Μάνος Ελευθερίου: [Χαμογελούσε σαν τ’ αγάλματα…]

Χαμογελούσε σαν τ’ αγάλματα που είναι ακόμη στα υπόγεια των μουσείων∙
κομμένα δάχτυλα σπασμένα χείλη

(τι ν’ άγγιξαν τι φίλησαν ποιος τα προσκύνησε
κι εσύ ονειρεύεσαι πως άνοιξα την πόρτα,
ποια πόρτα ποιο παράθυρο Το σπίτι αυτό, τα χρόνια
αυτά, τα λόγια εκείνα
μήτε παράθυρο και μήτε πόρτα
με πόλεμο και μ’ άλλο πόλεμο, ποιο πόλεμο ποια εποχή
άφησα τις αρβύλες μου στο πεζούλι και προχώρησα
το σπίτι άδειο, –Ποιο σπίτι και ποιος κήπος, τι μου λες
Αυτά τα όνειρα δεν έχουν γιατρικά
κι αυτές οι λέξεις που έχεις γράψει στα πατώματα
φαρμακερές σαΐτες σημαδεύουν την καρδιά του καιρού)

έλεγα, λοιπόν, για τ’ αγάλματα∙ κομμένα δάχτυλα
σπασμένα χείλη
μπαίνω στο σώμα τους τη νύχτα κι από κει κατασκοπεύω τον αιώνα μου
τα βλέπεις κάποτε μ’ ένα φεγγάρι τούρκικο
στεφανωμένα με τις δάφνες και τις προσφορές
λείψανα παλαιών αγνώστων ναυαγίων
«ευχαριστώ», κομμένα πόδια και καράβια
τα βλέπεις να περνούν σ’ έναν αράπικο ουρανό
φόρεσε κάτι, ένα μάλλινο στους ώμους
τρυπάει τ’ αγιάζι σαν κι αυτό που θες να πεις
πες το λοιπόν να σώσω την ψυχή μου.

Να σώσω αυτό το δέρμα που με φυλακίζει.
Αυτό το δέρμα και το αίμα και τα κόκαλα.
Το τζακισμένο σώμα μου που μ’ έχει φυλακίσει τρεις αιώνες.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.