Μάνος Ελευθερίου: [Τον είδα να τρέχει δίπλα μου…]

Τον είδα να τρέχει δίπλα μου πλάι στο συρματόπλεγμα, Κρατούσε λάμπα και το στόμα του ανοιχτό, Σαν τη νύχτα το στόμα του και μια νύχτα, Και τα νύχια του σαν το θειάφι, Ποιον γύρευε; Ποιος τον ζητούσε; Από καιρό κι από χρόνια μας το ’λεγε πως Κάποιος, Κάποιος θά ’ρθει να τον ζητήσει, Τον ζήτησε ή πέρασε και τον ζητούσε, Μάλλον θα τον ζητήσει καταλάβαμε, Γιατί τα ρούχα του τα καλά και τα μαύρα τα φύλαγε στο μπαούλο διπλωμένα προσεκτικά, Και στις ηλιόλουστες μέρες τα ’βγαζε και τα κοίταζε και τα ξεσκόνιζε–

Η Σοφία δεν μπορεί πια ν’ ασχολείται με δουλειές του σπιτιού, η Χαρίκλεια το ίδιο, η Ουρανία και ο Γεώργης έχουν φύγει, ο πατέρας και η μάνα έχουν φύγει, Κάθεται, που λες, η Σοφία στο περβάζι και κοιτάζει περαστικούς, Ποιος, ποιος να περάσει τέτοια ώρα, Κανείς κανείς δεν περνά, Περισσότερο λογαριάζει πως θα περάσει, Τον σκέπτεται και τον μεταμορφώνει όπως εκείνη θέλει, Καμιά φορά τα βράδια συζητά με φίλες της τα νέα, Τα παλιά εκείνα, ξέρεις, που παίρνουν ξαφνικά μιαν άλλη διάσταση και την τάξη που εμείς τους δίνουμε, Και δεν είναι πια τα δικά μας προβλήματα και μήτε των άλλων και δεν είναι κανενός. Τελικά, μονάχα η Κυρατσούλα, εκείνη αντέχει και είναι εύθραυστη και λευκή και φέγγει σαν ωραίος βασανισμένος όρθιος στίχος. Αυτή ποτίζει το παρτέρι με τον μαϊντανό, τον άνηθο και τα κουκιά, Κι αυτή πάλι πηγαίνει στα χωράφια και μαζεύει τις ελιές.

Έτρεχε κι έτρεχε πλάι στο συρματόπλεγμα και το στόμα του ανοιχτό και σαν τη νύχτα, Μια νύχτα το στόμα του, Και κάτι άλλο, Κάτι σαν λάβαρο σαν εξαπτέρυγο τον κυνηγούσε ή το κρατούσε και δε φαινότανε στην απόσταση, Τα δόντια του κίτρινα κι ένα χρυσό, στο βάθος, γυάλιζε μέχρι τον Κάτω Κόσμο, Αλλά εκείνος που περίμενε δεν ήρθε και μήτε ως μαύρο φάντασμα– Κι ίσως εμείς μονάχα δεν τον είδαμε, αν και να ’ρχόταν πώς θα τον βλέπαμε, Και πώς θα γνωρίζαμε το κορμί του χωρίς τα σημάδια του Αθώου που παιδεύτηκε;

Ήρθε, επέμενε, ήρθε και θά ’ρθει και θα ξανάρθει, αλλά του ’λειπε το φως, το κάτι, Να κρατάει λάμπα κερί λάβαρο ή εξαπτέρυγο, Κι εκείνος πήγαινε προς τα εκεί να του δώσει βοήθεια –ποια βοήθεια– και να κρατάει σκοπιά και να δίνει σινιάλο με τη βαρκούλα που θα ’ρχότανε. Στο τέλος τα μπέρδευε, μας μπέρδευε, κι ο ίδιος μπερδευόταν πιο πολύ, εγώ είμαι μονάχα για να γράφω, λέει κάποτε, Αλλά τον άλλον, τον βρήκανε κάποιοι άλλοι, όπως γίνεται πάντα με τους άλλους για τα δικά μας, Στον δρόμο στεκότανε, σ’ ένα γεφύρι και συζητούσε με τα πουλιά, τώρα ποια πουλιά και ποια γεφύρια μην τα ρωτάς, αναπαύσου μονάχα, κοιμήσου, Το σώμα του έλαμπε, λέει, μαλαματένιο, Πορφύρες και μουσικές ήτανε τα μαλλιά του, τα άλλα προφάσεις για ν’ ακούγονται θαύματα για κείνη την Παναγία στον λόφο, Και για να γράφουν οι κλεπταποδόχοι. Μασούσε μας λένε ευκάλυπτο και σα να παραμιλούσε, ντυμένος τον Άδη με την παντιέρα για τον βυθό που βούλιαζε αυτός κι εκείνος, η ζωγραφιά– ο ετοιμόρροπος αιώνας.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

One thought on “Μάνος Ελευθερίου: [Τον είδα να τρέχει δίπλα μου…]

  1. Παράθεμα: Μάνος Ελευθερίου: [Τον είδα να τρέχει δίπλα μου…] – worldtraveller70

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.