστάση Βιστωνίτη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο (τεύχος 62, Σεπτέμβριος 2003).

Πηγή: https://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Enteykt/62/7.html

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης: Fragmenta, 1983-1988 (42 έως 50)

Μίκης Θεοδωράκης & Ιάκωβος Καμπανέλλης, Ο εχθρός λαός
(τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου / δίσκος: Ο εχθρός λαός (1975))

[Ενότητα Fragmenta, 1983-1988]

42

Χρόνια του διώκτη,
του χωροφύλακα∙
σκοτάδι,
πισσωμένες συνειδήσεις.

43

Κουρέλια,
σημαίες,
φωνές.
Χαράζει ένα φως από μολύβι.
Εδώ οι άθλιες καταθέσεις,
τα άθλια κειμήλια.

44

Έκπτωτος ο «ακαριαίος».
Ο μηδέποτε τύψας,
ο ακραιφνής θλιβερός,
ο επιζήσας.

45

Η πιο μεγάλη πράξη σήμερα:
να κοιτάς τον ορίζοντα,

46

Όλα τα στρόγγυλα
κατρακυλούν.
Όλα τα κόκκινα
μαδούν.
Μας κατέχει το γκρίζο.

47

Άστρα.
Ψάρια του φεγγαριού
μέσα στον ύπνο.

48

Τώρα με νοιάζει μόνον
ό,τι μου καίει τα μάτια.

49

Απ’ τη φωνή στη λέξη,
απ’ τη λέξη στην πρόταση
κι από κει στα λόγια
που σε μαθαίνουν να ξεχνάς.

50

Είπαμε πολλά.
Τα είπαμε όλα.
Θα φάμε χαρτιά.
Θα πούμε κι άλλα.
Τίποτε δεν τελειώνει.
Όλα αρχίζουν.
Παντοτινά.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πρόσωπα του Ιανού (CLXVI)

Τα πρόσωπα του Ιανού

[Ενότητα Τα πρόσωπα του Ιανού: Το εργαστήριο, το δεσμωτήριο (1995)]

CLXVI

Τον παράτησε σύξυλο. Σ’ ένα κλάσμα του κενού.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πρόσωπα του Ιανού (CXXI)

Τα πρόσωπα του Ιανού

[Ενότητα Τα πρόσωπα του Ιανού: Το εργαστήριο, το δεσμωτήριο (1995)]

CXXI

Η κατακόκκινη πυροσβεστική αντλία κατέβαινε τρέχοντας σαν παλαβή. Η σειρήνα της τρυπούσε τα τύμπανα. Ο άνθρωπος είχε βγάλει βόλτα το σκύλο του. Σταμάτησε και κοίταξε την αντλία. Ο σκύλος στάθηκε όρθιος στα πίσω πόδια, σήκωσε το κεφάλι ψηλά στον ουρανό, που τον διέσχιζαν ελικόπτερα, και ούρλιαξε σαν άνθρωπος.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πρόσωπα του Ιανού (CI)

Τα πρόσωπα του Ιανού

[Ενότητα Τα πρόσωπα του Ιανού: Το εργαστήριο, το δεσμωτήριο (1995)]

CI

Άκουγα τον τηλεπαρουσιαστή που επαναλάμβανε συνεχώς «τώρα μιλούν οι ειδικοί» και θυμόμουν τον Γκρέιβς: «Το να ξέρεις καλά μόνο ένα πράγμα σημαίνει πως έχεις το μυαλό ενός βαρβάρου».

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πρόσωπα του Ιανού (XCVI)

Τα πρόσωπα του Ιανού

[Ενότητα Τα πρόσωπα του Ιανού: Το εργαστήριο, το δεσμωτήριο (1995)]

XCVI

Ο μικρός μου ανεψιός μου έφερε να δω μια «ζωγραφιά» του. Σ’ ένα άσπρο χαρτί έφτιαξε μια μουντζούρα. Τι είναι αυτό; τον ρωτώ. Αυτό, μου λέει, είναι ένα κακό όνειρο.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πρόσωπα του Ιανού (XX)

Τα πρόσωπα του Ιανού

[Ενότητα Τα πρόσωπα του Ιανού: Το εργαστήριο, το δεσμωτήριο (1995)]

XX

Εικόνα του εαυτού μου πριν από είκοσι χρόνια: να ανεβαίνω προς το πατρικό μου σπίτι στη Θεσσαλονίκη με τα τείχη μπροστά μου και τη θάλασσα πίσω μου.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τα πρόσωπα του Ιανού (III)


William Blake, Jacob’s Ladder (1805 | British Museum, London)
Πηγή: wikipedia

Τα πρόσωπα του Ιανού

[Ενότητα Τα πρόσωπα του Ιανού: Το εργαστήριο, το δεσμωτήριο (1995)]

III

Κάθε Πρωτοχρονιά ονειρεύομαι την κλίμακα του Ιακώβ.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης: Ό,τι περνάει χάνεται

Μίκης Θεοδωράκης & Κώστας Τριπολίτης, Λέγε
(τραγούδι: Γιώργος Νταλάρας / δίσκος: Ραντάρ (1981))

Ό,τι περνάει χάνεται

[Ενότητα Terra Incognita (1989-1995)]

Σαν το βηματισμό των λεγεώνων,
σαν τον παλμό της γέφυρας κάτω από το βήμα,
σαν ψίθυρος γέρικων αιώνων
που τους δένει ένα ξεφτισμένο νήμα,

όλα είναι πιο παλιά κι από τη μέθη,
από το δάκρυ και την κατακραυγή,
από τη μηχανή που μας αλέθει
κι από τη μολυσμένη αυγή.

Γύρω σου μόνον ερημιά και σκοτάδι,
το μαύρο πέπλο, η σημαία του νεκρού,
κι αυτό που πίστεψες όνειρο και χάδι
σφηνωμένο στο χρόνο του ατσαλιού.

Η Μούσα δεν παίρνει εκδίκηση για μας,
τα λόγια δεν περιγράφουν την πτήση.
Εδώ θ’ ακούς μονάχα τον τροχό της αγοράς.
Ο ήλιος που ήξερες έχει σιγήσει.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Από τη μεριά της θάλασσας

Μίκης Θεοδωράκης & Νίκος Γκάτσος, Φέρτε μου τη θάλασσα
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Θαλασσινά φεγγάρια (1974))

Από τη μεριά της θάλασσας

[Ενότητα Ηλικία (1986)]

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν φυσούσε κανένας αέρας, όπως χθες. Φώτα καθρεφτίζονταν πάνω σ’ ένα μαύρο γυαλί. Εκεί είδαμε αρνητικά τα πρόσωπά μας.

Φαίνονταν μακριά οι τελευταίες λάμψεις μιας μεγάλης φωτιάς.

Εδώ θα μείνουμε ως το πρωί, είπα κι οι υπόλοιποι δεν μίλησαν. Μια άλλη χώρα άρχιζε εκεί που χαμήλωνε η φωτιά και κανείς δεν την ήξερε. Κανένας δεν γνώριζε αν αυτό που φλεγόταν ήταν το μεγάλο ανάκτορο, όπως έλεγαν οι φήμες της μέρας, ή ανταύγειες μιας δόξας που καιγόταν μέσα στο χρόνο. Κάποιος πρότεινε να πάμε να βρούμε τη στάχτη που θα μείνει πριν τη σκορπίσει ο αέρας.

Πάντα μεσολαβεί μια θάλασσα, είπε ο άλλος, με τη φωνή του σκεπάζοντας το πρόσωπο. Θα μπορούσαμε να βάλουμε κι εμείς μια φωτιά να κάψουμε τη θάλασσα. Δεν καίγεται το γυαλί κι αυτό που βλέπεις δεν είναι η θάλασσα.

Ώστε ήταν ψέματα λοιπόν. Και ποιος φταίει για την απάτη; Άφησέ με, δεν ξέρω. Δεν ξέρω σου λέω.

Θα μπορούσε ίσως να υπήρχαν κάποια άστρα. Αν προβάλεις τη θάλασσα στον ουρανό, δημιουργείς ένα τοπίο. Αυτό το γυαλί δεν καθρεφτίζει τίποτε, δεν φέγγει από πουθενά. Κοίτα μπροστά, κοίτα το πέρασμα, αλλού το πέρασμα, αλλού το μπροστά.

Αν έλεγα ότι μιλώ, δεν θα με πίστευε κανείς. Ήρθαμε για να σωπάσουμε. Τ’ άστρα είναι τα ψάρια, κι αν ο βυθός γεμάτος άστρα, ήταν δικός μας. Καλύτερα να ψάρευα στον ουρανό, να διώξω τη νύχτα.

Ποιος είναι η νύχτα, τι είναι η νύχτα, αριστερά δεξιά, ω αριστερά δεξιά, ω να ’ταν αυγή να ’βγαινα στο δρόμο ή να γλιστρούσα τώρα εδώ, ποιος είπε πως η θάλασσα γαλάζια, ν’ ασπρίσουμε τη θάλασσα, η θάλασσα εκμαγείο της νύχτας, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο ουρανός, υπάρχει μια νύχτα που είναι ο βυθός, υπάρχει μια άλλη νύχτα και το άπειρο διάστημα καθώς διασχίζεις το μαύρο καθρέφτη.

Αλήθεια, δεν ξέρω. Γεννήθηκα μ’ ένα γυάλινο μάτι, να βλέπεις εκεί μέσα εκείνο που φαίνεται. Ό,τι βλέπω εγώ μου καίει το στομάχι.

Μου φαίνεται ότι έρχεται ο αέρας, ναι, τώρα ξέρω, ήρθαμε για τον αέρα, είναι ο δικός αέρας, όχι, είναι ο αέρας των άλλων, όχι, δεν είναι ο αέρας, είναι ο αέρας του αέρα, είναι ένα ξέφτι από το ανάκτορο, είναι η σκόνη από τη στάχτη των ανακτόρων, είναι ο καπνός από το φόρεμα της βασίλισσας, το κόκκινο άρωμά της, όχι, είναι το βογκητό της βασίλισσας στην αγκαλιά των εραστών της. Ναι, είναι ο αέρας – αλλά δεν έχει σημασία.

Αν πηδούσα θα βρισκόμουν στην άλλη άκρη αυτού του ουρανού, αν γύριζα γύρω από τον εαυτό μου. Αν.

Αν κοίταζα ταυτόχρονα μια πίσω και μια μπροστά, θα ήξερα αμέσως πως η Γη κινείται, ναι, θα έβλεπα ίσως τον Γαλιλαίο, αν ήμουν τηλεσκοπικός με το παλιό του κάτοπτρο.

Αν άπλωνα το χέρι, αν μάζευα το χέρι, αν γελούσα…

Αν εγώ ήμουν εγώ, αν εγώ ήμουν σαν κι εσένα κι αν εσύ δεν ήσουν εσύ αλλά αυτός που τώρα μου γνέφει, αν όλα με μια υπόθεση ή χωρίς υπόθεση, ή τέλος πάντων αν μπορούσαμε να στήσουμε έναν καθαρό συλλογισμό, αν βάζαμε κάποια όρια στο παιχνίδι, ποιο παιχνίδι, ποιος παίζει, ποιος σημαδεύει την τράπουλα, ποιος είναι ο Εωσφόρος και ο Άγγελος του χρόνου, ποιος μας φυλλορροεί…

Νύχτα κατεβήκαμε από το στενό μονοπάτι στη θάλασσα. Δεν είχε άστρα, κανένα φεγγάρι δεν φώτιζε. Τα ερείπια της φωτιάς στο ανάκτορο πήραν να βασιλεύουν.

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Χώμα από ουρανό [1983-1995] (1996) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης: In memoriam A.T., 2 (III)

In memoriam A.T., 2

III

Είναι συνεχώς νύχτα∙ και πιο πολύ
στις μεγάλες πολιτείες,
όπου ξέφρενος τρέχει ο καιρός
σαν παραλοϊσμένο ξωτικό,
σαν αυτοτιμωρούμενος.

Γι’ αυτό το καλοκαίρι
που πριν έρθει μοιάζει να έφυγε
μόνον αντίγραφα μπορώ να δώσω.

Κάθε χρονιά ένα βήμα προς τα πίσω,
ένας τύμβος που θολώνει μες το σούρουπο,
κι ο αέρας ξεραίνει το χορτάρι,
σηκώνει σκόνες, γράφει σχήματα,
θεωρήματα που δεν θα εξηγηθούν.

Ίσως αυτός να σε θυμίζει πιο πολύ
και να με βεβαιώνει πως υπήρξες.

Από τη συλλογή Οι κήποι της Σελήνης (1990) του Αναστάση Βιστωνίτη

Το ποίημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή Αλέξη Τραϊανού.

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης: In memoriam A.T., 2 (II)

In memoriam A.T., 2

ΙΙ

Κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε δίχως πρωί,
θα μπούμε από τη μια στην άλλη νύχτα.
Στα όμορφα χρόνια που θα ’ρθουν,
κάτω απ’ το παλιωμένο δέρμα
τα τρίμματα μιας ανάμνησης που αναβοσβήνει.

Είναι παράλογος ο θάνατος
και πιο παράλογη η πράξη που τον αποφασίζει,
όμως το συμβόλαιο πρέπει να τηρηθεί,
το γερασμένο σύμβολο μιας παλιάς γιορτής
που κανείς πια δεν τη θυμάται.

Η ζωή που χρεώνεται στους άλλους
είναι μια σκοτεινή κυψέλη,
ένα φως που μαυρίζει αργά,
όπως τώρα που μες στις εποχές μας χαιρετάς
χωρίς καν να σαλεύεις τα μάτια.

Μ’ ένα φονικό μυαλό,
με μια δαιμονική εξίσωση,
στην απόλυτη σιωπή που δοξάζει τον Άδη
το τελευταίο ξόρκι ατελέσφορο
κι εσύ σ’ ένα τενεκεδένιο τοτέμ φυλακισμένος.
Πάνω απ’ τα δέντρα το φεγγάρι
κι από το βάθος τ’ ουρανού ο Μινώταυρος,
το αθάνατο φίδι,
ο χρησμός που διαβάστηκε ανάποδα,
και στη σιωπή
ο πάπυρος που ξεδιπλώνεται –
ένα παλίμψηστο η ζωή σου.

Με σίδερο και φως ύφανε η Θεά
το μαυσωλείο των άστρων,
το άφωνο ανάκτορο με τα τυφλά παράθυρα,
κι οι τέσσερις πλευρές του να κοιτούν τις εποχές
που λαχταρούσες τόσα χρόνια ν’ αγγίσεις.

Από τη συλλογή Οι κήποι της Σελήνης (1990) του Αναστάση Βιστωνίτη

Σημείωση του Αναστάση Βιστωνίτη:
Ο στίχος «Κάποιο πρωί θα ξυπνήσουμε δίχως πρωί» είναι του Αλέξη Τραϊανού από το βιβλίο του «Η κλεψύδρα με τις στάχτες».

Πρόκειται για τον πρώτο στίχο του πρώτου ποιήματος του Αλέξη Τραϊανού στην ενότητα «Η κλεψύδρα με τις στάχτες».

Το ποίημα είναι αφιερωμένο στη μνήμη του ποιητή Αλέξη Τραϊανού.

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης