Σταύρος Ζαφειρίου: XIII. ne adsum qui feci

XIII. ne adsum qui feci

Λοξοδρομώ, λοξοδρομώ συνεχώς∙ συνεχώς περιπλέκομαι στα ίδια τα πόδια μου, μπερδεύομαι μέσα στα βήματά μου κι έπειτα, με την πλέον ένοχη συνείδηση, επιχειρώ κι επιχειρώ να επανορθώσω.

Αντιλαμβάνονται ότι ατακτώ πάνω στην ίδια τη σκέψη μου, αναστατώνω την ίδια τη σκέψη μου προσπαθώντας –χωρίς να τα καταφέρνω– να περιγράψω πράξεις και έννοιες που δεν καταλαβαίνω. Η τιμωρία μου είναι να ποντίζω ολοένα και ολοένα την πέτρα μου, και λίγο πριν προσβυθιστεί να ελαφραίνει και ν’ ανεβαίνει πάνω.

Γεμίζω απ’ την καράφα το ποτήρι με νερό, πίνω. Ανάβω ένα καινούριο τσιγάρο∙ το σταχτοδοχείο ξέχειλο ήδη με αποτσίγαρα.

Αποθηκεύω τις λέξεις μου∙
αρχείο, κλικ, αποθήκευση,
file, click, save,
στο τέλος της κάθε μου πρότασης
μετακινώ με το ποντίκι τον δρομέα,
file, click, save και ξανά,
file, save, αρχείο, κλικ, αποθήκευση,
αποθήκευση ως…

Γυρίζω πίσω τις σελίδες του γραπτού μου, διαβάζω ξανά με προσοχή κι επιείκεια ό,τι έχω γράψει μέχρι αυτή τη στιγμή∙ ίσως υπάρχει κάποια συνοχή τελικά, ένα, έστω λανθάνον, δίκτυο κοινών νοηματικών χαρακτηριστικών, κάποια σχεδόν λογική ακολουθία.

Εντοπίζω και μαρκάρω αμέσως την τροφή των περιστεριών, τη συγκεκριμενοποιώ διορθώνοντας τους αρχικούς «κίτρινους σπόρους» σε «σπόρους καλαμποκιού»∙ πυκνώνω τις φράσεις μου σε τρεις παραγράφους θανάτου∙ περνώ ώρες ολόκληρες με τη μεταβλητή της εντροπίας και με τη θεωρία των φράκταλ, προσπαθώντας να διασαφήσω τη σχέση τους με τα λοιπά λεγόμενά μου, να διατυπώσω, θέλω να πω, στα όρια μιας σύντομης και ώριμης φράσης, τη λογική ανησυχία μου για τον βαθμό

– σ’ αυτό ακριβώς το σημείο κολλάω θέλοντας ν’ αποφύγω λέξεις κακές όπως: πρόσληψη, κατανόηση, προσδοκία, πρόθεση, ερμηνεία, ανταπόκριση, και ωστόσο μην έχοντας άλλες∙ σ’ αυτό ακριβώς το σημείο σπαταλάω τον χρόνο μου, μέχρι που παίρνω επιτέλους την απόφαση να εγκαταλείψω ηττημένος τον αγώνα,

ν’ αφήσω τα πάντα, έτσι όπως είναι, στη θέση τους κι ας μοιραστώ το κρίμα μου με όλους εκείνους που έχουνε στοιχειώσει μ’ ενοχές ό,τι υπάρχει τάχα ή δεν υπάρχει εντός κειμένου

ή με όλα εκείνα που με έχουν ταλανίσει από τα πρώτα μου κιόλας κεφάλαια, από τις πρώτες μου κιόλας γραμμές, εκείνα που ολοένα και προστίθενται στη γενικότερή μου ανασφάλεια ως ατόμου, αλλά στην εν μέρει εσκεμμένη, εν μέρει εκ των ενόντων επιβεβλημένη απουσία κεντρικού μύθου και πλοκής, ολοκληρωμένων ανθρώπινων χαρακτήρων και των διαλογικών συγκρούσεών τους.

Αυτά τα ενοχικά συμπλέγματα, σκέφτομαι τώρα, αυτές οι ακαδημαϊκές εκκρεμότητες ήταν οι κατεξοχήν αιτίες της εναγώνιας από μέρους μου επιζήτησης κάποιων, έστω και υποτυπωδών, μυθοπλαστικών εφευρημάτων, που θα μπορούσαν να προσδώσουν έναν σαφέστερο, ειδολογικό τουλάχιστον, προσανατολισμό στο κείμενό μου.

Ό,τι μου λείπει, σκεφτόμουν τότε, εκείνο που θα γεωμετρήσει στο κείμενό μου τις συνθετικές και αφηγηματικές, και, εν πολλοίς, μυθιστορικές του διαστάσεις, εκείνο που θα το ενδυναμώσει και θα το προικίσει με κάποιες δραματουργικές αρετές, αφήνοντας πίσω του κάθε θεωρητικό βερμπαλισμό και αδιαφορώντας για κάθε μετα- και απο-δομική εσχατολογία, είναι μια ένοχη πράξη,

μια ισχυρή και κατάφωρη και αμετάκλητη ενοχή που θα πρέπει να διαπράξω ο ίδιος εγώ, αναπαριστώντας με τον τρόπο αυτόν,
εμφανίζοντας με τον τρόπο αυτόν στη σκηνή τον κοινότοπο και κατά συνθήκη κοινότροπο μέσα μου κόσμο, την ονομαζόμενη εκείνη «σκοτεινή» μου πλευρά∙

θα πρέπει να διαπράξω μια ενοχή, για την οποία θα πρέπει, εν συνεχεία, να επιβάλω στον αμετάκλητα ένοχο πια εαυτό μου την καφκική ποινή της αναγνώρισής της, την ήδη αναφερθείσα –παρά τις απαξιωτικές, κι εν τέλει βαρετές, εκτροπές και εικασίες– λυτρωτική ποινή της γραφής, την υφιστάμενη όχι ως υποκατάστατο της πράξης, αλλά ως αδιάψευστη μαρτυρία της και επικύρωσή της.

Σηκώνομαι όρθιος, πλησιάζω στο ανοιχτό παράθυρο, κοιτάζω έξω για λίγο∙ σκηνοθετώ ορισμένες κινήσεις μου, μάλλον άσκοπες, στο δωμάτιο.

Αυτή ακριβώς είναι η μόνη μου διέξοδος, αναλογίζομαι τώρα ότι σκεφτόμουν τότε, αυτός είναι ο μόνος, ο πιο κατάλληλος, τρόπος για την αποπαγίδευσή μου και κυρίως για την κορύφωση και το τελείωμα αυτού του κειμένου: μια ένοχη πράξη. Πρώτα βεβαίως η ένοχη ιδέα κι έπειτα η ένοχη πράξη. Πρώτα ο εντελής της σχεδιασμός κι έπειτα η ολοτελής εφαρμογή της.

Έχοντας στο μυαλό τις καθημερινές μου οριζόντιες διαδρομές με τ’ αστικά λεωφορεία, τις καθημερινές επαγγελματικές μου επαφές με το ανόμοιο και ανυπόμονο κοινό στο Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών, και την εκ των ων ου άνευ καθημερινή παρατήρηση των μετακινούμενων προς και από τον παρακείμενο της κατοικίας μου σταθμό των τρένων∙

και έχοντας στο μυαλό τις ανελλιπείς κυριακάτικες επισκέψεις μου στα περιστέρια των δημόσιων κήπων και στο νεκροταφείο∙

με ήδη δηλωμένη, και μάλιστα με τόση επιμονή, την άρνησή μου για την έμπνευση και τα επακόλουθά της, και πληρώνοντας τώρα το τίμημα τούτης της άρνησης, βρισκόμουν ξαφνικά υποχρεωμένος να περιορίσω την έρευνα για την ένοχη πράξη μου σ’ αυτά τα συγκεκριμένα πεδία της εμπειρίας μου και της αντίληψής μου.

Σημείωση του ποιητή:
Παρά την επισήμανση φίλων νομικών ότι το Ενοχικό (Δίκαιο) ρυθμίζει τις έννομες σχέσεις με βάση τις οποίες ένα πρόσωπο οφείλει να προβεί σε μια πράξη ή σε μια παροχή προς ένα άλλο και δεν καλύπτει την έννοια της ενοχής ως αποτέλεσμα άνομης πράξης, πολύ περισσότερο δε ως συναίσθημα, προτίμησα εντούτοις να διατηρήσω τον τίτλο «Ενοχικόν», σαν μια επιπλέον αυθαιρεσία μεταξύ των άλλων μου αυθαιρεσιών.

Οι τίτλοι των ενοτήτων προέρχονται από λατινικές φράσεις που έγιναν παροιμιώδεις ή απέκτησαν ισχύ γνωμικών ή αποφθεγματικών διατυπώσεων. Παραθέτω τη μετάφρασή τους:

I. corpus delicti: το σώμα του εγκλήματος.
II. vae victis: ουαί τοις ηττημένοις.
III. guarda e passa: βλέπε και πέρνα.
IV. desinit in piscem: απολήγει σε ιχθύ.
V. ita res est: έτσι έχει το πράγμα.
VI. homo homini lupus: ο άνθρωπος είναι λύκος για τον άνθρωπο.
VII. difficiles nugae: δύσκολες φλυαρίες.
VIII. medice, curate ipsum: ιατρέ, θεράπευσε τον εαυτό σου.
IX. ubi solitudinem faciunt, pacem appellant: όπου δημιουργούν έρημο, εκεί λένε ότι έδωσαν ειρήνη.
X. scribitur ad narrandum: γράφεται χάριν διηγήσεως.
XI. dehemur morti nos nostraque: χρεωστούμεθα στον θάνατο και εμείς και τα δικά μας.
XII. non Oedipus: όχι Οιδίπους.
XIII. ne adsum qui feci: εγώ είμαι ο δράστης.
XIV. res, non verba: έργα, όχι λόγια.
XV. finis coronat opus: το τέλος στεφανώνει το έργο.

Από το ποιητικό βιβλίο Ενοχικόν / ο μονόλογος ενός δράστη (2010) του Σταύρου Ζαφειρίου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Σταύρος Ζαφειρίου

One thought on “Σταύρος Ζαφειρίου: XIII. ne adsum qui feci

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.