Γιάννης Ρίτσος, Ακίνητη ταλάντευση

Ακίνητη ταλάντευση

Όπως έκανε να σηκωθεί βιαστικά ν’ ανοίξει την πόρτα,
έριξε το πανέρι με τις κουβαρίστρες του ραψίματος –
σκόρπισαν κάτω απ’ το τραπέζι, κάτω απ’ τις καρέκλες,
σε απίθανες γωνιές – μια κόκκινη προς το πορτοκαλένιο
μες στο γυαλί της λάμπας∙ μια μενεξεδένια
στο βάθος του καθρέφτη∙ εκείνη εκεί η χρυσή –
ποτέ δεν είχε μια χρυσή κουβαρίστρα – πού βρέθηκε;
Δοκίμασε να γονατίσει, να τις μαζέψει μια-μια, να συγυρίσει
πριν ανοίξει την πόρτα. Δεν πρόφταινε. Χτυπούσαν πάλι.
Έμεινε ασάλευτη, ανήμπορη, με τα χέρια ριγμένα στο πλάι.
Όταν θυμήθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα, δεν ήταν κανείς.

Έτσι, λοιπόν, και με την ποίηση; Έτσι ακριβώς και με την ποίηση;

Από τη συλλογή Χειρονομίες (1970) του Γιάννη Ρίτσου

Advertisements

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.