Ρούλα Αλαβέρα, Έξι ελληνικά κεντήματα για την Αμαλία Μεγαπάνου (5)

5

Τι να ζητά η νύχτα

που την ψυχή απομακρύνει
ακούσια από το σώμα της;
Τι μένει δεμένο, διαδρομή
και δέλεαρ, παγίδα της πανσελήνου;

Το σπίτι και η σκιά του
καράβι φτερωτό,
τσαμπιά σταφύλια τα πανιά του.

Σεντόνι κυπριακό,
άσπρο φόντο, απ’ την ανάποδη
γύρνα τον κόσμο, τον χορό,
τ’ αστέρια κάτω, λακόχρωμες
ανταύγειες του καλύμματος.
Η θάλασσα
πάνω, και κάτω κάτω άγκυρες
οι ουρανοί. Σκιά ο κλώνος,
το τσαμπί, σκιά τ’ ανεστραμμένα
ανθρωπάκια, σκιά η ψυχή, ήμασταν
νέοι κάποτε∙ στα χέρια των κοινών
θνητών
τα δύο άκρα αγγίζονται∙
σεντόνι καθαρό στο καθαρό κρεββάτι.

Το τέλος όσο μακρόσυρτο
τόσο βαριά η ψυχή του.

Από τη συλλογή Έξι ελληνικά κεντήματα για την Αμαλία Μεγαπάνου (1998) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Έξι ελληνικά κεντήματα για την Αμαλία Μεγαπάνου (4)

Καράβι καραβάκι (παραδοσιακό Χίου με τη Δόμνα Σαμίου)

4

Καράβια καραβάκια στην εταμίνα πλέει,

από τη Σκύρο έρχονται
στη Σκύρο κατεβαίνουν,
το ένα έχει την πικρίλα
τ’ αλατιού, το άλλο λουκούμια,
και γλυκά του κουταλιού,
το τρίτο το καλύτερο
το δέντρο της ζωής μας
μεταφέρει σε οικισμό φανταστικό.

Οι μαρκοβελονιές γέμισαν τα ιστία
με σταυροβότανα, σημαίες ελληνικές,
φύλακες μνήμης,
κι αργά διασχίζουν
τα νερά της εταμίνας.

– Άγιε και ασκητή, δώσε ξανά
ρυθμό στα χέρια της, στο μέτρημα
του αγκυρωτού σταυρού.
– Γλώσσα βαρυάλγητη, άστην για λίγο
ήσυχη, στέγει στη θάλασσα το κεντίδι της,
ψηφίο μετρητού καιρού.

Από τη συλλογή Έξι ελληνικά κεντήματα για την Αμαλία Μεγαπάνου (1998) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Ο οβολός

Ο οβολός

Απόγευμα στην παραλία. Στριμμένα πουλιά ρίχναν δηλητήριο κι ο κόσμος ξεσηκώθηκε, περιχαρακωμένα ψάρια, γουλιά εκπληκτικής άνεσης, μεθύσι, πείνα όρεξη στο κούφιο σου στομάχι. Δρόμοι στην πόλη. Παγίδες στην ηδυπάθεια του κυματισμού
Χθες που κοιμόσουνα, θυμήσου
στον ύπνο σου βογγούσες
τα χέρια σου ψαχούλευαν
Φόρεσες τρύπια παπούτσια σε βροχή
Περπάτησες. Συμπάθησες τα κύματα
στην έσχατη λογική συνθηκολόγησή σου
ποτέ πια τρύπια παπούτσια.

Ο οβολός πρασίνιζε τις χίλιες δόσεις της κατήφειας
Δεν ντύνεις με χαμόγελα την πληρωμή
κι η διάθεση αξιοπρόσεκτα δωρίζει πάντα τα ίδια πράγματα
στον κόσμο
Βογγούσαμε στον ύπνο μας. Η θάλασσα. Κι εμείς.

Από τη συλλογή Δρ. Τζέκυλ. Έι Μίστερ Χάυντ (1978) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Από τώρα τότε

Από τώρα τότε

Σου δόθηκε σαν από αόρατη καρδιά,
σαν δράση και θαρραλέο όνομα,
τις άγνεθες ίνες της ίδιας σου
της πήλινης κάσας να υφάνεις.
Αυτή που ήταν τώρα,
είναι,
και τότε, από τα χάμω
με ευρηματικότητα
τη σάρκινη καταχνιά να οδηγείς,
με τρόπο της πλοκής, τον οπλισμό
της εν ζωῇ ασχήσμιας,
παρηγοριά στο εν θανάτῳ Σχήμα.

Παρηγοριά μου, σπλάχνο της πιο
αφηρημένης μνήμης μου, μη με ξυπνάς.
Ακόμα με το γάλα νανουρίζομαι, δεν
κάνω για στέρεη τροφή. Πλεμάτια, αγριόδεντρα,
χόρτα ξερά και φίδια με ζαλίζουν.
Στο υπό
αποκαθίσταμαι σαν φως ή και σαν ήχος.
Σαν χρώμα. Σαν ψιλόχιονο. Έλεος και όχι
θυσία στη φωτιά. Στην κούραση, χρυσό
φαράγγι, όπου συλλογισμοί και μνήμες
καιρός τους να ’ρθουν στην Αρχή και
στο Πανόραμα του γυρισμού μιας Πόλης
Υπερήφανης.

Από τη συλλογή Περί της δεσποτείας των πόλεων και των ονειρικών (1999) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, [Αν πεις το σώμα υγιές…]

Αν πεις το σώμα υγιές, ίσον καλή
διατροφή και μέλος της Κυβερνώσας
Κάστας. Η κάστα, λυγμός τέταρτος.

Κι αν πεις, τα χέρια και τα πόδια
χωρίς κάλους, η φάρα
στη συμμετρία των πτυχών
τιμής και εργασίας,
ακρωτηριασμών και ικριωμάτων,
ταπεινώνει τον γρόνθο,
αχρηστεύοντάς τον
με την υπνωτική επίδραση
της συμφιλίωσης.

Έναν καιρό, θα πεις, ο πόλεμος
αναλάμβανε το θρήνο,
και την προφητεία ίδια πάντα:
ο άνθρωπος πάντα και πάντα
θα γελιέται
∙ στο πλήθος,
στο θέατρο έκτρωμα,
όπου ο άβουλος εν τροπή
τελευτήσει, τον τρελλό τής
παρωδίας: «ιδού το πέρας
ήκει», πρόδιδε, κατέδιδε
ο βάλτος. Σαλός∙ διακρίνονται
κάποιες συχνότητες ανάκλησης
στην επιφάνεια του βάλτου.
Μωρός∙ καμμιά κυριότητα,
ούτε ο κτώμενος ούτε ο πωλών.
Άμεσος∙ ο χρόνος κρούσης:
να μην πεθάνεις εδωνά.

Άκλητος ή κεκλημένος
ο Δρυΐδης τραβά
τη λοταρία του θανάτου:
για να ηρεμήσουν οι θεότητες προτού
οι Ρωμαίοι διαβούν τη Βρετανία
,
προτού ο Σουίφτ επιταχύνει το κατάσκεπο
από έναστρο ουρανό ταξίδι του:
«μη μου πεθάνεις εδωνά,
σαν το φαρμακωμένο ποντίκι
μέσ’ στη φάκα.»

Μη μου πεθάνεις εδώ να,
στο έλος

το έλος
είναι η κάστα.

Από τη συλλογή Εννέα λυγμοί για τον καλό άνθρωπο από λάσπη (1997) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Φιλάρχαιες συναντήσεις (απόσπασμα)

Φιλάρχαιες συναντήσεις (απόσπασμα)

Πρώτον έρχεται η μάσα
δεύτερη η συνουσία
τρίτο κι απαραίτητο το μποξ
τέλος να μεθάς, λέει η συμφωνία.
Κυρίως μην ξεχνάς λεφτό
πως όλα επιτρέπονται εδώ.

Μπρεχτ

Ο μικρός αυτός ναός λειτουργεί
επετειακά, μια φορά το χρόνο
για μιάμιση μέρα γεμίζει από φωνές,
χαρτιά, κουτιά από κόκα κόλα και μπύρες,
τα γνωστά. Μυρίζει λιβάνι και θυμίαμα
ανακατεμένα με την τσίκνα και οι πιστοί,
γίνονται ένα με τους γύφτους
και τους Αλβανούς από τα γύρω χωριά.
Τον υπόλοιπο χρόνο μένει έρημος,
αν δεν υπολογίσουμε τον κυρ Βασίλη
που από τότε που πέθανε η γυναίκα του
έρχεται κάθε μέρα και ανάβει το καντήλι.

«Στο αριστερό τοιχίο μόλις διακρίνουμε
την εικόνα του αγίου. Τι λέτε κύριε γενικέ,
θα μας εγκρίνετε την πίστωση για τη διάσωση
του εξαίρετου αυτού μικρού ναού; Είναι
ιδιαίτερα σημαντικός και μάλιστα τώρα
με τα γεγονότα που συμβαίνουνε
στην περιοχή …»
Τι χρηματορύχος υπουργείων ! Τα κατάφερε.
Και για τρία χρόνια ο κυρ Βασίλης
τον ταΐζει με φρέσκο ολόπαχο τυρί, ψωμί
ζυμωτό και τον ποτίζει με καφέ στην ανθρακιά
και σπιτικό κρασάκι.
Μένει στο σπίτι της αδελφής του κυρ-Βασίλη,
κι όσο για τους γύφτους και τους Αλβανούς
του φτιάξανε το σπίτι (υδραυλικά, πλακάκια,
τρίψιμο τα πατώματα) στην πόλη,
όπου γίνονται φιλικές, επιστημονικές συναντήσεις,
κλπ. (Κάποιος σφύριξε ότι έχει ένα δωμάτιο
στο σπίτι της μάνας του γεμάτο εικόνες, αλλά
τώρα …)
Πάντως ξέρει, να καταδιώκει στην ατέλειωτη
σκάλα του κ. γενικού τα τέλεια μηδενικά
και σιγά σιγά τον αποδέχτηκαν όλοι. Όλοι
Τι ψυχική ανάταση ο αγώνας για τον τόπο σου !
Τι μποξέρ ! Ο κύριος αρχιτέκτων με άποψη
στα πολιτιστικά, κυρίως στα βυζαντινά.

Τώρα θα πείτε ο άγιος; Τι ο άγιος;
Πού άγιος;
Ο άγιος έχει χρόνια που έσβησε,
πήρε τ’ άγια του, κι έφυγε,
τι, να μας κάνει, εμάς, ο αποκεφαλισθείς;
[…]

Από τη συλλογή Φιλάρχαιες ξεναγήσεις (2001) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Οδοιπορικό (απόσπασμα)

Οδοιπορικό (απόσπασμα)

Κάτι θυμόμαστε. Κάτι περιμένουμε κοιτάζοντας τους γλάρους
Γ. Θέμελης

Είκοσι τρεις εβδόμου ογδόντα από Καβάλα
για Θάσο
Επιβάτες κορμιά ελληνικά, δυο αγγλοσαξωνικά
γεροδεμένα ηλικιωμένα ζώα, ο σκύλος τους
να φοβερίζει τα παιδιά κι οι γλάροι
ν’ ακονίζουν τα φτερά τους στο χαμό
Οι γλάροι ήσαν δυο

Το φως του ήλιου δε ρωτά
Ανταμοιβή μου όλη κι όλη η
παραγινωμένη ειρωνεία των
ξένων και του σκύλου τους να
τρομάζει τα παιδιά
– Παιδί, μη παριστάνεις το
πουλί ανοιγοκλείνοντας τα χέρια
[…]

Ο αφρός τσουρουφλίζεται απ’ τον
ήλιο. Το χερούλι του καθίσματος
με χαμένη την πρώτη γυαλάδα
Στήριγμα
Οι μεσήλικες μεγαλό-
σωμοι ασώματοι αγγλοσάξωνες
ριζώνουν στα πόδια του σκύλου
τους – μίζερος βγαίνεις
αφήνοντας πίσω τους νυσταγμένους
καραβοκύρηδες
Λίγες μέρες διακοπών στη Θάσο,
φωνές, βρωμιά, τρανζίστορ, διαρκή
πονοκέφαλο, χωρίς νερό, χωρίς
νερό χωρίς
με ηλίθιους και ηλίθιες που
σου γίνονται συμπαθείς – δεν
έφταιξαν – φωνασκούντες με
διαρκή πονοκέφαλο – φαρμάκι στ’ αυτιά
Ο μίσχος απ’ τα ηλιόσπορα δεν είν’
αγκαθωτός
σκούρος
πράσινος
γλοιώδης
πρασινοκίτρινος μπροστά στη
θάλασσα πιο δυνατός
Ηλιόσπορα ηλιόσπορος
μια και τα πάντα εν Σοφία
μια και αεί ο Θεός
ο Μέγας γεω-
μετρεί μια και το ηλιόσπορο
πιο δυνατό μπροστά στη θάλασσα
Καράβι ελληνικό στο παραθύρι
– Πες μου θεέ, στ’ αλήθεια, τα ’ξερες
τα ’χες όλα προβλέψει;
[…]

Από τη συλλογή Οδοιπορικό, Σχέδιο για άσκηση (1982) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Χιονόκαιρος μες στη χιονόσφαιρα

Χιονόκαιρος μες στη χιονόσφαιρα

Ψύχος. Λευκά
μυρμήγκια ανιχνεύουν τους
διερχόμενους. Άσπρο
χιονόνερο,
χιονόβροχο. Ενδόμυχες φυγές,
ενδόμυχες νότες μονομαχούν
με το λευκό. Αλεύκαντες
σκέψεις μου
σέβονται τον ήχο που γεννούν.
Υποτάσσονται,
προσηλώνονται
στην παγωμένη νοσταλγία.

Σκεπτόμενη ονειροπόληση
υψώνει ασπρόχωμα∙ σημαία
ειρήνης ή παράδοσης; Κρύο

λευκαίνομαι
λευκαίνεται το πενθηρό
ιμάτιό μου

αδιάφορα,
ορίστε, παραιτούμαι.

Από τη συλλογή Περί της δεσποτείας των πόλεων και των ονειρικών (1999) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα: [Μποτίλια. Έχει γραμμένο στην ετικέτα…]

Μποτίλια. Έχει γραμμένο στην ετικέτα
το κόστος παραγωγής και σκαλισμένο το πεπρωμένο
της. Τι τύχη να μη φοβάται το νόημα της επιθυμίας.
Τα δαπανήματα μοιράζονται δίκαια, ισομέγεθα και
ισοσκελισμένα, όπως δίκαιες ισομεγέθεις και
ισοσκελισμένες είναι οι καχυποψίες μου
Σου προσφέρω φιλοξενία στο εκκενωμένο
σπιτικό.
Η φθορά των σκουληκιών χάρτινη στη χάρτινη
συλλογή του Θεού και υποταγμένη στα
φτερνοπατήματα, στ’ ακροπατήματα
Κουβαλάς
κι ανάσκελα φτιάχνεις έναν άλλον ουρανό. Ριχτό
ως τη γη, με τις συννεφιές του, μ’ αγγέλους με
φακούς, με κύπελλα αργυρά και καταγής
οι πράξεις της ζητωκραυγής, οι πράξεις
του ολοκληρωτικού θανάτου – νοσοκόμα
σπρώχνει τη βαριεστημάρα του με φάρμακα
και συ εξακολουθείς «μεριμνάς και
τυρβάζεις»
Γιατί δεν απολαμβάνεις την κατανόηση του
μετανιωμένου εχθρού; του νέου σύμμαχου,
γιατί δεν δέχεσαι να είσαι η τυχερή να φας
και τις δικές μου τύψεις;
γιατί, όταν σε παρατηρώ, βλέπω την πλάτη σου
να παραμένει νεανική, το δέρμα σου λείο;
γιατί; κι όλο το άλλο κορμί ζαρωμένο
κι αγιάτρευτο;
Ξεφλουδίζεις την αδιαντροπιά νερό
τα μπράτσα, γέρνεις γριά ρυτιδωμένη
κι αφτιασίδωτη στο πηγάδι αντικλείδι
ο καθρέφτης

Από τη συλλογή Ακηδία (1983) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, [Φόρεμα με παγιέτες, μαύρο…]

Φόρεμα με παγιέτες, μαύρο.
μαύρο, μαύρο, μαύρο

Το λυπόμουν άχρηστο στη ντουλάπα
με την περηφάνια του να παραδέρνει
σε πομπές εορταστικές, μετά από
μέρες νηστείας.
Δε φοριόταν
Δεν πετιόταν

Από τη συλλογή Ακηδία (1983) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Μετά

Μετά

Πολύ καλά∙ το επόμενο θύμα
ανατρίχιασε ως το θάνατο
το επόμενο θύμα περπάτησε
κυνηγώντας το δολοφόνο
το αμέσως επόμενο θύμα
έσβησε την κακία του
αμετάκλητα

Από τη συλλογή Κρανιοτρύπανο (1973) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, [Λοιπόν κύριε καθηγητά…]

Λοιπόν κύριε καθηγητά,
να ’μαστε πάλι.

Ο φον Χάγετ εξακολουθεί να σας ρωτά:
«Αναλογίζεστε τις οικονομικές συνέπειες
της ειρήνης σας, αγαπητέ;»
Ήπιες μορφές κι η πρώτη επαφή με τη φτώχεια,
επαφή με τη χυδαιότητα.
Κύριε Κέυνς,
το κατασκεύασμα υποστηρίζεται από πάγο κι από ήχους
ατσάλινων άστρων,

και το ερώτημα, κακόβουλο εμπόδιο, παραμένει:
«πώς είναι ένας διακριτικός έλεγχος και ποιοι θα
τον…;»,
«ποιος…», «πώς, η οικονομία απαιτεί
την ολοκλήρωση του ανθρώπου προς τον θάνατο;»,

όπως το δίλημμα ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο∙
κι είναι τόσο απλό να διαλέγεις τον θάνατο του άλλου.

Από τη συλλογή Ο δρόμος προς την υποτέλεια (2003) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Μοιραίο

Μοιραίο

Πάντοτε υπάρχουν ειλικρινείς περίεργοι
για τις γωνίες, τα ψηλά καθίσματα της εξουσίας
τα χλωμά πρόσωπα και τις κακόηχες φωνές
που μοιάζουν περισσότερο με αναπόφευκτες
αρρώστιες.
Καμιά φορά ενώ νιώθεις οίκτο
για τους προικισμένους με δυστυχία
και ομορφιά
εξακολουθείς ο ίδιος να καθρεφτίζεσαι.

Από τη συλλογή Πέρασμα (1964) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Τα εφαρμοσμένα πρόσωπά μας

Τα εφαρμοσμένα πρόσωπά μας

Τα εφαρμοσμένα πρόσωπά μας
δεν έχουν κίνηση – συντηρούνται
απ’ το νυχτερινό κρύο του Νοέμβρη∙
λεηλατημένα παρελθόντα τα πρόσωπά μας
Γύρω πάλι τόσα παιδιά
παιδιά πέντε, δέκα, δώδεκα χρονώ
παιδιά που ψηλώνουν
Δεν έχεις να τα προειδοποιήσεις
δεν έχεις παρεκτός
απόνα συννεφιασμένο χέρι
να τ’ αποχαιρετάς
Είσαι μ’ αυτούς που μοιάζουν μεταξύ τους
που το βάζουν στα πόδια
με κανονικό βήμα

Από τη συλλογή Περί της δεσποτείας των αντιαζομένων (1969) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Κάτοικος

Κάτοικος

Ήσουν το μελάνι που εξερευνά
τη νοητή χώρα
Είχα λίγη πανουργία, με τη γεύση
της διασποράς στα καλντερίμια
Σε συναντώ συνένοχο δραπέτη
της παλιάς πόλης

Το μέρος που βρισκόμαστε αιωρείται

Από τη συλλογή Μια ημερομηνία παλιά (1974) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Τώρα πια δεν μετράς

Τώρα πια δεν μετράς

Τώρα, να λοιπόν
που πια δεν μετράς τις απώλειες
Η καταδίωξη της διπλής αλήθειας
και της οδύνης χάνεται
Τα λουλούδια που μαζεύεις
αγγίζουν την ανακωχή
του προσώπου σου
Δεν αγαπάς πια την οιμωγή
που σε χάιδευε
σου αρκεί
να παίρνεις τη διαφάνεια του αφρού
Φωνή επικοινωνίας
το χορτάρι προσεγγίζει αθόρυβα
τα βήματά σου

Από τη συλλογή Περί της δεσποτείας των αντιαζομένων (1969) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Η αγιότητά σου

Η αγιότητά σου

Η εχθρική αυγή ξυπνά
πάνω απ’ τα κεφάλια μας –
Κοίτα την, αναπνέεις
το σκοτεινό της αγέρα που τριγυρνά
ανάμεσα και απ’ αυτήν την αγρύπνια
των φυλάκων.
Κάποια όμορφη χώρα καίγεται
κάποια χώρα
που είτε έζησες, είτε δεν έζησες
δεν υπάρχει πια
Κάποια χώρα κλαις
Ο ίσκιος της φωτίζεται απ’ τον ουρανό
το πρόσωπό σου φωτίζεται μέσ’ απ’ τα τζάμια

Από τη συλλογή Περί της δεσποτείας των αντιαζομένων (1969) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα

Ρούλα Αλαβέρα, Η πόλη που ζω

Λουκιανός Κηλαηδόνης & Κωστούλα Μητροπούλου, Η πόλη μας
(τραγούδι: Μανώλης Μητσιάς / δίσκος: Η πόλη μας (1970))

Η πόλη που ζω

Αυτή η πολιτεία καλλιεργεί τη μοναξιά μου
Επιβάλλει το βήμα μου να ’ναι πίσω
Εξαναγκάζει την καρδιά
Αυτή η πόλη γίνεται χώρα μοναδική
με τα καλντερίμια, τις γραμμές των τραμ
τους στρατιώτες της στα φυλάκια
Αυτή η χώρα μου μ’ εξαγοράζει

Κρύβομαι ανάμεσα σε σοκάκια
Λένε πως η μοναξιά
ζει με τους πεθαμένους
πως τα σπίτια που περιτριγυρίζονται
με κάγκελα, είναι σπίτια νεκρών.
Όνειρα με φωταγωγημένες εκκλησίες
και φρούτα παράκαιρα.
Τα πόδια εξακολουθούν να βαδίζουν.

Από τη συλλογή Πέρασμα (1964) της Ρούλας Αλαβέρα

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Ρούλα Αλαβέρα