Νίκος Δόικος: Άσκηση 3η – Ο ραψωδός (από «ραβδ-» έως «ραψ-»)

Άσκηση 3η – Ο ραψωδός (από «ραβδ-» έως «ραψ-»)

Ραβδονόμοι ραβδοφόροι αγωνοδίκες
Ραβδί ότι θα πέσει απειλούν,
όχι σαν ράβδος μαγική της Κίρκης, βέβαια,
ούτε σαν σκήπτρο χρυσοποίκιλτο,
Ραβδώσεις ονειρεύονται σε σώματα νεκρά από καιρό,
ως αυλακώσεις δωρικών κιόνων,
Ραγάδες των ψυχών μας ανεξίτηλες,
Ρυτίδες, ως ρωγμές παλιών αρχών,
Ραγδαία, σφοδρά, ορμητικά,
Ραγίζουν πλάνες, χίμαιρες, τις
Ραδινές, λεπτοφυείς προφάσεις μας,
Ραδιουργία των ηγεμόνων,
Ραδιουργία όχι ως ευχέρεια στην εκτέλεση, βέβαια,
αλλ’ ως λαγνεία και παλιανθρωπιά,
Ραθυμία προκαλώντας, δηλαδή οκνηρία
και όχι ευχέρεια στην αντίληψη,
Ράκη σωρεύοντας παντού,
Ρανίδες ύδατος και αίματος στερέψανε
Ραντίζοντας εντατικές καλλιέργειες,
αμέτρητα εγχειρήματα υψηλού κινδύνου,
Ραστώνη επιβάλλοντας καταναγκαστικήν,
όχι ως πραότητα, βέβαια,
αλλ’ ως συλλογική, ανεπίγνωστη οκνηρία, σε
Ραψωδό καταδικάζοντας εμένα τον εχθρό τους,
για να συνθέτω, να συρ-ράπτω άχαρες ωδές.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος: Άσκηση 2η – Ο μοναχικός αστροναύτης (από «σεισ-» έως «σηματ-»)

Άσκηση 2η – Ο μοναχικός αστροναύτης (από «σεισ-» έως «σηματ-»)

«Σεισάχθεια», φωνάζαν ρυθμικά οι ελλανοδίκες.
Σεισμός στα έδρανα των δανειστών.
Σείονται θώκοι αγορασμένοι με συνειδήσεις ευκαιρίας.
Συμβάσεις αορίστου σκοπιμότητας.
Σέλας κατέλαμψε τον θόλο της αιθούσης κι ο
Σελασφόρος μαχητής, ως φωτοδότης ταπεινός, απήλθε στην
Σελήνη, στα όρη, μάλλον, της αθέατης, της σκοτεινής πλευράς,
Σεμνός, εκθειάζοντας των ταπεινών τα δίκια,
Σημαιοφόρος μιας χαμένης, απαρχής, υπόθεσης,
Σημάντορας,
Σηματουργός ενός χαμένου ονείρου.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος: Άσκηση 1η – Τηλεθέαση (από «τέφρ-» έως «τηλεσ-»)

Άσκηση 1η – Τηλεθέαση (από «τέφρ-» έως «τηλεσ-»)

Τεφροδόχος σε θέση περίοπτη.
Τέχνασμα,
σκεύος εντέχνως φιλοτεχνημένο,
αλλά και δόλος,
για να θυμίζει θάνατο,
το μάταιο του αγώνα υπονοώντας.
Τέχνη μεγάλη, πολιτική επιδεξιότητα
μα και συγχρόνως
Τέχνημα, πανουργία τρομερή
κι ακαταμάχητη κι ο
Τηλεθεατής αμέριμνος
να μην μπορεί να γίνει
Τηλεσκόπος, ν’ αξιωθεί
να ιδεί λίγο πιο πέρα από τη μύτη του.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ασήμωσα την ψυχή μου

Ασήμωσα την ψυχή μου

Σαν να ’μουνα κι εγώ φυλακισμένος με τη μάνα μου,
έσφιγγα στις παλάμες μου τα σίδερα απ’ το παραθύρι
(μαθητευόμενος δεσμώτης) που ’βλεπε κατά Χασάν Κατή μεριά,
κατά τον δρόμο των ξενιτεμένων.

Οι φυλακές στηθήκαν άρον άρον στο περήφανο κονάκι
του Σαχίν Μπέη, παλιού πασά του κάστρου,
καθώς πληθαίνανε των ηττημένων οι «συνοδοιπόροι»,
χρόνια μετά τον χαλασμό απέναντι στο Βίτσι.
Και τα παράθυρα οι Κουδαραίοι τα χτίζαν χαμηλά, λίγο πιο
πάνω απ’ τα μιντέρια, γύρω γύρω, όπου ξαπλώνανε το βράδυ
μαύρον ύπνον οι κρατούμενοι, έτσι που κι ένα παιδαρέλι
να μπορεί ανεβαίνοντας να ιδεί τους «νικητές» απέξω.

Ασήμωσα την ψυχή μου κάτω απ’ τα λίγα που σωθήκαν τότες,
απέναντι στο Βίτσι, χρυσά και πορφυρά περιδέραια του Οκτώβρη.

Στο Campus λάφυρα λογής ριγμένα, μετά την άγρια επίθεση
των άστολων. Θυμάμαι κείνα τα ξανθά μαλλιά, μια τούφα
φυτρωμένη στα ραγισμένα ματογυάλια, όταν μας σέρνανε σκαλί σκαλί
κατά την έξοδο, να εκκενώσουν τις σχολές απ’ τους
«ανήσυχους». Συναγωνίστριες αντιπάλεψαν με θάρρος
το μένος τ’ ασυγκράτητο το βράδυ εκείνο του Μαγιού.
Μάρτυς (ακοίμητος αλάβαστρος) η Πρωθιέρεια Alma Mater,
αιώνες τώρα να κορδώνεται με την ζωντάνια των Χορών,
κείνη τη νύχτα εμβρόντητη απ’ τον πρωτόφαντο τον χαλασμό.

Ασήμωσα την ψυχή μου κάτω απ’ τα λίγα που σωθήκαν τότες,
δίπλα στο Χάρλεμ, χρυσά και πορφυρά περιδέραια του Μάη.

Στην Σοφούλη τ’ αυτοκίνητα σταθμεύανε στην σκοτεινή πλευρά
του δρόμου. Εκεί, εξήντα προκηρύξεις κουλουριασμένες
σαν μασούρι δυναμίτη ταπώναν εύκολα τις εξατμίσεις.
Και το πρωί που βάζαν μπρος τις μηχανές νοικοκυραίοι,
με κάθε έκρηξη εκκωφαντική των εξατμίσεων, σκορπίζονταν
στους γύρω δρόμους τα συνθήματα – πρελούδια ξεσηκωμών
που λησμονήθηκαν. Μαζί κι οι Θρακομακεδόνες Φοιτητές,
πρώτη συνέλευση, προσαγωγή το βράδυ, «περιποίηση» εν χορώ
και το πρωί μαλάξεις με οινόπνευμα ο Θωμάς με την Ζιζή.
Και τον Νοέμβρη Θεία Μετάληψη και, πριν καλά χαράξει, η
Έξοδος, ανάμεσα σε δυο σειρές καταδρομέων και στο βάθος οι
άλλοι να μας πετάνε σαν σακιά στα τζέιμς, στο σκοτάδι,
στα υπόγεια της Βαλαωρίτου
– καυτή σφραγίδα η φάλαγγα, να ζυγιαστούν οι αντοχές.

Ασήμωσα την ψυχή μου κάτω απ’ τα λίγα που σωθήκαν τότες,
εκεί στ’ Οβρέικο Νεκροταφείο της Σαλονίκης,
χρυσά και πορφυρά περιδέραια του Νοέμβρη.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Αρτεμίσιον

Αρτεμίσιον

Δραπέτευσα.
Μετά ’πό τόσους αιώνες κάθειρξης
οι δεσμοφύλακες δεν δώσαν σημασία στο γεγονός.

Εξαϋλώθηκα
και διακτινίστηκα ως δέσμη φωτός
κατά την Έφεσο,
να προσκυνήσω τον Ναό σου.

Δεσπόζεις στις λαχτάρες μου, Αρτεμίσιον.

Καλοκατέχεις τις διαθέσεις των Αστερισμών
προεξοφλώντας τα ηροστράτεια λάθη μου.

Νιώθεις το δέος των προσκυνητών σου
στης Σμύρνας τις ολονυκτίες, στις λιτανείες
των Αφρικάνων Αμαζόνων, στις θυσίες.

Στρατοί αφανίστηκαν για να σε καταβάλουν.
Στρατιές αναλώθηκαν για να σε καταλάβουν.
Χρηματιστήρια απογείωσαν την αξία σου.

Ματαίως.

Μεσουρανείς στον κόσμο των ονείρων,
κει που τ’ ατσάλι του πολέμαρχου
και το χρυσάφι του σαράφη
λιώνουν και φωσφορίζοντας κυλούν
στα μάγουλα των κοριτσιών
ως δάκρυ ερωτικής χαράς.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Απορριμματοφόρες τέχνες

Απορριμματοφόρες τέχνες

Τούτες τις μέρες
των αναζητήσεων
και τα σκουπίδια μας
εμπνέουν τεχνουργούς.

Ίσως για
να δηλώνεται εμμέσως
πως και τα έρμα διεκδικούν
μεράδι ανάλογο Ιστορίας.

Πετάμε ό,τι χορταίνουμε
κι αυτό μας καθορίζει.
Ως μέτρο κατανάλωσης,
ως ανοχές ανάλωσης.

Σκουπίδια.

Μνημεία να γίνουνε λοιπόν
οι απορρίψεις μας.

Αλήθεια πόσο συγκινητική αυτή η
έγνοια για τ’ ανίσχυρα, τα ευπαθή.

Τιμήσαμε δεόντως τα ευκλεή,
τα πρώτα, τ’ ανεκτίμητα.

Σειρά να δικαιωθούν τα ταπεινά,
τα έσχατα των ρύπων μας
και τ’ άδοξά μας λύματα,
τ’ απόβλητα των ανοχών μας.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Ανέφικτη Άνοιξη

Ανέφικτη Άνοιξη

Σαν τις γιορτές λίγο κρατά η χαρά των δώρων.
Σαγήνη με ημερομηνία λήξης.
Ανατολικά των κορεσμών
πορφυρογέννητα όνειρ’ ανατέλλουν.
Οι νέοι έρωτες.
Οι νέοι στόχοι.
Επελάσεις λουλουδιών.
Ανεμοθύελλες αστεριών.
Ανατροπές που ξεπηδούν μετά τον κορεσμό.

Ανατροπές – ηνίοχοι της Ιστορίας μάς ταξιδεύουν,
μας μεθούν με την ελπίδα πως
φανερώνεται όπου να ’ναι η Άνοιξη.
Η Άνοιξη που χάραξεν ο πειρατής
στους κλεμμένους πορτολάνους,
προτού χαθεί για πάντα το λημέρι.

Αναζητούμε ισόβια μιαν Άνοιξη ανέφικτη
που χάνεται, μεμιάς, μόλις αρχίσει να ευωδιάζει.

Από τη συλλογή Ρανίδες ύδατος και αίματος (ασκήσεις επί χάρτου) (2016) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Χωρίς προοπτική

Χωρίς προοπτική

Καθηλώθηκα σε ξύλινο σταυρό.
Περίοπτα τα σωθικά μου,
έκθετα στις ηλιακές καταιγίδες,
ευδιάκριτα,
κάθε πρωί να σιγουρεύονται οι δήμιοι
για την οριστική εκτέλεση της ποινής,
να αποτρέπουν κάθε
απόπειρα αποκαθήλωσης,
έτσι, χειροπιαστά,
να βεβαιώνεται η σταύρωση,
χωρίς καρφιά και λόγχες,
αίμα και νερό,
μόνο κρυφές πληγές,
πολλές κρυφές πληγές.
Σταύρωση αναίμακτη,
χωρίς προοπτική ανάστασης.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Χειραγωγώντας τον Βασίλη

Χειραγωγώντας τον Βασίλη

Όταν μου δίνει το χεράκι του
να πάμε κάπου, οπουδήποτε,
αισθάνομαι σαν να κρατώ το πιο ακριβό,
τ’ αγνότερο του κόσμου γέννημα,
σαν να χειραγωγώ ολάκερο τον κόσμο
(άραγ’ εγώ χειραγωγώ,
τον Τειρεσία ένα παιδί χειραγωγούσε),
το ριζικό του κόσμου ολάκερο.

Κι είν’ ένα ριζικό χαρούμενο, ανέφελο
για όλα τα παιδιά, που τρέμω μην το χάσω
από τα χέρια μου, γι’ αυτό και σφίγγω
την παλάμη του ασυναίσθητα
και κείνος δυσκολεύεται μα δεν γκρινιάζει,
λες και μπορεί να ξεχωρίζει πια τον πόνο
της στοργής από τον άλλο πόνο.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Των Δυναστών και του Όρκου

Των Δυναστών και του Όρκου

Των Δυναστών

Τώρα πια σας αναγνωρίζω.
Έμαθα να σας αναγνωρίζω,
απ’ το κουδούνισμα των αργυρίων
σαν τα μετράτε, ένα ένα,
με δάχτυλα τρεμάμενα,
στην ιδρωμένη απ’ απληστία παλάμη
–μισολιωμένη, τρίψε τρίψε,
η μορφή του φειδωλού γενάρχη–
όσα εισπράττετε ως τιμήν συνήθως αίματος
και μ’ όσα εξαγοράζετ’ αγοραίες συνειδήσεις.

Ανθίζετε στην Συντεχνία του Κισσού,
των διαπλεκόμενων αναρριχήσεων,
όπου ταχύρρυθμα διδάσκει η Βουλιμία
εκπαιδεύοντας τους νέους δυνάστες.

Αναριγούν οι γειτονιές
με τις λουσάτες μηχανές
στις ιδιοφυείς βιτρίνες,
για χάρη τους θυσιάζεται σύμπασα η Κτήση.
Ολοκαύτωμα.

Αγκομαχούν νηοπομπές
να παραδώσουν έγκαιρα πραμάτειες,
την ώρα της μεγάλης ζήτησης
της Ψεύτικης Ανάγκης.

Αποκοιμήθηκα στο πληκτρολόγιο,
δεσμώτης στον Ιστό,
μα ούτε καράβι θύμιζε
ούτε σημαία σαν ξύπνησα
’πό μια ’λιαχτίδα καπνισμένη στο κεφάλι.

Στην άσβεστη οθόνη διαφήμιζαν
τις νέες αλληγορίες σας
– αστόχαστος δεν πρόσεξα την ημερομηνία λήξης.
Ποιος να σφραγίζει, άραγε, την ημερομηνία λήξης;

Πολλάκις χειροκρότησα
τους εγκαθέτους εκλεκτούς σας
–πού τους ξεθάβετε, αλήθεια,
τόσους πιστούς ηνίοχους της δεσποτείας σας,
μα τέτοιο πλήθος εκκωφαντικές κενότητες;–
σαν τυφλωμένος απ’ τη λάμψη του καιρού
τους χειροκρότησα
κι άκουσα τις ελπίδες να συνθλίβονται
στις χαμηλές τις γειτονιές
με κάθε νέο ξημέρωμα.

Στα καταφύγια γνώρισα
φάρες περήφανες
που δεν εζήτησαν ποτέ σωτήρες,
χρονομετρώντας την ακολουθία των βομβαρδισμών,
τα έξυπνα λέιζερ να σημαδεύουν καταιγίδες καταγής
και χάθηκα
ανάμεσα σ’ ακρωτηριασμένα πλατάνια
πέρα στις κόκκινες πλαγιές
και πόνεσα, ακόμα πιο πολύ,
με τ’ ακρωτηριασμένα όνειρα στις κόκκινες πλαγιές.

και του Όρκου

Ώσπου με ξύπνησαν τα κροταλίσματα,
αμέτρητες αντλίες, ακρίδες μαύρες,
εκεί στις κτήσεις τις δικές σας,
με τους μαύρους φοίνικες,
τα μαύρα βότσαλα στις ακροθαλασσιές
των αστρολόγων, κι η άμμος μαύρη,
μαύρα τα κύματα να σπάνε χωρίς φλοίσβο,
χωρίς χάρη,
σαν αίμα πηχτό από πολλές αφρόντιστες πληγές,
μαύρα και τα θαλασσοπούλια,
άσπρες μονάχα οι σκιές,
εκεί στα διάσπαρτα ενεχυροδανειστήρια
όπου δεν άφησα ενέχυρο ποτέ μιαν έστω ελπίδα
παρά μονάχα έναν Όρκον ωρολογιακό.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Των Αναχωρητών

Των Αναχωρητών

Σαν ριζωμένοι σ’ εύφορο λειμώνα
βλάστησαν,
δέντρα ισόκορμα,
μονάχοι,
χωρίς υποστηρίγματα,
νάρθηκες κι αντηρίδες,
κοιτάζοντας τον ουρανό κατάματα,
τα λεύτερα πουλιά και τους σχηματισμούς
στα σύννεφα πολύτροπων ανέμων,
ώσπου το σώμα
κόρδωσε κορμός κυπαρισσένιος.

Και τ’ Άστρο τους ξεχώρισε,
τους έταξε να διακονούν κοντά του,
μακριά απ’ τα μάταια κι ασήμαντα.

Στο υπερώον ελεύθεροι,
σε δείπνο μυστικό,
κοινώνησαν την περιχώρηση,
πικρή σαν την Αλήθεια,
και τάξαν την Ανάγκη στην Αγάπη.

Τους είδα πάλι όλους μαζί
σε δάκρυ φθινοπωρινής αυγής,
ωραίους σαν Βάραγγους ιππότες
να καλπάζουνε με τ’ άλικο σημάδι τους
κατάκαρδα,
χαραματιά ανεξίτηλη και χρίσμα νεουργόν,
ισόβιο καμάρι παρθενίας.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Του Σταυρού και της Ανάστασης

Του Σταυρού και της Ανάστασης

Του Σταυρού

Κάθε καρφί του κόσμου σκίρτημα,
χωρίς ληστές εκ δεξιών κι εξ ευωνύμων
–στις μέρες μας ληστές σταυρώνουν
δεν σταυρώνονται,
άσε που δώσανε τον Γολγοθά αντιπαροχή–
κάθε καρφί σφραγίδα σωφροσύνης.

Σε κουβαλάν στους ώμους,
κι ας βαραίνεις με τα χρόνια, οι άνθρωποι,
όπως τα ύφαλα οι θάλασσες.

και της Ανάστασης

Με τους σταυρούς μετράς τα δίκια των ανθρώπων,
για κάθε δίκιο και σταυρός, κάθε καρφί κι ελπίδα,
με τους σταυρούς ενέχυρα δανείζεις τις χαρές.

Ξέρες καλά δίχως σταυρούς
δεν θα ’σουν τίποτα σπουδαίο.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Του Νου και της Καρδιάς

Του Νου και της Καρδιάς

Του Νου

Επιτέλους, έχω δικαίωμα ν’ αποσυρθώ
απ’ τις επάλξεις, ήσυχα, διακριτικά,
να ψιθυρίσω «εάλω η Πόλις»,
να βρω ένα σπιτάκι εκεί μακριά,
στην αγκαλιά του λόφου με τις πασχαλιές,
να ζήσω ξένοιαστος τα δανεικά μου χρόνια
σώγαμπρος με τις γαληνεύουσες συμβάσεις.

και της Καρδιάς

Ε και τι νόημα έχει το δικαίωμα
αν δεν το δοκιμάσεις στις επάλξεις;
Δεν ζητιανεύουν δικαιώματα οι γενναίοι,
μόνο πασχίζουνε ν’ ανθοβολεί το Δίκιο
απρόσκοπτα, σαν τ’ άγρια ζουμπούλια
που στολίζουν τα πεδία των μαχών
και των αέναων αναστάσεων.

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος

Νίκος Δόικος, Το δάκρυ της Δανάης

Το δάκρυ της Δανάης*

Για λίγους κύλησε κατάκαρδα
–τα δάκρυα ξεχωρίζουν τους ευάλωτους–
προσπέρασε τις παριστάμενες επωνυμίες
κι ενώθηκε με τη βροχή,
σεμνό κι ανώνυμο, όπως πάντα,
παρασέρνοντας μοναχικές ψηφίδες,
κομμένους μίσχους,
βλασταράκια, εδώ κι εκεί ριγμένα, ξεχασμένα
από την βραδινή επιδρομή των Επιτρόπων.

Ώσπου ξεχύθηκε σ’ ορμητικό ποτάμι,
στις χειμαρρώδεις εκβολές κατά το πέλαγος,
κει που τα δάκρυα χύνονται και χάνονται
μέσα σε μύριες τρικυμίες.

Τι να σου κάνει ένα δάκρυ τόσο δα,
το Δάκρυ της Δανάης, της Αγνής, του Κρατερού,
σε τούτη την απύθμενη θαλάσσια φυλακή,
πόσο να την ταράξει, πόσο να συνεγείρει
τους μνηστήρες του Πολυτεχνείου;

* (στην Δανάη Φιλίδου, μαθήτρια του 6ου Λυκείου Καβάλας, 12/05/2012)

Από τη συλλογή Συναμφότερα και λίγα μόνα (2015) του Νίκου Δόικου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Νίκος Δόικος