Αναστάσης Βιστωνίτης, Η νύχτα και το σπίτι

Αναστάσης Βιστωνίτης, Η νύχτα και το σπίτι

Ή περί της αναγωγής του χρόνου

Ο ένας

Ο θάνατος στους τοίχους του δωματίου.
Συνήθισα να περιμένω αυτό που δεν θα ‘ρθεί.
Τη γεύση της μοναξιάς, τη νύχτα.
Την αναμονή των θυρών,
τον επισκέπτη που θα εισβάλει στο δωμάτιο,
να βρει την αγάπη νεκρή.

Μ’ αυτό το χοντρό βελόνι
έραβα χρόνια τη ζωή μου.
Τώρα με γεμίζει τρύπες.
Πιστεύω στον άνθρωπο, είναι απλό.
Ωστόσο βαρέθηκα να περιμένω.
Δεν μπορώ ν’ ακονίζω το μαχαίρι στην καρδιά,
να βλέπω τον αργό θάνατο των ημερών
στους δρόμους και τα νοσοκομεία,
τα καλοκαίρια να τα καίει ο ήλιος,
τους φίλους μου να θάβονται στα γράμματά τους.

Οι πολλοί

Ερχόμαστε χωρίς κέλυφος, κρατώντας
τα λιγνά μας σώματα, τη χαμένη Ελευθερία.
Χρόνια πολλά μας έδεσε ο Ήφαιστος,
μιαν αλυσίδα αίματα και ρίζες ζωντανές
που λιώσανε στον ποταμό της αδικίας.
Είναι σκληρό το χώμα και δεν φυτρώνει τίποτε.
Είναι βαθύ το χάσμα και χάθηκαν τα πρόσωπα.
Είναι αλμυρή η θάλασσα και τα ταξίδια ναυαγήσαν.
Ερχόμαστε μέσα από σκοτεινούς καιρούς
με ιδανικά εξορισμένα.

Είναι βαριά τα ερείπια, ασήκωτα.
Και δεν υπάρχουνε σταυροί, ούτε καρφιά και λόφοι.

Ο ένας

Δεν ήταν τα λόγια του ανέμου που με τρόμαξαν,
ούτε η γνώριμη σιωπή των δέντρων.
Έβλεπα την πόλη μες στη νύχτα,
ομίχλη σκοτεινή που σκέπαζε το σπίτι,
να γίνεται πληγή, να σκάβει το χώμα
και το δωμάτιο να γεμίζει γνώριμες μορφές
με τη λύπη απλωμένη στα μάτια τους.

Οι πολλοί

Το πρωί θα βγει ένας ήλιος απόστρατος,
θ’ ανεβεί τις σκάλες σ’ αυτό το χαλασμένο σπίτι
και τότε θα ‘μαστε ακόμη πιο νεκροί
με τα χέρια γαντζωμένα στις καρέκλες
που θα σπάσουν με του ήλιου την εισβολή,
να φωτιστεί η κάμαρα, να φανούν οι αράχνες.

Θα γυρίσουμε φορτωμένοι κι άλλα γηρατειά
και τότε ούτε η νύχτα θα μπορέσει να μας σώσει.

Από τη συλλογή Μετοικεσία (1972) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης

Αναστάσης Βιστωνίτης, Τώρα είσαι μόνος

Τώρα είσαι μόνος

[Ενότητα Ημερολόγια 1971-1982]

Στην πρώτη δύσκολη νύχτα
χωρίς διαφάνειες, σκάβοντας το αδύνατο,
χωρίς καν μια υποψία παρουσίας,
ακουμπώντας στο χώμα,
αυτοί που ήρθαν χθες
μπορεί κι αύριο
από την ίδια ερημιά να σε κοιτάζουν.

Κανείς δεν σε ξέρει.
Μέσα από την κρύα στάχτη,
τον αβαρή καπνό,
κολυμπώντας σ’ ένα ουδέτερο μελάνι
ζητάς μια πρόφαση,
ένα σημείο αναγνώρισης –
κι η πόλη να καθρεφτίζεται στο τζάμι.

Τώρα είσαι μόνος παρ’ όλα τ’ αστέρια.
Κάτω από το καμπύλο φως της λάμπας
πέφτει μπροστά στα μάτια σου καμένο σκοτάδι.
Κανείς δεν το βλέπει. Κανείς δεν ξέρει γιατί
πέφτει μαύρη πάχνη από τον ουρανό
κι εσύ γιατί αυτό το άχρηστο υλικό
το ονόμασες κόσμο.

1974

Από τη συγκεντρωτική έκδοση Η εσωτερική εξορία (ποίηση 1971-1995) (2005) του Αναστάση Βιστωνίτη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αναστάσης Βιστωνίτης