Σταύρος Ζαφειρίου, Όνειρο

Όνειρο

[Ενότητα Στάσιμα]

Ήμερο φως, φωτιά αδελφική,
είδωλο οικείο στον καθρέφτη φυλαγμένο
σαν καμωμένο έργο των ματιών
παιδιού∙

όνειρο ήταν. Ο πατέρας
με κρατούσε από το χέρι∙ με το άλλο χέρι
μου έδειχνε τη γη∙
λιόδεντρα και αρμυρίκια και αγριοσφένταμο
και θορυβώδες ρεύμα του νερού,
όπου το γέλιο της η τσίχλα δοκιμάζει
και χάνεται η οπλή του ελαφιού.

— Να ο κόσμος σου.
Και ο κόσμος είναι η χώρα
που τη ζωή σου έχει υποδεχτεί,
δίνοντας όψη σε ό,τι κιόλας είσαι,
σε αυτό που αλλάζει διαρκώς για να υπάρχει
σκιά του και πηλίκον του αμετάβλητου.

Να ο τόπος σου∙
συγγενικός με τ’ άστρα
και την αρμονική των αριθμών∙
εννέα τόνοι τ’ ουρανού
στη μουσική τροχιά του
και το φεγγάρι ρούχο κρεμασμένο
στο καρφί, καθώς γυρίζει
η θάλασσα κι αφήνει
στην άμμο επάνω όσα νοσταλγείς
ή όσα η ανάγκη έχει ποθήσει
πριν από την ανάγκη νικηθεί.

Ανάμεσα σε χώμα και καρπό μόλις ο αέρας∙
και ο σύνοικός σου δαίμονας γυμνός,
στραμμένος στη στιγμή που τον ορίζει,
τυλίγοντας σαν νήμα το παρόν,
κύκλο σε κύκλο μέσα γεννημένο,
στον χρόνο του αιώνιου εύθραυστη ανακωχή,
αφού και το αιώνιο διαρκεί όσο και ο χρόνος.
Να η γνώση σου∙

αφίλιωτη παρασημαντική
των ειμαρμένων νόμων της απώλειας
πως τίποτε το πιο πολύ απ’ ό,τι βλέπεις∙
τους τεντωτές σχοινιών που τεμαχίζουν
ευθείες και πλευρές,
να δώσουν μέτρο στο άμετρο
κι εύρος ποδός στον ήλιο∙
πως τίποτε το πιο πολύ απ’ ό,τι
μπορεί να λογισθεί και να είναι κάπου

σαν όνειρο∙
σώμα κλεμμένο απ’ την εικόνα του εαυτού του,
κάνοντας την ανάσα του πνοή.
Πλάνη που μόνο αν μιμηθεί
θα γίνει αλήθεια.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 40: «Τεντωτές σχοινιών» ονομάζονταν στην αρχαία Αίγυπτο οι τοπογράφοι που μετρούσαν τους αγρούς και τα κτήματα, τεντώνοντας σχοινιά στις πλευρές τους.
Στ. 43: Κατά τον Ηράκλειτο (απόσπασμα 3) ο ήλιος έχει το πλάτος ανθρώπινου ποδιού (Ηλίου εύρος ποδός ανθρωπείου).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κήπος

Ο κήπος

[Ενότητα Στάσιμα]

Για να χωρέσω φτιάχτηκε ο κόσμος,
ο μέγας κόσμος και ο κόσμος ο μικρός
και οι αναβαθμοί που τους ενώνουν∙
η κεφαλή του Ωρίωνα και τα φτερά του Βέγα
και ο σαλιωμένος σβώλος στην πληγή.
Και η χώρα Χους και η χώρα Ευειλά,
όπου ο άνθρακας και το ακριβό πετράδι∙
και αυτά που είναι φανερά μα δεν τα βλέπω
και τα ονομάζω για να ονομαστώ.

Παντού το κέντρο του, όπου κι αν σταθώ∙
κι αν κινηθώ πηγαίνω προς το κέντρο.
Βρίσκομαι εδώ, και το εδώ
είναι η στιγμή που βρίσκομαι παντού
σαν διαδοχή και σαν αναγκαιότητα,
σαν κλάσμα που διασχίζει τις διαστάσεις
ή σαν γραφή καρκινική που αντιστρέφει
το ασυμπλήρωτο ευρετήριο της ύπαρξης.

Σαν τον καθένα μες στον κόσμο τον δικό του∙
με το ατελές του άρτιου,
το όλον του περιττού,
το κάτω, το επάνω και το ανάμεσα
και το επικατάρατον της γης.

Βέβαια προηγήθηκε η φωνή∙
χωρίς συναίσθημα, σαν λόγος τεχνοκράτη.

Μέχρι τη μέρα που μετρήθηκε σαν έκτη
όλα τα πρόφτασε:
το εγγύς, το μακρινό και το αόρατο,
το σπείρον σπέρμα και τον σπόριμο καρπό,
πάντα τα γένη (όλα κατά ζεύγη),
τις δοκιμές της ν’ απεικονιστεί,
τις εντολές, τις τόσες υποσχέσεις,
τη γνώση σαν αβάσταχτη ενοχή.
Κι έπειτα αγίασε τη μέρα την εβδόμη∙
κι έπειτα σώπασε για να ξεκουραστεί.

Κι έπειτα;
Έπειτα ας σώπαινε τουλάχιστον για πάντα.
Μα αυτή εκεί.
Να εποπτεύει δειλινά και περιπάτους,
να κρίνει, ν’ ανακρίνει, ν’ απειλεί∙
ως και δερμάτινους χιτώνες ονομάτισε,
να ντύσει άρον άρον τους γυμνούς.

Εκεί.
Να τρώγεται για ένα κοτσάνι μήλου
που βρήκε πεταμένο μες στον κήπο της.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 6: Η «χώρα Χους» και η «χώρα Ευειλά», (Γένεσις, κεφ. Β’, εδ. 10 & 13), όπως τις συναντούμε στη μετάφραση από το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης (Η Παλαιά Διαθήκη, Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα, 1997). Οι αντίστοιχες χώρες μεταφράζονται από τους Εβδομήκοντα ως «Αιθιοπία» και «Ευιλάτ» (Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Αδελφότης Θεολόγων η «Ζωή», Αθήνα, 1986).
Στ. 10-11: Είχα την εντύπωση ότι ο ορισμός: «Η φύση είναι μια σφαίρα χωρίς τέλος, που το κέντρο της βρίσκεται παντού και η περιφέρειά της πουθενά» ανήκει στον Πασκάλ. Καθώς διαβάζω όμως στις σημειώσεις του Αχιλλέα Κυριακίδη (Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Άπαντα πεζά, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2005): «είναι μια παραλλαγή του «Το κέντρο του σύμπαντος είναι παντού κι η περιφέρειά του πουθενά» του Τζορντάνο Μπρούνο, που είναι πια παραλλαγή του «Ο Θεός είναι μια νοητή σφαίρα που το κέντρο της είναι παντού και η περιφέρεια πουθενά» του Αλανού της Λίλλης, που την είχε ανακαλύψει στο Corpus Hermeticum και που, φυσικά, αποδίδεται στον Ερμή τον Τρισμέγιστο, που έτσι ερμήνευσε τον άπειρο Σφαίρο του Εμπεδοκλή, που είναι μία εικόνα του Παρμενίδη («το Ον είναι όμοιο με τη μάζα μιας ολοστρόγγυλης σφαίρας, που η δύναμή της είναι σταθερή από το κέντρο προς οποιαδήποτε κατεύθυνση»), που ανέπτυξε τον Θεό ως αιώνια σφαίρα του Ξενοφάνη».

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Ο κάλλιστος κόσμος

Ο κάλλιστος κόσμος

[Ενότητα Στάσιμα]

Σειρά σου τώρα να μετρήσεις την αλήθεια.
Τα ηλιοστάσια και τις ισημερίες,
τις συμμετρίες και τ’ αντιστρεπτά.
Αφήνοντας την άμμο να γλιστράει
απ’ τη μια χούφτα σου∙ ν’ αθροίζεται στην άλλη
και ό,τι αθροίζει να το αφαιρεί.

Σε μία πλάνη επινοημένη,
για να ξορκίζεται η μάσκα της φθοράς∙
η κοσμική συμπάθεια που ενώνει
τον νου με την ανάγκη μιας αιτίας
ως τη στιγμή που θα έχει ξεχωρίσει
το αιώνιο απ’ το παντοτινό.

Νεοπλατωνικός ή Πυθαγόρειος
ή, έστω, Προσωκρατικός σε χρέη Στωικού.
Να μη γνωρίζεις όταν σε ρωτούν κι όταν
δεν σε ρωτούν να λες πως ξέρεις∙
για όσα υπήρξαν και υπάρχουν
και θα υπάρχουν, τάχα φωτιά που σβήνει
και ανάβει στο ίδιο μέτρο, νέα κάθε μέρα,
μύθος και θαύμα, σύμβολο και λόγος
που ούτε μπορεί ν’ αναπαρασταθεί.

Σάρμα εἰκῇ κεχυμένον ὁ κάλλιστος κόσμος,
μάζα ἀθάνατος καὶ ἀνώλεθρος τοῦ ἀπείρου
μέσω σχημάτων τε καὶ αριθμῶν.

Τι μπέρδεμα ε;

Και τι συνωστισμός αποφθεγμάτων∙
μέχρι να βγάλεις από πάνω σου τον χρόνο,
έτσι που όλα να συμβαίνουν μονομιάς.

Έτσι που να μπορείς να λογαριάζεις
πώς πέφτει μέσα σου ταυτόχρονα όλη η άμμος
από το ένα κοίλο μέχρι το άλλο,
εκμηδενίζοντας το ανάμεσα της μνήμης
ή του θανάτου το απόλυτο παρόν.

Τώρα πια δεν σου απόμειναν παρά
τούτες οι λέξεις –σπασμένα εξάμετρα
στη μοιρασιά της γλώσσας–
τεχνάσματα που σε δημιουργούν.
Και η ζωή σου λέγεται ποτάμι,
κλέφτης του νερού∙

όσες φορές κι αν το διαβείς
μονάχα μια φορά θα το περάσεις.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 15-16: Πρβλ. με Άγιο Αυγουστίνο: «Τι είναι ο χρόνος; Όταν κανείς δεν μου θέτει το ερώτημα, ξέρω τι είναι. Αν όμως θελήσω να τον ερμηνεύσω σε κάποιον, δεν ξέρω τι να πω» (Αγίου Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις, Τόμος Β’, βιβλίο XI, μτφ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Πατάκης, Αθήνα, 1999, σ. 166).
Στ. 19-20: Ηράκλειτος, απόσπασμα 30 (βλ. και προμετωπίδα συλλογής: κόσμον τόνδε, τὸν αὐτὸν ἁπάντων, οὔτε τις θεῶν οὔτε ἀνθρώπων ἐποίησεν, ἀλλ᾽ ἦν ἀεὶ καὶ ἔστιν καὶ ἔσται πῦρ ἀείζωον ἁπτόμενον μέτρα καὶ ἀποσβεννύμενον μέτρα).
Στ. 22: Ηράκλειτος, απόσπασμα 124.
Στ. 23: Αναξίμανδρος, μαρτ. 10.
Στ. 24: Πλάτωνος, Τίμαιος, 53b (ούτω δη τότε πεφυκότα ταύτα πρώτον διεσχηματίσατο είδεσί τε και αριθμοίς).

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου: Ο κ. Επιθεωρητής

Ο κ. Επιθεωρητής

[Ενότητα Στάσιμα]

Ας ήτανε να σώπαινε ο κουτός∙
μηχανικός του δημοσίου δήθεν
κι επιθεωρητής έργων οδοποιίας
μ’ εξουσιοδοτήσεις κι εντολές

— Ένα μικρό δρομάκι το παλεύετε
χρόνους κι αιώνες τώρα.
Τόνους το σκύρο και την άμμο
να ψήνονται στην πίσσα.
Τόσες μελέτες κι εργολάβοι
κι επιβλέποντας και μειοδοτικές
δημοπρασίες για μια σταλιά
δρομάκι όλο κι όλο που ακόμα
να παραδοθεί στο γενικό καλό.

Κι άλλα, κι άλλα πιο σχολαστικά
για την κατασπατάληση των πόρων,
την ακηδία των τοπικών αρχών.

Εντέλει κάτι έγραψε
στο φύλλο του με τις παρατηρήσεις
(υπέδαφος σαθρό, κακοτεχνίες,
ευθύνες μεσαζόντων ρεμβαστών
ή κακοπληρωμένων μισθοφόρων)
και αποχώρησε με το υπηρεσιακό
δημοσιοϋπαλληλικά εκνευρισμένος.

Δεν του ’κοψε του αφελή
–πώς να του κόψει άλλωστε–
πως τούτο το ελάχιστο δρομάκι
δεν προορίζεται για χρήση
απ’ τους πολλούς ούτε εξυπηρετεί
κοινά συμφέροντα.

Διασχίζει της αράχνης τον ιστό
κι ενώνει μόνον
ό,τι μπορεί να ενωθεί στη χάραξή του∙
το δίχτυ από όριο σε όριο
και ανάμεσά του
το εκκρεμές των θηραμάτων.

Κι αν μένει ατέλειωτο χρόνους
κι αιώνες τώρα, είναι που αλλάζουν
συνεχώς τα βήματά μας,
μπερδεύοντας το προς με το από.

Είναι που μια στενόχωρη βροχή,
όταν ξεσπάει,
κάνει το χώμα μαλακό και να βουλιάζει.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η τέταρτη διάσταση

Η τέταρτη διάσταση

[Ενότητα Έξοδος]

Και οι εποχές αντέγραψαν η μία την άλλη
με τα ίδια κενά στις αράδες ανάμεσα,
με τις ίδιες ανορθόγραφες λέξεις,
τους δικούς της θνητούς κάθε μια
που τους είπε αθάνατους,
τους δικούς της σαλούς
που τους είπε προφήτες,
νικητές που κυρίεψαν έθνη αλλόδοξα,
ηττημένους που αντάλλαξαν τη ζωή με την πίστη.

Με αριθμούς τρομερούς
που οιωνίζονται φόβητρα,
με σφραγίδες που ανοίχτηκαν
μία προς μία, συνάζοντας τα όρνια
τ’ ουρανού για τον μεγάλο δείπνο.

Ευτυχής είναι αυτός
που διαβάζει τα μέλλοντα
και τα μέλλοντα λόγια μιλά,
ότι θα πάψουν οι γιορτές κι οι νουμηνίες
και θα στεγνώσει το αίμα στον βωμό∙

και αυτός που με οδύνη ασκείται
στην πτώση του, μετανιωμένος πλέον
για τη γνώση, καθώς συντρίφτηκαν
τα σκεύη από πηλό και ομολογήθηκαν
τα ονόματα της πλάνης.

Κι απ’ τους αιώνες διαλέχτηκαν χρόνια χίλια
μέχρι την πρώτη ανάσταση,
όπου κατά τα έργα τους κρίθηκαν οι νεκροί∙
και άλλοι εβλήθησαν στη λίμνη του πυρός
και άλλοι εξάλειψαν τα δάκρυα απ’ τα μάτια.
Και τα πάντα γεννήθηκαν νέα.

Ευτυχής είναι αυτός που αγρυπνά
και φυλά ό,τι κατέχει,
τις διαβάσεις, τ’ αξόδευτα θαύματα,
τη φιάλη τη χρυσή των μυστηρίων
και τους θεμέλιους λίθους των τειχών∙
τη γλώσσα που μιμείται όσα ειπώθηκαν
στις μέρες της φωνής
και όσα στη φωνή δεν βρήκαν ήχο∙

αυτός που αθροίζεται στον χρόνο του σωστά,
ενώ ο χρόνος έχει τελειώσει.

Και μετρήθηκαν πάλι το άπειρο
και οι ανοιγμένες πύλες του απείρου
κατά τις τέσσερις διευθύνσεις του ορίζοντα,
κατά τις τρεις διαστάσεις του νοητού.

Κι έμεινε αμέτρητη μόνον η τέταρτη διάσταση
κατά το μέγα,
το ελάχιστο του ανθρώπου.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 27: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ’ 14.
Στ. 28: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, Κ’ 13.
Στ. 29: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ’ 4.
Στ. 42, 43: Βλ. Ιωάννου Αποκάλυψις, ΚΑ’ 13.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Η Άτροπος των Ημερών

Η Άτροπος των Ημερών

Τότε απλώθηκε ο λόγος σαν ιστός
και παγιδεύτηκε στο κέντρο του ο χώρος,
προσμένοντας την αδηφάγο αράχνη.
Εκείνη δρασκέλισε το νεύρο του πράσινου φύλλου,
εκεί όπου διάφανο φώλιαζε το νερό,
με πόδια εμπρός και πόδια πίσω ισορροπώντας,
σέρνοντας και προσθέτοντας το βδελυρό ένδυμά της,
ξεκίνησε από τον ίσκιο του λόγου,
κατεβαίνοντας στη μεριά μας,
μια και εμείς ορίζουμε τις διαστάσεις του χώρου
και ο χώρος υφαίνει το σχήμα του γύρω από εμάς,
μια και εμείς είμαστε ο ίδιος ο χώρος
και ο χώρος υπάρχει στον χώρο χάρη σ’ εμάς.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Επιτέλους τα σύνορα

Επιτέλους τα σύνορα

[Ενότητα Στάσιμα]

Και οι φυλές σκορπίστηκαν κατά την τάξη
των άστρων και τη φιλάνθρωπη ροή
των ποταμών∙ του Φισών που η λάσπη του
γεννά το χρυσάφι και του Ευφράτη
και του Τίγρη και του Αιθίοπα∙
κάθε μια εκπληρώνοντας τη δικιά της ευθεία,
τα δικά της σημεία που ερμηνεύουν τ’ αγγέλματα∙

τους καιρούς του ενιαυτού με το αλεύρι
το άζυμο, το αίμα το ακοίμητο
μετά τη λατρεία, το μύρο του χρίσματος,
το μαλλί, το ασήμι,
τον θερισμό και τη συγκομιδή.

Μέρες παλιές, σπίτια παλιά όπου γεννήθηκα,
ταβάνια χαμηλά όλες τις ώρες,
αφή του άχυρου, οσμή του χορταριού,
ανάμεσα σε αθήλαστους μαστούς
γεύση του ιδρώτα.

Νύχτες που η πάχνη ξάφνιαζε τα γερασμένα
μέλη, τα μάτια όμως γύρευαν
λίγο ακόμη φως, να μη λαθεύει πια
η ευλογία και βιαστικά χαρίζει
τη δροσιά των ουρανών
–ή το πλήθος της γης σε κρασί και σε λάδι–
στο λείον του δόλου αντί στο δασύ.

Με τις σκιές αθόρυβα να λύνουν τα μαλλιά τους,
αθόρυβα να ξεγλιστρούν απ’ το ασελγές της μνήμης∙
πάντα μια πράξη πέρα απ’ την αυλαία,
πάντα ένα βήμα έξω απ’ τη σκηνή,
χωρίς ποτέ να γίνουν παρουσία,
δίχως τη δύναμη ν’ αντέξουν τη μορφή.

Παίζοντας με την πλάτη στο κοινό,
ώστε να μένει χώρος μεταξύ τους
για ν’ αποφεύγουν τη συνενοχή,
την αγωνία εκείνης της στιγμής
που ο ρόλος γίνεται υπόσταση κι αιτία∙

που ακούγονται οι σάλπιγγες και οι αλαλαγμοί
και η βία των γλωσσών και οι διαθήκες.
Που φανερώνονται, ως από μηχανής,
του ήλιου το άδυτο,
οι παρελάσεις των στρατιών γύρω απ’ την πόλη,
οι ανηλεείς χειρονομίες των θεών.
Η τόση έπαρση, η τόση υποταγή,
τα τόσα σύνορα.

Σημείωση του ποιητή:
Στ. 3-5: Βλ. Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους Εβδομήκοντα, Γένεσις, κεφ. Β’, εδ. 10-14.

Από τη συλλογή Χωρικά (2007) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Succubus

Succubus

[Ενότητα Το σώμα]

Μαστάρι μαύρου φεγγαριού που το αρμέγει
η Σίβυλλα, να θρέψει μαύρη κόρη,
κορμί ολάκερο γυμνό
στο κέντρο του ιερού, ένυλη μνήμη
ο ξεδιάντροπος χορός, το φλογισμένο
φούσκωμα του στέρνου,
ριγώντας μες στο παρελθόν∙
απ’ το σκοτάδι του είχε προφητέψει
το πρόσταγμα του σώματος να γίνει αθανασία,
να σβήσει η ύβρις του άμετρου
και να γυρίσει ο κύκλος.

Δεμένος πάνω στον τροχό ο θηλυκός της
οίστρος, να διατρυπά την ύπαρξη
και να ξαναφωτίζει
οράματα ανυπόταχτα σε μια καινούρια τάξη,
σκύλα, γυναίκα αδέσποτη, που ξεψυχά
σαν θύελλα, καθώς γλείφει το αίμα
από την άλω του στερνού της εραστή∙

να ο κόσμος, νέος, άχρονος, χωρίς μπροστά και πίσω,
αληθινός σαν δωρητής, να ο αναγκαίος κόσμος,
φτιαγμένος απ’ το τίμημα, όχι από τη συγγνώμη.

Από τη συλλογή Σώματος λόγος (2004) του Σταύρου Ζαφειρίου

Η ξυλογραφία του Τάκη Τσεντεμαΐδη, η οποία ακολουθεί το ποίημα στο βιβλίο:

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

Σταύρος Ζαφειρίου, Μεταστάσιμον

Μεταστάσιμον

[Ενότητα Το σώμα]

Το τέλος μου ανήκει στο τέλος σου Κύριε.
Στο άδυτο του σώματος καλείται τ’ όνομά σου,
μια πράξη πριν απ’ τη σιωπή, όπου η σκιά μου
θα πλάσει, με την άλλη της σκιά,
την πιο παλιά απεικόνιση του ομοιώματός σου.

Αυτός είναι ο δρόμος∙ τον ανίχνευσα,
σαν θηρευτής που αναζητά
των αγριμιών περάσματα, θαρρώντας
ότι ο θάνατος είναι η συνέχειά μου,
η αναγκαία πύλη που συνδέει τη ζωή
με την ανεξερεύνητη ουσία.
Για θαύματα ερμηνεύοντας τ’ απαρνημένα
πάθη, ποθώντας όσα μέλλονται,
συλλέγοντας τα πριν.

Αυτός είναι ο τόπος, πιο μικρός
απ’ την περιγραφή του,
ο αφημένος τόπος που εξαγόρασα
στ’ ανεστραμμένα σχήματα του ανθρώπου,
από τη μια του άκρη ως την άλλη μετρημένος,
από τη μια του εποχή στον μαρασμό της άλλης.

Αφύλαχτη ώρα κι άπραγη μες στην ηχώ
της μνήμης, σπίτια παλιά που απόμειναν
χαλάσματα, με τις μικρές τους κάμαρες,
με τ’ ανοιχτά παντζούρια
ασάλευτων αγρυπνιών, όπου το βλέμμα
ως το πρωί παγίδευε το γνώριμο όραμά του
–τα μάτια μου ήταν μάτια μοναχά–
και η παλάμη σκούπιζε στο παγωμένο τζάμι
το χνωτισμένο ρίγος τ’ ουρανού.

Αυτός είναι ο τόπος,
πιο ελαφρύς απ’ το κακό φτερούγισμα του αέρα
ανάμεσα στις σύντομες γραμμές, όπου για πάντα
όποιος απογυμνώνεται διαβαίνει
από το ένα σώμα του στο άλλο,
ανυπεράσπιστος και εκμηδενισμένος,
με την αστεία μάσκα των νεκρών,
με τα βουβά σβησίματα στην ενεστώσα σάρκα,
πιο ελαφρύς από το θάμβος των τυφλών.

Και ό,τι εκπληρώνεται θα μένει
στον αιώνα εκπληρωμένο,
κι ό,τι δεν ανασταίνεται στο φως,
απ’ του φωτός θα εξοντώνεται τη μήνι,
μέχρι που η εξέγερση της γελασμένης πίστης
να ταπεινώσει σε στάχτη τη φωτιά,
τη συντελή υποταγή σε τάξιμο
μιας άλλης ατελούς δημιουργίας.

Μέχρι που η συνείδηση του τελειωμένου χρόνου
δώσει όνομα στην πιο μικρή σταγόνα της βροχής,
στο πιο μικρό, απροσδόκητο τερέτισμα της κίχλης
κι η διφορούμενη φωνή των επιθυμιών σου
γίνει εντολή για μία θλιβερή συναλλαγή.

Ποιος θα φυλάξει τον απόμακρό μου ύπνο,
τον κάθιδρό μου πυρετό στο ανάλωτο σκοτάδι,
ξορκίζοντας την εμμονή του άνηβου παιχνιδιού.
Ένα κουβάρι η μάνα μου στην άκρη
του μαξιλαριού απολησμονημένη,
ένα κουβάρι σύμπαντος, άπιαστο σαν το σύμπαν,
«καλέ μου, πού ανεμίστηκες και σ’ άκουσε η αρρώστια
και λιώνει το κορμάκι σου σαν το λυγρό φεγγάρι».

Αυτό είναι το σώμα που διδάχτηκα,
τόσο εύκολα πληρώνοντας την κάθε χίμαιρά του,
πάτημα κούφιο σε άδεια γη, λίγο πριν κλείσουν
πάνω απ’ το πέρασμά του τα νερά,
τ’ όμοιο σώμα στο παρόν της συμφιλίωσή του
με την ενδιάμεση εμπειρία του υπαρκτού,
το τακτικό συμμάζεμα όλων του των τροπαίων∙
το ίδιο σώμα που ποτέ δεν θα επιστρέψει
απ’ το ασεβές της άλλης του μορφής
στην αγγιγμένη υπόσταση των πιο κοινών
πραγμάτων, στην άρρητη κληρονομιά
του ποθητού παντός.

Αυτό είναι το σώμα∙ το δοκίμασα
σαν ένα σώμα δεύτερο, για να σ’ αναγνωρίσω,
καρπός δυο κόσμων άσμιχτων στη διαστολή
του κόσμου, εκεί όπου όλα κρίνονται
στη στάθμη της διπλής δικαιοσύνης,
εκεί όπου χτίζεται ο ναός της αποθέωσής μου
και εισβάλλει το δεντρόφιδο στου μυωξού
την τρύπα, εκεί όπου μένει απείραχτο
το πρώτο ιχνογράφημα της κοσμικής μου πτώσης.

Μια νύχτα ακόμη που η ανάσα
αγκιστρωμένη στην κάπνα της ξυλόσομπας
πάσχιζε το πολύτιμο, εφήμερο άπειρό της,
και οι καθρέφτες να σκεπάζονται
ένας ένας, να μου ξεφεύγουν
τα πουλιά, η άκρη των φτερών τους
ντυμένη πάχνη λιβαδιών,
το ασφαλές λημέρι μου
ανάμεσα στα χαλαρά πυρότουβλα
του τοίχου, με τους κρυμμένους θησαυρούς
όλων μου των φυγών,
τη σβούρα με τον τυλιγμένο σπάγκο,
ένα χελωνοκαύκαλο ζωγραφισμένο μπλε,
χαρτάκια ποδοσφαιριστών, πολυανταλλαγμένα,
κώδικές και συνθήματα κατασκοπευτικά,
πάροδος πένθιμου χορού, σχηματισμός
του ελέους, πέτρα στην πέτρα κυκλικός
βωμός του αγνισμού μου,
αδιάκοπη επανάληψη αρχαίων κοπετών,
«πού πας αγόρι μου άφεγγο, ποιο μάτι σ’ έχει πιάσει,
ποια πούλια, ποιος αυγερινός φθόνησε τ’ άνθισμά σου».

Καθώς ταιριάζω του χεριού μου τις γραμμές
στην πιο έντιμη αποτύπωση της χωροθέτησής τους
κι απαριθμώ τη διάρκεια της άλλης διάστασής μου
ανάμεσα στον τροπικό και τον ορίζοντά της,
ανάμεσα στην εκλογή και το επιβεβλημένο,

κεριά βλασταίνουνε φωτιές σε σιταρένιες ρίζες,
γυναίκες επιδέξιες κομίζονται την έγνοια
ν’ αλλάζουν θέση διαρκώς ο κτίστης με το κτίσμα.

Καθώς τα κύματα σαρώνουν τις ακτές
κι αλάνθαστα φαντάσματα διασχίζουν
τοπία μιας γεμάτης λάθη μεταφυσικής,
στέκουν στα βράχια γελαστοί, με τα καλά τους ρούχα,
–κοστούμι σκούρο και πουκάμισο λευκό, γραβάτα μαύρη–
στη μια μεριά ο φόβος μου, στην άλλη ο σαρκασμός μου,
λέξεις αράγιστες κι οι δυο μέσα στην ίδια αράδα.

Στο τέλος μου είναι το τέλος σου Κύριε.
Στο τέλος μου τελειώνεται το τέλος των καιρών.
Κι αν κάτι από μένα είναι δικό σου
είναι αυτό που η γλώσσα μου καλεί
αιτιατό μαζί και αίτιό σου:
η εικόνα του ανθρώπου μου
η ανθρώπινη.

Από τη συλλογή Σώματος λόγος (2004) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου