Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου), Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος

Μεσαύγουστος και γιορτασμός και μέγα πανηγύρι
κι απ’ άκρη σ’ άκρη ο τόπος μας χαίρεται και γιορτάζει
που είναι η γιορτή της Παναγιάς κι η Κοίμησή Της είναι
και λαχταρούμε οι Παξινοί να πάμε στο Νησί Της,
στο βράχο των Βελλιανιτών, που έχει το μοναστήρι
κι έχει αιωνόβια εκκλησιά, ναό της Παναγίας.

Και σαν ροδίζει η χαραυγή, σαν ανατέλλει ο ήλιος,
κανείς δε μένει στο χωριό τέτοια μεγάλη μέρα
και με τα κυριακάτικα, τα γιορτινά μας ρούχα
όλοι στην πιάτσα* τρέχουμε μπαρκάρισμα να βρούμε.
Κι από του Γάη ξεκινούν και βάρκες και καΐκια
κι από τη Λάκκα, απ’ το Λογγό σαλπάρουν οι βενζίνες
και φέρνουν κόσμο στο Νησί, που πάει να προσκυνήσει
κι αράζουνε κι αδειάζουνε και πάλι πίσω πάνε
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει.
Κι όσο να βγούμε στη στεριά σημαίνουν οι καμπάνες
κι ηχούν τα καμπανίσματα στα πέρατα του πόντου∙
και μπαίνοντας στην εκκλησιά που κάνει λειτουργία,
όλοι οι παπάδες των Παξών ψέλνουν στο Άγιο Βήμα
κι αντιφωνούν και μελωδούν οι πιο καλοί ψαλτάδες
και ψιθυρίζουμε κι εμείς μπροστά στην Παναγία
που εκοιμήθη κι έφυγε κι όμως κοντά μας μένει.

Και με το αμήν, το δι’ ευχών, αρχίζει η λιτανεία
και βγαίνει ο Επιτάφιος με φιόρα* στολισμένος,
βγαίνουν τα εξαπτέρυγα και τα λιβανιστήρια
κι ακολουθούμε οι πιστοί κι οι ψάλτες κι οι παπάδες
αργοπατώντας στο στρατί το χιλιοπατημένο
σύρριζα στο μαντρότοιχο, στο μοναστήρι γύρω.
Και χαμηλώνουν και πετούν λευκά θαλασσοπούλια,
να λιτανέψουνε κι αυτά με τους πιστούς αντάμα.

Και σαν τελειώσει η τελετή, πίσω ξανά γυρνάμε,
στον ισκιερό περίβολο, στην εκκλησιά απέξω
κι ολόγυρα καθόμαστε σε ξύλινα τραπέζια,
παίρνοντας ο καθένας μας πήλινο κανταρέλι*,
που έχει ζουμί και βοδινό ζεστό, καλοβρασμένο
και μας τρατάρουνε κρασί να πούμε και του χρόνου.

Ξανάρχεται ο μεσαύγουστος, το μέγα πανηγύρι
κι έχει μπουνάτσα η θάλασσα κι αγέρας δε φυσάει
κι αλέστα* είναι τα σκαριά στα παξινά λιμάνια,
μα δεν ευρέθηκε σκαρί κι εμένα να με πάρει,
κι ας τα φορώ της Κυριακής, τα γιορτινά μου ρούχα.

_____________________________
* Γλωσσάρι
πιάτσα = αγορά, λιμάνι
φιόρα = λουλούδια
κανταρέλι = μικρό, πήλινο, βαθύ πιάτο
αλέστα = έτοιμα

Από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι (2005) της Ευτυχίας Μάστορα

Translatum: Favourite Poetry / Ευτυχία Γερ. Μάστορα (Παπαγεράσιμου)

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.