Στέλλα Τιμωνίδου, Η μουσική είναι παντού

Μιχάλης Χατζηγιάννης & Ελεάνα Βραχάλη, Βάλε μουσική
(τραγούδι: Δέσποινα Ολυμπίου / δίσκος: Βάλε μουσική (2003))

Η μουσική είναι παντού

[Ενότητα III]

Η μουσική είναι παντού:
σε δωμάτια και αίθουσες συναυλιών,
στην ποίηση και τη ζωγραφική,
στο κλάμα κάποιου νεογέννητου μωρού
ή τον επιθανάτιο ρόγχο ενός ετοιμοθάνατου
και έξω στην ίδια τη φύση.

Στις στάλες της βροχής πάνω στη στέγη
στο θρόισμα των φύλλων
ή στο κελάηδημα των πουλιών στο δάσος
και τη φωνή του κούκου
στο μουρμουρητό του νερού σ’ ένα ρυάκι
μα και στον λόφο, με το ζουζούνισμα των μελισσών
που ψάχνουν για γύρη από θυμάρι ή πεύκο,
βρίσκεις τη μουσική παντού.

Στον βρυχηθμό του λιονταριού της ερήμου,
στο κύμα που σκάει ορμητικά
στον φλοίσβο της ήρεμης θάλασσας,
μα και στον βάλτο
στο κρώξιμο των βατράχων
κάποιο ζεστό βράδυ του καλοκαιριού
η μουσική είναι παντού.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Advertisements

Στέλλα Τιμωνίδου, Η δαμασκηνιά

Η δαμασκηνιά

[Ενότητα V]

Μες στη μικρή κλειστή αυλή
δέσποζε μια δαμασκηνιά που
τα κλαδιά της περνούσαν πάνω
από τη στέγη του εβραίικου* σπιτιού,
εκεί όπου αντίκρισα το πρώτο φως
κι έζησα εικοσιέξι Μάηδες.

Κάθε άνοιξη ευώδιαζε ο τόπος
από τα απαλά ροζ άνθη της,
ενώ τα καλοκαίρια καθόμασταν
κάτω από τον παχύ ίσκιο της
και η γιαγιά ακουμπισμένη στον κορμό της
μας έλεγε ιστορίες από τη Μικρασία.

Κάποτε άρχιζε η συγκομιδή:
μεγάλα μοβ γλυκά δαμάσκηνα
μαζεύαμε πρώτα από τα χαμηλά
κι ύστερα από τα ψηλά σκαρφαλώνοντας
στα γερά κλαδιά της σαν σκιουράκια.
Η μάνα έκανε απ’ αυτά γλυκό του κουταλιού,
η γιαγιά θα τ’ άπλωνε να ξεραθούν στον ήλιο
για τις κομπόστες του χειμώνα κι η θεία
θα τ’ αποτέλειωνε με μαρμελάδα ή πελτέ.

Δεν άργησε όμως η μπουλντόζα να φανεί.
Την πήρε παραμάζωμα μαζί με τα σπίτια.
Κι έγινε διάνοιξη οδού με την ονομασία
Νέα Εγνατία ή Νέος Κόσμος,
όπως θέλεις πάρ’ το.

* Σπίτια όπου αρχικά ζούσαν Εβραίοι αλλά, μετά τον εκτοπισμό τους από τους Γερμανούς, ανέλαβε την επενοικίασή τους η Ισραηλινή Κοινότητα.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου: Η γειτονιά (γ’ Ομαδικά παιχνίδια)

Η γειτονιά

γ’ Ομαδικά παιχνίδια

[Ενότητα V]

Η γειτονιά γινόταν παιδική
χαρά, καιρού επιτρέποντος.
Πετούσαμε τότε τις τσάντες
με το σχόλασμα και τρέχαμε
στην πλατεία ή στην αλάνα.

Το κορίτσια παίζαμε κουτσό ή
μήλα και ποδόσφαιρο τ’ αγόρια.
Τα βράδια έσμιγε η παρέα
κι ακολουθούσε το κρυφτό,
τα παραμύθια κι οι ιστορίες
ή το σπασμένο τηλέφωνο.
Αν τύχαινε και καθόσουν
δίπλα σε αγόρι, ένιωθες
όμορφα όταν σου ψιθύριζε
τη λέξη στο αυτί.

Κάθε φορά που αντηχούσε
η μπάντα του Παπάφειου
παρελαύνοντας, μας άρεσε
να τρέχουμε ξωπίσω της.
Τα καλοκαίρια πάλι ένα αγόρι
έστηνε υπαίθρια τον μπερντέ και
μας διασκέδαζε με Καραγκιόζη,
αφού πρώτα εξασφάλιζε
τις πενταροδεκάρες μας.

Με κόπο και φωνές μάς μάζευαν
οι μανάδες κι οι γιαγιάδες μας
αργά στο σπίτι από το δρόμο,
όμως το ίδιο γινόταν και την επομένη:
παίζαμε, γελούσαμε και χαιρόμασταν
την κάθε μοναδική στιγμή…

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου: Η γειτονιά (β’ Πλανόδιοι)

Η γειτονιά

β’ Πλανόδιοι

[Ενότητα V]

Από το πρωί ως το απόβραδο περνούσαν
όλοι σχεδόν οι πλανόδιοι διαλαλώντας
το εμπόρευμά τους ή την τέχνη τους.
Πρώτος ο αγουροξυπνημένος γαλατάς
με το γκιούμι γάλα και τον μαστραπά.
Μετά ο παγοπώλης με το χειροκίνητο
βαρύ καρότσι του και το πριόνι του.
Ακολουθούσε ο μανάβης με το κάρο
που το ’σερνε συνήθως γερό άλογο
κι ο ψαράς με την τάβλα στο κεφάλι.
Συχνά πυκνά περνούσε ο καρεκλάς,
ο παπλωματάς, ο γανωτής, ο παλιατζής
κι ο αγαπημένος των παιδιών παγωτατζής∙
κάπου κάπου κι ο βοθροκαθαριστής.
Την παράσταση όμως έκλεβε
ο γύφτος με την αρκούδα ή
τη μαϊμού και το ντέφι του.

Ο μόνος που περνά ακόμα
από τη γειτονιά είναι ο γύφτος
με ένα τρίκυκλο πουλώντας
πλαστικά ή αγοράζοντας παλιά.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου: Η γειτονιά (α’ Μαγαζάκια)

Η γειτονιά

α’ Μαγαζάκια

[Ενότητα V]

Μια μακριά οδός η Ιωαννίνων
με χαμηλά εβραίικα σπιτάκια∙
κάπου κάπου κάνας κήπος
στην πρόσοψη ή στο πίσω μέρος.
Στη γωνία στο λαχανοπωροπωλείο
με την κυρα-Μαρία τη χοντρή
που ήταν και λίγο ακριβή και
σε κοίταζε με τις διόπτρες της
από τα νύχια ως την κορυφή.
Στην επόμενη γωνία το μπακάλικο
του κυρ-Αντώνη του μουρντάρη
με το σοβαροφανές ύφος
που δεν έχανε την ευκαιρία
σε όσες κουνούσαν την ουρά τους
καταπώς λεν οι κακές οι γλώσσες.
Υπήρχε κι ένα δεύτερο μπακάλικο
φάτσα στην αλάνα του κυρ-Κώστα
και της κυρα-Λένης από τη Δράμα.

Ψωμί παίρναμε από τον φούρνο
της γωνίας Περδίκκα και Κατσιμίδου.
Ο κυρ-Βασίλης με τον άσπρο σκούφο
ήταν πάντοτε αναψοκοκκινισμένος
γιατί τη μια θα φούρνιζε ψωμιά και
την άλλη θα έψηνε γλυκά και φαγητά.
Στην Κατσιμίδου και δίπλα στο κουρείο
σε μια πρόχειρη παράγκα με λαμαρίνες
χτυπούσε ολημερίς το σφυρί στο αμόνι
ο κοκκινοτρίχης ο τσαγκάρης. Καλός
στην τέχνη του μα μέγας κουτσομπόλης.
Στο τέρμα της Περδίκκα και κολλητά
στο Β’ Αστυνομικό Τμήμα το ποτοπωλείο
του Τζαρίδη που ήταν ταυτόχρονα
και ουζερί με δυο τρία τραπεζάκια∙
ο κυρ-Τζαρίδης ήταν ένας ευπατρίδης:
πολλοί γλίτωναν χάρη σ’ αυτόν
από τα γρανάζια της ασφάλειας.

Το περίπτερο μπροστά στο Παπάφειο
Ορφανοτροφείο διέθετε για χρόνια
το μοναδικό τηλέφωνο της γειτονιάς∙
εκεί αγοράζαμε και τις καραμέλες
σοκολάτες, εφημερίδες κι ασπιρίνες.
Για τα σχολικά, τα εικονογραφημένα
κλασικά, τις μπογιές και τις κλωστές
κατηφορίζαμε μέχρι το ψιλικατζίδικο
της Αετοράχης όπου παίρναμε και
τα μπατιρόσπορά μας. Απέναντι ήταν
κι ο χασάπης. Πάνω στη διασταύρωση
με την Περδίκκα, κοντά στην εκκλησία
του Αγίου Χρυσοστόμου, βρίσκονταν
από τη μια ο μεγάλος κόκκινος φούρνος
κι απ’ την άλλη το ξακουστό γιαουρτζίδικο
του κυρ-Γιάννη. Μας έπεφτε λίγο μακριά,
όμως το γιαούρτι του ήταν το καλύτερο
το έκοβε μάλιστα με το μαχαίρι!

Τώρα περνώ καμιά φορά από τους ίδιους
δρόμους και με νοσταλγία αναπολώ
την παλιά ατμόσφαιρα της γειτονιάς.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Η αγορά του Ντόρντρεχτ

Η αγορά του Ντόρντρεχτ

[Ενότητα I]

Ο τυρέμπορος με την ιατρική του μπλούζα
στοιβάζει φρέσκα, μαλακά και ώριμα πολύ,
παλιά και με όλη τους τη γεύση τα τυριά
σε χοντρές στρογγυλές μπάλες – τον άρτο
της σημερινής Ολλανδίας.

Στο ιχθυοπωλείο δύο άντρες
στέκονται μασουλώντας ωμή ρέγγα.
Ο πάγκος γεμάτος ορθάνοιχτα μάτια
και ακίνητα σώματα που περιμένουν
άδεια στομάχια και υπονόμους
να ολοκληρώσουν τον κύκλο.

«Είκοσι πορτοκάλια για τρία ευρώ»
φωνάζει η μανάβισσα
μες σε πατάτες και elstar.*
Δεν έχει μήλα braeburn και
οι πιπεριές είναι πολύ σκληρές,
ο ήλιος ακόμα γυαλίζει στα σταφύλια,
αλλά σίγουρα όχι στις ντομάτες,
κι αυτό σημαίνει λιγότερο κουβάλημα.

Πιο κάτω λουλούδια,
τακτοποιημένα σε κουβάδες και μπουκέτα,
που μετά την ανθρώπινη παρέμβαση
έχασαν το άρωμά τους
αλλά ακόμη δείχνουν πανέμορφα.

Παραδίπλα ο άνθρωπος που πουλάει βότανα
προσπαθεί να βελτιώσει τη γεύση μας
με τα δυνατά του αρώματα.
Η αποξηραμένη φύση στον πάγκο του:
μυριστικά για τη μαγειρική τέχνη
και πολλά ηρεμιστικά τσάγια.

Η αγορά ένας μικρόκοσμος
που ξεχειλίζει από ζωή σε κάθε καιρό
μέχρι που μια μέρα σε έναν πάγκο είδα
μόνο λουλούδια και ένα κερί.

* Είδος φρούτου στην Ολλανδία.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Ευθανασία

Ευθανασία

[Ενότητα III]

Για τον Wim Wirtz

Είμαστε έτσι κι αλλιώς δέσμιοι
μιας αρχής και ενός τέλους.
Σ’ εσένα έλαχε να ’ρθει αναπάντεχα
αδιαφορώντας όπως πάντα
για ηλικία, χαρακτήρα, χρώμα και χρήμα.

Σαν πολυμήχανος Οδυσσέας σκέφτηκες
ότι υπάρχουν θάνατοι και θάνατοι.
Ύστερα το στήθος πρόταξες και είπες:
«Μολών λαβέ» σαν άλλος Λεωνίδας.

Παλικαρίσια απόφαση.
Μπορεί να μη βγήκες νικητής
—ποιος άλλωστε—
κέρδισες όμως το δάφνινο στεφάνι.

Το δηλητηριασμένο βέλος δεν αστόχησε.
Σου πήρε, εντάξει, ένα σώμα,
σου έμεινε όμως αλώβητο το πνεύμα.

Αυτό γίνεται σιγά σιγά μνήμη που
ανεξίτηλη θα πλανιέται ανάμεσά μας
για πολύ ακόμη, spero.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Επικήρυξη

Επικήρυξη

[Ενότητα VII]

Επικήρυξε τη ζωή μου.
Όταν όμως ήρθα tête à tête
μαζί του, του έθεσα
κάποιους όρους, τους οποίους
δεν μπόρεσε ν’ αρνηθεί.

Έκτοτε βαδίζω σε ξυλοπόδαρα
μέσα από δαιδαλώδη μονοπάτια.
Πόσο θα διαρκέσει η πορεία
μου είναι άγνωστο.

Θα εξαρτηθεί από την επιστήμη.
Έκανε βήματα, δε λέω,
αλλ’ ακόμα δεν μπόρεσε να πατάξει
τους εχθρούς της ανθρωπότητας.

Έτσι θα ζω, όσο ζω
με τον θάνατο να καιροφυλακτεί
πίσω από την πόρτα.

Ντόρντρεχτ, 22 Οκτωβρίου 2007

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Ελευθερία

Ελευθερία

[Ενότητα III]

«L’ homme est né libre et partout il est dans le fers»
J.J. Rousseau
(1)

Εγκλωβισμένοι μες στις ανατομικές,
αστικές και πολιτικές φυλακές μας
ψάχνουμε απεγνωσμένα
ψήγματα ελευθερίας.

Αρχίζουμε με τα «μη» και τα «πρέπει»
από την παιδική ηλικία.
Καθήκοντα και υποχρεώσεις
εισβάλλουν στη ζωή μας.

Αργότερα πρέπει να κάνεις
μόνον ό,τι οι νόμοι επιτρέπουν,
γιατί η υπερβολική ελευθερία
οδηγεί στην υπερβολική δουλεία,
κατά την αρχαία φιλοσοφία.(2)

Μας κατακλύζουν οι κανονισμοί
και οι συμβιβασμοί,
οι περιορισμοί και τα όρια.
Φραγμοί στη σκέψη, στη δράση
και στη βούληση.

Ποιος, στ’ αλήθεια, πράττει
με τη δική του βούληση
χωρίς να καθοδηγείται
ή να εμποδίζεται από άλλον;

Έχουμε τελικά ελευθερία
ή ζούμε σε μια ουτοπία;
Μήπως πρέπει να πούμε
το «Ελευθερία ή Θάνατος»(3)
ή να τελειώσουμε
με τα λόγια του Κρητικού(4):
«Δεν φοβάμαι τίποτα,
δεν ελπίζω τίποτα,
είμαι λεύτερος».

(1) J.J. Rousseau: Από το «Κοινωνικό συμβόλαιο», 1762.
(2) Αριστοτέλης (384-322 π.Χ.)
(3) Σύνθημα της ελληνικής επανάσταση του 1821.
(4) Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957).

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Δύναμη

Δύναμη

[Ενότητα VII]

«Είσαι δυνατή» μου λένε.
«Ψυχικά ναι, αλλ’ όχι και σωματικά».

«Πρέπει ν’ αντισταθείς.»
Είμαι αποφασισμένη
να μην παραδοθώ αμαχητί.

Πολεμώ όμως με πέτρες
όπως οι Παλαιστίνιοι.
Ο αγώνας είναι άνισος και
σίγουρα δε θα είμαι
εγώ ο νικητής.

Το τούνελ είναι μακρύ και σκοτεινό
αλλ’ ίσως εμφανιστεί
μια αχτίδα φωτός
δίνοντας μια ανάπαυλα.

Νοσοκομείο Albert Schweitzer, Ντόρντρεχτ,
16 Οκτωβρίου 2007

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Δίψα

Δίψα

[Ενότητα VII]

Διψώ.
Πίνω νερό και κόκα κόλα
σαν καμήλα, από φόβο ότι σε λίγο
δε θα μπορώ πια.

Διψώ.
Ρουφάω όλα τα ποτά
όπως ένα μωρό ρουφάει γάλα
από το βυζί της μάνας του.

Τρεις μήνες
χωρίς γεύση στο στόμα μου
με κάναν αχόρταγη.

Έτσι τώρα καταπίνω τα πάντα
με τα μάτια μου, τα αυτιά και το στόμα
σαν νεροφίδα.

Όσο προλαβαίνω!

Νοσοκομείο Albert Schweitzer, Ντόρντρεχτ,
21 Δεκεμβρίου 2007

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Γιορτή της Μητέρας

Γιορτή της Μητέρας

[Ενότητα VI]

Παγκόσμια μέρα γιορτής.
Οι ταχυδρομικοί σάκοι ξεχειλίζουν
από ευχετήριες κάρτες.
Υπερφορτωμένες οι τηλεφωνικές γραμμές.
Οι ανθοπώλες κι οι ζαχαροπλάστες
συναγωνίζονται για την κατανάλωση της χρονιάς.
«Ευκαιρία για χρυσές δουλειές»,
θα έλεγες πικρόχολα.

Μητέρα, έννοια άφθαρτη κι αγαπημένη,
έλα κι απάλυνε τη θλίψη μου σήμερα.
Παλιότερα χωνόμουν στην αγκαλιά σου
και τη γέμιζα λουλούδια.
Φιλούσα το πρόσωπο και τα χέρια σου
μέχρι που δακρύζαμε κι οι δυο από χαρμολύπη.
Ύστερα ερχόταν η εξομολόγηση.
Ήθελες να σου δείχνουν αγάπη κι υπακοή
όλο τον χρόνο κι όχι ευκαιριακά.

Άλλοτε πάλι σ’ έπαιρνα από το χέρι
και σε πήγαινα στον καθρέφτη
να προβάρεις ένα φόρεμα ή μια ζακέτα.
Αντιστεκόσουν.
Έλεγες πως δεν σου άρεσαν τα λούσα.

Σήμερα σου μιλώ μέσα από τις φωτογραφίες,
τις αραδιασμένες πάνω στον μπουφέ.
Πρώτη πρώτη μία από τα νιάτα σου.
Ήσουν δεν ήσουν δεκαοκτώ χρονών.
Πρόσωπο Παναγίας με κλασική μύτη.
Φεγγαρόφωτο μέτωπο με φρύδι γαϊτάνι
και κεφάλι στεφανωμένο με πλεξίδα.

Πιο πίσω έχω τη γαμήλιά σου.
Ποζάρεις σε φωτογραφείο
με χαμόγελο Τζιοκόντας.
Πανευτυχής ο πατέρας δίπλα σου.

Παραδίπλα είναι μια άλλη μέσης ηλικίας.
Φαίνεσαι καταβεβλημένη και θλιμμένη.
Αυτή θαρρώ είχαμε στο μνήμα σου.

Τώρα κοιτώ τον έξω κόσμο
μέσα από την πλεκτή σου την κουρτίνα,
τη μονοκόμματη, με τις ρομαντικές ανθοδόχες.
Στρώνω συχνά το μοτιφένιο σου
τραπεζομάντιλο και τη λευκή
από βαμβακερό νήμα κουβέρτα.
Το ρομβοειδές σεμέν σου με τους αμφορείς,
για να μην ξεχνούμε και την αρχαία τέχνη,
ζευγαρώνει με την κινέζικη λάμπα.

Δε μιλώ για τ’ άλλα σου εργόχειρα,
τα καταχωνιασμένα. Ένα συρτάρι
γεμάτο αισθήματα κι αξία.
Προσωπική σου σφραγίδας κειμήλια.
Σε ευχαριστώ γι’ αυτά, αλλά κυρίως
για τ’ άλλα τα πιο σημαντικά, Μητέρα.

(14 Μαΐου 2000, γιορτή της μητέρας)

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Γαία

Γαία

[Ενότητα I]

«Μήτηρ απάντων γαία και κοινή τροφός»
Μένανδρος

Το φαινόμενο του θερμοκηπίου
προ των πυλών.
Οι οικολόγοι διαμαρτύρονται,
συσκέπτονται οι επιστήμονες,
αλλ’ οι πολιτικοί κωφεύουν.

Κάποιες κυβερνήσεις λένε
ναι στη συμφωνία του Κιότο,
άλλες αρνούνται να υπογράψουν.
Το κεφάλαιο γίνεται φωτοστέφανο.

Η φύση όμως δεν χαρίζει κάστανα.
Έτσι το όζον αραιώνει,
το νερό λιγοστεύει,
αδειάζουν οι θάλασσες,
αποψιλώνονται τα δάση και
τα χημικά απειλούν εμάς
και το περιβάλλον μας.

Κατά τα άλλα καθιερώσαμε
Παγκόσμια Ημέρα της Γης και
Παγκόσμια Ημέρα Περιβάλλοντος:
αυτό δεν έθιγε κανέναν.

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου

Στέλλα Τιμωνίδου, Βιβλιοθήκη

Βιβλιοθήκη

[Ενότητα II]

Στήθηκε στην Αλεξάνδρεια
κι έγινε ο φάρος της οικουμένης.

Τα βιβλία συσσωρευμένα
σε ιδιωτικές συλλογές πρώτα,
έγιναν κάποτε δημόσια αγαθά.

Οι βιβλιοθήκες – κέντρα συνάντησης
ανθρώπων ή βιβλίων
ή
ανθρώπων μεταξύ τους
τείνουν να εξαφανιστούν
από προσώπου γης.

Αναχρονιστική αναφωνούν
οι φανατικοί του διαδικτύου
η υλική αποθήκευση της γνώσης.
Δεν ξέρουν όμως οι μοντερνιστές
πως η γενική ψηφιακή μορφή
σίγουρα δεν θα ’ναι χρηστική.

Άλλωστε η βιβλιοθήκη
είναι όπως το μουσείο και
το σήμα κατατεθέν της πόλης.
Η αυθεντική πρόοδος
της κοινωνίας πολλά
ακόμη της οφείλει.

Τις βιβλιοθήκες και τα μάτια μας!

Από τη συλλογή ατελείωτες νύχτες (2008) της Στέλλας Τιμωνίδου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Στέλλα Τιμωνίδου