Δημήτρης Δημητριάδης, Κατάλογοι. 7 [Αρχαίο γένος των ρούχων…]

Κατάλογοι. 7: Νημιωμένα όλα (απόσπασμα)

Αρχαίο γένος των ρούχων.

Φύλα κατακτητικά
φύλα περήφανα
νέα φύλα.
Φυλές αυθάδεις
συνεπαρμένες από την τιμή
την αφθαρσία τους.

Έρχονται στίφη.
Παραλλαγές χρωμάτων. Υφάνσεις ανεμίζουν.
Φτερουγίσματα κελαηδίσματα πτυχώσεων.
Αφθονία ραμμένων υδάτων
γαζωμένων αχτίνων. Χωρίς συστολή.
Κατέρχονται ορδές
εν στολή. Φέρνουν
τον πολιτισμό τής κλωστής. Κοσμόραμα
από ίνες. Το ινόπνευμα.
Ινοποσία και ινοπλασία.
Θρησκεία των πλέξεων.
Σ’ αυτήν επενδύουν.

Επέρχονται πεισματικά και νικηφόρα.
Αναμένονται κι αιφνιδιάζουν. Είναι
τα ίδια και δεν μοιάζουν. Αδιάντροποι
εχθροί τής ντροπής. Ενδοστρεφή δείχνουν μόνον
για να κρύψουν. Επιδεικνύονται κι ανταποκρίνονται
σ’ ένα αίσχος ανένδυμης φυλής που τα επανινώνει
ινονίως. Φύλα νημιώδη. Εισβάλλουν
με τα πλήθη τού νημάτινου θριάμβου και τότε
ω τότε. Αυτό που δεν μπορεί
καμία έμπνευση να ερμηνεύσει
καμία ερμηνεία να εμπνεύσει. Τότε
ω τότε παραδίδονται. Ναι
κατακτούν επικρατούν
ναι κι όμως
παραδίδονται. Εισβολείς δαφνοφόροι
εισβολείς τροπαιούχοι μένουν
άποικοι. Ω χωρίς κράτος κραταιοί. Κατέχονται
οι κάτοχοι. Και κρέμονται
αραδιασμένα στις αγχόνες, στις εκκρεμείς τους
συνοικίες. Και χρησιμοποιούνται
κι αχρηστεύονται. Πλυμένα λερωμένα
ασιδέρωτα ριγμένα
στη ράχη μιας καρέκλας
στο κρεβάτι χωρίς φως στο πάτωμα επαναληπτικά αρπάζονται
επαναληπτικά φοριούνται. Και παλιώνουν
και λιώνουν ενώ υπερέχουν
εκθειάζονται και λατρεύονται. Θεοί από ίνες.
Θεοί εφέστιοι θωπείας προστασίας
φιλαρέσκειας. Κατοικίδιοι θεοί κλειδωμένοι
σε δρύινους πολύφυλλους βωμούς. Θεοί διαθέσιμοι
σε συρτάρια ξαπλωμένοι μ’ αρώματα. Μαγνητίζουν.
Με δέος
αγγίζονται. Η αφή δεν αντιστέκεται
στη θέα τους, τρέμει στην επαφή τους, ερωτευμένη
ανυπομονεί, χωρίς αυτά λιμοκτονεί, στην κατοχή τους
επαφίεται. Επιρρεπής στην ύλη
ενδίδει πρώτη. Με ρίγος
τα παίρνει, τα νιώθει με έξαψη. Το βλέμμα
την εχθρεύεται. Για μένα, λέει, προορίζονται, εγώ
είμαι η κατάληξή τους, αφήστε τα
να τα ενοφθαλμίσω, τα ρούχα
είναι η κατάληξή μου.
Το άλλο σώμα συναγείρεται. Αυτό,
λέει, το υγρό το πλατύ
το μετάξι εμένα
με κάθε κίνησή μου γλείφει, εμένα
με κάθε σύσπασή του επαναφέρει στην ζωή. Με δέχεται
ολοκληρωτικά αυτό το μάλλινο, με συναρπάζει
η αποδοχή του, με υποδέχεται
με συνεπαίρνει το βαμβακερό, σ’ εμένα
ανήκει, εγώ εγώ
το κρατώ το κατέχω το έχω, με σφίγγει
αυτή η βατίστα με θέλει
με θέλγει, κι αυτός ο λινός που δένει και λύνει κορμός
το κορμί μου, χωρίς δεν υπάρχει εμένα, μ’ εμένα
ανασαίνουν οι υφάνσεις, όχι δεν υποφέρουν από μένα, έχουν
σ’ εμένα τη σκηνή τους, εγώ είμαι η κιβωτός τους,
το σχήμα τους είμαι εγώ, είμαι το σώμα και το ξέρουν,
για μένα έρχονται
για μένα πάντα έχουν έρθει,
το βλέμμα η αφή ναι προηγούνται
αλλά
εγώ
ηγούμαι.
[…]

Από τη συλλογή Κατάλογοι 5-8, Οι σκηνές του μαρτυρίου (1986) του Δημήτρη Δημητριάδη

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Δημήτρης Δημητριάδης

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s