Γ. Θ. Βαφόπουλος, Πολυκατοικία

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Πολυκατοικία

«Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα. Κοιμητήρι
μ’ αλλεπάλληλους πολυώροφους τάφους
νεκρών, που ροχαλίζουν.»

Η Πολιτεία, «Το δάπεδο»

Στην πολυκατοικία μας τούτη, οι δικοί μας νεκροί
δε ροχαλίζουν μονάχα. Έχουν το προνόμιο
ν’ ανασταίνονται, ν’ αγαπούν και να πεθαίνουν πάλι.

Το βράδυ ανεβαίνουν με το ασανσέρ, όπως οι δίκαιοι
ανέρχονται, για να κριθούν ενώπιον του Κυρίου.
Και το πρωί κατεβαίνουν και πηγαίνουν να καούν
στο κρεματόριο του καζανιού της κεντρικής θερμάνσεως.

Να γιατί η πολυκατοικία μας βαριά μυρίζει:
Είναι η αποφορά από το μαγειρείο
του καθημερινού θανάτου. Όχι του άλλου.
Εκείνος αναδίνει εξαίσιον άρωμα.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο χρόνος και το ξύλο

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Ο χρόνος και το ξύλο

Το ξύλο τούτο, που στα χέρια σου ζυγιάζεται,
λέγεται σήμερα μπαστούνι. Χθες: κλωνάρι.
Αύριο θα λέγεται καυσόξυλο ή κάτι τέτοιο.
Όμως, πριν απ’ της γης τον κόλπο στον αέρα πεταχθεί,
ήτανε γη κι αέρας. Κι όταν στάχτη γίνει,
αέρα και γη πάλι θα ’ναι. Σήμερα είναι ράβδος:
Υποκατάστατο, κατά περίπτωση, του λόγου.

Το ξύλο τούτο, που έχει αλλάξει τόσα ρούχα,
το κατοικεί μια μνήμη, που όλο γύρους φέρνει:
Θυμάται το ταξίδι του μες στον αέρα,
το σύρσιμο μες στα βαθιά της γης λαγούμια,
το ρίγος του κορμιού απ’ το μήνυμα της άνοιξης.
Και δεν ξεχνά κάτι νυχτερινά καμώματα
και τα σοφά χαϊδέματα της πλάτης σου.

Το ξύλο τούτο είναι, επί τέλους, ένα ξύλο:
Ένα μικρό καρότσι φορτωμένο μνήμες.
Όμως εσύ είσαι κάτι παραπάνω από ένα ξύλο:
Είσαι ο σωρείτης των στιγμών του παρελθόντος,
που μέσα τους όχι μονάχα οι μνήμες κατοικούνε,
μα κι η συνείδησή τους, που τις κάμνει να στοχάζονται.
Είσαι ο πυκνός πυρήνας, όπου κατοικεί το μέλλον:
Ένας συσσωρευτής ενδεχομένων γεγονότων,
που είναι κατάφορτα από μνήμες αδοκίμαστες.

Είσαι το παρελθόν. Είσαι το μέλλον.
Είσαι το σπέρμα του μέλλοντος, που φύτεψε το παρελθόν
και φύτρωσε μέσα στον κήπο του παρόντος.
Είσαι ένα δέντρο φορτωμένο μνήμες: γνωστές κι’ άγνωστες.
Είσαι, δεν είσαι. Κι όμως είσαι το παρόν:
Το άπειρα ελάχιστο άτομο, που εντός του χώρεσε
το μέγιστο: τον αδιαίρετο κι άπειρο χρόνο.

Έχεις συλλογιστεί του ατόμου τούτου τη διάσπαση;

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο φόβος

[Ενότητα Η τριλογία του ανθρώπου]

Ο φόβος

Η μόνωση τούτη και τούτη η σιωπή δεν είναι
η πρώτη μόνωση κι η πρώτη σιωπή. Εκείνες ούτε
μνήμες δεν είναι πια: ποντίσθηκαν μες στη μεγάλη νύχτα.
Τούτες άνθισαν γύρω σου, καθώς νυχτερινά λουλούδια,
όταν ο φόβος σού έγνεψε να κλείσεις το παράθυρο.

Πριν, στεκόσουν στην ανοιχτή κορνίζα του. Κι αγνάντευες
στην αυλή το παιχνίδι των μικρών παιδιών. Αλλ’ όμως
δεν έβλεπες την κίνησή τους∙ ούτε τις φωνές τους άκουγες.
Τις θυμόσουν μονάχα, γιατί κείτονταν στο παρελθόν σου.
Κι αισθανόσουν ακέρια την αγάπη τους σ’ ακέριο
τον εαυτό σου ν’ απλώνεται πάνω, γιατί η αγάπη
είναι πέρ’ από το χρόνο κι από κάθε μερισμό.

Κάποτε είδες εκεί, που τίποτε δεν έβλεπες.
Άκουσες από εκεί, που τίποτε δεν άκουγες.
Και το παράθυρό σου ξάφνου βρέθηκε ν’ ανοίγει,
καθώς μάτι κατάπληκτο, ψηλά στον πύργο αυτό,
που ένα χαντάκι με πηχτό νερό τον φέρνει γύρα.
Και βιάστηκες να κλείσεις το παράθυρο, προτού
οι υποβρύχιες του τέλματος φωνές σε πνίξουν.

Όμως δεν είχες υποπτευθεί πως φυλάκιζες το φόβο,
πως κρατούσες κλεισμένη μέσα την ακέρια αγάπη.
Η μόνωση τούτη είναι απ’ το φόβο σου πλασμένη.
Της σιωπής τούτης τα χείλη η αγάπη τα ’χει κλείσει.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο σκαντζόχοιρος

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Ο σκαντζόχοιρος

Σ’ είχα ξεχάσει, μικρό περίφοβο πλάσμα,
όταν μέσα στη μόνωση και στη σιωπή μου,
του σκύλου την αδελφοσύνη επικαλούμουν
κι ενέδιδα στην παρουσία της Έλεν Κέλλερ.

Η αγάπη κι ο φόβος γεννήθηκαν την ίδιαν ώρα.
Κι ενώ τούτη εντός σου ολόκληρο σε περιτρέχει,
καθώς ποτάμι, σε κανάλια που μοιράζεται,
εκείνος, το καταφύγιό της ασφαλίζοντας,
έκτισε πάνω σου κάστρο: Πλήθος λογχοφόροι
αγρυπνούνε στις βίγλες και παραμονεύουν.

Στο φράχτη αυτόν ακουμπισμένος, σε χαϊδεύω,
μικρό, ανυποψίαστο σκεύος της αγάπης.
Όμως δε μ’ αισθάνεσαι. Με νοείς μονάχα.
Ή, μάλλον, την ασφάλειά σου νοείς. Για τούτο
οι λογχοφόροι σου κοιμήθηκαν στις βίγλες τους.

Να μπω μέσα σου η μόνωση με βοηθεί,
δίχως να το αισθανθείς, για να δεχθώ του φόβου
το μέγα δίδαγμα: Να σώσω την αγάπη μου.

Αδελφέ μου, πόσες φορές μου δάνεισες
την πανοπλία σου τούτη∙ πόσες φορές
οι λόγχες σου στο πετσί μου πάνω φύτρωσαν,
όταν ο φόβος πια μέσα μου τρομαγμένος
την προστασία ζητούσε της αγάπης.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η Νύχτα

Μίκης Θεοδωράκης & Δημήτρης Χριστοδούλου, Βραδιάζει
(τραγούδι: Γρηγόρης Μπιθικώτσης / δίσκος: Πολιτεία Β’ (1964))

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η Νύχτα

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, να μη βιαστείς
ν’ ανοίξεις το παράθυρο. Την ώρα εκείνη
γυρνούν οι άνθρωποι στο σπίτι από τα θέατρα
κι οι παρθένες στις σκοτεινές γωνιές έρωτα κάμνουν.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, δεν είναι νύχτα.
Επηρμένες οι στολές των στρατηγών χορεύουν
και των επισήμων τα φράκα υποκλίνονται
μπρος σ’ ανθισμένες άδειες μουσελίνες.

Όταν χτυπήσουν τα μεσάνυχτα, είναι μέρα.
Και τα δικά σου μάτια δεν αντέχουνε σε τέτοιο φως
κι ούτε στα φωτισμένα των ανθρώπων πρόσωπα.

Πρέπει να υπομείνεις πολύ. Κι όταν πεισθείς
πως όλα μπήκαν στις ντουλάπες, πως οι μελωδίες
τυλίχθηκαν να κοιμηθούνε μέσα στα όργανα,
άνοιξε το παράθυρο με προσοχή και κοίταξε
το φως των άστρων: είναι άλλο φως. Ή δέξου
το ράπισμα της καταιγίδας: είναι άλλο ράπισμα.

Κι αν ξαφνικά το μάτι σου διακρίνει
κάποια σκιά μες στο πυκνό σκοτάδι:
έναν κλέφτη, που το περίπτερο διάρρηξε∙
μια μάνα, που το μεθυσμένο γιο της περιμένει∙
ένα γιατρό, που φεύγει από το σπίτι πεθαμένου,
μη βιαστείς το παράθυρο να κλείσεις.

Αυτό που είδες άνθρωπος δεν είναι.
Είναι της μεγάλης νύχτας το φάντασμα,
που το λένε: αμαρτία, αγάπη ή χρέος.
Που καταφύγιο ζητά την ώρα τούτη.

Σκύψε μες στο πηγάδι αυτό του σκότους,
που με το βάθος μετριέται της συνείδησής σου,
και δώσε το χέρι σου στο φάντασμα της νύχτας.
Κι έπειτα κλείσε πάλι το παράθυρο σιγά,
πριν οι άνθρωποι ανοίξουν τα δικά τους παραθύρια.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η ζυγαριά

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Η ζυγαριά

Στη μια πλάστιγγα βάλε τον ήλιο∙
βάλε τη θάλασσα∙ βάλε το τραγούδι.
Στοίβαξε όλα τα νησιά του Αιγαίου,
με τα κοχύλια των ευτυχισμένων ποιητών.
Τι άλλο μένει; Ο έρωτας. Βάλε, λοιπόν,
στην κορφή, πάνω απ’ όλα, και τον έρωτα.

Όμως η πυραμίδα τούτη της χαράς
κατακόρυφα θα μπορούσε να υψωθεί,
αν στην άλλη πλάστιγγα ακουμπούσαν
ένα μικρό αντικείμενο νοσοκομείου.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Αν ήσουν η νύχτα

[Ενότητα Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο]

Αν ήσουν η νύχτα

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες μυστικές, να ιδείς
κάτι σκιές θα μπορούσες, που σαλεύουν μες στα πάρκα.
Δεν είναι άνθρωποι, που στον παρόν τους κινούνται ή στο μέλλον τους.
Είναι τ’ αγάλματα, που από το παρελθόν τους αναδύονται
και στο μέλλον τους μέσα περπατούν συλλογισμένα.
Θυμούνται, αναριγούνε και τον εαυτό τους ερωτεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που έμειναν έξω απ’ το χρόνο,
στα μεγάλα παράθυρα των πινακοθηκών θα μπορούσες
να διακρίνεις κάτι σκιές, που ασάλευτες βαριά ανασαίνουν.
Δεν είναι άνθρωποι, που μες στο χρόνο ταξιδεύουν.
Είναι τα παλιά πορτραίτα, που σταμάτησαν στο παρελθόν.
Κλείνουν τα μάτια και τον πρώτον εαυτό τους ονειρεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν έχουνε περάσει,
θα μπορούσες απ’ τα παράθυρα των ωδείων ν’ ακούσεις
κάτι βαθείς ήχους από ξεμακρυσμένες συμφωνίες.
Δεν είναι όργανα, που ανθρώπων χέρια τα κινούνε.
Είναι οι ξεχασμένες παρτιτούρες πάνω στ’ αναλόγια,
που εντός τους γρηγορεί το πνεύμα της μεγάλης μουσικής.
Καθώς αναπολούν, κραδαίνονται οι χορδές των πενταγράμμων τους.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν ξαναγυρίζουν,
μέσ’ απ’ των βιβλιοθηκών τα παράθυρα θα μπορούσες
ν’ ακούσεις κάτι βαθιές μελωδικές απαγγελίες.
Δεν είναι ανθρώπων φωνές, που αναδιπλώνονται στο χρόνο.
Είναι τα σκονισμένα των μεγάλων ποιητών βιβλία,
που απ’ την αρχή κατοικεί μέσα τους ο ακέριος Λόγος.

Αν ήσουν η νύχτα, σε ώρες, που όλες ίδιες είναι,
θα μπορούσες να ιδείς κι’ αγάλματα που δεν κινούνται∙
πορτραίτα που δεν ανασαίνουν∙ παρτιτούρες
βουβές και βιβλία απ’ την αρχή τους κοιμισμένα.

Είναι γιατί το μάρμαρο κι οι μπογιές δεν έχουν κίνηση.
Γιατί το χαρτί κι η μελάνη δεν μπορούν να τραγουδήσουν.

Από τη συλλογή Η μεγάλη νύχτα και το παράθυρο (1959) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Οι θύρες

Οι θύρες

Κρούω και τούτη τη θύρα.
Ο σιωπηλός θυρωρός υποκλίνεται,
τραβώντας το μάνταλο πρόθυμος.
Και πίσω μου πάλιν ακούγεται
ο τελευταίος ασπασμός των θυρόφυλλων.

Κι άλλη μια θύρα, κι ακόμα μιαν άλλη.
Το ίδιο ανοίγονται πρόθυμα,
το ίδιο στριγγλίζει το μετάλλινο φίλημα.

Πόσες θύρες να ’χω τάχα περάσει
στον απέραντο τούτο διάδρομο;
Πόσα φράγματα εγκάρσια,
στην επάλληλη διαδοχή τους,
έκλεισαν πίσω μου;

Οι γυμνοί τοίχοι παράλληλοι τρίβουν
την παγωμένη τους ράχη
στης ανοιχτής μου παλάμης το ψάξιμο.

Κρυώνω. Και χτυπώ την επόμενη θύρα.
Κρυώνω. Και χτυπώ την επόμενη.

«Τῷ κρούοντι ανοιγήσεται».

Όμως δεν αρκεί
της θύρας μονάχα το χτύπημα.
Δεν αρκεί του σιωπηλού θυρωρού
η πρόθυμη υπόκλιση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η πολιτεία

Μιχάλης Μικελής & Δημήτρης Ιατρόπουλος, Μεθυσμένη πολιτεία
(τραγούδι: Άννα Βίσση / δίσκος: Ναι (1980))

Η πολιτεία

Πολιτεία βυθισμένη στη νύχτα.
Κοιμητήρι μ’ επάλληλους
πολυώροφους τάφους νεκρών,
που ροχαλίζουν.

Πόσοι τάχα μπορούν ν’ ακούσουν,
στο βαρύ τους ροχάλισμα,
της περιπόλου τα βήματα;

Εφτά στρατιώτες περνούνε.
Εφτά στρατιώτες σημαίνουν
τις καρδιές των νεκρών,
που δεν έχουν ακόμα πεθάνει.

Ο πρώτος είμαι εγώ.
Ο δεύτερος πάλιν εγώ.
Το ίδιο κι ο τρίτος κι ο τέταρτος.
Κι ο πέμπτος κι ο έκτος κι ο έβδομος.

Με δεκατέσσερα πόδια βαδίζω,
με δεκατέσσερα χέρια κρατώ
τα εφτά τουφέκια,
που μπορούν να ραγίσουν
των κοιμισμένων το τύμπανο.

Ένας σ’ εφτά θώρακες μέσα.
Ένας μ’ εφτά ζώνες ζωσμένος.
Περιφέρομαι τούτη τη νύχτα,
σαν πολύποδο έντομο,
πάνω στο ιδρωμένο πρόσωπο
της Πολιτείας, που ροχαλίζει.
Περιφέρομαι,
γαργαλώντας τη στο ρουθούνι,
γαργαλώντας
την κοιμισμένη της συνείδηση.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Η ελεγεία των αδελφών (ΙΙ)

[Ενότητα Η ελεγεία των αδελφών]

Η ελεγεία των αδελφών

ΙΙ

Όταν βγαίνω το βράδυ στο ξάγναντο τούτο,
να προσμείνω τ’ αδέρφια μου νά ’ρθουν που φύγαν,
των βημάτων σου ακούω το περπάτημα
στο ρυθμό των δικών σου βημάτων.

Όταν μέσα στη νύχτα τ’ αδέρφια μου κράζω,
που το ξέρω πως πια δεν μπορούν να μ’ ακούσουν,
στην καρδιά μου η πικρή παρηγόρια μου μένει,
πως τουλάχιστον εσύ να μ’ ακούσεις μπορείς.

Είσαι η σκεπή, που στεγάζει το σπίτι.
Είσαι η φωτιά, που πηδάει μες στο τζάκι.
Ο λύχνος, που τρώει το σκοτάδι.

Όμως δίχως τ’ αδέρφια μου είναι άδειο το σπίτι.
Είναι άδειο, είναι άδειο το σπίτι, Θεέ μου,
δίχως τ’ αδέρφια μου, που έχουνε φύγει,
το ματωμένο κρατώντας μαχαίρι.

Από τη συλλογή Το δάπεδο και άλλα ποιήματα (1951) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το καλεντάρι

Γιάννης Ρίτσος & Νίκος Μαμαγκάκης, Έφυγες
(τραγούδι: Μαρία Δουράκη / δίσκος: 11 Λαϊκά Τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου (1972))

[Ενότητα Προσφορά]

Το καλεντάρι

Ιδού, επέστη το πλήρωμα
του τρίτου έτους
της ουρανίας σου
μεταστάσεως.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ’ ευλάβειαν ανοίγω.

Αγιότητος άρωμα,
του μαρτυρίου σου μόσχος,
στο κελί της μονώσεώς μου
διαχέει την θείαν ουσία του.

Ταπεινών ενθυμίων αντίκρυσμα.
Ευλαβής δακρύων σπονδή.

Ιδού, ανασύρω το λεπτό σου θερμόμετρο,
σε υποθερμίας βαθμό
σταματημένο.
Ιδού, εγγίζω
με τρέμοντα δάκτυλα
το φτωχό σου χτενάκι,
των μαλλιών σου χαλινάρι γλυκό.

Αλλά το δακρύρρυτο βλέμμα μου,
σ’ ευλαβείας αχλύν τυλιγμένο,
σταματά στο μικρό καλεντάρι,
όπου το βλέφαρο
της τελευταίας σου εγκοσμίας ημέρας
εκοιμήθη βαρύ.
«Δεκαέξι του μηνός Απριλίου.
Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».
Του μαρτυρίου σου το τελείωμα,
το ξανάνθισμα του δικού μου.

Των γλυκών σου ενθυμίων
την πυξίδα μ’ ευλάβεια σφραγίζω.
Των πτωχών σου ενθυμίων ο πλούτος,
με των πλουσίων μου δακρύων
την πτωχεία συγκερνάται.

«Αγάπης, Ειρήνης, Χιονίας, μαρτύρων».

Εν Αγάπη μένε.
Εν Ειρήνη αναπαύου.
Λευκοτέρα χιόνος.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το έπαθλο

[Ενότητα Προσφορά]

Το έπαθλο

Είμαι ένας οδοιπόρος
δίχως ανάπαυση και δίχως ύπνο.
Πορεύομαι μέρα και νύχτα,
νύχτα και μέρα
στον ανηφορικό δρόμο, που περιζώνει
το σκοτεινό τούτο βουνό.

Δε βιάζομαι να φτάσω.
Ξέρω πως θα φτάσω.
Ο δρόμος είναι σίγουρος,
αφού τον διάβηκες πρωτύτερα εσύ.

Αναγνωρίζω τ’ αχνάρια των βημάτων σου,
αναγνωρίζω τ’ αχνάρια της αγάπης σου.

Στην κορυφή στέκεις
και μου γνέφεις εσύ.
Πάνω από το κεφάλι σου
τα πόδια ενός Αγγέλου.
Πάνω από το κεφάλι του Αγγέλου
τα πόδια του Θεού.

Το έπαθλο της οδοιπορίας μου θα ’ναι,
φτάνοντας στην κορυφή του κώνου,
φορτωμένος τα λουλούδια
που φύτρωσαν στο πέρασμά σου,
ν’ ακουμπήσω το ματωμένο μου κεφάλι
στη λευκή πέτρα των ποδιών σου,
στο πρώτο σκαλοπάτι του Θεού.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το ανέβασμα

[Ενότητα Προσφορά]

Το ανέβασμα

Από το ύψος που σ’ έχει ανεβάσει
της λευτεριάς η λαχτάρα,
μου έχεις ριγμένη
την ανεμόσκαλα τούτη.
Κι έτσι καθώς αναβαίνω
σκαλί το σκαλί,
στου γλαυκού σου υπακούοντας
του βλέμματός σου το κάλεσμα,
δίχως ίλιγγο, δίχως πόνο, δίχως λύπη,
σ’ ατενίζω με γαλήνη κατάματα,
τραγουδώντας το δικό σου τραγούδι:
το αιώνιο τραγούδι της αγάπης,
το αιώνιο τραγούδι του θανάτου.

Από τη συλλογή Η Προσφορά και τα Αναστάσιμα (1948) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Σταδιοδρομία

[Ενότητα Δεκαοχτώ άλλα ποιήματα]

Σταδιοδρομία

Αφιερώνεται στους Νέους

Γιατί όταν ξεκινήσαμε δε βρέθηκε κανείς
στην αφροσύνη μας τη φρόνησή του ν’ αντιτάξει;
Ναι, ο σκοπός ήταν ψηλός κι η πρόθεση ευγενής,
μα εφύγαμε απροετοίμαστοι, με δίχως καμιά τάξη.

Τη γνώση τη θεωρούσαμε σαν πράγμα περιττό,
πεζή φροντίδα των κοινών και ταπεινών ανθρώπων.
Ο ενθουσιασμός μας ήτανε εφόδιον αρκετό
για τη λαμπρή κατάκτηση των νέων άγνωστων τόπων.

Χωρίς περίσκεψη, χωρίς αμφιβολία καμιά
για την ορθότητα του τολμηρού διαβήματός μας,
κινήσαμε προτείνοντας τ’ άλκιμα νέα κορμιά,
με την ανόητη φλόγα της αισιοδοξίας εντός μας.

Όταν επροχωρήσαμε πολύ κι ο δισταγμός,
παιδί της πείρας, άρχισε να κρούει το λογικό μας,
σκεφθήκαμε αν δεν ήτανε ο ύστατος ηρωισμός
ν’ αφήσουμε ανεκπλήρωτο το πλανερό όνειρό μας.

Με φόβο εκοιταχτήκαμε στα μάτια σιωπηλοί,
γυρίζοντας μ’ ανησυχία τα βλέμματά μας πίσω.
Αλίμονο, η αφετηρία μακριά ήτανε πολύ
και λέγαμε ο καθένας μας: «αργά είναι να γυρίσω».

Κριθήκαμε έτσι απ’ την αδυναμία μιας στιγμής,
άβουλοι, την ανάγκη κάμνοντας φιλοτιμία.
Το θεωρήσαμε οι δειλοί πια ζήτημα τιμής
αργά να μην αρχίσουμε μια νέα σταδιοδρομία.

Και τώρα; Στο μεταίχμιο του όνειρου και της ζωής,
μας απωθεί απ’ τη μια η ζωή και τ’ όνειρο απ’ την άλλη.
Απολωλότα πρόβατα, στρατιώτες αδαείς!
Δε μένει παρά το άδειο μας να σπάσουμε κεφάλι.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Όρος των Ελαιών

Γιώργος Καλογήρου & Γιάννης Κυπρής, Σταύρωση
(τραγούδι: Σοφία Παπάζογλου / δίσκος: Ο τεπάρισσος (2010))

[Ενότητα Δεκαοχτώ άλλα ποιήματα]

Το Όρος των Ελαιών

(Εις εμαυτόν)

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κι επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πο’ ’χεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω…»
Κι ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος