Γιάννης Καρατζόγλου, Λουτράκι

Λουτράκι

Άλμπουμ οικογενειακό: φωτογραφία πάνω σε ένα αμαξάκι, παϊτόνι με μαύρο άλογο, Λουτράκι. Μητέρα, πατέρας, το ζεύγος Βαράνου κι εγώ με μαύρα γυαλιά και κοντό λευκό πανταλονάκι, πηγαίνουμε στις «Πηγές.»
Πενήντα χρόνια μετά, ψάχνω μαζί μ’ εκείνη να νοικιάσουμε ένα κατάλυμα στο Λουτράκι. Γυρίζω πίσω στα παλιά, όπως κάνουν όλοι σε παρόμοιες ηλικίες. Μπαίνουμε στην πόλη, ζητώ να αναγνωρίσω σημεία και αισθήσεις του ’50 τότε που τον δυνατό νοτιά στην πόλη τον λέγαν «καρεκλάτο». Η κεντρική πλατεία είναι σχεδόν η ίδια, μόνο που τώρα μου φαίνεται μικρή, ολίγιστη. Προχωράμε προς το Καζίνο, έχει γίνει πια ακριβό ξενοδοχείο. Ψάχνω να βρω μπακλαβάδες Καζινό Καμπόση, δεν υπάρχουν. Τότε μου έρχεται σαν φλας ο Καραγκιόζης. Κοντά στην πλατεία, μπαίναμε από μια μικρή πόρτα που οδηγούσε σ’ έναν διάδρομο κι ύστερα βγαίναμε σε μια αυλή με μια τεράστια κληματαριά κι ολόγυρα γαζίες και γιασεμιά και στο βάθος το μαγικό σεντόνι κι οι φιγούρες με την επιγραφή «Ο Καραγκιόζης του Καρεκλά».
Μ’ άφηνε ο πατέρας εκεί κατά τις εννιά κι ερχόταν να με πάρει στις δέκα και μισή που τελείωνε η παράσταση. Εμείς, όλα τα παιδιά-παραθεριστές της πόλης, βγαίναμε γελαστά και χαρούμενα μπροστά σε δεκάδες γονείς που περίμεναν. Μετά ο πατέρας με πήγαινε να φάμε στα Ρεπάκια με τα ασπροντυμένα γκαρσόν και τα ολόλευκα τραπεζομάντιλα κι ύστερα σπίτι για ύπνο.
Δεν υπήρχε βέβαια πλέον τίποτα απ’ όλα αυτά. Ούτε ίχνος από Καρεκλά ούτε από Ρεπάκια. Παρ’ όλα αυτά με εκείνη στήσαμε το σπιτικό μας για μερικά καλοκαίρια και ζήσαμε τη ζωή μας με ολόγιομες τις μνήμες μου να της τις διηγούμαι στη βεράντα κι εκείνη να παρασέρνεται. Ακόμα βλέπω κάθε τόσο τη βεράντα μας δίπλα στις παλιές ράγες του οτομοτρίς που κοίταγε τη θάλασσα και μακριά τον Ισθμό, τις Κυριακές που κατεβάζαμε τις τέντες και παίρναμε το πρωινό μας με το ζεστό ψωμί της γειτόνισσας και το απόγευμα το τούρκικο καφεδάκι.
Τώρα οι μόνες μνήμες που με παρασέρνουν σε ένα λυγμό είναι εκείνα τα δυο χρόνια στο «σπίτι μας». Μακριά, πολύ μακριά, μισοσβησμένα είναι πια το Καζινό Καμπόση, τα Ρεπάκια κι ο Καρεκλάς. Μόνο το δέρμα της άσβηστο, μαυρισμένο απ’ τον ήλιο στα βοτσαλάκια της παραλίας κι οι νύχτες μας γεμάτες ποίηση και έρωτα στα τελευταία μας καλοκαίρια.

Από τη συλλογή Εγγραφές κλεισίματος (2017) του Γιάννη Καρατζόγλου

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Γιάννης Καρατζόγλου

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.