Μανόλης Αναγνωστάκης, Αισθηματικό διήγημα

Διαβάζει ο ποιητής.

Αισθηματικό διήγημα

Στον Κώστα Κουλουφάκο

Ο πατέρας του του ’λεγε: «Βρε δε θα φτιάξεις εσύ το ρωμέικο…»
Προς στιγμήν πίστεψε κι αυτός, σχεδόν παιδί, πως θα το φτιάξει
(Τριάντα χρόνια τώρα, παλιά χρόνια, ποιος τα θυμάται…)
Αλλά το πρακτικό παράδειγμα το ’δωσε ο μεγάλος αδερφός
Επίδοξος σωτήρας κι αυτός κάποτε, πολύ νωρίς ανανήψας
Ή μάλλον προώρως λογικευθείς, υπουργικός κατόπιν ιδιαίτερος
Σε παραγωγικό υπουργείο με ευρύ κύκλο ιδιωτικών εργασιών.
Κι αυτός, πιστός υιός και αδερφός σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε,
Είδε τα λάθη, διέγνωσε προδοσίες, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά
Μίλησε τέλος για εγκλήματα και για ξένους δακτύλους
–Είχαν αρχίσει άλλωστε λίγο-πολύ τα πράγματα να σφίγγουν–
Πάντα ξυπνό μυαλό δεν ήθελε πολύ να διαλέξει.
Όχι βέβαια πως ο Μάκης θα ’σωζε τότε το ρωμέικο
Εδώ δεν το ’σωσε ο … ή ο … μη λέμε τώρα ονόματα,
Αλλά, βρε αδελφέ, πώς να το κάνουμε, κάποτε ήπιαμε μαζί κρασί,
Χωθήκαμε στη οδό Αρριανού κυνηγημένοι από τους πεταλάδες,
Φιλήσαμε τα ίδια κορίτσια, αλλάξαμε σύνθημα και παρασύνθημα
(Πολύ ρομάντζο όλα αυτά, συναισθηματικά, λες δεν το ξέρω,
Κι η ζωή θέλει σκληρότητα –μένα μου λες– και «ρεαλισμό» κυρίως)

Και τώρα

Εσύ πάλι από μέσα κι ο Μάκης πάλι απ’ όξω
(Έτσι χοντρά-χοντρά) παράγων πια τρανός της καταστάσεως
–όπως, εδώ που τα λέμε, της κάθε μέχρι τώρα καταστάσεως–
Να γίνεις, λέει, Έλλην, να βάλεις μυαλό, να γίνεις χρήσιμος
Κι εσύ μια φορά στην κοινωνία, να δουλέψεις γι’ αυτή τη δόλια την πατρίδα
Και να σου δίνει συμβουλές εν ονόματι της παλιάς παλιάς φιλίας και του «… για θυμήσου».

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγματα που τα ξέρετε όλοι
Που τα ’πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν πολύ καλύτερα από μένα
Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδιαφέρον σας
Όπως η δολοφονία της Σάρον Τέιτ π.χ. ή οι γάμοι της Τζάκυ ή το ψυγείο «Κελβινέιτορ».)

Από τη συλλογή Ο στόχος (1970) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Όταν αποχαιρέτησα…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Θάνος Μικρούτσικος, Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους μου
(τραγούδι: Μαρία Δημητριάδη / δίσκος: τραγούδια της λευτεριάς (1978))

Όταν αποχαιρέτησα…

Όταν αποχαιρέτησα τους φίλους
Σ’ αυτή τη γη ξεχάστηκεν η μέρα
Κι οι νύχτες εναλλάσσονταν με νύχτες.

Πώς να μιλήσω; Το πλήθος δάμαζε
Τους δημεγέρτες και τους πλάνους. Με στιλέτα
Καρφώναν τα δικά μου λόγια. Πώς να μιλήσω
Όταν στήνονταν μυστικές αγχόνες
Σε κάθε πόρτα ενεδρεύοντας τον ύπνο
Και τόσα πού να στοιβαχτούνε γεγονότα
Τόσες μορφές να ξαναγίνουν αριθμοί
Πώς να εξηγήσω πιο απλά τι ήταν ο Ηλίας
Η Κλαίρη, ο Ραούλ, η οδός Αιγύπτου
Η 3η Μαΐου, το τραμ 8, η «Αλκινόη»
Το σπίτι του Γιώργου, το αναρρωτήριο.
Θα σου μιλήσω πάλι ακόμα με σημάδια
Με σκοτεινές παραβολές με παραμύθια
Γιατί τα σύμβολα είναι πιο πολλά απ’ τις λέξεις
Ξεχείλισαν οι περιπέτειες οι ιδιωτικές
Το άψογο πρόσωπο της Ιστορίας θολώνει
Αρχίζει μια καινούρια μέρα που κανείς δεν τη βλέπει
Και δεν την υποψιάζεται ακόμα
Όμως έχει τρυπώσει μες στις ραφές της καρδιάς

Στα καφενεία και στα χρηματιστήρια
Στις βροχερές ώρες, στ’ άδεια πάρκα, στα μουσεία
Μέσα στα σπουδαστήρια και στα μαγαζιά
Αλλάζει τη σύνθεση της ατμοσφαίρας
Τη γεύση του φιλιού, τη πολυτέλεια της αμαρτίας
Το χυμισμό του κυττάρου, την ορμή της μπόρας.
Έχει στηθεί η σκηνή μα δε φωτίζουν οι προβολείς
Κι όλα τα πρόσωπα είν’ εδώ –αντάξια του δράματος–
Γενεές γενεών υποκριτές: η θλιβερά ερωμένη
Ο άνθρωπος με το χαμόγελο, ο επίορκος
Τα κουδουνάκια του τρελού, κάθε κατώτερη ράτσα
Άρχοντες και πληβείοι και αυτοτιμωρούμενοι.

Πώς τόσα πρόσωπα να γίνουν αριθμοί
Και τόσα γεγονότα απλά βιβλία
Χωρίς την επινόηση νέας διάταξης στοιχείων
Χωρίς τη νέα μύηση που θα σαρώσει την αυλαία
Σκίζοντας βίαια στα δυο το σάπιο μήλο
Να επιστρέψουν τ’ άγια στους σκύλους, τα βρέφη στις μήτρες

Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο.

9η Θερμιδώρ 1955

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Μιλώ…

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Μιλώ
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Νύχτα θανάτου (1974))

Μιλώ…

Μιλώ για τα τελευταία σαλπίσματα των νικημένων στρατιωτών
Για τα τελευταία κουρέλια από τα γιορτινά μας φορέματα
Για τα παιδιά μας που πουλάν τσιγάρα στους διαβάτες
Μιλώ για τα λουλούδια που μαραθήκανε στους τάφους και τα σαπίζει η βροχή
Για τα σπίτια που χάσκουνε δίχως παράθυρα σαν κρανία ξεδοντιασμένα
Για τα κορίτσια που ζητιανεύουνε δείχνοντας στα στήθια τις πληγές τους
Μιλώ για τις ξυπόλητες μάνες που σέρνονται στα χαλάσματα
Για τις φλεγόμενες πόλεις τα σωριασμένα κουφάρια στους δρόμους
Τους μαστροπούς ποιητές που τρέμουνε τις νύχτες στα κατώφλια
Μιλώ για τις ατέλειωτες νύχτες όταν το φως λιγοστεύει τα ξημερώματα
Για τα φορτωμένα καμιόνια και τους βηματισμούς στις υγρές πλάκες
Για τα προαύλια των φυλακών και για το δάκρυ των μελλοθανάτων.

Μα πιο πολύ μιλώ για τους ψαράδες
Π’ αφήσανε τα δίχτυα τους και πήρανε τα βήματά Του
Κι όταν Αυτός κουράστηκε αυτοί δεν ξαποστάσαν
Κι όταν Αυτός τους πρόδωσε αυτοί δεν αρνηθήκαν
Κι όταν Αυτός δοξάστηκε αυτοί στρέψαν τα μάτια
Κι οι σύντροφοί τούς φτύνανε και τους σταυρώναν
Κι αυτοί, γαλήνιοι, το δρόμο παίρνουνε π’ άκρη δεν έχει
Χωρίς το βλέμμα τους να σκοτεινιάσει ή να λυγίσει

Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 2 (1956) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Κάτω απ’ τις ράγες…

Διαβάζει ο ποιητής.

Κάτω απ’ τις ράγες…

Κάτω απ’ τις ράγες του τραίνου
Κάτω από τις γραμμές του βιβλίου
Κάτω από τα βήματα των στρατιωτών

Όταν όλα περάσουν – πάντα σε περιμένω.

Πέρασαν από τότε πολλά τραίνα
Κι άλλα πολλά βιβλία θα διαβαστούν
Κι άλλοι στρατιώτες το ίδιο θα πεθάνουν.

Κάτω από κάθε τι που σου σκεπάζει τη ζωή
Όταν όλα περάσουν –
Σε περιμένω.

Από τη συλλογή Η συνέχεια 3 (1962) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Ο Πόλεμος

Ο Πόλεμος

Οι δείχτες κοκαλιάσανε κι αυτοί στην ίδια μέρα.
Όλα αργούν πολύ να τελειώσουνε το βράδυ, όσο κι αν τρέχουν γρήγορα οι μέρες και τα χρόνια
Έχει όμως κανείς τις διασκεδάσεις του, δεν μπορείς να πεις∙ απόψε λ.χ. σε τρία θέατρα πρεμιέρα.
Εγώ, συλλογίζομαι το γέρο συμβολαιογράφο του τελευταίου πατώματος, με το σκοτωμένο γιο, που δεν τον είδα ούτε και σήμερα. Έχει μήνας να φανεί.
Στο λιμάνι τα μπορντέλα παραγεμίσανε από το πλήρωμα των καινούργιων αντιτορπιλικών κι οι μάρκες πέφτουνε γραμμή.

Η θερμάστρα κουρασμένη τόσα χρόνια έμεινε πάλι φέτος σε μια τιμητική διαθεσιμότητα.
«Το πολυαγαπημένο μας αγγελούδι, (εδώ θα μπει το όνομα, που για τώρα δεν έχει σημασία) ετών 8 κτλ. κτλ.»
Στην οδό Αιγύπτου (πρώτη πάροδος δεξιά) τα κορίτσια κοκαλιασμένα περιμένανε από ώρα τον Ισπανό με τα τσιγαρόχαρτα.
Κι εγώ ο ίδιος δεν το πιστεύω αλλά προσπαθώ να σε πείσω οπωσδήποτε, πως αυτό το πράγμα στη γωνιά ήτανε κάποτε σαν κι εσένα. Με πρόσωπο και με κεφάλι.
Οσονούπω όμως, ας τ’ ομολογήσουμε, ο καιρός διορθώνεται και να που στο διπλανό κέντρο άρχισαν κιόλας οι δοκιμές.
Αύριο είναι Κυριακή.

Σιγά σιγά αδειάσανε οι δρόμοι και τα σπίτια, όμως ακόμη κάποιος έμεινε και τρέχει να προφτάσει
Και ρυθμικά χτυπήσανε μια-μια οι ώρες κι ανοίξανε πόρτες και παράθυρα μ’ εξαίσιες αποκεφαλισμένες μορφές
Ύστερα ήρθανε τα λάβαρα, οι σημαίες κι οι φανφάρες κι οι τοίχοι γκρεμιστήκανε απ’ τις άναρθρες κραυγές
Πτώματα ακέφαλα χορεύανε τρελά και τρέχανε σα μεθυσμένα όταν βαρούσανε οι καμπάνες

Τότε, θυμάσαι, που μου λες: Ετέλειωσεν ο πόλεμος!

Όμως ο Πόλεμος δεν τέλειωσεν ακόμα.
Γιατί κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ!

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Κάθε πρωί (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Κάθε πρωί

Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης
(από τη συλλογή Η συνέχεια (1954))

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Έργο: Της εξορίας (1976)

Κάθε πρωί, καταργούμε τα όνειρα,
χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια.
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο,
κάθε πρωί, χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους.
Οι νύχτες μεγαλώνουν,
μεγαλώνουν σαν αρμόνικες,
ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά,
ασήμαντες απαριθμήσεις.
Τίποτα, τίποτα.
Λέξεις μόνο για τους άλλους,
μα πού τελειώνει η μοναξιά.

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)

Μίκης Θεοδωράκης & Μανόλης Αναγνωστάκης: Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου & χορωδία
Έργο: Της εξορίας (1976)

Οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί και λασπωμένοι
το πιάτο στο τραπέζι λιγοστό
το φιλί στο κατώφλι ήταν κλεφτό
και έρωτες μέσα στις καρδούλες κλειδωμένοι

Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
κι έτυχε να ’ναι και καλή σοδειά

Τα βράδια ξενυχτούσαν στα υπόγεια
και σβάρνα ολημερίς τις γειτονιές
αχ τα σοκάκια εκείνα κι οι γωνιές
σφιχτά που φύλαξαν τα τίμια λόγια

Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
κι έτυχε να ’ναι και καλή σοδειά

Δεν ξέρανε πατέρα μάνα σπίτι
έναν δεν δίναν για το σήμερα παρά
δε ρίχνανε δραχμές στον κουμπαρά
δεν κράταγαν μεζούρα και διαβήτη

Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά
κι έτυχε να ’ναι και καλή σοδειά

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Δεν έφταιγεν ο ίδιος (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Δεν έφταιγεν ο ίδιος

Ποίηση: Μανόλης Αναγνωστάκης
Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Έργο: Της εξορίας (1976)

Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
η εποχή, τα βάρη, οι συνθήκες
κι άλλοι την πάθανε που τότε είπαν το ναι
και δεν ακούσανε των παλιών τις υποθήκες

Τάχα η θέλησή σου λίγη
τάχα ο πόνος σου μεγάλος
η ζημιά ήτανε στο ζύγι
πάντα φταίει κάποιος άλλος

Καλά-καλά ποιο είναι το κέρδος, ποια η ζημιά
ποιος να το πει δεν ξέρει
το βέβαιο ήτανε πως κάτι δεν πήγε καλά
δεν έφτασε όπου ονειρεύτηκε το χέρι

Τάχα η θέλησή σου λίγη
τάχα ο πόνος σου μεγάλος
η ζημιά ήτανε στο ζύγι
πάντα φταίει κάποιος άλλος

Δεν έφταιγεν ο ίδιος, τόσος ήτανε
κι οι άνθρωποι γεμάτοι είναι τώρα απαιτήσεις
αφού σήμερα δε θα ’λεγε το ίδιο το ναι
τώρα περίσσεψαν η σύνεση κι η κρίσις

Τάχα η θέλησή σου λίγη
τάχα ο πόνος σου μεγάλος
η ζημιά ήτανε στο ζύγι
πάντα φταίει κάποιος άλλος

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)

Μίκης Θεοδωράκης & Μανόλης Αναγνωστάκης, Έφτασες αργά (με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου)

Έφτασες αργά

Σύνθεση, ενορχήστρωση & διεύθυνση ορχήστρας: Μίκης Θεοδωράκης
Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης
Μπουζούκι: Κώστας Παπαδόπουλος & Λάκης Καρνέζης
Τραγούδι: Βασίλης Παπακωνσταντίνου
Έργο: Της εξορίας (1976)

Έφτασες αργά
σου πήρε άλλος τη θέση
έφτασες αργά
σε βγάλαν απ’ τη μέση

Δε σου φταίει κανείς
επέρασε ο καιρός σου
δε σου φταίει κανείς
λάθος ήτανε δικό σου

Άργησες πολύ
και το ’χασες το τρένο
άργησες πολύ
δε σε περιμένω

Δε σου φταίει κανείς
επέρασε ο καιρός σου
δε σου φταίει κανείς
λάθος ήτανε δικό σου

Πληροφορίες για τον δίσκο:

«Της εξορίας»: Με την επιστροφή του στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, ο Μίκης Θεοδωράκης πέραν των νέων έργων που έγραφε και ηχογραφούσε με διάφορους τραγουδιστές, συνήθιζε να περνάει στη δισκογραφία και ορισμένα τραγούδια που είχε συνθέσει σε δύσκολες για τον ίδιο και τη χώρα μας εποχές και για ευνόητους λόγους είχε απαγορευτεί να κυκλοφορήσουν.
Κάποια από αυτά είναι και «Της εξορίας», όπως ονομάστηκε ο συγκεκριμένος κύκλος και είναι γραμμένα σε διαφορετικά χρονικά σημεία που όμως έχουν ένα κοινό στοιχείο: Την εξορία και τα παρεπόμενά της, τα οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές ο συνθέτης. Ορισμένα γράφτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’40 όταν ο Θεοδωράκης ήταν εξόριστος στη Μακρόνησο, άλλα κατά τη διάρκεια της δικτατορίας και όλα μαζί παρουσιάστηκαν στη δισκογραφία τον Δεκέμβριο του 1976, με ερμηνευτή τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Η ερμηνεία του είναι ιδανική, μ’ ένα ύφος εντελώς διαφορετικό από εκείνο που τον έκανε πρωταγωνιστή στην ελληνική μουσική μερικά χρόνια αργότερα. Να προσθέσουμε ότι ο «Πέτρουλας» είχε ηχογραφηθεί για πρώτη φορά με τον ίδιο τον Θεοδωράκη ένα χρόνο νωρίτερα (1975) στον «Εχθρό λαό», ενώ στη δεύτερη πλευρά του δίσκου μεταξύ των τραγουδιών παρεμβάλλεται η μελωδία που αργότερα θα γίνει πασίγνωστη ως «Νύχτα μαγικιά»…

Πηγή: «Στου χρόνου τον καθρέφτη» – 1976 (άρθρο του Τάσου Κριτσιώλη στο musiccorner.gr)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (1975)

Νίκος Κούνδουρος, Τραγούδια της φωτιάς (Songs of fire)

Σκηνοθέτης: Νίκος Κούνδουρος
Διεύθυνση φωτογραφίας: Νίκος Αδαμόπουλος, Νίκος Γαρδέλης, Συράκος Δανάλης, Νίκος Καβουκίδης, Αριστείδης Καρύδης Fuchs, Σάκης Μανιάτης, Παύλος Φιλίππου
Μοντάζ: Αριστείδης Καρύδης Fuchs
Ηχολήπτης: Θανάσης Γεωργιάδης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Γιάννης Μαρκόπουλος, Σταύρος Ξαρχάκος
Ποίηση/Στίχοι: Μανόλης Αναγνωστάκης, Νίκος Γκάτσος, Μάνος Ελευθερίου, Μίκης Θεοδωράκης, Μάνος Λοΐζος, Κ. Χ. Μύρης, Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Ρίτσος, Γιώργος Σκούρτης
Τραγούδι: Αλέκα Αλιμπέρτη, Χαράλαμπος Γαργανουράκης, Μίκης Θεοδωράκης, Αντώνης Καλογιάννης, Μαρίζα Κωχ, Μάνος Λοΐζος, Μελίνα Μερκούρη, Λιζέτα Νικολάου, Γιώργος Νταλάρας, Νίκος Ξυλούρης, Κώστας Σμοκοβίτης, Μαρία Φαραντούρη, Λάκης Χαλκιάς, Λιλή Χριστοδούλου
Διεύθυνση παραγωγής: Φοίβη Σταυροπούλου
Ειδικοί συνεργάτες: Γ. Αθανασιάδης, Στέφανος Αλεξάνδρου, Παύλος Ζάρας, Τάσος Ζωγράφος, Γιάννης Καμπανάρης, Κώστας Καραμανίδης, Μίμης Κασιμάτης, Μίμης Κιμωλιάτης, Τάκης Κούνδουρος, Λάκης Κυρλίδης, Ερρίκος Μερόντης, Θανάσης Μπερμπεράκης, Γιώργος Μπουκλάκος, Μαρία Πάουελ Κουμαριανού, Θανάσης Σβορώνος, Κώστας Φέρρης
Παραγωγή: Finos Film, Νίκος Κούνδουρος, Κυπριακός Αγών
Ταινία: Τραγούδια της φωτιάς (πολιτικό ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους, 1975)

Σύνοψη της υπόθεσης:
Ένα ντοκιμαντέρ που αποτυπώνει την αντίδραση του ελληνικού λαού στη χούντα των συνταγματαρχών, και τους πανηγυρισμούς μετά την πτώση του μισητού καθεστώτος. Παρουσιάζονται οι δύο συναυλίες που έγιναν το 1974 για την υποστήριξη του αγώνα των Κυπρίων, οι πορείες του 1974 για την επέτειο του Πολυτεχνείου, η αναπαράσταση των βασανιστηρίων στα οποία υποβλήθηκε ο αγωνιστής του ΠΑΜ Χρήστος Ρεκλείτης και η κηδεία του Κύπριου Δώρου Λοΐζου.

Τι έχει πει για την ταινία ο Νίκος Κούνδουρος:
Τα «Τραγούδια της Φωτιάς», το μόνο ντοκιμαντέρ που έχω φτιάξει, είναι μια ταινία συντεθειμένη από φωνές και αιτήματα όπως αυτά διαμορφώθηκαν στους δρόμους της Αθήνας αμέσως μετά την παλινόρθωση της Δημοκρατίας. Μία ταινία ωδή στη λευτεριά. Αυτό, τίποτε άλλο.

Η ταινία έχει ως κύριο άξονα δύο συναυλίες, στο στάδιο Καραϊσκάκη με τον Μίκη Θεοδωράκη και στο γήπεδο της λεωφόρου Αλεξάνδρας με τον Γιάννη Μαρκόπουλο. Και οι δύο συναυλίες έγιναν το 1974, λίγο μετά την πτώση της χούντας.

Πηγές πληροφοριών:
Ταινιοθήκη της Ελλάδος
Ιστολόγιο «Τίποτα το σημαντικό»
Finos Film

Μανόλης Αναγνωστάκης: Εποχές 2, III

Federico García Lorca & Νίκος Μαμαγκάκης, Στο παλιό το καφενείο
(απόδοση στα Ελληνικά: Αγαθή Δημητρούκα, τραγούδι: Νένα Βενετσάνου / δίσκος: Του έρωτα και του πάθους (1983))

Εποχές 2

III

Έτσι όπως πια δεν το αποφάσιζες να φύγεις
Για κάθε πίκρα σου μη νιώθοντας οδύνη
Για κάποια δάκρυα που δε στέγνωσταν ακόμα
Για μιαν αρρώστια σου παλιά μη λογαριάζεις
Σκυμμένος πάλι μες στη νύχτα χωρίς λάμπα
Κάτω απ’ τις στέγες τις νεκρές της πολιτείας
Προσμένοντας μια Αυγή που σου ’χαν τάξει
Χρόνια ταξίδεψες διψώντας κάποιο γράμμα
-Μέσα σου πλήθος τ’ αμαρτήματα, τις τύψεις-
Με μια σβησμένη νοσηρή χρονολογία
Κι ούτε κανείς πια δε μ’ αντάμωσε σαν πρώτα
(Ούτε κανείς, αλήθεια, πρόσμενε να φέξει)
Έτσι όπως έμεινα κι εγώ τότε μια νύχτα
Ξένος ολότελα κι απ’ όλους ξεχασμένος
Με τη δική σου μοναχά τη συντροφιά
-Με σένα τόσα χρόνια μακριά μου-
Ξένος πολύ μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Έτσι όπως έμεινα μονάχος κάποια νύχτα
Μέσα σε τούτο το παλιό το καφενείο
Στο νυσταγμένο καφενείο όλη τη νύχτα
Στου Πειραιά, νύχτα, το βρώμικο λιμάνι

Από τη συλλογή Εποχές 2 (1948)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Εποχές 2, II

Ηλίας Ανδριόπουλος & Μάνος Ελευθερίου, Έπεσε βροχή κι αγέρας
(τραγούδι: Σωτηρία Μπέλλου / δίσκος: Ξένες πόρτες (1985))

Εποχές 2

II

«Το κάθε τι τελειώνει μια μέρα», «Τώρα είναι πια πολύ αργά»
Ή «Ν’ αποφασίσουμε χωρίς αναβολή» κι άλλες τέτοιες πολλές αοριστίες.
Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι. Ύστερα ήρθανε κι άλλοι.
Γνωστοί κάθε βράδυ. Καθίσαν σιωπηλοί σ’ ένα τραπέζι.
Σκέφτηκες πως περάσανε κι απόψε πάλι τόσες ώρες
-Σωστά το κάθε τι τελειώνει είναι τόσο απλό και φυσικό σαν το λες-
Μετρώντας ακόμη μια φορά ένα-ένα τα ναυαγισμένα μας όνειρα
Πως ζήσαμε κι άλλο ένα βράδυ την ίδια πάντα αναμονή.
(Φίλοι καλοί, μη μας κατηγορήσετε. Σκίσαμε τώρα καιρό τα βιβλία μας
Καλύψαμε με τα χέρια τ’ αφτιά μας στα σφυρίγματα των πλοίων
Ανάψαμε τη φωτιά μας το πρωί με τις παλιές φωτογραφίες)
Κάποια φορά σκεφτήκαμε πως έπρεπε να κοιτάξουμε περισσότερο τα χέρια μας
Είχα κάτι αρρωστιάρικα δάχτυλα, μέσα γλιστρούσε ανεπανόρθωτα το κάθε τι
Είπαν πως ό,τι αγγίζαμε ράγιζε. (Έπρεπε πια κι εμείς να το πιστέψουμε.)
Όμως γιατί ξαναγυρίζαμε κάθε φορά χωρίς σκοπό στον ίδιο τόπο;
Λέγαμε πως λησμονιούμασταν μέρες, ύστερα χρόνια, μα πάντα γυρνούσαμε
Κοιτάζαμε το πρόσωπό μας στον καθρέφτη και μια άλλη συνηθίσαμε μορφή.

… Φυσάει πολύ απ’ το σπασμένο τούτο τζάμι. (Ποιος έριξε φεύγοντας τις καρέκλες στο πάτωμα;)
Δεν ξεχωρίσαμε στο τέλος αν έπρεπε να ξανάρθουμε ή να μην ξανάρθουμε
Θαρρούσες πως στο βάθος θα μας κούραζε το ίδιο. Δεν ξεχωρίσαμε.
(Είχαν τα πρόσωπά μας τόσο αλλόκοτα μπλεχτεί. Μη μας κατηγορήσετε. Χάσαμε πια οριστικά το δικό μας.)

Από τη συλλογή Εποχές 2 (1948)

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Εποχές 2, I

Εποχές 2

I

Προσπάθησε μ’ όση καρδιά σ’ απομένει, χάραξε τούτες τις δυο γραμμές σταυρωτά
Ύστερα γέλασε πάλι, δοκίμασε τη νιότη σου ακόμα μιαν Άνοιξη· δεν είναι μάταιο
Μη θυμηθείς κάποια μέρα κάποιον που έφευγε με δυο πληγωμένες παλάμες
Ήμουνα εγώ που σου ’λεγα πάντα: φεύγοντας ήτανε πια πολύ αργά
Κι είχαμε ακόμα πολλή πίκρα πολλή μνήμη πολλή νόηση
Κι η αγάπη είναι πάντα όμορφη ακόμα κι όταν δεν ψιθυρίζει παρά με δυο αβέβαια ανήσυχα χείλη
Κι όταν δε μένει παρά σα δυο χαρακιές σ’ ένα λευκό περιθώριο
Προσπάθησε, πάλεψε ακόμα, ένα τόσο μικρό ασήμαντο διάστημα
Σβήσε μια ακατανόητη παρένθεση μην τραυματίζεις την αμέριμνη ζωή σου.
(Ήταν Οχτώβρης όταν σου χάρισα, έτσι σα μιαν αχτίνα γυρισμού, ένα παλιό κλεισμένο τετράδιο
Και τότες που δε θέλαμε πια να πιστέψουμε πως μπορούσαν ν’ αργούσαν οι ώρες τόσο απελπισμένα όμοιες
Τόσες φορές έξι μέρες
Σ’ ένα μικρό δωμάτιο, σ’ ένα γραφείο, σε μια παιδική κλινική ποτισμένη χλωροφόρμιο
Ανακαλύψαμε ξάφνου μια νύχτα πως λησμονήθηκε μέσα μας τόσον καιρό η νοσταλγία της απουσίας.)

Τώρα προσπάθησε· εγώ τελείωσα· δεν έχω τίποτ’ άλλο να σου πω
Είναι μια λέξη κενή για μια στιγμή πλημμυρισμένη καλοσύνη
Ξέχασε, ξέχασε πάντα -φτάνει μια στάλα καινούριας ζωής-
Ένα παλιό κυριακάτικο δειλινό με δυο σπασμένες καρέκλες στο «Καφενείο των Ναυτικών»
Εκείνον π’ αγάπησες κάποτε κι ίσως νοστάλγησες κάποια στιγμή το γυρισμό του.

Από τη συλλογή Εποχές 2 (1948) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης, Το καινούριο τραγούδι

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μιχάλης Γρηγορίου, Το καινούριο τραγούδι
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη & Γιάννης Κούτρας / δίσκος: Η αγάπη είναι ο φόβος (1980))

Το καινούριο τραγούδι

Ακόμα πιο κοντά· και δε θα σπάσουν αν δεν σπάσουν τώρα τα δεσμά σου
Δε θα μπορούμε να ρωτήσουμε τη διψασμένη αγωνία μας:
Γιατί δεν πεθαίνουνε πια αυτές οι μέρες που μας λεηλάτησαν τόσο;
Ή στο χρόνο π’ αρχίσαμε ν’ αγαπούμε σαν άντρες και τα κορίτσια τραβούσαν το χέρι τους χωρίς να ξέρουν το γιατί
Κι όμως, ίσως να ’τανε κι ωραίο, σαν ένα βιβλίο ανοιχτό, να περνούσανε οι ώρες αθόρυβα τριγυρισμένες ασφάλεια
Και να ξεχάσουμε το θάνατο εμείς που ζηλέψαμε τις πεταλούδες μες στις καλοκαιριάτικές μας αναμνήσεις.

Μια μέρα θα γράψω την ιστορία των χρόνων μου
Ένας κήπος μ’ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα
Μια θάλασσα που ταξιδεύουνε τα πλοία χωρίς προορισμούς
Πρόσωπα σπαταλημένα την εποχή που κατόρθωσαν ν’ αγγίξουν ελαφρά μια συνετά φυλαγμένη πτυχή μας
Πρόσωπα που ’ταν για μας η στοργή τους πληγή· αυτά θα σου γράψω.
Στο μεταξύ στις όχθες των μεσημεριάτικων ποταμιών δεν κοιμούνται πια οι χλομοί Νάρκισσοι με τις αθώες τους ευαίσθητες ψυχές
Στη στέρνα του πάρκου τα παιδάκια δεν ταξιδεύουν πια τις δροσερές τους χίμαιρες πάνω στα χάρτινα μικρά τους καράβια
Θυμούμαι την κρυφήν αγωνία μας: το σφίξιμο στη θέα του πρώτου κίτρινου φύλλου που μας άφηνε μιαν ολόπικρη γεύση στο στόμα.

Φτάνει πια αυτές οι μέρες που μας κούρασαν τόσο
(Οδυνηρές παραστάσεις άυλων οραμάτων)
Φτάνει πια η γαλάζια αιθρία του Αιγαίου με τα ποιήματα που ταξιδεύουν σ’ ασήμαντα νησιά για να ξυπνήσουν την ευαισθησία μας
Τα κορίτσια που ερωτεύονται την ίδια τους μορφή στον καθρέφτη και προσμένουν να λικνίσουν τ’ αβρά όνειρά τους.
Μες στις μεγάλες πλατείες οι άνθρωποι αγαπούν ορμητικά και πεθαίνουν
Τρέχουν, τα λόγια τους βαραίνουν πρόωρα, οι καρδιές τους σφυροκοπούν σαν το μέταλλο
Μες στα πολύβοα λιμάνια κατέβηκα και γέμισα το στήθος μου ομίχλη στις αποβάθρες που δε θέλουν να γεράσουν
Κατέβηκα να σου φέρω την αγάπη που τόσο σου ζήτησα και τη γυρεύω με λαχτάρα
Στα σκοτεινά πλοία που ρίχνουν την άγκυρα, φορτωμένα πελαγίσιες εικόνες και κάρβουνο
Στις χαμηλές κάμαρες των πανύψηλων οικοδομών που κρατούν τη φωτιά και το μυστήριο
Και τα ρολόγια χτυπούν ρυθμικά. Δεν έχω καιρό.
Μοναδική της αγωνίας μου οπτασία.

Στα κατώφλια των γκρεμισμένων σπιτιών νικημένοι στρατιώτες περιμένουν χωρίς ελπίδα το γυρισμό
Στ’ άδεια κρανία τους πλανιούνται εναγώνιες κραυγές
Η φρίκη της άδικης μάχης σκοτώνει τις εφιαλτικές τους ώρες
Λέξεις χλομές συνθέτουν πληγωμένα ελεγεία
Κι εγώ ονειρεύομαι μια μέρα πατώντας πάνω στους νεκρούς μου στίχους να τονίσω με κόκκινα γράμματα (νικητήριες σάλπιγγες) το καινούριο μου τραγούδι.

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, V

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης: Χαρά, χαρά
(τραγούδι: Πέτρος Πανδής / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

V

Χαρά, Χαρά, ζεστή αγαπημένη
Τραγούδι αστείρευτο σε χείλια χιμαιρικά
Στα γυμνά μου μπράτσα το είδωλό σου συντρίβω
Χαρά μακρινή, σαν τη θάλασσα ατέλειωτη
Κουρέλι ακριβό της πικρής αναζήτησης
Άσε να φτύσω το φαρμάκι της ψεύτρας σου ύπαρξης
Άσε να οραματιστώ τις νεκρές αναμνήσεις μου
(Ανελέητο κύμα της νιότης μου).

Ω ψυχή την αγωνία ερωτευμένη!

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Χάρης 1944

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Χάρης 1944
(τραγούδι: Μαρία Φαραντούρη / δίσκος: Αρκαδία I – VII – VIII (1975))

Χάρης 1944

Ήμασταν όλοι μαζί και ξεδιπλώναμε ακούραστα τις ώρες μας
Τραγουδούσαμε σιγά για τις μέρες που θα ’ρχόντανε φορτωμένες πολύχρωμα οράματα
Αυτός τραγουδούσε, σωπαίναμε, η φωνή του ξυπνούσε μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούσαν τη νιότη μας
Μερόνυχτα έπαιζε το κρυφτό με το θάνατο σε κάθε γωνιά και σοκάκι
Λαχταρούσε ξεχνώντας το δικό του κορμί να χαρίσει στους άλλους μιαν Άνοιξη.
Ήμασταν όλοι μαζί μα θαρρείς πως αυτός ήταν όλοι.
Μια μέρα μάς σφύριξε κάποιος στ’ αφτί: «Πέθανε ο Χάρης»
«Σκοτώθηκε» ή κάτι τέτοιο. Λέξεις που τις ακούμε κάθε μέρα.
Κανείς δεν τον είδε. Ήταν σούρουπο. Θα ’χε σφιγμένα τα χέρια όπως πάντα.
Στα μάτια του χαράχτηκεν άσβηστα η χαρά της καινούριας ζωής μας
Μα όλα αυτά ήταν απλά κι ο καιρός είναι λίγος. Κανείς δεν προφταίνει.

… Δεν είμαστε όλοι μαζί. Δυο-τρεις ξενιτεύτηκαν
Τράβηξεν ο άλλος μακριά μ’ ένα φέρσιμο αόριστο κι ο Χάρης σκοτώθηκε
Φύγανε κι άλλοι, μας ήρθαν καινούριοι, γεμίσαν οι δρόμοι
Το πλήθος ξεχύνεται αβάσταχτο, ανεμίζουνε πάλι σημαίες
Μαστιγώνει ο αγέρας τα λάβαρα. Μες στο χάος κυματίζουν τραγούδια.
Αν μες στις φωνές που τα βράδια τρυπούνε ανελέητα τα τείχη
Ξεχώρισες μια: Είν’ η δική του. Ανάβει μικρές πυρκαγιές
Χιλιάδες μικρές πυρκαγιές που πυρπολούν την ατίθαση νιότη μας
Είν’ η δική του φωνή που βουίζει στο πλήθος τριγύρω σαν ήλιος
Π’ αγκαλιάζει τον κόσμο σαν ήλιος που σπαθίζει τις πίκρες σαν ήλιος
Που μας δείχνει σαν ήλιος λαμπρός τις χρυσές πολιτείες
Που ξανοίγονται μπρος μας λουσμένες στην Αλήθεια και στο αίθριο το φως.

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V… [II]

Charles Aznavour & Georges Garvarentz, Hier Encore (1964)

Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…

II

Σε τούτη τη φωτογραφία ήμουνα νέος κοντά 22 χρονώ· εδώ είναι η γυναίκα π’ αγαπούσα: η γυναίκα μου
Τη λέγανε Μάρθα· έσφιγγε το γιο μου με λαχτάρα στην αγκαλιά της
Δε μου ’πε: «χαίρομαι που πας να πολεμήσεις». Έκλαιγε σαν ένα μικρό κοριτσάκι.
Κι εδώ κάποιο σπίτι παλιό μ’ έναν κήπο στη μέση και μ’ άνθη…
… Θυμάσαι όταν ήμασταν παιδιά είχαμε ένα ξύλινο άλογο και μια γυαλιστερή τρομπέτα
Τα βράδια ξαγρυπνούσαμε στα βιβλία με τις αρχαίες ηρωικές ιστορίες
Τον αθώο μας ύπνο τυράννησαν οι αντίλαλοι των φημισμένων πολεμιστών
Ύστερα τα ξεχάσαμε όλα αυτά σε μια γωνιά γελώντας για τα παιδιάστικα καμώματα.
Ίσως αύριο μια τόση τρυπίτσα μού χαράξει το μέτωπο
Ω μια τρυπίτσα που χωρά όλο τον πόνο των ανθρώπων
Ποιος είμαι; Πού βρίσκομαι; Σκίστε τα ρούχα μου εδώ μπροστά στο στήθος
Ίσως θα βρείτε ακόμα τ’ όνομά μου σκαλισμένο. Ποιος το θυμάται;
Ψάξτε τα ρούχα μου ακόμα… Εδώ ήμουνα νέος 22 μόλις χρονώ
Κι εδώ μια γυναίκα που σφίγγει με λαχτάρα ένα παιδί στην αγκαλιά της.

(Έκλαιγε αλήθεια όταν έφευγα σαν ένα μικρό κοριτσάκι.)

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V… [I]

Μάνος Χατζιδάκις & Νίκος Γκάτσος, Ο Ιρλανδός κι ο Ιουδαίος
(τραγούδι: Γιώργος Ρωμανός / δίσκος: Μυθολογία (1966))

Ποιήματα που μας διάβασε ένα βράδυ ο λοχίας Όττο V…

I

Σε δύο λεπτά θ’ ακουστεί το παράγγελμα «Εμπρός»
Δεν πρέπει να σκεφτεί κανένας τίποτ’ άλλο
Εμπρός η σημαία μας κι εμείς εφ’ όπλου λόγχη από πίσω
Απόψε θα χτυπήσεις ανελέητα και θα χτυπηθείς
Θα τραβήξεις μπροστά που μαντεύονται χιλιάδες ανήσυχα μάτια
Εκεί που χιλιάδες χέρια σφίγγονται γύρω από μι’ άλλη σημαία
Έτοιμα να χτυπήσουνε και να χτυπηθούν.

Σ’ ένα λεφτό πρέπει πια να μας δώσουν το σύνθημα
Μια λεξούλα μικρή μες στη νύχτα, που σε λίγο εξαίσια θα λάμψει.

(Κι εγώ που ‘χω μια ψυχή παιδική και δειλή
Που δε θέλει τίποτ’ άλλο να ξέρει απ’ την αγάπη
Κι εγώ πολεμώ τόσα χρόνια χωρίς, Θε μου, να μάθω γιατί
Και δε βλέπω μπροστά μου τόσα χρόνια παρά μόνο τον δίδυμο αδερφό μου).

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης

Μανόλης Αναγνωστάκης: Πέντε μικρά θέματα, IV

Μανόλης Αναγνωστάκης & Μίκης Θεοδωράκης, Κάτω απ’ τα ρούχα μου
(τραγούδι: Μαργαρίτα Ζορμπαλά / δίσκος: Μπαλάντες (1975))

Πέντε μικρά θέματα

IV

Κάτω απ’ τα ρούχα μου δε χτυπά πια η παιδική μου καρδιά
Λησμόνησα την αγάπη που ‘ναι μόνο αγάπη
Μερόνυχτα να τριγυρνώ χωρίς να σε βρίσκω μπροστά μου
Ορίζοντα λευκέ της αστραπής και του όνειρου
Ένιωσα το στήθος μου να σπάζει στη φυγή σου

Ψυχή της αγάπης μου αλήτισσα
Λεπίδι του πόθου μου αδυσώπητο
Νικήτρα μονάχη της σκέψης μου.

Από τη συλλογή Εποχές (1945) του Μανόλη Αναγνωστάκη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Μανόλης Αναγνωστάκης