Δημήτρης Δημητριάδης: Κατάλογοι. 4 (1)

Κατάλογοι. 4 (1)

Η απέραντη κούραση, η διάλυση του μυαλού,
το βρόμικο σώμα, το στεγνό σώμα, η απορία του σώματος,
το αδιαχώρητο της ανάσας μέσα στο στόμα,
τα χολεριασμένα εσώρουχα,
η εφιαλτική ακαταστασία στο τραπέζι, ψωμιά σαν τσαλακωμένα χαρτιά,
χαρτιά σαν ξεραμένα ψωμιά, η εφιαλτική ακαταστασία
στο κρεβάτι, μια αναγούλα που τραβά το μισό πρόσωπο
και το καρφώνει στον απέναντι τοίχο σαν τεντωμένο πόδι,
τα δάχτυλα που δεν αισθάνονται πια τίποτε,
τα δάχτυλα που δεν έχουν αγγίξει από τον θηλασμό την ύλη
των άλλων δαχτύλων, μια ησυχία που δεν είναι ησυχία,
μια γαλήνη που είναι η ανάποδη της γαλήνης, μια ακινησία
που δε λέει το αληθινό της όνομα,
τα πράγματα που δεν συμπαραστέκονται,
οι αναποδογυρισμένες παντόφλες, η μία παντόφλα λοξά δίπλα στην άλλη,
η σκόνη βυθισμένη στα πεταμένα ρούχα, στα μαυρισμένα τριαντάφυλλα,
μέσα στους πόρους των ξύλων, η συντριβή της φαντασίας,
ο τρόμος μπροστά την επανάληψη των ίδιων επικλήσεων της ψυχής,
οι ίδιοι ρυθμοί,
τα βρόμικα πιάτα,
η παράλυση των ματιών μπροστά στην εκατόμβη που πλημμυρίζει το νεροχύτη,
ψόφια έντομα παντού, κλωστές, πατημασιές,
μυστικά, λεκέδες, ενοχές,
μια βαριά ατμόσφαιρα από αναβολές,
το κακοβγαλμένο πουκάμισο σε σχήμα συσπειρωμένου θηρίου,
το βρόμικο σώμα, η διάλυση του μυαλού,
τα παγωμένα δόντια, τα άλογα,
τα άσπρα άλογα που περιμένουν πίσω απ’ την κουρτίνα,
ο καπνός θυσίας που αναθρώσκει απ’ τα σεντόνια,
το τοπίο εκτελέσεων που σμιλεύουν οι κουβέρτες στο κρεβάτι
σαν ιδιωτικό εξιλαστήριο,
σελίδες ημερολογίου στο κομοδίνο με τα καταπραϋντικά,
«αν θες να μη συνεχιστεί η ζωή σου σαν τέτανος»,
κι ένα ποτήρι πεθαμένο νερό στο πλάι,
το μαξιλάρι
σε σχήμα ξαφνικής αρρώστιας, οι απότομες κουμπότρυπες
σαν αναπάντεχη συμφορά που σφίγγει το ουρλιαχτό σα συρματόσχοινο
γύρω απ’ τον εγκέφαλο,
το ταβάνι με τις αποκρουστικές πεδιάδες του,
τα πονεμένα πόδια που τραβάς τις κάλτσες
και φεύγουν κι αυτά μαζί,
η κατάρρευση όλων των εκφράσεων απ’ το πρόσωπο,
η έκπτωση όλων από το θρόνο του προσώπου,
το πρόσωπο λεηλατημένο σα θρόνος,
κάθε κίνηση του σώματος ένα κύμα μαύρου βούρκου αφήνει πίσω της,
κάθε κίνηση, αργή σαν εξομολόγηση,
ανασηκώνει στροβιλίζοντα κύματα ιστών αράχνης
κουβαριασμένα μέσα σε τρικυμισμένους όγκους απύθμενου νερού,
το άδειο σώμα, το σκοτάδι του μυαλού, η αξιοπρέπεια της καρέκλας,
η προχωρημένη ώρα μέσα στη νύχτα που κάνει μαρτυρικό τον τυφλό τοίχο
όπου αρχίζει σαν πόνος να υψώνεται το χλωμό όραμα της πρωινής φρίκης,
η αγάπη
αν υγρασία ψαριού σε διπλωμένο χαρτομάντιλο,
η αγάπη
σαν υγρή κάλτσα πεταμένη κάτω από το κρεβάτι,
το δωμάτιο
σε σχήμα χειρουργείου, με μια ανοησία χυμένη επάνω σ’ όλα,
το αργό ξέντυμα,
η ανάδευση όλων των οσμών σαν μέσα σε ήσυχο νερό του απογεύματος,
οι τρίχες σε ύπουλη στάση,
ο επιφανειακός λαβύρινθος της αναίσθητης σάρκας,
η σιωπή των σπλάχνων
σαν υπόγεια αίθουσα μουσείου
με σαρκαστικό φεγγαρόφωτο απ’ το πάτωμα,
οι κοιλότητες, οι ζάρες, τα πένθη των γραμμών,
οι απολήξεις των άκρων σαν υπενθύμιση της συντέλειας του κόσμου,
η γύμνια,
η μνημειακή γύμνια,
σαν κραυγή μέσα σε ύπνο μ’ ανοιχτά μάτια
μέσ’ από ένα στόμα πιο μεγάλο απ’ το σώμα που το έχει,
τα ποδοβολητά των εξεγερμένων και των ελεεινών,
το σκοτάδι του μυαλού, το μυαλό
σαν άδειο σώμα, η συντριβή του μυαλού,
το μυαλό σαν βρόμικο σώμα, σαν χολεριασμένα εσώρουχα,
τα ποδοβολητά από όλες τις μεριές των εξεγερμένων
και των ελεεινών,
το σφάξιμο ενός φτωχού μανάβη στον δρόμο,
η ψυχή
σαν ένας φτωχός μανάβης κατασπαραγμένος στη μέση του δρόμου,
σαν το αίμα μέσα από το στόμα του μανάβη που ακόμα τρέχει,
η προέλαση των στρατευμάτων μέσα στο κατακτημένο έδαφος
της φίλης χώρας που αλώθηκε σαν προαιώνιος εχθρός,
η εξόντωση των αμάχων πληθυσμών,
οι ανοιχτοί τάφοι με τα κομμένα κεφάλια,
ένας ασίγαστος κρότος πυρκαγιάς μες στον αριστερό τοίχο,
μια αηδία μέσα στο απλωμένο σώμα, τα δάχτυλα έξω απ’ την κουβέρτα
για να μην τραυλίζουν απ’ την αηδία,
το μυαλό ανασηκώνεται κάτι να πει — μα ξαναπέφτει,
σμήνη λαού που προελαύνουν θριαμβευτικά
και εξολοθρεύονται και ξανασηκώνονται και ξαναπέφτουν,
τα νέα διατάγματα,
οι αλλαγές φρουράς, οι αλαλαγμοί, οι αλλαγές συμβόλων,
οι αλαλαγμοί, η απαγόρευση της κυκλοφορίας,
η νύχτα,
βροχή από θειάφι, το ξύπνημα των ηφαιστείων,
ο θυμός της γης, κοπάδια ερπετά μέσα στα μάτια των ανθρώπων,
γύρω από τις γλώσσες σαν ατέρμονες φράσεις,
σπέρνοντας δηλητήρια στα σώματα,
η καταστροφή του αναπνευστικού συστήματος,
η εξάπλωση των ζώων,
ο τρόμος σα μάτι που τρώει ολόκληρο το στόμα
και φτάνει μέχρι τις πατούσες σφαιριάζοντας τα όργανα όλα,
ένα σχοινί τεντωμένο και στη μια του άκρη
μια βάρκα
και στην άλλη ένα διάφανο χέρι,
ένα σχοινί που κεραυνώνεται και το χέρι τρελαίνεται μαυρίζοντας,
ναυάγια, το σκοτάδι,
το αιμοφόρο σκοτάδι,
μια θύελλα γύρω από τα σεντόνια με το σχήμα του απλωμένου σώματος,
το άδειο σώμα, το σώμα σα σκοτεινό μυαλό, σώμα
σαν βρόμικο μυαλό,
σώμα σε σχήμα συντριμμένου μυαλού,
η στάχτη, η στάχτη,
πάλι και πάλι αυτή, η στάχτη
που κάνει τον άνθρωπο συνεπή με τα τέλη του,
η μάταιη κίνηση του χεριού μέσα στα σεντόνια,
το φάντασμα του στόματος που φτύνει τα δόντια του
πάνω σ’ αυτόν που του ’φαγε τα χείλη αφήνοντας
μόνο τη σκοτωμένη πορφύρα των ούλων,
η πανωλεθρία των εκφράσεων επάνω στο πρόσωπο,
στέρνο σαν πεδίο μάχης μετά την αλληλοεξόντωση,
η συντριβή της δικαιοσύνης,
θάνατοι από επαναλήψεις, κατολισθήσεις πόλεων,
κατολισθήσεις πόλεων σαν καταρρεύσεις των εκφράσεων από το πρόσωπο,
πόλεις σαν τρομαγμένα πρόσωπα,
πρόσωπα σαν αλάφιασμα μεραρχιών από κρόταφο σε κρόταφο,
το μαρτύριο της οράσεως,
η καταδίκη στο μαρτύριο της οράσεως,
εκθρονίσεις,
αστραπιαίες μεταβολές καθεστώτων προς το χειρότερο του καλύτερου,
απεργίες, στάσεις, πορείες,
ανταλλαγές πληθυσμών, αναμορφώσεις γιγαντιαίων εκτάσεων,
τα έγκατα της γης σε φαγωμένους λαιμούς,
πυρπολισμοί, δολοφονίες ποιητών επάνω στο ποίημα,
το ποίημα,
δοσοληψίες για την επικράτηση των μελανότερων σφαγέων,
το ποίημα,
εξαγορές για την επιβολή των ειδεχθέστερων απατεώνων, των δολοφόνων,
των ελεεινών,
το μυαλό ανασηκώνεται, κάτι θέλει να πει,
μια βοή από απέραντο αίμα,
διαβουλεύσεις για την απόλυτη κυριαρχία των ελεεινών,
θέλει κάτι να πει μα ξαναπέφτει,
δεν μπορεί, το μυαλό θέλει — μα ξαναπέφτει,
οι αυτοκτονίες.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 1-4 (1980) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Σχολιάστε.

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.