Μάνος Ελευθερίου: [Καθώς εσήμαινε ο όρθρος…]

Καθώς εσήμαινε ο όρθρος, Και τα νερά ιερουργούσαν ακόμη μες στον ύπνο του, Εκείνος φανταζόταν μουσικές που είχε κρυμμένες στα δίχτυα της της ψυχής του.

Φεύγανε οι νεκροί ολοένα Και η μοναξιά
του χάραζε τον αρμυρό σταυρό στα χέρια κι έγραφε κι έγραφε
τον Ποιητή και τον Δεσπότη του κατονομάζοντας
που με τον τρόπο του Εκείνος, λέει, τον ελεούσε,
όμως εξαργυρώνοντας φυλή και γένος
για ένα ζευγάρι κάλτζαις και μια φανέλα
σε κίβδηλους και μισερούς εμπόρους και στιχοποιούς.

Τώρα πώς να επαναλάβει στις ορφανές τις αδελφές του
από ντροπή και αγωνία δεν σας έγραψα
–γιατί κοντεύει πια πενήντα πέντε–
και ο μεγάλος καημός είναι που δεν παίρνω λεπτά
κουράγιο, έως να δώσῃ ο Θεός να οικονομήσω λεπτά

και ταπεινά, τελειώνοντας να γράφει και να γράφει
όσο ζουν –
το Σεβαστέ μοι πάτερ, σας προσκυνώ εν βίᾳ
ή Σας ασπάζομαι, φιλών την χείρα υμών
και της μητρός μου.

Θα του απαντήσει στην αρχή ο αγαθός λευίτης
να μάθει πως οι συμβουλές του δεν είναι τα δεσμά
που έτσι αστόχαστα δικάζει και του καταμαρτυρεί
και πως αυτός δεν είναι χωροφύλακας, όσο κι αν ο καημός
κι η στέρηση τον κάνουν να ελεεινολογεί την κόρη του
την Ουρανία και τους γιους της, που ενώ θα ’πρεπε
να ήταν στύλοι του πατρικού του οίκου και να συνδράμουν κατά δύναμιν,
εκείνοι αγνοούν και περιστάσεις
και συγγένειες (και αυτή τη σαϊτιά θα την περάσει
στην καρδιά του ο δικαστής πατέρας του φαρμακωμένη∙
μέχρι τον άλλο κόσμο θα τον κυνηγά ο Δικαστής Ιερέας)
του γράφει το λοιπόν:

«… εγκλείω επιστολήν προς τον αρχιεπίσκοπον
ης αντίγραφον όπισθεν ανάγνωσον και εάν αρεστόν,
εγχείρισον. Λάβε το νόημα και μεταχειρίσου
τον κολακευτικότερον τρόπον… και παρακάλεσον
διά την ενέργειαν κ.λπ. άλλως, παράδος την εσφραγισμένην…»

Και αναμένει απάντηση
και ασπάζεται
και μένει – ο πατήρ.

Πολύν καιρό μετά, χρόνια μετά, στις αγρυπνίες
του προφήτη Ελισσαίου
κάτι θα είχε η ψυχή του εννοήσει
από την τάξη και τη ζυγαριά του κόσμου
γιατί αλλιώς δεν εξηγείται
πώς απ’ τα ψίχουλα που του κληρώσανε στη μοιρασιά του
τα μισά να τα σκορπάει στα πουλιά
και τ’ άλλα στους Αγγέλους της ολονυχτίας.

Φεύγανε φεύγανε οι ζωντανοί ολοένα
δούλοι της δόξας ποιητές κι ανάξια στεφανωμένοι
κι άλλοι πολλοί στη δύση του αιώνα
τον βλέπανε να τρέχει στα μυστικά συμπόσια
ενώ εμείς δεν είδαμε, δεν ξέρουμε.
Μονάχα στα γραπτά μας τα είδαμε.
Μονάχα εκεί τα μάθαμε.

Κορίτσια όνειρα γυμνά σκορπούν στον ύπνο του μαργαριτάρια
και στους αφρούς της κλίνης του τρέχουν και κολυμπούν.
Τι εννοεί όταν μιλά για ινδάλματα και νύμφες
γι’ αυτές που μόλις πέρασαν τα δεκατρία χρόνια τους
κορίτσια ξανθοπλόκαμα με τον μελίχρυσο λαιμό
με τας λευκάς ως γάλα ωμοπλάτας –
κνήμες, ισχία, στέρνα και κόλποι γλαφυροί
μέθη μιας νιότης νοητής παραχθείσα διά μικράς
δόσεως ρευστού.

Τι εννοεί και μας το κρύβει για τον νεκρό εξάδελφό του
τον ομόψυχο και ομόσκηνο
πόσα εννοεί όταν στενάζει για αναμνήσεις παιδικές,
τα ίχνη τα υγρά, τα μαλακά πτίλα, ο χνους
ὅν εκρίπτει ο άνεμος
και για τον άλλο, πιο παλιά, σα γράφει απαρηγόρητος
και πού η θεσπεσία εκείνη έκφρασις της μορφής
και η όψις η νοήμων
και το όμμα το γλυκύτατον; Και πού το αμβρόσιον
νεύμα των οφρύων και το νεκτάριον των χειλέων
μειδίαμα; Και η δρόσος και το άρωμα και ο ανθός –
γιατί ξεχνούν ή κάνουν πως δε βλέπουν οι πορνοβοσκοί
πως έρχονται οι λέξεις έπειτα αγνότης και αθωότης
καθώς κυνηγημένοι σε χρόνια τεθωρακισμένα και φασιστικά
τι εννοεί για τους νεκρούς του – επιμένουν κι άλλα
ονόματα κι οράματα που πέρασε κρυφά κι από την πίσω πόρτα
στα γραπτά του που μύριζαν λιβάνι
δι’ αυτούς και τα πουλιά δέησιν μυνύρονται
προσευχήν αναστενάζουν
πάλι στον ίδιο τον νεκρό εξάδελφο.

Έτσι και κάπως έτσι η φαιδρά εκείνη εποχή του αιώνος φαντάζομαι θα στέναζε
κι εξήντα χρόνια αργότερα, θα το ’λεγε χωρίς ντροπή
χωρίς ντροπή (πρόστυχη ράτσα κι άπονη) ο Βάρναλης –
μες στα κρασοπουλειά κι αυτός χαϊδεύοντας τα πισινά
καμιάς μικρής κοκόνας
πως ναι μεν άγιος, αλλά με τ’ αγοράκια ντε.
Στο περιοδικό Εστία του 1892 με ύλην εκλεκτήν
και ποικιλωτάτην και καλλιτεχνικάς εικόνας
εν Γερμανίᾳ εκτελουμένας
εκεί, θυμάμαι, πρωτοδιάβασα το πρώτο μερακλίδικο
στιχάκι που αναφέρει:
«σαν κλήμα με κλαδεύουνε και κλαδεμούς δεν έχω».

Στην καμαρούλα γράφει απ’ το ξημέρωμα.
Και χρόνια μετά, μας λέει, το όλον 1.350 σελίδες,
κάποια μετάφραση του Φίνλεϊ, μόλις την τέλειωσε
(πού πήγαν, πού χαθήκανε αυγές οι άγιες ψηφίδες)
και πάλι εκλιπαρεί τον Βλαχογιάννη
και πάλι εκλιπαρεί για χρήματα, σχεδόν γονατιστός
γράφει στον Βλαχογιάννη, Κι έχει ντροπή ο άμωμος
κι η ντροπή του είναι που δεν έχει τρόπο να ξεναγήσει
τον Καρκαβίτσα στο νησί με εκδρομές και τέτοια
και ευτυχώς ο Καρκαβίτσας
–μύρο το κύμα που τον τύλιξε–
ήτανε κουρασμένος από το μεγάλο
το υπηρεσιακό ταξίδι.

Κι άλλοτε προσπαθεί να κάνει, λέει, νόμο-τρόπο,
(Θε μου, τι λέξη, τι καημός, και δεν γκρεμίζεσαι)
να στείλει επί συστάσει τους δύο τόμους του Γόρδωνος
κι αυτός που σκέπασε με τα χρυσά φτερά του
τον ουρανό του αιώνα μου
δεν ξεύρει πώς να συσκευάσει τα χαρτιά.
Δεν ξεύρει πώς να τους ταχυδρομήσει.

Φεύγουνε φεύγουνε κι οι ζωντανοί ολοένα
νεκροί που ντύνονται τα χρόνια των ανέμων
κι ο αδελφός του πια εντύθηκε τα δίχτυα
ίδια μ’ εκείνα που μαζεύουν οι τρελοί τη νύχτα τ’ άστρα
και κάποιος φίλος του Γεώργιος Χριστοφίλης
ευπαίδευτος και ευλαβής ανήρ
φόρεσε κι εκείνος το Αγγελικό Σχήμα.

Υποστηρίξατέ τον, γράφει στον πατέρα του
19 8βρίου του 1889
και ξανά η θλιβερή επωδός σα μαγγανεία
σα να διαβάζεις συνταγές για ξόρκια σε παλιές φυλλάδες:
ασπάζομαι την δεξιάν σας και της μητρός.

Παίρνει τα λόγια του, λοιπόν, και κάθε λέξη τη στολίζει
με τ’ άνθη του επιτάφιου
κάθε ψηφίο με ακριβή πορφύρα και με μάλαμα
τους στίχους του με κίτρα της θαλάσσης.
Ρίζα χρυσοπλοκώτατη είναι η ψυχή του τώρα.

Ο κλήρος τους δεν ήτανε για δεξιώσεις προς τιμήν του
της πριγκίπισσας Μαρίας
μήτε για το παράσημο του Σταυρού του Σωτήρος
παραμονή που θα ’φευγε για τα παλάτια των ουρανών
ο κλήρος του δεν ήτανε για χοροεσπερίδες
τραπέζωμα στο σπίτι του Συγγρού,
τσάι στου Νεγρεπόντη και στου Στρέιτ
ή σε τοκογλύφους, τζογαδόρους της πατρίδας –
στα εξοχικά τα μέγαρα εκείνα με τ’ αγάλματα
αυτός δεν κρούει τας θύρας των μεγάλων
–ποιων μεγάλων–
αυτός, ο βασιλεύς, που η κτίσις όλη του ανήκει
δεν έχει τίποτε να ορίσει
ούτε έχει σπίτι στα Κοτρώνια, αμπέλι στην Αμμουδιά
ελαιώνα στο Λεχούνι, χωράφι στον Στροφλιά
τάλιρα, κολονάτα, ρηγίνες, δισχίλια, χίλια, πεντακόσια
αδιάφορο –
κι όλο ζητάει τον κόπο του
κι όλο ζητάει να εξοφλήσει
πάλι και πάλι εκλιπαρεί τον Βλαχογιάννη,
σχεδόν γονατιστός γράφει στον Βλαχογιάννη
Φίλτατε Γιάννη… Αγαπητέ Ιωάννη…

Φεύγουνε φεύγουνε κι οι ζωντανοί ολένα
φεύγει ο πατέρας του κι η μάνα του
κι όλο παρηγορεί τις αδελφές του ο κύκνος
ότι θα δουν καλύτερες ημέρες όταν θα εκδοθούν τα έργα του
(αχ, γερο-Μαρασλή, μόνο υποσχέσεις είσαι από την Οδησσό)
και πριν σωπάσει, ψάλλει από τις Ώρες
της παραμονής των Φώτων
«την χείρα σου την αψαμένην».

Χαρίκλεια, Σοφούλα, Κυρατσούλα
τρέξετε, φύγετε, πηγαίνετε, φωνάξτε τον παπά.

Αυτός το σκοτεινό τρυγόνι
που είχε χρεωθεί ετούτο τον αγαρηνό αιώνα
ήταν για κάποια νοσοκόμο του Ευαγγελισμού
την Πολυξένη Μπούκη
τον άντρα της με τους ρευματισμούς τον Νίκο τον μανάβη
(παρακαλώ οι δίκαιοι ας μεσιτέψουνε στη Δέσποινα του κόσμου ν’ αναπαυτούν κι οι δυο τους)
για τη γερόντισσα Συγκλητική για τη μικρή την Κούλα
τη Φιφή την Ουρανία το Σεραϊνώ
για τη φαμίλια του Φλασκογιάννη του αιγοβοσκού

κι άλλους που πήρε το άδικο κι η νύχτα

κι από το αίμα τους το χώμα ευωδιάζει
κι εμένα εμένα εμένα που σου γράφω
αγαπημένε μου παππού
και θα σου δώσω αυτό το γράμμα συν Θεῷ
ιδιοχείρως.

Από τη συλλογή Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου (2001) του Μάνου Ελευθερίου

Πληροφορίες για το βιβλίο (από το οπισθόφυλλό του):
Οι δύο πρώτες εκδόσεις της συλλογής Αγρυπνία για το σκοτεινό τρυγόνι στην εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου κυκλοφόρησαν στα 1975 και 1980 σε ελάχιστα αντίτυπα εκτός εμπορίου.
Σκοτεινό τρυγόνι αυτοαποκαλείται ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στο ποίημά του Προς τη μητέρα μου (1874).
Η μικρή ταπεινή εκκλησία του προφήτη Ελισσαίου βρισκόταν στις αρχές του 20ού αιώνα στην οδό Άρεως, στο Μοναστηράκι, κι εκεί πήγαινε ο Γέροντας κι έψαλλε στις ολονυχτίες.
Το ποίημα είναι ένας φόρος τιμής και συγχρόνως μια παραληρηματική αλλά κατανυκτική συνομιλία του Μάνου Ελευθερίου με τον συγγραφέα της Φόνισσας. Τοιχογραφία με ψηφίδες από γεγονότα, πρόσωπα και συμβάντα της ζωής του μεγάλου πεζογράφου μέσα από επιστολές και λογοτεχνικά κείμενά του.
Μια εσωτερική συνομιλία κι ένα διάλογος σαν νυχτερινός ψαλμός οδύνης, ταπείνωσης και συγχρόνως θαυμασμός και προσευχή προς τον Γέροντα, που το 2001 «έκλεισαν» 150 χρόνια από τη γέννηση και 90 από την κοίμησή του.

One thought on “Μάνος Ελευθερίου: [Καθώς εσήμαινε ο όρθρος…]

  1. Παράθεμα: Μάνος Ελευθερίου: [Καθώς εσήμαινε ο όρθρος…] – worldtraveller70

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.