Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης

Μια μικρή εισαγωγή

Ένας άνθρωπος που έχει περπατήσει πάνω από εβδομήντα χρόνια στους δρόμους μιας πολιτείας, αναμφισβήτητα είναι δεμένος μαζί της με πολλούς δεσμούς. Εκείνο που χαρακτηρίζει τη δική μου σχέση με τη Θεσσαλονίκη, είναι όχι μονάχα η απέραντη αγάπη μου γι’ αυτήν, αλλά κι ένα είδος λυρικής συναναστροφής μαζί της, που μ’ είχε κάμει, στα χρόνια της πρώτης μου νιότης, να της γράψω ένα ποίημα. Κι αληθινά, η κάπως ρομαντική ιδιοσυγκρασία μου, δε με βοήθησε καθόλου να συλλάβω «ιστορικά» την εικόνα της Θεσσαλονίκης. Αρνήθηκα τη μελέτη της λεπτομέρειας κι αδιαφόρησα για την ακρίβεια της χρονολογικής τοποθέτησης των γεγονότων μέσα στην ιστορία. Τη Θεσσαλονίκη θέλησα να την ιδώ «λυρικά», με μιαν όραση κυκλική, μ’ ένα κοίταγμα πανοραματικό, στη διαρκή πορεία της, καθώς αναδίνεται, μέσα από την ομίχλη της ιστορίας, και προχωρεί, με βήμα κυματιστό, σ’ ένα πραγματικά υπάρχον παρόν.

Μια αρχαία λάρνακα, τοποθετημένη μέσα σ’ ένα μουσείο, είναι ένα μέλος νεκρό, αποκομμένο οργανικά από το σώμα, που εξακολουθεί ακόμα να ζει. Μας λέγει τι μπορεί κάποτε να ήταν η Θεσσαλονίκη, αλλά ποτέ δε θα μπορέσει να μας πει τι είναι τώρα. Τα μουσεία, όσο κι αν μας βοηθούν στη μελέτης της ιστορίας και της τέχνης, δεν παύουν να είναι τα νεκροταφεία του παρελθόντος. Ο ζωντανός άνθρωπος τα θαυμάζει, κάποτε συγκινείται, όπως συγκινούμαστε από την ανάμνηση προσφιλών πεθαμένων προσώπων, αλλά αρνείται να τα συνθέσει οργανικά με τη ζωή του. Αντίθετα η βυζαντινή εκκλησία, μ’ όλο το βάρος και τη σκόνη της ιστορίας, δεν έχει αποκοπεί οργανικά από το ζωντανό σώμα. Ζει με τη βαθιά ανάσα των χρόνων, που αφομοιώνεται με τη σύγχρονη αναπνοή της πολιτείας.

Αυτή τη Θεσσαλονίκη αγάπησα, τη σύγχρονη, την παλλόμενη πόλη, με τις βυζαντινές της επιβιώσεις, που κάμνουν να συμπλέκεται το παλιό με το καινούργιο, σε μια αδιάσπαστη ζωντανή ενότητα. Και το κείμενο αυτό θέλει να διηγηθεί το παραμύθι της, όπως το έζησε ένας σύγχρονος άνθρωπος, τα εβδομήντα τελευταία χρόνια.

Λίγη ιστορία

Βέβαια η ιστορία λέγει πως η Θεσσαλονίκη κτίσθηκε το 315 π.Χ. από το βασιλιά της Μακεδονίας Κάσσανδρο. Πως πήρε τ’ όνομα της γυναίκας του Θεσσαλονίκης, που ήταν κόρη του Φίλιππου Β’ κι αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Η ιστορία αργότερα φέρνει στη Θεσσαλονίκη τους Ρωμαίους, που θ’ αφήσουν τα σημάδια τους με την πύλη του Γαλερίου.

Η ίδια ιστορία οδηγεί στη Θεσσαλονίκη τον Απόστολο Παύλο, που περιοδεύει στη Μακεδονία, για την ίδρυση των πρώτων Χριστιανικών εκκλησιών. Μια λαϊκή παράδοση λέγει πως οι εθνικοί τον κυνήγησαν με τις πέτρες. Και πως ο Απόστολος έχασε τη χριστιανική υπομονή κι έδωσε κατάρα ποτές να μη σηκωθούν οι πέτρες από τους δρόμους της πολιτείας. Κι από τότε η παράδοση ονομάτισε τους Θεσσαλονικείς «Παυλοκαταραμένους» κι οι δρόμοι της Θεσσαλονίκης δεν έχουν ακόμα καθαρισθεί από τις πέτρες. Έξυπνος μύθος, για να δέσει οργανικά σε ζωντανή ενότητα τον κορυφαίο Απόστολο με την πόλη και να κάμει διαρκή την παρουσία του ανάμεσά μας.

Η ιστορία έβαλε στη Θεσσαλονίκη το νεαρό αξιωματικό του Διοκλητιανού, που τον καθιέρωσε ως πολιούχο της, με το όνομα του Αγίου Δημητρίου. Και η δόξα του Αγίου μεγάλωνε μαζί με τη δόξα των Βυζαντινών Αυτοκρατόρων. Τότε ήταν που υψώθηκαν στην πόλη μνημεία λατρείας και τέχνης, οι βυζαντινές εκκλησίες. Αλλά η ιστορία φαίνεται πως είναι μια άστατη γυναίκα, γιατί αντικατέστησε στην εύνοιά της τους βυζαντινούς Αυτοκράτορες με τους Σαρακηνούς, τους Νορμανδούς, τους Φράγκους, τους Ενετούς. Τελευταίους έφερε στη Θεσσαλονίκη τους Τούρκους, για να τους κρατήσει εδώ πέντε σχεδόν αιώνες. Ήταν το 1430, είκοσι τρία χρόνια πριν από το πάρσιμο της Πόλης.

Μισόν αιώνα μετά, έστειλε κάμποσες καραβιές κατατρεγμένους Εβραίους από την Ιβηρική Χερσόνησο. Κι όταν, ύστερα από άλλους τρεις και μισό αιώνες, στα 1821, ακούστηκαν στο Μοριά οι πρώτες βροντές του Αγώνα, η ιστορία έφερε τον αχό τους ως τη Θεσσαλονίκη, για να δώσει φτερά στις ελπίδες των ραγιάδων. Ωστόσο το ξεσήκωμά τους πνίγηκε μέσα στο ίδιο τους το αίμα. Κ’ έπρεπε να περάσουν άλλα ενενήντα σχεδόν χρόνια, για να φέρει η ίδια ιστορία, με προπομπούς τους Μακεδονομάχους, την ελευθερία στην πανάρχαιη αλλά πάντα ζωντανή πόλη του Αγίου Δημητρίου. Κι έγινε τούτο στις 26 Οκτωβρίου 1912, ακριβώς τη μέρα της γιορτής του Αγίου.

[…]

Από το βιβλίο Το παραμύθι της Θεσσαλονίκης (εκδόσεις Παρατηρητής, 1997) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Translatum | Fiction of Thessaloniki / Γ. Θ. Βαφόπουλος

Advertisements

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υστερόγραφο δεύτερο

[Ενότητα Υστερόγραφα (1985-1988)]

Υστερόγραφο δεύτερο

Ξέχασα κάτι να σας πω και για τις λέξεις.
Έτσι καθώς απερίσκεπτα παίζουμε μαζί τους,
είναι σάμπως ν’ ανακατεύουμε μια τράπουλα.

Η Ποίηση δεν οικοδομείται μοναχά με λέξεις.
Ούτε κι οι πύργοι στήνονται με τραπουλόχαρτα.

Αντί λοιπόν να ψήνουμε ομελέτες με τις λέξεις,
θα ’ταν σοφότερο να τις ταξιθετούσαμε
σα φαντάρους κατ’ αυστηρή αλφαβητική σειρά.

Επί τέλους, κάποτε και τα λεξικά χρειάζονται,
τιμητές λεκτικών τεράτων που ατακτούνε.

Φυσικά, θα μας πούνε και «ξεπερασμένους»,
αν κάτι λέγαμε και για συντακτικό ή γραμματική,
γι’ αυτά τα σκωληκόβρωτα έντυπα του παρελθόντος.

Ας μένουν ξεχασμένα στη μαθητική μας σάκα,
άχρηστες βακτηρίες του παραπαίοντος Λόγου.

Αύγουστος 1987

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Πραιτόριο

Το Πραιτόριο

Πώς έγινε να μου φορέσουν τούτον τον μανδύα,
αυτή την ασήκωτη δικαστική τήβεννο;

Μ’ έσυραν έξω από της μοναξιάς μου το ενδιαίτημα
και μ’ ανέβασαν εντελώς αναπάντεχα
στην απότομη σκάλα του μεγάλου πραιτορίου.

Μου ’δωσαν στο ένα χέρι να κρατώ μια ζυγαριά,
για να ξεχωρίζω τους «εξαίρετους» απ’ τους «σημαντικούς».
Μου ’βαλαν στο άλλο μου χέρι ένα σπαθί,
για να καρατομήσω, δίχως έλεος, τους «ασήμαντους».
Όμως είχαν παραλείψει να μου δώσουν τη νομολογία
και της Ιστορίας της Ελληνικής Λογοτεχνίας.

Εκείνη έχει την πείρα της αλάνθαστης δικαιοσύνης.
Κάποτε υποβιβάζει τους «εξαίρετους».
Κάποτε διαγράφει τους «σημαντικούς».
Κάποτε τυχαίνει να προάγει τους «ασήμαντους».

Πώς λοιπόν να μεταχειρισθώ τα στυγνά τούτα
όργανα της ανθρώπινης δικαιοσύνης;
Σ’ όλη μου τη ζωή δεν είχα κάμει άλλο,
παρά να ζυγιάζω μονάχα τη δική μου συνείδηση,
να καρφώνω το σπαθί της μονάχα στην καρδιά μου.

Η ζυγαριά τούτη δεν είναι για να ξεχωρίζει
το ειδικό βάρος των μελανωμένων χειρογράφων.
Είναι για να ζυγίζει μονάχα τις καρδιές,
που σημάδεψαν μ’ αίμα τα γραμμένα κείμενα.

Για να μετρά τα γεροντικά δάκρυα των ποιητών,
που δε γνώρισαν τη δόξα της μεγάλης αγοράς.

Και το σπαθί είναι όργανο μονάχα αυτοκτονίας,
στη μεγάλη κρίση της δικής μας συνείδησης.

Παρακαλώ, βοηθήστε με να κατεβώ
απ’ το πραιτόριο τούτο της ανθρώπινης ματαιοδοξίας.
Πάρτε απ’ τους κυρτούς μου ώμους
τον ασήκωτον αυτόν δικαστικό μανδύα.
Αφήστε με να γυρίσω στο καταφύγιο της μοναξιάς μου.

Καταθέτω στα πόδια της άλλης δικαιοσύνης
τα αμείλικτα όργανα της «συννόμου κρίσεως».

Συγχωρήστε με, αδελφοί μου, που κατέχετε
τους πρόσκαιρους τίτλους των «εξαίρετων»,
των «σημαντικών» και των «ασήμαντων».

Συγχωρήστε με, προ πάντων εσείς, Κύριε Υπουργέ
του Πολιτισμού και των Επιστημών.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια

Τα εβδομήντα τρία σκαλοπάτια

Το ’χω ήδη πει: της αριθμητικής μου
η μόνη πράξη που έμεινε είναι η πρόσθεση.
Φαίνεται πως στην αρμονία του Σύμπαντος
η πρόσθεση ταυτίζεται με την αλήθεια.

Η αρχή μας βρίσκεται στην πράξη μιας προσθέσεως,
ενώ το τέλος μας σφραγίζεται με την προσθήκη
του ήδη τετελεσμένου στο αρχικώς υπάρχον.

Μετρώ λοιπόν τα σκαλοπάτια, που εν σπουδή
–όχι με βία, αλλά σπουδάζοντας– ανέβηκα.
Δεν απορώ πώς γρήγορα έτσι βρέθηκα
στο τρίτο κι εβδομηκοστό σκαλί της κλίμακος.

Ο αρχαίος αλχημιστής, που ο γέροντας της Βαϊμάρης
απ’ των περγαμηνών τη σκόνη τον ανέστησε
μες στο έκλαμπρο φως της πιο μεγάλης Ποίησης,
απ’ το ίδιο περίπου τούτο σκαλί είχεν εύρει
πως της σπουδής του ο μόχθος ήτανε μωρία.

Τώρα στοχάζομαι κι άλλον αρχαιότερο σοφό,
που εκείνος είχεν εύρει μόνο πως «ουδέν οίδεν».

Όμως ο πρώτος, σ’ ενός σήμαντρου τον ήχο,
που της μεγάλης Αναστάσεως έφερνε το μήνυμα,
στην κρίσιμη στιγμή, που ορίζει το εδώ απ’ το πέραν,
είχε δειλιάσει κι άφησε το χέρι του
απ’ τα χείλη του να τραβήξει το πικρό ποτήρι.

Ο άλλος με απλότητα κατέβασε το κύπελλο,
δίχως αηδίας μορφασμό ή οδύνης,
εξαγγέλλοντας τη σοφία τού «το μηδέν ειδέναι».

Στο εβδομηκοστό τρίτο τούτο σκαλοπάτι,
που είναι το μέτρο ισάριθμων ενιαυτών σπουδής,
τώρα καλούμαι αντίκρυ στον εαυτό μου να σταθώ,
για να εκτελέσω της στερνής
προσθέσεώς μου την πράξη.

Αλλά πώς το μηδέν να συντεθεί με τη μωρία,
όταν σημάνει η ώρα του αναπόφευκτου κυπέλλου,
αν πριν δεν εκδυθείς το ιμάτιο της σεμνότητας,
που την κρυφή σου φιλαυτία καλύπτει;
Αν δε βγάλεις το προσωπείο της δήθεν σωφροσύνης
απ’ την αυθεντική μορφή της αφροσύνης σου;
Αν της ματαιοδοξίας τη σκόνη δεν τινάξεις
απ’ το αρχικό πρωτογενές σου ρούχο;

Όμως κι αυτά τα ξεφλουδίσματα αρκετά δε θα ’ναι,
έτσι για να σταθείς ενώπιος ενωπίω,
αν απ’ το έσχατο σκαλοπάτι δεν εκσφενδονίσεις
και τις διόπτρες σου, που έβλεπες με δαύτες
τις θεατρικές του κόσμου παραστάσεις,
κι αν ακόμα την ακοή σου δε σφραγίσεις
στων θεατρίνων τα μεγάφωνα και στων σειρήνων
τα βάναυσα βραχνά δήθεν λαϊκά τραγούδια.

Η αναγωγή των παιδεμών σου σε μωρία,
με την απλή προσθήκη τού «μηδέν οίδα»,
ίσως να ’ναι το μυστικό κλειδί που ανοίγει
στων μακαρίων τον οίκο τη μεγάλη θύρα.

Αλλ’ αν δε σου δοθεί και τούτη η χάρη,
των μακαρίων το πνεύμα ν’ ανασάνεις,
κι αν άξιος δε σταθείς για να σε μακαρίζουν,
έστω και για τις δήθεν αγαθές προθέσεις σου,
νομίζω πως τουλάχιστο μπορείς να ψάλλεις
τους σύγχρονους μακαρισμούς των ημερών σου.

Μακάριος λοιπόν ο Σεφέρης, που δε βλέπει πια
των επιγόνων τα καμώματα και τις στροφές του,
από των μπουζουκιών τα τέλια κρεμασμένες.

Μακάριος κι ο αγαθός εκείνος Βάρναλης,
που των τυμπάνων δεν άκουγε τους κρότους,
γιατί της ακοής σπασμένα είχε τα τύμπανα,
κι ούτε πια τώρα βλέπει την απλή του πίστη
λάβαρο υψωμένο σε χέρια φωνασκούντων.

Μακάριος κι ο Παπατσώνης Nobilissimus,
που το προνόμιον έχει να μη βλέπει πια
τις φρεγάδες των ποντοπόρων της ποιήσεως,
που εξήντα χρόνια παραδέρνοντας σε θάλασσες
φυκιών και στίχων, επί τέλους μπόρεσαν,
με τα καινούργια δανεισμένα κιάλια τους,
το ροβινσώνειο να ξεκρίνουνε νησί του.

Μακάριοι οι των παιδεύσεων γνόντες την μωρίαν,
οι την γλώσσαν αυτών συνέχοντες, μηδέν ειδότες,
ότι αυτοί τουλάχιστον δικαιωθήσονται
ως καταπότια εν τω στόματι της Λήθης.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Ο μεγάλος κώνος

Ο μεγάλος κώνος

Ας δεχθούμε πως η δομή του κόσμου
είν’ ένας κώνος, που απ’ τη βάση ως την κορφή του
διατρέχεται από μια γραμμή σπειροειδή.

Ο άνθρωπος του οιδιπόδειου αινίγματος
ξεκινά την αυγή, πάνω στ’ αχνάρια της γραμμής,
με τα τέσσερα πόδια. Στα μισά του δρόμου
στυλώνεται στα δυο του, για να ιδεί κατάματα
τον ήλιο του λαμπρού μεσημεριού.
Και το βράδυ φθάνει στην κορφή του κώνου,
σέρνοντας τώρα το τρίτο του ποδάρι,
έτοιμος ν’ αντικρίσει τη μεγάλη δύση.

Αλλ’ έμεινε ατελής του αινίγματος η λύση.
Παραλείφθηκε η εκδοχή της τελευταίας
οριζοντιώσεως. Κι ακόμα η αλληγορία
του λίκνου και του φέρετρου, που ήσαν δεμένα
στις δυο άκρες της σπειροειδούς γραμμής του κώνου.

Ο κόσμος θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύβος,
σαν εκείνον του Καίσαρος, που «ερρίφθη» στο Ρουβίκωνα.
Κι ακόμα θα μπορούσε να ’ναι κι ένας κύκλος,
όμοιος με το αλώνι του Διγενή Ακρίτα.

Το σχήμα του στερνά ο καθείς ανακαλύπτει,
κατά τον κόσμο που στη φύση του ταιριάζει.

Είναι άνθρωποι τετράγωνοι, ίσιοι ή τεθλασμένοι,
που βολεύονται μέσα στο περίγραμμά τους.
Κι είναι άλλοι πρηνείς και πεπλατυσμένοι,
που αρκούνται «μετριοφρόνως» σε μια τάβλα.

Όμως, εγώ επιμένω στου μεγάλου κώνου
το πολυσήμαντο σχήμα, όπου σ’ έναν κύκλο
αλλεπαλλήλων ενιαυτών, τα βήματά μου
οδηγηθήκαν με περίσκεψη προς την κορφή του,
ανάμεσ’ απ’ άνθη, πέτρες και σκιές θανάτου.

Στέκομαι τώρα στο στερνό σκαλί της σπείρας
κι αναμετρώ τα στάδια της μακράς πορείας μου.
Θα ’ναι μάταιο το χέρι μου να υψώσω,
αφού δε βλέπω να μου απλώνεται άλλο χέρι.

Όσοι γνωρίζανε πως στην κορφή του κώνου
του υποχθονίου πυρός έχασκε ο αρχαίος κρατήρας,
ήδη μπορούνε να εξηγήσουν την προτίμησή μου
προς το υπερούσιο σχήμα του μεγάλου κώνου.

Καθώς πια δεν υπάρχει ανάληψη στους ουρανούς,
μου αρκεί το έσχατο πήδημα του Εμπεδοκλέους.

Από τη συλλογή Τα επιγενόμενα (1977) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα (35)

Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα

35

Ιδεολόγοι και καταφερτζήδες,
τα βολέψαμε στην Επταετία.
Τώρα όλες του Έθνους οι παλιές ατσίδες
ορκίζονται στη Νέα Δημοκρατία.

Ο Παττακός; Τον άνθρωπον ουκ οίδα.
Κι ο Γεωργαλάς; Ποιος να ’ναι τούτος πάλι;
Άγνωστοι κι ο Λαδάς με τον Καρύδα,
πού καταντήσανε σε τέτοιο χάλι.

Η μονέδα πάντα σκορπά ευωδία,
το ίδιο μες σ’ εκκλησιές και καφωδεία.

Από τη συλλογή Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα (1975) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα (21)

Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα

21

Ο Αρχιτζουτζές, με πόζα Μουσολίνι,
κάθισε τους δασκάλους στα θρανία.
Χλωμός την κεφαλή ο καθείς τους κλίνει,
μπροστά στην αφρισμένη του μανία.

Χεστήκατε, ω Διδάσκαλοι του Γένους,
τον Τζουτζέ καθώς βλέπατε μπροστά σας.
Μάταια, με το φανό του Διογένους,
ζητώ να βρω άνθρωπον ανάμεσά σας.

Χαμένος κόπος. Δε σαλεύει η «τάξις».
Φουκαράδες, ο νους τους στις συντάξεις.

Από τη συλλογή Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα (1975) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Υποθήκες

Άγγελος Σφακιανάκης, Τα κορίτσια απ’ την επαρχία
(ερμηνεία: Χρήστος Θηβαίος / δίσκος: Ρηχά νερά (2003))

[Ενότητα Σάτιρες]

Υποθήκες

Μαζί μας τότε ζούσε η εμπνοή. Τα καλοκαίρια,
χαυνωμένοι απ’ τη ζέστη, ακούαμε τη φωνή της,
ή νομίζαμε πως την ακούμε. Οπωσδήποτε
τη μεταγράφαμε ευσυνείδητα σε στίχους.
Η εμπνοή τώρα δε ζει. Μ’ άλλους γνωστούς νεκρούς
κοιμάται κάτω απ’ τις ταφόπετρες των λεξικών.

Στο απόμακρο χωριό μας του νομού Πιερίας,
έρωτα κάμναμε με τα κορίτσια μιας γυναίκας,
που τη λέγαν Φροσύνη ή Μνημοσύνη ή κάτι τέτοιο.
Χάσαμε και τον έρωτα, σα φύγανε απ’ την επαρχία
και την τύχη τους ήρθαν να βρούνε στην πρωτεύουσα.

Η μια στο σπίτι μπήκε του κυρίου Παπαδοπούλου.
Άλλη πιάστηκε καθαρίστρια σε κατάστημα
μουσικών οργάνων και δίσκων γραμμοφώνων.
Η Μελπομένη τραγουδίστρια πήγε στα μπουζούκια.
Κι οι άλλες κάπως βολευτήκαν. Στην Αθήνα
δε χάνεσαι. Πάντα θα βρεις κάτι να κάμεις.

Μονάχα εσύ γυρίζεις σα χαμένος μες στους δρόμους.
Η εμπνοή πια δεν υπάρχει, για να παίζει μαζί σου,
πετώντας σου της Αριάδνης το κουβάρι. Τα κορίτσια
πιάσαν δουλειά και δε γυρίζουνε να σε κοιτάξουν.
Ούτε μπορείς και τα όνειρά σου να φορτώσεις
στη ράχη εκείνου του άλογου με τις φτερούγες.
Μασκαρεμένο τώρα, κόκκινο βαμμένο, το ’χουν ζέψει,
της Μόμπιλ Όιλ να κουβαλά τους τενεκέδες.

Αν τουλάχιστο εκείνα τα βιβλία με τα «Γράμματα»
της κοσμικής κυρίας Ρενέ Μαρίας Ρίλκε
δεν είχαν γίνει μικρές χαρτοσακούλες για φιστίκια,
θα ’χες σε τούτο το λαβύρινθο της μοναξιάς σου,
κάποιον, έστω μονόφθαλμο, οδηγό προσανατολισμού.

Ώστε σωτηρία δεν υπάρχει; Μα, θαρρώ, σου μένει
το μηχανάκι σου. Καβάλησέ το μάνι-μάνι
και γρήγορα μπες στων άλλων τροχοφόρων τη σειρά.
Γύρους θα κάνεις ως την έσχατή σου μέρα,
στην τροχιά ενός ατέρμονος κοχλία.
Ευτυχώς
τα πρατήρια του κόσμου έχουνε πολλή βενζίνη.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος

Γ. Θ. Βαφόπουλος, Το Συμπόσιο

[Ενότητα Σάτιρες]

Το Συμπόσιο

Πέφτοντας από δισταγμό σε δισταγμό,
μη ξέροντας αν πρέπει να δεχθώ,
πήρα, επιτέλους, την απόφαση να πάω.

Όμως, με το να μη μπορεί κανείς στην ώρα της
να πάρει μιαν απόφασην οριστική,
φτάνει συνήθως, όπως λεν, κατόπιν εορτής.

Εγώ εντούτοις έφθασα εν πλήρει εορτή.
Αλλά τούτο ποσώς δε μ’ ωφελούσε.
Είχαν ήδη κλεισθεί του πύργου οι θύρες.

Των συμποσιαστών οι άρρυθμες φωνές,
ανάκατες με ποτηριών τσουγκρίσματα
και με χυδαία γυναικών ξεφωνητά,
διήγειραν εντός μου την επιθυμία
σ’ ένα μικρό να σκαρφαλώσω παραθύρι.
Το τίμημα των δισταγμών μου τώρα
μου αποκαλύπτει ο ταπεινός αυτός φεγγίτης.

Αν είχα φτάσει πιο νωρίς, μπορούσε
κανένας άλλος αργοπορημένος
να ’χε στο παραθύρι σκαρφαλώσει.
Κάποιος άλλος μπορούσε να ’ναι μάρτυς
της κραιπάλης, του οικτρού μας συμποσίου.

Από τη συλλογή Επιθανάτια και σάτιρες (1966) του Γιώργου Βαφόπουλου

Πηγή: Γ. Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα ποιητικά (Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής, 1990)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιώργος Θ. Βαφόπουλος