Μάνος Ελευθερίου: [Περνάει ένας φονιάς…]

Περνάει ένας φονιάς και τον ρωτάει κατά πού πέφτει ο δρόμος. Αυτός του δείχνει τον δρόμο των αθώων.
— Εκεί εκεί θα πρέπει να σταθείς, του λέει, εκεί εκεί και θα τους δεις, εκεί θα τους γνωρίσεις. — Ποιους; τον ρωτάει ο φονιάς, — Γιατί αυτοί μονάχα, — Μα ποιους; ξαναρωτάει ο φονιάς, — Έχουν τα μάτια που κερδίζεται το φως. Κίνησε να φύγει ο φονιάς γελώντας και τον ευχαρίστησε. Τον φίλεψε μια φούχτα αλάτι και ψωμί, — Δεν έχω, λέει, άλλα, Κι είσαι μωρέ κι αλαφροΐσκιωτος. — Όλα τα έχεις, λέει αυτός. Καθώς έφευγε ξαναρωτάει ο φονιάς απ’ τ’ άλογό του. — Και δε μου λες, ποιος έκανε κουμάντο, κυρ-Αλέξαντρε, στη μοιρασιά του κόσμου, γιατί εγώ πήρα μονάχα έναν κλήρο απονιάς κι έτσι με ξέρει ο κόσμος. Λέει ο Αλέξανδρος. — Τον ουρανό τον βλέπεις και στη γη, αν βλέποντας το χώμα, μόνο εκείνον σκέπτεσαι. Λέει ο φονιάς. — Εγώ κοιτάζω ουρανό και τα ματάκια μου γεμίζουν αίμα. Κοιτάζω χώμα, πάλι αίμα. Το λοιπόν; Λέει ο Αλέξανδρος. — Το αίμα είναι ο ουρανός. Αν δεν τον βλέπεις, δε φταις εσύ. Κι είπε ο φονιάς. — Θέλω να δω. Λέει ο Αλέξανδρος. — Τα μάτια σου. Το αίμα δε σκορπίστηκε ακόμη. Κοίταξε πάλι, κοίταξε, κι όταν ξαναβρεθείς εδώ μου λες. Εδώ πάντα θα μ’ έβρεις. Λέει ο φονιάς. — Πάντα μαζί σου ήμουνα. Μόνο τώρα με βλέπεις; Κι έχει παράπονο κι αυτός κι έχει μια λύπη τώρα – σαν άνθρωπος που του τα πήραν όλα ξαφνικά. Λέει ο Αλέξανδρος. — Υπάρχουμε κι οι δυο κάτω από κείνο που πονάς και μέσα σε κείνο που ο ένας το κρατάει σφιχτά κι ο άλλος του κρατάει το χέρι μην το χάσει. — Δεν είναι αυτό το δύσκολο, του λέει ο φονιάς. Εγώ σου λέω άλλα. Πάντα μαζί σου και με στέρηση. — Κατάλαβα, του λέει ο Αλέξανδρος. Είμαι ο φονιάς μου. Γιατί εσύ κρατάς από το γένος λουλουδιών κι από φυλές που ευωδιάζουν τα γραπτά τους, γιατί κοιμούνται μέσα τους πουλιά. Εγώ φυλάω τη σκοπιά σε τούτο τον αιώνα, κι ο κλήρος μου είναι των θυμάτων. Κι είμαι αυτό κι αυτός που επιθυμείς κι εγώ το προσκυνώ, ο Κύριός μου κι ο Δεσπότης μου.

Το ρωμαίικο, αυτό ας όψεται.
Δεν έχει τέλος ο πόνος ο ελληνικός.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.