Ουτοπίες (Κική Δημουλά)

Γιώργος Καζαντζής, Το βαλς της ουτοπίας
(δίσκος: Σορόκος (1998))

Ουτοπίες

Καθ’ οδόν
(7 και 30′ πρωινή προς εργασίαν)
συναντώ τον Μάρτιο
ευδιάθετον,
υπαινιγμών πλήρη
περί ανοίξεως και λοιπά.

Αναβάλλω την υπόστασή μου,
ανακόπτω τη σύμβασή μου
με το χειμώνα,
και διασπείρομαι σε χώμα.
Μια μικρή γη φυσική συντελούμαι,
ξαπλωμένη, απλωμένη
απέναντι στο
καθ’ όλα σύμφωνο
σύμπαν.
Φυτεύομαι άνθη,
ανθίζω συναισθήματα,
και είμαι πολύ καλά
εις άπλετον προορισμόν
και τοποθέτησιν.

«Απαγορεύεται η άνοιξις!»
ξάφνου μια πινακίδα – σύννεφο
απειλεί. Αμέσως
μια βροχή άρχισε κι έλεγε
εις βάρος της ανοίξεως
και εις βάρος μου,
ένας δύσθυμος άνεμος
μου κατάσχει τα άνθη,
μου κατάσχει τα συναισθήματα
και μ’ οδηγεί στο Γραφείο.

Παράβασις, λοιπόν, βαρεία,
και μάλιστα καθ’ οδόν,
από κυρία σχεδόν ώριμη,
με οικογενειακές υποχρεώσεις,
και πολυετή θητείαν
εις Δημοσίαν θέσιν
και χειμώνες.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Τη… και εν… (Κική Δημουλά)

Τη… και εν…

Κατακλυσμός του ανέφικτου
με παρέσυρε, κι εξέλιπα
χωρίς ενθύμια και λυπημένους.

Ύστερα,
σαν μια μικρή αποζημίωσις,
τούτο το ανέφικτο
έγινε φέρετρο.
Δυο χειροδύναμες λύπες το σήκωσαν,
και βρέθηκα στον τάφο μου
απ’ όπου ανωνύμως σας γράφω.
Ταυτότητά μου μην αναζητήσετε.
Δεν ωφελεί.
Απ’ τη φωτογραφία το ύφος υπέκυψε.

Το βλέμμα τρελάθηκε ήσυχα.
Όμως ό,τι για μένα
θα θέλατε να ξέρετε,
εκ ποίων δηλαδή πατρός και μητρός,
γεννηθείσα τη… και εν…,
οικοκυρά ή επιστήμων,
και προπαντός ορισμένη,
αυτά, απλώς αυτά,
του κατακλυσμού επέζησαν.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Ονειρικά (Κική Δημουλά)

Ονειρικά

Η μέρα ξύπνησε.
Ανασηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της
και είδε τον κόσμο
ακόμη πλαγιασμένο με όνειρα
και μαγγανείες της νύχτας.

Ανέβηκε τα βουνά,
στους λόφους γλίστρησε,
και χύθηκε στην πολιτεία
βιαστική.

Των δρόμων τα φανάρια έσβησε,
σκιές κρυμμένες στις αυλές και στις γωνίες
έπνιξε,
κι αφού μοίρασε στους ανθρώπους
αγωνίες και προβλήματα
εις πέρας να τη φέρουν τους ανέθεσε.

Ύστερα την απουσία μου αντιλήφθηκε
(μιαν ευτυχία διαπραγματευόμουν
ακόμα, μέσα στ’ όνειρο),
το κλειστό μου άνοιξε παράθυρο
και μ’ όλο της το βάρος πάνω μου έπεσε
τη διαπραγμάτευση έτσι διακόπτοντας.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Κική Δημουλά, 1η Απριλίου

1η Απριλίου

Ο Απρίλης
—φημισμένος κηπουρός—
πήδηξε το πρωί στον χέρσο κήπο μου
κι ένα εξαίσιο έμπηξε τριαντάφυλλο.

Η άνοιξη,
κρυμμένη πίσω απ’ το τριαντάφυλλο,
βλέπει την έκπληξή μου και γελάει,
ενώ με την απέραντη χαρά μου
παρασημοφορεί τον μάγο κηπουρό.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Γεγονότα (Κική Δημουλά)

Γεγονότα

Μόνη, εντελώς μόνη,
περπατώ στο δρόμο
και πέφτω πάνω σε μεγάλα γεγονότα:
Ο ήλιος σαν επειγόντως να εκλήθη από τη Δύση
αφήνοντας ημιτελές το δειλινό…

Σε λίγο η νύχτα,
κρατώντας τους αμφορείς του μυστηρίου,
των ιδιοτήτων της επαίρετο,
όταν στο ρεμβώδες μάτι της, το φεγγάρι,
ένα απρόσεχτο, λαθραίο σύννεφο, πάτησε
και την τύφλωσε.

Του ατυχήματος τούτου
επωφελήθηκε
κάποιος παράξενος κατάσκοπος
—το μεσονύχτιο υποπτεύονται—
το σύμπαν πυροβόλησε
και το άφησε ακίνητο…

Μετά από τέτοια γεγονότα,
το γεγονός πως είμαι πάλι μόνη
παρελείφθη.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Αγγελίες (Κική Δημουλά)

Αγγελίες

Διατίθεται απόγνωσις
εις αρίστην κατάστασιν,
και ευρύχωρον αδιέξοδον.
Σε τιμές ευκαιρίας.

Ανεκμετάλλευτον και εύκαρπον
έδαφος πωλείται
ελλείψει τύχης και διαθέσεως.

Και χρόνος
αμεταχείριστος εντελώς.

Πληροφορίαι: Αδιέξοδον.
Ώρα: Πάσα

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Υστερία (Κική Δημουλά)

Υστερία

Απόψε
έντρομη
στο παράθυρο
τινάχτηκε η παραφορά μου
φωνάζοντας:
Βοήθεια, βοήθεια, με πνίγουν!

Τούτο συνέβη ξαφνικά
την ώρα που καθίσαμε για βράδυ
στο τραπέζι,
που βγάλαμε
τις πετσέτες από τις θήκες
για να μη λερώσουμε τα τετριμμένα,
κι αρχίσαμε να τρώμε
την τελευταία μπουκιά της ημέρας,
λέγοντας κάθε τόσο:
δαπανηρό φαΐ,
δαπανηρό φαΐ,
πόσο η ζωή ακρίβυνε!

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Παρανομίες (Κική Δημουλά)

Παρανομίες

Επεκτείνομαι και βιώνω
παράνομα
σε περιοχές που σαν υπαρκτές
δεν παραδέχονται οι άλλοι.

Εκεί σταματώ και εκθέτω
τον καταδιωγμένο κόσμο μου,
εκεί τον αναπαράγω
με πικρά κι απειθάρχητα μέσα,
εκεί τον αναθέτω
σ’ έναν ήλιο
χωρίς σχήμα, χωρίς φως,
αμετακίνητο,
προσωπικό μου.
Εκεί συμβαίνω.

Κάποτε, όμως,
παύει αυτό.
Και συστέλλομαι,
κι επανέρχομαι βίαια
(προς καθησυχασμόν)
στη νόμιμη και παραδεκτή
περιοχή,
στην εγκόσμια πίκρα.

Και διαψεύδομαι.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Έκλειψις (Κική Δημουλά)

Έκλειψις

Παρατηρήσατε το φαινόμενό μου;
Την ολική μου, επιτέλους, έκλειψη;

Είχα ένα ιδιόκτητο διακριτικό στερέωμα,
προσωπικής μου χρήσεως,
που, διατρέχοντάς το,
έγραφα στίχους:
εν ολίγοις διένυα ευπρεπώς τη μοίρα μου.

Χθες λοιπόν,
περί την δωδεκάτην βραδινήν,
χωρίς καμιά ορατή αιτία,
εγώ, ο λυρικός μικρός πλανήτης,
έπαθα ολική σχεδόν έκλειψη.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Ερήμην (Κική Δημουλά)

Ερήμην

Σημειώθηκε χθες
διόγκωση της ματαιότητας.
Αυτό, φυσικά,
κανείς δεν το αντελήφθη.
Κανείς απ’ τους ελάχιστους «πλησίον μου».
Μονάχα εγώ
που όρθια μπρος στο μεσίστιο μέλλον μου,
σε στάση ανήμπορη αλλά κόσμια,
άφησα να διαφύγει από το χώρο μου
ένα ολόκληρο απόγευμα,
σε μια ρευστότητα αθεράπευτη,
γνωστή,
αλλ’ επιδεινωμένη.

Από τη συλλογή Ερήμην (1958) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Περιπλάνησις (Κική Δημουλά)

[Ενότητα Β’]

Περιπλάνησις

Αγόρασα κι εγώ εφημερίδα˙
γιατί, καλά-καλά δεν ξέρω.
Μα όλοι το ίδιο να κάνουν είδα
και σήμερα θέλω να μη διαφέρω.
Τρέχουνε όλοι κι εγώ τρέχω
κι όμως σκοπό ειδικό δεν έχω.

Για λίγο έτσι σταματάω,
πώς τρέχουν τ’ αυτοκίνητα κοιτάω.
Ανάμεσά τους δυο νέοι περνάνε,
με έξαψη πολλή μιλάνε˙
μάλλον για κάποιο στοίχημα.
Δεν είδα ακόμα κανένα δυστύχημα.

Στο Χάυντ Παρκ τώρα βαδίζω
κι ομίχλη πολλή διασχίζω.
Μια κυρία κάνει ιππασία.
Έχει μεγάλη υγρασία.

Τα ίδια πάντα και τα ίδια:
«Μη ρίχνετε κάτω σκουπίδια».

Ο κόσμος τρομαγμένος τώρα τρέχει
γιατί έξαφνα άρχισε να βρέχει.
Τέτοια βροχή δεν έχει στην πατρίδα.
Καλά που αγόρασα και την εφημερίδα.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Εικόνα (Κική Δημουλά)

Joseph Kosma & Johnny Mercer, Autumn leaves
(τραγούδι: Nat King Cole / δίσκος: Nat King Cole, Unforgettable (2000 – Remastered))

[Ενότητα Β’]

Εικόνα

Του φθινοπώρου οι τάπητες
έχουν την ίδια πάντα εργασία,
ίδιο σχεδόν το κέντημα,
ίδιο περίπου και το αίσθημα που φέρνουν.

Κίτρινα φύλλα αραιά,
ορθά ή ανάποδα στην τύχη σκορπισμένα,
κάπου αλλού μαζί πολλά
σε μια γωνιά δρόμου στενού συγκεντρωμένα.

Μα ο αγγλικός ο τάπητας,
που σήμερα μονάχη μου πατώ,
έχει ένα άλλο σχέδιο —
έχουν μιαν άλλη χάρη
τα φύλλα τα πεσμένα.

Κι έτσι που τα κατάφερε
τη σκέψη να μου πάρει,
γλυκύτερα μου φάνηκαν τα ξένα.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Οδυσσέας Ελύτης: Οι κλεψύδρες του αγνώστου, ζ’

[Ενότητα Οι κλεψύδρες του αγνώστου]

Οι κλεψύδρες του αγνώστου

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

André Breton

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

ζ’

Στην άγνοια ξεκουράζεται ο ουρανός
Στην κουπαστή του ύπνου ο άνθρωπος
Τυχερός αιχμάλωτος μιας φλόγας που αθωώνεται γράφοντας τ’ αρχικά της στο σκοτάδι
Απλωμένο σ’ άλλον κόσμο των κλειστών βλεφάρων προνομιούχο

Πιο κοντά στην κλειδαριά
Μεγάλου μυστικού που ανύποπτο σαλεύει προς τη λύτρωση
Εφαρμόζει ο πόθος τις εικόνες του, ζωή που υπάρχει σ’ άλλη ζωή
Αίμα που τρέχει από τα μάτια μου, στις πράξεις των ηρώων του (άστρο εχέμυθο)
Και τρέμει ο μόχθος των χεριών μου, υψώνεται ως τα χρώματα του θυρεού της λήθης
Βλέπω το γέλιο που έγραψε τη μοίρα του
Βλέπω το χέρι που έδωσε το ρίγος του
Και τυλίγομαι σύννεφα που εύκολα ξεδιαλύνει μια φτυαριά ουρανού καθάριου.

Έμπιστο φως ξαναγεμίζεις το άλσος μου, έτοιμος είμαι στο προσκάλεσμά σου
Είμαστε δυο, και παρακάτω η ακροθαλασσιά πάλι με τις πιο γνώριμες κραξιές των γλάρων
Όπου κι αν βάλω πλώρη εδώ αράζω, το σκοτάδι με χρωστάει στο φως
Η γη στη θάλασσα, η φουρτούνα στη γαλήνη

Κρεμασμένος απ’ τα κρόσσια μιας αυγής που εξάγνισε τα νύχτια παρελθόντα
Γεύομαι τους καινούριους ήχους, άθλους της δροσιάς που επίστεψαν στα δέντρα
Μια χλωρή παρουσία προχωράει στις ρίζες της κι αποκτάει τη μέρα
Σαν καρδιά που μπαίνει πια στη θέση της
Σαν γυναίκα που νιώθει πια τα νιάτα της
Και χαρίζει ανοίγοντας τους κόσμους των ματιών της ηδονή ανεξάντλητη

Μέρα ξανθή, του ήλιου ανταμοιβή και του Έρωτα.

Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης: Οι κλεψύδρες του αγνώστου, στ’

[Ενότητα Οι κλεψύδρες του αγνώστου]

Οι κλεψύδρες του αγνώστου

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

André Breton

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

στ’

Νυχτερινό υφαντούργημα
Των κρίνων φλοίσβος που γυμνώνει τ’ αυτιά και διασκορπίζεται
Νιώθω στους ώμους της ζωής το σκίρτημα που βιάζεται ν’ αδράξει το έργο
Νιότη που θέλει άλλη μια ευκαιρία αιωνιότητας
Και στην εύνοια των ανέμων ρίχνει το κεφάλι της αδιαφορώντας

Υπάρχει ένα στήθος που χωράει τα πάντα, μουσική που κυριεύει στόμα που ανοίγει
Σ’ άλλο στόμα -κόκκινο παιχνίδι κλαδεμένο απ’ τον ίλιγγο
Ακόμα ένα φιλί και θα σου πω για ποιο σκοπό τις σιωπές μου μάτωσα έτσι
Ακόμα ένα χιλιόμετρο και θα σου δείξω γιατί βγήκα σ’ ένα τέτοιο αγνάντεμα
Όπου παθαίνεται ο λυγμός ζητώντας άλλ’ αστέρια
Ψάχνοντας με φθαρτές χειρονομίες την άμμο που άφησαν ανασκαμμένη των ερώτων οι σπασμοί

Δόθηκαν τα φτερά στα δευτερόλεπτα
Φεύγει ο κόσμος, άλλος έρχεται, στην παλάμη του διαβάζει ρόδα και γιορτές
Φεύγει ο κόσμος, είμαι σ’ ένα κύμα, εμπιστεύομαι όλος στη φορά του
Μέτωπα φέγγουν, δάχτυλα ερευνούν τον ύπνο που πιστεύουνε
Μα ποια βουή, ποιο σπήλαιο είναι αυτό που καλεί την αγνότητα
Γλάρου στιγμή οριζόντια επάνω από τα πάθη, βάρκα ευτυχισμένη ορμητήριο αναπάντεχο

Θα βγω στις άσπρες πύλες του μεσημεριού χτυπώντας με λαλιές τα γαλανά αναστάσιμα
Κι όλα τα κρύα νησιά θ’ ανάψουν τα μαλλιά τους για να σεργιανίσουν
Με αθώες φλόγες και με βότσαλα τα ερωτικά πελάγη
Θα μηνύσω στα γυμνά καλοκαίρια την πιο σίγουρη στιγμή της πλώρης
Που χαρούμενη σχίζει τις υγρές ελπίδες των απλών καλών ανθρώπων.

Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Πύργος του Άιφελ (Κική Δημουλά)

[Ενότητα Β’]

Πύργος του Άιφελ

Ένα χαρτί που βρήκα εδώ μπροστά μου…

Ποια τάχα σκέψη ασχημάτιστη,
ποια μακρινή μου θύμηση,
του υποσυνειδήτου μου ποια δράση
οι πύργοι τούτοι να μηνάνε;
Τίποτε σοβαρό δεν θα ’ναι.
Μπορεί απλώς να ’χω μετανοήσει
που όντας για λίγο στο Παρίσι
μικρούς πυργίσκους το γεμίζω –
τον Πύργο του Άιφελ ν’ ανέβω δεν κατάφερα.
Ήταν για μένα σπάνια ευκαιρία
από του πύργου αυτού τα ύψη
σαν τόσους άλλους να ’χω σκύψει
και από κει τον κόσμο ν’ αγναντεύω…

Μα ίσως πάλι να έπραξα σωστά,
ίσως σοφά να παρενέβη η τύχη,
αφού σε λίγο θα έπρεπε ξανά
στα χαμηλά μου να κατέβω.

Μάλλον αυτή θα ’ναι η λύση
των πύργων που έχω ζωγραφίσει.

Από τη συλλογή Έρεβος (1956) της Κικής Δημουλά

Πηγή: Κική Δημουλά, Ποιήματα (εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1998)

Οδυσσέας Ελύτης: Οι κλεψύδρες του αγνώστου, ε’

[Ενότητα Οι κλεψύδρες του αγνώστου]

Οι κλεψύδρες του αγνώστου

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

André Breton

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

ε’

Είναι κοντά η πτυχή του ανέμου που θροεί τον γαλάζιο της περιστερεώνα -η χυμώδης πτυχή
Που ζυγίζει στο χνούδι της ερεθισμένες αιώρες
Όταν γέλια μυτερά σπάνε τα τσόφλια της αυγής αγγέλνοντας το ηλιόβγαλμα
Κι όλο το πρόσωπο της γης λάμπει από μαργαρίτες
Όχι, δεν είναι σήμερα η στερνή μας λέξη, δεν τελειώνει ο κόσμος
Δε λιώνει σήμερα η ελπίδα μου, με χλωρά σπαρτά γεμίζει τις φωλιές των ήχων

Εύθυμα στόματα φίλησαν κορίτσια, στα κεράσια κρέμασαν την ηδονή
Δέντρα μεγάλα στάζουνε ήλιο είναι άκακα και σκέπτονται σαν ίσκιοι που τρέχουνε
Για κάτι ωραίο -σήμερα είναι ωραίο το προβαλλόμενο όραμα

Δροσερό μεσημέρι αφησμένο σαν βάρκα που έπλευσε όλο πάθος
Στοιβαγμένη τραγούδια και σινιάλα που τρέμουν σαν βουνοκορφές
Μακριά μακριά είναι οι μαρμάρινες επαύλεις των γυμνών γυναικών
Η καθεμιά τους ήτανε άλλοτε σταγόνα
Η καθεμιά τους είναι τώρα φως
Περνούνε το φουστάνι τους όπως περνά η μουσική στους λόφους το στεφάνι της
Και ζούνε μες στον ύπνο τους κισσούς που ζώνουν
Μακριά μακριά είναι οι καπνοί των λουλουδιών οι οριζόντιες λίμνες των ναρκίσσων
Τιμονιέρηδες κεφάτοι οδηγούν εκεί τα σκάφη των γοητειών
Γερμένοι στο ’να τους πλευρό -τ’ άλλο τους είναι θαλερός τόπος ευωχιών
Τόσες δα μέλισσες και τόσες δα κλεψύδρες ιστορούνε κι υφαίνουνε το ανθρώπινο είδος

Σ’ ένα πελώριο διάστημα χύνεται το φως
Γεμίζει οράματα γλυπτά κι είδωλα φέγγους
Είναι τα μάτια πια που κυριαρχούν -η γη τους είναι απλή και κορυφαία
Καλοσύνης κοιτάσματα ένα ένα, σαν φλουριά κομμένα μες στον ήλιο
Μες στα χείλια, μες στα δόντια, ένα ένα τ’ αμαρτήματα
Της ζωής, αγαθά ξεφλουδιασμένα

Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)

Οδυσσέας Ελύτης: Οι κλεψύδρες του αγνώστου, δ’

[Ενότητα Οι κλεψύδρες του αγνώστου]

Οι κλεψύδρες του αγνώστου

Le temps est si clair que
je tremble qu’il ne finisse…

André Breton

Στον Ανδρέα Εμπειρίκο

δ’

Ποιο μέταλλο να είν’ αυτό που κρυώνει τα μάτια ποια χαμένη νεότητα
Που μαζεύει το έλεος λίγων στιγμών σε μια κλωστή ασυγκίνητη -ποια να ’ναι
Δέντρα σωπάσαν, πέτρες μοιάσανε στις πέτρες, καβαλάρηδες έφυγαν
Ψάχνουν τα μάνταλα μιας άλλης πύλης μα ποια να ’ναι αυτή
Σε ποιο καρδιόχτυπο άραγε να βρίσκεται, κλείνουν οι ελπίδες τα παράθυρα, βραδιάζει ο πόνος
Ποιος είναι εδώ, κανείς δεν είναι- χώμα ηχολογάει το χώμα

Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή

Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας
Ο έρωτας ποιος είναι -η ζωή μετριέται με σφυγμούς, η χαρά με ανέλπιδες χειρονομίες
Η ζωή μετριέται με παλμούς, πάλλεται η λυμένη ζώνη της εσπέρας
Φεγγίζουν γοητείες στα μάκρη, μια βαρκούλα χάνεται ευχαριστημένη
Κανένα κύμα δεν κρατάει στο στήθος του κακία
Οι άνθρωποι μοιάζουν, παρομοιάζουνται με τις κραυγές των φάρων
Φεύγουνε για να παν αλλού και βγαίνουνε στη θάλασσα
Ποια θάλασσα
Να ’ναι αυτή που δε θυμάται τις λευκές στιγμές της μα ξαναμασάει τα λόγια της
Λύπες που γίνανε σεντόνια και χτυπούν στον άνεμο για να στεγνώσουν, και ξαναχτυπούν στον άνεμο για να ’ναι οι γλάροι
Δίπλα τους, στο πλευρό τους, ποιες να είν’ αυτές
Ποιος κόπος ήμερος, ποια σπασμένη ενότητα, ποιος θρήνος

Ω χαρά τραυματισμένη, μιας στιγμής χωρητικότητα που κλονίζει αιώνες!

Από τη συλλογή Προσανατολισμοί (1940) του Οδυσσέα Ελύτη

Πηγή: συγκεντρωτική έκδοση Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση (εκδ. Ίκαρος, 2002)