Γ. Θ. Βαφόπουλος, Στροφές

[Ενότητα Επιθανάτια]

Στροφές

I

Αυτοί που ήσαν, αυτοί που είναι, αυτοί που έρχονται,
προσεχτικά πατούν ο ένας πάνω στ’ αχνάρια του άλλου.
Απορρίψαν τον πόνο, ξεντυθήκανε την αγάπη.
Όμως κρατήσαν το ρούχο του κοινού τους θανάτου.

II

Αδελφοί μου, θησαυρίζετε τον πλούτο, πληθαίνετε την ανάγκη.
Σοδιάζετε την αγάπη, περισσεύετε τον πόνο.
Όμως για να περάσετε στην αντιπέρα όχθη,
ένας οβολός μονάχα θα σας χρειασθεί.

III

Τα πάντα μας χωρίζουν, τα πάντα μας διαφοροποιούν.
Ο θάνατος μονάχα μας ενώνει.
Είναι ο μεγάλος βοσκός, που μαζεύει
τη νύχτα στο μαντρί τα πρόβατά του.

IV

Αγαπημένη, καθώς το χέρι μου κρατάς,
είναι σα να κρατάς τον ίδιο σου το θάνατο.
Αν το δικό σου χέρι πάψει να κρατά το χέρι μου,
το δικό μου χέρι θα κρατήσει το δικό σου.

V

Είτε λέμε καλημέρα, είτε καληνύχτα,
είτε ξεπροβοδίζουμε μ’ ένα αντίο,
το σωστό θα ’ταν να λέγαμε πάντα
εν τω επανιδείν.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο μέγας ων

[Ενότητα Επιθανάτια]

Ο μέγας ων

Ο θάνατος υπάρχει. Είναι ο μεγάλος πατέρας,
που μας φύτεψε στη μήτρα της ανυπαρξίας.
Είναι ο δίδυμος αδελφός, που πορεύεται μαζί μας.
Μας εγκαταλείπει μέσα στη νύχτα και πορεύεται.
Ξανάρχεται στη μέρα και πορεύεται πάλι μαζί μας.

Ο θάνατος φορεί ένα μονάχα προσωπείο.
Το δίδυμο προσωπείο της νύχτας και της μέρας.
Είναι ο τέλειος κύκλος. Ο μεγάλος καταρράκτης.
Μας πλημμυρίζει και τον πλημμυρίζουμε.
Είναι η πλατιά γέφυρα, που ζευγνύει την παρουσία
με την απουσία. Που ταυτίζει την ύπαρξη
με την ανυπαρξία. Ο μέγας θαυματοποιός.
Η αρχή και το τέλος. Η αναπαλλοτρίωτη αλήθεια.
Ο θάνατος συμπυκνώνεται στον εαυτό μας.

Ας καθίσουμε τώρα γύρω στο στρογγυλό τούτο τραπέζι,
εσείς που φύγατε και μείνατε για πάντα μαζί μας
κι εμείς που μετατρέψαμε την απουσία σας σε παρουσία.
Στον μεγάλον αυτό κύκλο του θανάτου, δεν ξέρουμε
ποιοι θα είναι οι παρόντες και ποιοι οι απόντες.
Δεν ξέρουμε καν όλοι αν είμαστε παρόντες
ή όλοι απόντες. Ο θάνατος μας διαπερνά,
μας δένει σ’ ένα στεφάνι, που τ’ αγκάθια του
την κοινή αίσθηση του πόνου μας δίνουν.

Ας κοιταχθούμε στα μάτια. Θα ιδούμε ο ένας
το είδωλο του άλλου: το κοινό είδωλο του θανάτου.
Ας ψηλαφίσουμε τα χέρια μας. Θα αισθανθούμε
της αγάπης το ρίγος: το κοινό ρίγος του θανάτου.
Ας φιληθούμε στα χείλη. Θα νιώσουμε τη γεύση
όχι του τελευταίου ασπασμού, αλλά της πρώτης
πνοής: την κοινή γεύση από το φίλημα του θανάτου.

Αλληλούια, αλληλούια, δόξα σοι ο Θεός.
Θεός γαρ ο θάνατος και θάνατος ο Θεός μου.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Εν ονόματι της ποιήσεως

[Ενότητα Σάτιρες]

Εν ονόματι της ποιήσεως

Όταν τις νύχτες, σε ώρες πολύ προχωρημένες,
ανοίγεις δειλά το παράθυρο, που είχε αντιστεί
στον πέτρινο καταιγισμό της περασμένης μέρας,
για ν’ αδειάσεις τις σωρευμένες συλλογές των στίχων,
με τ’ άκοπα φύλλα και τις σεμνές τους αφιερώσεις,
ξέρεις καλά πως είναι τούτο πράξη υποκρισίας.

Να χλευάζεις την ποίηση, εν ονόματι της ποιήσεως,
είναι, επιτέλους, κάποιο μέσον άμυνας ή προστασίας.
Να τινάζεις όμως, καθώς ένα ξεσκονόπανο,
στο κατώφλι της νύχτας, τα όνειρα των ποιητών,
είναι σα να φυτεύεις το σπαθί που σου έχουν δώσει
δίχως έλεος βαθιά στην ασταμάτητη καρδιά της ποίησης.

Αν ν’ αδειάσεις μπορέσεις τα δικά σου ράφια,
του σακακιού σου τις τσέπες, την ίδια την καρδιά σου,
κι αν άξιος γίνεις να σταθείς έτσι γυμνός
στο μεσονύχτιο άνοιγμα του παραθύρου σου,
ίσως θ’ ακούσεις, μέσ’ από το πάφλασμα της νύχτας,
τους πτοημένους ψίθυρους απ’ τα όνειρα των ποιητών,
που είχες τινάξει, εν ονόματι δήθεν της ποιήσεως.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Γεύση θανάτου

[Ενότητα Επιθανάτια]

Γεύση θανάτου

Να μελετάς το θάνατο μες στα βιβλία,
είναι μια άσκηση σπουδής σε σεμινάριο.
Να μετράς τα χτυπήματά του στους κροτάφους των ανθρώπων,
άλλο δεν κάνεις παρά μια πράξη αριθμητικής.

Ο θάνατος δεν υπάρχει μήτε στους πολέμους,
μήτε στο δηλητήριο, μήτε στα στιλέτα.
Μήτε στους βραδινούς θαλάμους των νοσοκομείων.
Υπάρχει μες στην αναμμένη θρυαλλίδα,
που στα δικά σου μονάχα μυστικά κανάλια,
μ’ αργό βήμα προχωρεί, απ’ την πρώτη εκείνη μέρα.

Αν να αισθανθείς μπορέσεις τούτο το περπάτημα,
θα ’χεις τη χάρη της μόνης γεύσης του θανάτου.
Αλλά την έκρηξη δε θα την αισθανθείς.
Γιατί θα ’βλεπες τότε, αυτό που λένε θάνατο
να φορεί το δικό σου πρόσωπο στο πρόσωπό του.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα παιδιά

[Ενότητα Η τριλογία του ανθρώπου]

Τα παιδιά

Οι γυρίνοι δεν έχουν γίνει ακόμα βάτραχοι.
Όμοια και τα παιδιά δεν έχουν τελειωθεί σ’ ανθρώπους.
Είναι οι προάνθρωποι, που στρέφουνε το πρόσωπο σ’ εμάς,
αλλά τον αφαλό τους κρατούν στη μήτρα της μεγάλης νύχτας.
Παίζουν μαζί, μα το καθένα στρέφεται στη μόνωσή του.

Των μικρών παιδιών οι φωνές δεν είναι καμωμένες
από ήχους πραγμάτων, που οι εμπειρίες τα κατοικούν.
Είναι από μνήμες αρχέγονες κι από σιωπή πλασμένες:
Καθώς κινούνται, δε συγκρούονται μεταξύ τους∙ απαλά
γλιστρούν η μια δίπλα στην άλλη∙ διαπερνούν κάποτε,
όπως σπαθί το σώμα, δίχως καν να εγγίζονται:
Τόσο ανάλαφρες η σιωπή τις έχει κάμει.
Τόσο τέλεια η μόνωση τις περιβάλλει.

Πώς το κέλυφος τούτο να διαπεράσεις με το ξίφος
του δήθεν τελειωμένου ανθρώπου; Πώς να κατεβείς βαθιά,
απ’ τα διάφανα μάτια των παιδιών, στον πρώτο θάνατο;
Στο δρόμο σου προς τον άνθρωπο έχεις χάσει τη μνήμη
από την πρώτη μόνωση κι από την πρώτη σιωπή.

Έτσι όπως είσαι τώρα, απ’ των καιρών τη σκόνη σκεπασμένος,
σ’ απανωτά στρώματα, σαν την πανάρχαια τούτη γη,
πρέπει στο χρόνο μέσ’ ανάστροφα να κινηθείς,
της κάθε σου στιγμής να ξεντυθείς τα ρούχα.

Όταν φτάσεις γυμνός στο τέρμα της αναδρομής,
στων προανθρώπων το σύνορο και των ανθρώπων,
τα πρωτινά σου ρούχα θα βρεις να σε προσμένουν.
Όμως θα ’ναι στενά, για να μπορούν να σε χωρέσουν,
καθώς θα ’χεις φαρδύνει απ’ τις ανθρώπινές σου μνήμες.

Θα ’σαι ένας άγγελος, εξορισμένος απ’ το μέλλον
των άλλων αγγέλων στο παρόν τους, που θα ’ναι τώρα
το παρελθόν σου. Κι αν φωνάξεις δυνατά:
«Γυρίνοι, που δεν είσθε ακόμα βάτραχοι».
Κι αν φωνάξεις πάλι: «Κοριτσάκι,
που ακόμα δεν είσαι ματρόνα σε οίκον ανοχής».
Κι αν ξαναφωνάξεις: «Αγοράκι, που δεν είσαι ακόμα
αμοιβός έρωτος ή μέλος του κοινοβουλίου»,
δεν θ’ ακούσουν: Η φωνή σου θα κείτεται στο μέλλον.
Η ακοή τους θα τη συλλάβει, όταν οι βάτραχοι
αρχίσουν να κοάζουν μες στο τέλμα τους.
Αλλά τότε δε θα μπορούνε να την εννοήσουν,
γιατί το νόημά της θα κείτεται στο παρελθόν τους.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Πολυκατοικία

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Πολυκατοικία

«Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα. Κοιμητήρι
μ’ αλλεπάλληλους πολυώροφους τάφους
νεκρών, που ροχαλίζουν.»

Η Πολιτεία, «Το δάπεδο»

Στην πολυκατοικία μας τούτη, οι δικοί μας νεκροί
δε ροχαλίζουν μονάχα. Έχουν το προνόμιο
ν’ ανασταίνονται, ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν πάλι.

Το βράδυ ανεβαίνουν με το ασανσέρ, όπως οι δίκαιοι
ανέρχονται, για να κριθούν ενώπιον του Κυρίου.
Και το πρωί κατεβαίνουν και πηγαίνουν να καούν
στο κρεματόριο του καζανιού της κεντρικής θερμάνσεως.

Να γιατί η πολυκατοικία μας βαριά μυρίζει:
Είναι η αποφορά από το μαγειρείο
του καθημερινού θανάτου. Όχι του άλλου.
Εκείνος αναδίνει εξαίσιον άρωμα.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο χρόνος και το ξύλο

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Ο χρόνος και το ξύλο

Το ξύλο τούτο, που στα χέρια σου ζυγιάζεται,
λέγεται σήμερα μπαστούνι. Χθες: κλωνάρι.
Αύριο θα λέγεται καυσόξυλο ή κάτι τέτοιο.
Όμως, πριν απ’ της γης τον κόλπο στον αέρα πεταχθεί,
ήτανε γη κι αέρας. Κι όταν στάχτη γίνει,
αέρα και γη πάλι θα ’ναι. Σήμερα είναι ράβδος:
Υποκατάστατο, κατά περίπτωση, του λόγου.

Το ξύλο τούτο, που έχει αλλάξει τόσα ρούχα,
το κατοικεί μια μνήμη, που όλο γύρους φέρνει:
Θυμάται το ταξίδι του μες στον αέρα,
το σύρσιμο μες στα βαθιά της γης λαγούμια,
το ρίγος του κορμιού απ’ το μήνυμα της άνοιξης.
Και δεν ξεχνά κάτι νυχτερινά καμώματα
και τα σοφά χαϊδέματα της πλάτης σου.

Το ξύλο τούτο είναι, επί τέλους, ένα ξύλο:
Ένα μικρό καρότσι φορτωμένο μνήμες.
Όμως εσύ είσαι κάτι παραπάνω από ένα ξύλο:
Είσαι ο σωρείτης των στιγμών του παρελθόντος,
που μέσα τους όχι μονάχα οι μνήμες κατοικούνε,
μα κι η συνείδησή τους, που τις κάμνει να στοχάζονται.
Είσαι ο πυκνός πυρήνας, όπου κατοικεί το μέλλον:
Ένας συσσωρευτής ενδεχομένων γεγονότων,
που είναι κατάφορτα από μνήμες αδοκίμαστες.

Είσαι το παρελθόν. Είσαι το μέλλον.
Είσαι το σπέρμα του μέλλοντος, που φύτεψε το παρελθόν
και φύτρωσε μέσα στον κήπο του παρόντος.
Είσαι ένα δέντρο φορτωμένο μνήμες: γνωστές κι’ άγνωστες.
Είσαι, δεν είσαι. Κι όμως είσαι το παρόν:
Το άπειρα ελάχιστο άτομο, που εντός του χώρεσε
το μέγιστο: τον αδιαίρετο κι άπειρο χρόνο.

Έχεις συλλογιστεί του ατόμου τούτου τη διάσπαση;

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο φόβος

[Ενότητα Η τριλογία του ανθρώπου]

Ο φόβος

Η μόνωση τούτη και τούτη η σιωπή δεν είναι
η πρώτη μόνωση κι η πρώτη σιωπή. Εκείνες ούτε
μνήμες δεν είναι πια: ποντίσθηκαν μες στη μεγάλη νύχτα.
Τούτες άνθισαν γύρω σου, καθώς νυχτερινά λουλούδια,
όταν ο φόβος σού έγνεψε να κλείσεις το παράθυρο.

Πριν, στεκόσουν στην ανοιχτή κορνίζα του. Κι αγνάντευες
στην αυλή το παιχνίδι των μικρών παιδιών. Αλλ’ όμως
δεν έβλεπες την κίνησή τους∙ ούτε τις φωνές τους άκουγες.
Τις θυμόσουν μονάχα, γιατί κείτονταν στο παρελθόν σου.
Κι αισθανόσουν ακέρια την αγάπη τους σ’ ακέριο
τον εαυτό σου ν’ απλώνεται πάνω, γιατί η αγάπη
είναι πέρ’ από το χρόνο κι από κάθε μερισμό.

Κάποτε είδες εκεί, που τίποτε δεν έβλεπες.
Άκουσες από εκεί, που τίποτε δεν άκουγες.
Και το παράθυρό σου ξάφνου βρέθηκε ν’ ανοίγει,
καθώς μάτι κατάπληκτο, ψηλά στον πύργο αυτό,
που ένα χαντάκι με πηχτό νερό τον φέρνει γύρα.
Και βιάστηκες να κλείσεις το παράθυρο, προτού
οι υποβρύχιες του τέλματος φωνές σε πνίξουν.

Όμως δεν είχες υποπτευθεί πως φυλάκιζες το φόβο,
πως κρατούσες κλεισμένη μέσα την ακέρια αγάπη.
Η μόνωση τούτη είναι απ’ το φόβο σου πλασμένη.
Της σιωπής τούτης τα χείλη η αγάπη τα ’χει κλείσει.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο σκαντζόχοιρος

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Ο σκαντζόχοιρος

Σ’ είχα ξεχάσει, μικρό περίφοβο πλάσμα,
όταν μέσα στη μόνωση και στη σιωπή μου,
του σκύλου την αδελφοσύνη επικαλούμουν
κι ενέδιδα στην παρουσία της Έλεν Κέλλερ.

Η αγάπη κι ο φόβος γεννήθηκαν την ίδιαν ώρα.
Κι ενώ τούτη εντός σου ολόκληρο σε περιτρέχει,
καθώς ποτάμι, σε κανάλια που μοιράζεται,
εκείνος, το καταφύγιό της ασφαλίζοντας,
έκτισε πάνω σου κάστρο: Πλήθος λογχοφόροι
αγρυπνούνε στις βίγλες και παραμονεύουν.

Στο φράχτη αυτόν ακουμπισμένος, σε χαϊδεύω,
μικρό, ανυποψίαστο σκεύος της αγάπης.
Όμως δε μ’ αισθάνεσαι. Με νοείς μονάχα.
Ή, μάλλον, την ασφάλειά σου νοείς. Για τούτο
οι λογχοφόροι σου κοιμήθηκαν στις βίγλες τους.

Να μπω μέσα σου η μόνωση με βοηθεί,
δίχως να το αισθανθείς, για να δεχθώ του φόβου
το μέγα δίδαγμα: Να σώσω την αγάπη μου.

Αδελφέ μου, πόσες φορές μου δάνεισες
την πανοπλία σου τούτη∙ πόσες φορές
οι λόγχες σου στο πετσί μου πάνω φύτρωσαν,
όταν ο φόβος πια μέσα μου τρομαγμένος
την προστασία ζητούσε της αγάπης.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος