Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Ο Πάππους μας

Ο Πάππους μας

Δεν ήξερα πώς να σε βρω στη Λάκκα, στο λιμάνι,
μονάχος σου να κάθεσαι στου μώλου το πεζούλι,
με την τραγιάσκα την παλιά στο ασπρόμαλλο κεφάλι,
με το πουκάμισο ανοιχτό και γυριστά πατζάκια,
με τα ποδάρια σου γυμνά στις πλάκες να πατούνε
και τη θαμπή σου τη ματιά τη θάλασσα να βλέπει
και να μου δείχνεις στ’ ανοιχτά την τράτα που γυρίζει
και τις ψαρόβαρκες γραμμή στο μώλο αραγμένες.

Κι εγώ πασχίζω και κοιτώ, ψάχνοντας γύρω-γύρω,
μα ολούθε πλήθος τα σκαριά και δάσος τα κατάρτια
κι απάνω τους σκοντάφτουνε τα μάτια βουρκωμένα
κι απ’ το σκληρό το σκόνταμα πληγώνεται η καρδιά μου
που δε μ’ αφήνουνε να δω της θάλασσας την άπλα.

Και όπως κάνω να σ’ το πω, πάππου, φευγάτος είσαι
και στο σοκάκι έτρεξα, να σε προλάβω θέλω
κι έφτασα στη Χαρίκλεια κι είχες εκεί αράξει
πίνοντας δυνατό καφέ, όπου μοσχοβολούσε.
Αλλού απ’ τη Χαρίκλεια φρέσκο καφέ δεν πίνεις,
αφού τη νύχτα ξάγρυπνη κι αυτή και τα παιδιά της
στη στια* τον καβουρδίζουνε, στο μπρουστουλί* γυρνώντας
κι απέ τον κοπανίζουνε στο πέτρινο γουδί τους.
Κι έκατσα δίπλα σου κι εγώ κι είπες να με τρατάρεις
μ’ αντί καφέ εδιάλεξα να πάρω τσιτσιμπύρα*
και μόλις την εφέρανε, ανοίγω το μπουκάλι
κι ακούστη σμπάρο* δυνατό κι αφριά* πολλή σκορπιέται
κι ήπια και θαραπάηκα* ξεχνώντας τον καημό μου.

Σήκω να πάμε στο χωριό, κοντεύει μεσημέρι
κι η νόνα θα μας καρτερεί κι η θεια η Αγγελίνα,
αλλά προτού κινήσουμε μια κι είμαστε στην πιάτσα*
ένα ψωμί να πάρουμε απ’ του Αρετού το φούρνο
και στην ταβέρνα του Σουρή καλό κρασί να βρούμε.

Και τότε φεύγεις και τραβάς κατά το μώλο πάλι
και βγάζεις το μαντίλι σου, τέσσερις κάνεις κόμπους
και ίσα-ίσα χώρεσε μια λίτρα* μαριδάκι,
που ο Αγγελής σου φύλαξε σαν ήρθε με την τράτα.
Κι όπως κοιτάζεις για να δεις της θάλασσας την άπλα
ολούθε πλήθος τα σκαριά και δάσος τα κατάρτια
κι απάνω τους σκοντάφτουνε τα μάτια τα θαμπά σου
κι από το σκληρό το σκόνταμα πληγώνεται η καρδιά σου,
και ξεψυχά η εικόνα σου και σβήνεται η μορφή σου.

_____________________________
* Γλωσσάρι
στια = φωτιά
μπρουστουλί = καβουρδιστήρι
τσιτσιμπύρα = αναψυκτικό
σμπάρο = κρότος
αφριά = αφρός
θαραπάηκα = ευχαριστήθηκα
πιάτσα = αγορά
λίτρα = μονάδα βάρους

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.